ΚΑΡΜΕΝ – Σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού – Θέατρο ΚΑΠΠΑ, «Και αν σε αγαπώ, φυλάξου από εμένα!», κριτική Νίκης Πρασσά

karmen-1

Ο Στάθης Λιβαθινός είναι ένας ικανότατος σκηνοθέτης, από τους λίγους εναπομείναντες συστηματικά αφοσιωμένους στη μελέτη και έρευνα της θεατρικής γλώσσας και κατάθεσή της μέσω της θεατρικής πράξης. Τη σεζόν 2010 -2011 το αθηναικό κοινό είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει την ιδιαιτερότητα της υπογραφής του με αφορμή τέσσερις παραστάσεις – «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα», «Βασιλιάς Ληρ», «Ο θάνατος του Δαντόν», «Κάρμεν». Η τελευταία σε επανάληψη – όπως και ο εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενος Ληρ – μετά την καλοκαιρινή της περιπλάνηση στα στενά του Μεταξουργείου, βρίσκει φιλοξενία στη σκηνή του Κάππα, προκειμένου να μαγέψει εκ νέου τους θεατές.

Η Μαρία Ναυπλιώτου αναλαμβάνει τον ρόλο του αιώνιου θηλυκού, της δύναμης εκείνης που καταστρέφει στο πέρασμά της τόσο την αρσενική, όσο και την δική της φύση. Στο όνομα της ελευθερίας καμία άλλη ηρωίδα δεν θέλησε να χάσει με τέτοια ευκολία την ζωή της, με εξαίρεση κάποιες μορφές που αγιοποιήθηκαν ή ταυτίστηκαν με μία πιο αρρενωπή εκδοχή του εαυτού τους. Η Κάρμεν όμως διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά του φύλου της, και μάλιστα προσωποποιεί την απόλυτη ομορφιά και σαγήνη. Χωρίς να αποτελεί μέλος μιας κάστας ευγενών ή παραμυθένια νεράιδα και πριγκίπισσα ξεχασμένη σε ατέλειωτους ύπνους μέχρι να την ανακαλύψει ένας αρσενικός απελευθερωτής, η αθίγγανη Ισπανίδα του Μεριμέ και του Μπιζέ διεκδικεί την αυτάρκειά της και την αυτονομία. Αγρίμι πιο πολύ, σαν ύαινα, τρέφεται από τον θαυμασμό των εραστών της μέχρι να χορτάσει την επιθυμία της και να θελήσει κάτι διαφορετικό. Το γιατί λοιπόν αντιμετωπίστηκε εξ αρχής με αρνητικό πρόσημο από αρκετούς είναι παραπάνω από εύλογο και αιτιολογημένο με βάση την επαναστατική ματιά που ρίχνει στην γυναικεία ψυχοσύνθεση.

Ο Στάθης Λιβαθινός μπερδεύει τόσο το κείμενο του Μεριμέ όσο και το λιμπρέτο των Henri Meilhac και Ludovic Halévy από την όπερα του Μπιζέ, για να συνθέσει την δική του ιστορία της τραγικής ηρωίδας που αγαπήθηκε με πάθος και το πλήρωσε ακριβά. Επιπλέον προσθέτει την συνθήκη του θεάτρου μέσα στο θέατρο, ώστε με τη μοίρα της Κάρμεν να ταυτίζεται και η ηθοποιός που την ερμηνεύει, διπλασιάζοντας το μέγεθος της αγωνίας του θεατή για τα επί σκηνής δρώμενα. Οι εντάσεις των κρυφών και φανερών παθών που κρύβονται στις γωνίες ή αποκαλύπτονται στο κέντρο ακριβώς της σκηνής, αυξομειώνονται όπως ο ρυθμός της μουσικής της διάσημης όπερας. Την ίδια στιγμή που οι «πρωταγωνιστές» στήνουν τα όργανά τους, υφαίνεται ταυτόχρονα ο ιστός των μεταξύ τους σχέσεων καθώς ξετυλίγεται και το κουβάρι της μυθιστορίας. Αυτό ήταν σε επίπεδο σύλληψης επιτυχημένο, ωστόσο έχω την εντύπωση πως η χαλαρότητα της υποτιθέμενης «πρόβας» άγγιξε και την παράσταση, με αποτέλεσμα να χάνεται σε κάποιο βαθμό η δραματικότητα των τεκταινόμενων. Παρ’ όλα αυτά μας έδωσε μία γεύση της ατίθασης φύσης αλλά και αχαλίνωτης ενέργειας της ηρωίδας, όπως επίσης τον τρόπο που αποπλανούσε όποιον διάλεγε να συναντηθεί. Όπως συνήθως συμβαίνει στις δημιουργίες του, οι ηθοποιοί ακούραστα πηγαινοέρχονται σε όλο τον χώρο του θεάτρου, εκμεταλλευόμενοι κάθε ίντσα γης προκειμένου να εκθέσουν τα πεπραγμένα των ηρώων που υποδύονται. Το πάθος εδώ μοιράζεται στο πλάι ή το βάθος της σκηνής, με την προσοχή μας να μην αποσπάται από τις νότες που εξίσου ακούραστα μοιράζουν οι μουσικοί, με τα όργανά τους, στον χώρο. Ζητούμενο για να απογειωθεί η παράσταση θα ήταν μία πιο οργανωμένη και σε αυστηρά πλαίσια προκαθορισμένη αφηγηματική γραμμή πλεύσης, όπου τα σύνορα μεταξύ μύθου και αλήθειας θα σβήνονταν μεν, δίχως ωστόσο να αποδιοργανώνουν την γραμμική εξέλιξη στην πορεία της παράστασης.

