ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΜΠΕΡΝΑΝΤΑ ΑΛΜΠΑ – ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ – Σκηνοθεσία Στάθης Λιβαθινός, κριτική Νίκης Πρασσά

TO SPITI TIS BERNANDA ALBA

Το έργο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια στην ιστορία του θεάτρου. Η ποιητική γραφή του και ο μαγικός ρεαλισμός του ύφους του, ξεδίπλωσαν την πολιτική σκέψη και τον κοινωνικό προβληματισμό του Ισπανού δημιουργού. Παρακαταθήκη του για το καλλιτεχνικό στερέωμα πονήματα ξεχωριστής σπουδαιότητας όπως ο Ματωμένος Γάμος αλλά και το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα. Ο Στάθης Λιβαθινός σε μία ακόμα συνεργασία με το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας και την Κα Μπέτυ Αρβανίτη, δοκιμάζει να προσπελάσει το δράμα των πέντε γυναικών, που έχουν εγκλωβιστεί στην ύπαιθρο, την ζέστη, το πένθος και τον στερεοτυπικό ρόλο μίας ολόκληρης κοινωνίας για το φύλο που εκπροσωπούν. Για μια ακόμα φορά ο Λόρκα τραγουδάει τον ύμνο εις την ελευθερία.

Καταπίεση. Αν υπάρχει μία λέξη κλειδί για την κατανόηση της ιστορίας αυτής της οικογένειας, δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη από την προαναφερθείσα. Ο Λόρκα φτιάχνει μία καθαρόαιμη τραγωδία, λίγους μήνες προτού ο ίδιος χάσει την ζωή του ένεκα των πολιτικών απόψεων και πιθανόν της σεξουαλικής του ταυτότητας. Και τα δύο αυτά στοιχεία (πολιτική και σεξ) διαποτίζουν τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της Μπερνάντα, με την πολιτική ορθότητα (Μπερνάντα) να καταδικάζει το ένστικτο της αναπαραγωγής και την ερωτική επιθυμία (Μαρία Χοσέφα, Αδέλα) στον βέβαιο θάνατο. Τα υπόλοιπα δρώντα υποκείμενα παρακολουθούν το δράμα είτε ανίκανα να αντιδράσουν (Αμέλια, Μαγδαλένα, Ανγκούστιας), είτε παθητικά ένοχα μίας επικίνδυνης γνώσης – και μέτοχοι της επιθυμίας απόλαυσης (Πόνθια, Μαρτύριο). Η δίψα ταλανίζει τις κόρες της Μπερνάντα, είναι όμως κάτι παραπάνω από νερό εκείνο που θα ξεδιψάσει τις φυσικές τους ανάγκες. Η μητέρα ωστόσο το αρνείται, εθελοτυφλώντας μπροστά στη φωτιά που έχει ανάψει με την αυστηρή της στάση μέσα στο σπίτι της. Στον αντίποδα η δική της μάνα παλεύει να αποδράσει από την ασφυκτική επιτήρηση της καθωσπρέπει κόρης της, και είναι η μόνη (μαζί με την Αδέλα), που τολμάει να υψώσει το ανάστημά της λέγοντας την αλήθεια στην Μπερνάντα. Με πιο πλάγια μέσα προσπαθεί να χαλαρώσει τα δεσμά η Πόνθια, είναι όμως ένας άνθρωπος που στέκεται ανάμεσα στην εξουσία και την αντίδραση / επανάσταση, με τις ενέργειές της πολλές φορές να επισπεύδουν τον όλεθρο.

Δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια των ηρωίδων, ο Πέπε Ρομάνο. Πλήρης η απουσία αντρικών ρόλων στο έργο, είναι όμως το αρσενικό σημείο αναφοράς, ζητούμενο αλλά και ο καθοριστικός παράγοντας της εξέλιξης της τραγωδίας. Το πόσο επικυριαρχεί επάνω στο θηλυκό δεν σταματάμε να το βλέπουμε, με την Μπερνάντα να οργίζεται, την Μαρτύριο να φοβάται, την Πόνθια να αντιστρέφει τους όρους και την Αδέλα να παραδίδεται στη βούλησή του. Ο Πέπε απών μα πανταχού παρών, ορίζει τις ισορροπίες στις σχέσεις αυτής της οικογένειας, με τις αδερφές να αιχμαλωτίζονται κρυφά ή φανερά από την δύναμή του, ερχόμενες σε αντιπαράθεση μεταξύ τους για χάρη του.

Ο Στάθης Λιβαθινός έδωσε την ευκαιρία στους χαρακτήρες του Λόρκα να αναπνεύσουν μέσα από το ταλέντο οκτώ ικανότατων ηθοποιών. Στη διανομή διαβάζουμε τα ονόματα : Ανέζα Παπαδοπούλου ( Πόνθια), Σμαράγδα Σμυρναίου ( Μαρία Χοσέφα), Τζίνη Παπαδοπούλου (Ανγκούστιας), Γωγώ Μπρέμπου (Μαγδαλένα), Εκάβη Ντούμα (Αμέλια), Κόρα Καρβούνη (Μαρτύριο), Λουκία Μιχαλοπούλου (Αδέλα) καθώς και Μπέτυ Αρβανίτη ασφαλώς στον ρόλο της οικοδέποινας.