Από τους ηθοποιούς σαφέστατα ξεχώρισε η Μαρία Ναυπλιώτου, μία ερμηνεύτρια που δεν απογοητεύει ποτέ με τις εμφανίσεις της το κοινό. Πολύ ουσιαστική και αφοπλιστικά λιτή, κάθε φορά προχωράει ένα βήμα παραπέρα, εντυπωσιάζοντας τόσο με τις υποκριτικές, όσο και τις μουσικές – χορευτικές της αρετές. Τραγουδάει άλλοτε χαριτωμένα, άλλοτε αισθησιακά μα πάντοτε με πάθος τις «άριες» της φιλελεύθερης Κάρμεν, ενώ ταυτόχρονα αφήνεται να στροβιλιστεί με εκρηκτική ενέργεια, κάνοντας το κορμί της όχημα μίας επαναστατικής πράξης – εκείνης που αποτινάσσει το θηλυκό από τα δεσμά μίας τυραννικής αντίληψης. Όσα και να γραφτούν δεν μπορούν να αποδώσουν με λέξεις τον τρόπο της Ναυπλιώτου να χειραγωγεί τους ρόλους της, όπως η ηρωίδα της του άντρες. Από τη μια στιγμή στην άλλη δεν ξέρεις πώς θα ξεσπάσει αυτό το ηφαίστειο για να χύσει την λάβα του επάνω στο σανίδι. Λόγος αρθρωμένος με υπέροχη χροιά φωνής και τέμπο σωστό, κίνηση που με μέτρο χορεύει όταν δεν κυλάει σαν χείμαρρος, εκφραστικότητα που αρνείται την επιτήδευση, όλα τα μέσα της Ναυπλιώτου συνθέτουν το ποίημα ομορφιάς που η ίδια είναι. Σπάνια συναντάς στο θέατρο τέτοια επιτυχημένη συνύπαρξη περιεχομένου και φόρμας.

Άξιοι συμπαραστάτες της όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί στη διανομή, αν και η προσωπική μου εκτίμηση αποδόθηκε με περισσότερη ευκολία στον τορεαντόρ του Δαυίδ Μαλτέζε. Με λευκό κοστούμι και σαξόφωνο ανά χείρας, συνόδεψε την Ναυπλιώτου ως ένας ευγενικός «ιππότης». Έχει την ίδια απέριττη παρουσία με την πρωταγωνίστρια και παρότι στέκεται διακριτικά στη σκιά των υπολοίπων, όταν έρχεται η στιγμή να πάρει θέση στα δρώμενα, βρίσκει τον τρόπο του να λάμψει. Από την άλλη ο Ηλίας Μελέτης, μόνιμος συνεργάτης του Λιβαθινού, δεν παύει να με κερδίζει με όσα μπορεί κάθε φορά να κάνει. Η χροιά της φωνής του και η εξαιρετική κίνησή του (ο άνθρωπος κάθε φορά, έστω και εάν ενίοτε επαναλαμβάνεται, στέκεται δυναμικά στη σκηνή, πατάει τόσο γερά στο έδαφος και χορογραφεί μάλιστα τον ίδιο του τον εαυτό) δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να σε αφήσουν αδιάφορο (και σε βάθος χρόνου εκτιμώ ακόμα πιο πολύ την παρουσία του με το κοστούμι του Δαντόν). Μου αρέσει αυτό που κάνει γιατί βάζει πάντοτε μία περίσσεια δόση τρέλας, αποκωδικοποιώντας τους χαρακτήρες με την βοήθεια του σκηνοθέτη, προσαρμόζοντας στις ευκολίες του ταλέντου του τις δυστροπίες εκείνων. Κάποια στιγμή ωστόσο, αν και δεν γνωρίζω κατά πόσο είναι αυτό εφικτό, θα ήθελα να δω και κάτι τελείως διαφορετικό, και ίσως πιο επικίνδυνο για τις υποκριτικές του καταθέσεις.

Επειδή δεν πρόκειται τόσο για ένα μελόδραμα, αλλά πιο πολύ αποτελεί πείραμα ηθοποιών με αφορμή αυτό το είδος, δεν θεωρώ εύστοχη την εις βάθος ανάλυση των τραγουδιστικών τους ικανοτήτων. Ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα έμοιαζε περισσότερο με πρόβα παρά με καλά ενορχηστρωμένη παράσταση.

Το βλέμμα της Κάρμεν θα μαγνητίζει πάντα το ενδιαφέρον των θεατών, όπως η μουσική του Μπιζέ θα ηλεκτρίζει (και στο συγκεκριμένο ανέβασμα κυριολεκτικά, ένεκα της τζαζ διασκευής) την ατμόσφαιρα σε κάθε απόπειρα απόδοσης του κειμένου του Μεριμέ. Ο τελευταίος, εμπνευσμένος από την συνάντησή του με ένα τέτοιο πλάσμα, και επηρεασμένος από ένα ποίημα του Πούσκιν, συνέθεσε τον ύμνο της γυναικείας χειραφέτησης, κι ένα αξεπέραστο πρότυπο θηλυκής θνητής «θεότητας». Αρκεί να αφεθείς κι εσύ στην πορεία προς τον θάνατο να γευτείς τους χυμούς της ζωής.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.