Εκείνο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η ανάγνωση που έκανε ο σκηνοθέτης όσον αφορά τα πρόσωπα του έργου. Η Πόνθια παίρνει την θέση που της αξίζει και συνομιλεί ισότιμα πια δίπλα στην Μπερνάντα. Η Ανέζα Παπαδοπούλου – από τις σημαντικότερες ηθοποιούς της ελληνικής θεατρικής κοινότητας – κλέβει την παράσταση, με την άνεσή της να μεταμορφώνεται σε λαϊκή γυναίκα, μία πονηρή και δολοπλόκα παρουσία που πρεσβεύει μία δικής της έννοιας εντιμότητα. Η Παπαδοπούλου κερδίζει αβίαστα το βλέμμα σου, όχι μόνο με τον λόγο, αλλά και με την ακούραστη φυσική της δραστηριότητα. Είναι σαν ένας κακός οιωνός που ζώνει την αμεριμνησία των υπολοίπων. Η ηθοποιός έχει μία αμεσότητα, γι’ αυτό και ο σκηνοθέτης την χρησιμοποιεί για να κλείσει το μάτι στον θεατή, βάζοντάς την να απευθύνεται και στο κοινό, κάνοντάς μας συνένοχους σε όποιο μυστικό κρύβεται μέσα σε αυτό το σπίτι.

Από τις πέντε κοπέλες που υποδύθηκαν τις αδελφές, η Κόρα Καρβούνη ήταν εκείνη που με εξέπληξε ευχάριστα. Η Μαρτύριο ζωντάνεψε μέσω ενός πλάσματος νευρωτικού, που συγκρατούσε, μέσα στα σκληρά χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας του, την απελπισία του ανικανοποίητου πόθου. Αν ο εγκλωβισμένος άνθρωπος χρειάζεται κάποτε να αποτυπωθεί εικαστικά, η Κόρα Καρβούνη ως Μαρτύριο είναι σίγουρα μία από τις βασικές επιλογές μου.

Την Γωγώ Μπρέμπου την έχω εμπιστευθεί τόσο θεατρικά όσο και κινηματογραφικά. Η Μαγδαλένα που έπλασε ήταν κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που είχα στο μυαλό μου. Και αν κρίνω από τις αντιδράσεις του κοινού, από όσα είχαν και άλλοι προσλάβει μέσα από την ανάγνωση του έργου. Η 30χρονη Μαγδαλένα ενσαρκώθηκε ως μία ανδροπρεπής γυναίκα, είτε στα πρότυπα μίας χειραφετημένης φεμινίστριας, είτε πιο καινοτόμα ως μία έχουσα σεξουαλικά ιδιόμορφη (για την εποχή) ταυτότητα. Όπως και να έχει η Μπρέμπου φάνηκε να διασκεδάζει με τον ρόλο της, και απομακρύνθηκε κατά πολύ από το ύφος των υπολοίπων.

Η Λουκία Μιχαλοπούλου επωμίστηκε τον πιο συμβολικό ρόλο της παράστασης. Και το έκανε με την γνωστή της ικανότητα να εγκαταλείπεται μέσα στο σκοτάδι για να βρει ένα φως. Φορώντας το πράσινο φόρεμα (το πράσινο εκτός από την ελπίδα, όπως όλοι γνωρίζουμε, συμβολίζει τον επικείμενο θάνατο), στροβιλίζεται με ενθουσιασμό σε όλη την σκηνή, ορμάει ενάντια στις αδελφές, τη μάνα και τον ίδιο της τον εαυτό προκειμένου να απολαύσει τον έρωτα. Η Μιχαλοπούλου έχει νεανική ενέργεια και φρεσκάδα, αλλά και μία φλεγόμενη βάτο που σιγοκαίει στο βλέμμα της. Αυτός ο συνδυασμός την βοηθάει να αφήσει τον ρόλο της να ξεσπάσει σε ένα εντυπωσιακό κρεσέντο, όπου η “ύβρις” της απόλυτης παράδοσής της στην ελευθερία του έρωτα προοιωνίζεται την τιμωρία που η μοίρα της επιφυλάσσει – μέσα από ένα τραγικό λάθος.

Η Εκάβη Ντούμα υπήρξε άκρως ικανή να σταθεί στο περιθώριο, η μόνη κόρη που υποτάσσεται στην αυταρχική φύση της μάνας. Η Ντούμα έχει και μέτρο, και δούλεψε αθόρυβα έναν ρόλο που χωρίς να το καταλαβαίνεις, είναι διαρκώς παρούσα ως αντίβαρο των πράξεων των υπολοίπων.

Η Τζίνη Παπαδοπούλου συμπλήρωσε με την δική της εμφάνιση τις πέντε διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Χωρίς να κάνει κάτι κραυγαλέο, κινήθηκε με συνέπεια στα πλαίσια του ρόλου της.

Η Σμαράγδα Σμυρναίου, αν και διαφωνώ με την εξτραβαγκάντ εμφάνισή της (θυμίζει τις κυρίες που συναντάς πρωί πρωί, μακιγιαρισμένες χωρίς μέτρο,να προσπαθούν να ανακτήσουν την χαμένη τους ομορφιά), σε αυτή την κατεύθυνση που της δόθηκε ανταποκρίνεται αποτελεσματικά. Σχεδόν χάνεται μέσα στην τρέλα της γιαγιάς, χωρίς ωστόσο να είναι υπέρμετρα μελό ή σαρκαστική.

Η Κα Αρβανίτη, χωρίς να διεκδικεί δάφνες υποκριτικής πρωτοτυπίας, επιλέγει πάντα να παρουσιάσει σπουδαία έργα, με συντελεστές για τους οποίους, αν μη τι άλλο, πρέπει να αισθάνεται υπερήφανη. Εδώ φέρνει την Μπερνάντα στα δικά της μέτρα και σταθμά, πράγμα το οποίο με τις σκηνοθετικές λύσεις που δόθηκαν δεν μοιάζει και τόσο άτοπο.

Ο Λιβαθινός γκρεμίζει τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού και εκμεταλλεύεται ένα προαύλιο γεμάτο λουλούδια και κάδρα (νεκρών), προκειμένου να επιτείνει το αίσθημα μίας νεκρώσιμης ακολουθίας. (όχι εκείνης που προηγήθηκε, αλλά της άλλης που θα ακολουθήσει). Με τις κολόνες να περιβάλλουν μία αυτοσχέδια δεξαμενή νερού, άδεια στην αρχή, την οποία γεμίζουν οι κοπέλες με τις στάμνες τους (το νερό είναι πάντα σύμβολο της ερωτικής επιθυμίας) και μία σκοτεινή και υγρή ατμόσφαιρα να παίζει με τους όρους του ήλιου και της ξηρασίας που αναφέρονται στο κείμενο, ο σκηνοθέτης δεν επιτρέπει στο φως να μπει μέσα στο μαύρο σκοτάδι της φυλακής του πένθους. Η διάθεσή του ωστόσο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το σκηνικό του, μιας και από την εισαγωγή ακόμα εμποτίζει με (μαύρο) χιούμορ την παράσταση (στην έναρξη η Παπαδοπούλου μαίνεται εναντίον της κυρίας της, με περίσσευμα χολής που γίνεται δηλητήριο, ή η γιαγιά δαγκώνει την Μαρτύριο για να την αναγνωρίσει). Ο Λιβαθινός αφαίρεσε έναν οποιονδήποτε ρομαντισμό από τα κίνητρα των ηρωίδων και ώθησε την Αδέλα με καθαρά ενστικτώδεις ανάγκες προς την ικανοποίησή τους. Το έργο είχε πολύ οργή, μου έλλειψε ωστόσο ο τρόμος. Η μητέρα επιβάλλεται με κινήσεις (όπως όταν δίνει τον ρυθμό ως ο μαέστρος μίας άτυπης χορωδίας), ωστόσο δεν μπόρεσα να γίνω συμμέτοχος του δράματος που εξελισσόταν, μιας και η βία υποδηλωνόταν με εξώφθαλμο τρόπο (η μητέρα έβγαζε την ζώνη και έπαιρνε τις κόρες πίσω από μία κουρτίνα για να τις χτυπήσει), άγγιζε επιδερμικά τις σάρκες, όχι όμως τις ψυχές. Στο ίδιο μήκος κύματος η Μαρία Χοσέφα υπήρξε εξωστρεφής και διασκεδαστική, όχι όμως ικανή στην επαφή της με την Μπερνάντα να προκαλέσει συγκίνηση (καίτοι νομίζω πως ήταν στις προθέσεις).

Ο Τηλέμαχος Μούσας στοίχειωσε με τις νότες του το περιβάλλον, αφουγκράστηκε το ζόφος στην καρδιά των ηρωίδων και πραγματικά ενέτεινε το κλίμα ασφυξίας.

Η παράσταση, αν και κινήθηκε σε διαφορετικά πλαίσια από αυτά που έχουμε συνηθίσει όσον αφορά τους όρους της τραγωδίας, είχε το χάρισμα μίας γενναιόδωρης κατάθεσης εκ μέρους οκτώ ανθρώπων, που σκόρπισαν με τον τρόπο τους την στάχτη του Λόρκα, για να αφήσουν τα σημάδια του στην μνήμη των θεατών. Γι’αυτό και μόνο αξίζει να κάνετε μία επίσκεψη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: