CAMILLE CLAUDEL: ΤΟ ΚΥΜΑ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ, κριτική Νίκης Πρασσά

LYDIA FOTOPOULOU

Την γλύπτρια Καμίλ Κλωντέλ είχα την τύχη να την συναντήσω μέσα από το πρόσωπο της Ιζαμπέλ Ατζανί, στο βλέμμα της οποίας χανόταν όλη η τρέλα εκείνης. Ήταν το 1990 που μία ταινία σημάδεψε τόσο τον ψυχισμό μου, με την παθιασμένη ερμηνεία της γαλλίδας ηθοποιού να εξωτερικεύει όλη την εσωτερική απελπισία μίας έγκλειστης και ευνουχισμένης από το οικογενειακό της περιβάλλον καλλιτέχνιδος. Με την Καμίλ-Ιζαμπέλ να στοιχειώνει ακόμα τη μνήμη μου, η εικόνα της Λυδίας Φωτοπούλου στο δελτίο τύπου της παράστασης Καμίλ Κλωντέλ: το κύμα της τρέλας, μου φαινόταν κάπως ψυχρή και παράταιρη. Επειδή όμως θέατρο σημαίνει να ξεπερνάς τις αμφιβολίες σου – είτε ως ηθοποιός, είτε ως θεατής- δεν μου έμενε άλλο παρά να αποδεχτώ την πρό(σ)κληση μίας καινούργιας κατάδυσης στον πυρήνα της ψυχής ενός βασανισμένου πλάσματος.

Η εισαγωγή του έργου ομολογώ πως με φόβισε, καθώς αποτελούνταν από ένα βίντεο που μας επέστρεφε στο Παρίσι του τέλους του 19ου αιώνα, εποχή και μέρος όπου έζησε η Κλωντέλ. Οι νότες του πιάνου συνόδευαν την εικόνα, καθώς η Λυδία Φωτοπούλου εισέρχεται αθόρυβα και με αιθέρια κίνηση στην σκηνή. Στο κέντρο μία στοίβα με χαρτιά ελεύθερου σχεδίου περίμενε το σώμα της να τοποθετηθεί πίσω της και να αρχίσει να απευθύνει τον λόγο στο κοινό. Το μοτίβο της ανάγνωσης της επιστολογραφίας της δημιουργού με ξένισε αρχικά, μιας και ανησύχησα πως ίσως πάρει τη μορφή ενός τηλεοπτικής υφής ντοκουμέντου για την δράση και τους έρωτες της γλύπτριας. Ευτυχώς όμως την εισαγωγή αυτή ακολούθησε η πραγματική μετάλλαξη, μέσα από μία μείξη απαγγελίας / αφήγησης και εσωτερικού μονολόγου, της ικανότατης ηθοποιού στην τραγική φιγούρα που αντικατοπτρίζεται στα γράμματά της.

Μία νεαρή ερωτευμένη καλλιτέχνης, με πάθος για το έργο της αλλά και λαχτάρα για τον “μέντορά” της εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία για να μείνει σε ένα ατελιέ, αφοσιωμένη στην τέχνη και τον εραστή της. Εκείνος δεν διακόπτει τον δεσμό με την επίσημη αγαπημένη του και η Κλωντέλ αρχίζει να βαδίζει σε ένα επικίνδυνο, για την ψυχοσύνθεσή της, μονοπάτι. Η ιστορία έχει εκ των υστέρων αποφασίσει για την αδικία με την οποία αντιμετωπίστηκε η ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία της, η μητέρα ωστόσο μαζί με τον αδελφό της, μετά τον θάνατο του πατέρα της (γενναιόδωρος και πάντοτε πιστός σύμμαχος του ταλέντου της) την οδήγησαν βίαια στην απομόνωση από ένα “υγιές” περιβάλλον, στην εξορία ενός ψυχιατρείου, στερώντας της κάθε δικαίωμα στην ελευθερία.

Την πορεία αυτή προς την φθίση και τον θάνατο, η Φωτοπούλου την απέδωσε μέσα από τις κινησιολογικές επιτυχημένες λύσεις (η Αμάλια Μπένετ υπήρξε πολύτιμος συμπαραστάτης της προσπάθειας) αλλά και από την ορθή εκφορά του λόγου, πότε με ψυχραιμία και πότε με μία ασθματική κρίση. Η Φωτοπούλου πήρε αγκαλιά τα λευκά χαρτιά, τα άγγιξε, τα χάιδεψε, τα τσαλάκωσε, τα κόλλησε κυριολεκτικά στο έδαφος, σαν υποκατάστατα των προσώπων με τα οποία συνδιαλεγόταν. Παίζοντας διαρκώς με το σώμα της, τσάκισε όπως ένας κατακερματισμένος άνθρωπος και αφέθηκε στο πέρασμα του χρόνου και της ταλαιπωρίας, με αποτέλεσμα να νομίζεις πως γέρασε μέσα στα 70 λεπτά του έργου. Όπως παρατήρησε και νεαρή ανερχόμενη ηθοποιός δίπλα μου, η Φωτοπούλου έμοιαζε να μην έχει ηλικία στην παράσταση, καθώς μεταμορφώθηκε (εσωτερικά) από νεαρή Καμίλ στην ηλικιωμένη εκδοχή του εαυτού της. Περνώντας στην λήθη της ανθρώπινης κοινωνικής πραγματικότητας, η γυναίκα που βλέπουμε ξορκίζει με την αλήθεια της το κακό που την κρατάει δέσμια σε μία ακραία κατάσταση. Από την παράσταση δεν έλειψαν σκηνές χιουμοριστικές, με την κυνική απεύθυνση και το σαρκαστικό μειδίαμα της Κλωντέλ να στιγματίζει την εκτός ορίων συμπεριφορά των συγγενών της. Εκείνο που υπήρξε πολύ ενδιαφέρον ήταν ο συνδυασμός αποστασιοποιημένης απαγγελίας των επιστολών σε διαρκή εναλλαγή με μία βιωμένη εμπειρία των περιγραφόμενων, ως οικειοποίηση των συναισθημάτων της Γαλλίδας γλύπτριας. Η διαφοροποίηση αυτή τόνισε την εγρήγορση του πνεύματος σε ευθεία αντιπαράθεση με την καταστολή του ψυχικού σθένους και τον περιορισμό των σωματικών αντιδράσεων. Ήταν μία πολύ εμπνευσμένη απόδοση και μου άρεσε το γεγονός πως ο κος Κρασανάκης, σκηνοθέτης αλλά και ψυχίατρος, μπόρεσε να μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις του με τόσο ποιητικό τρόπο.

Ασφαλώς η ιδέα του κου Κρασανάκη δεν θα μπορούσε να ευοδωθεί τόσο αποτελεσματικά χωρίς την παρουσία μίας εκ των σημαντικότερων ηθοποιών που διαθέτει το ελληνικό θέατρο, της Λυδίας Φωτοπούλου. Έχοντας εξοικειωθεί με την λιτότητα αλλά ουσιαστικότητα των ερμηνειών της, δεν περίμενα παρά μία ακόμα αυστηρά συγκεντρωμένη εμφάνιση, με την επιτυχημένη ενστάλαξη εκρηκτικού ταπεραμέντου στον ρόλο της. Η Καμίλ παρακολουθούσε τους άλλους (Ροντέν, Πωλ κ.ο.κ) αλλά και εμάς, με την ίδια προσήλωση με την οποία εντρυφούσε στην υπαρξιακή της αγωνία. Εκεί ζούσε ξανά το δράμα της ματαίωσης, και επέστρεφε πάλι στη σκηνή για προσθέσει ένα νέο κεφάλαιο στον ταραγμένο βίο της. Μέσα σε ένα απλό σκηνικό – άδειος χώρος, με επίκεντρο την στοίβα που προανέφερα – η Φωτοπούλου γέμισε με το πείσμα της το κενό από την απουσία κάθε εξωτερικού ερεθίσματος. Την ίδια ώρα τους μονολόγους της διέκοπταν κάποιες αφηγήσεις, πλαισιωμένες με σχετικές εικόνες, που προβάλλονταν στο video wall, (Χρήστος Δήμας) οι οποίες συμπλήρωναν με το μέγεθός τους την μοναχική διαδρομή της Καμίλ. Η Φωτοπούλου πέρασε στην άλλη όχθη το ίδιο σιωπηλά, όπως στα υπόλοιπα λεπτά της παράστασης. Χωρίς μελοδραματικές εξάρσεις, με άφησε να συναντηθώ εκ νέου με την γυναίκα που αγάπησα τόσο ως δημιουργό όσο και ως άνθρωπο, κατακτώντας κάποια νέα δεδομένα στην βάση εκείνων που ήδη γνώριζα. Με αφετηρία και μόνο το πάθος της για τον Ροντέν, είδαμε μία γυναίκα που σε μεγάλη ηλικία το μόνο που χρειάζεται είναι η μητρική στοργή.

Όσοι θελήσετε να δείτε μία στείρα βιογραφική μεταφορά με τις γνωστές συνθήκες που αντιμετωπίζονται τα αδικοχαμένα πνεύματα – η Κλωντέλ αναγνωρίστηκε ως ιδιοφυής καλλιτέχνης από κριτικούς- καλύτερα να μην παρακολουθήσετε το συγκεκριμένο ανέβασμα. Οι υπόλοιποι μπορείτε να ρισκάρετε να αντιμετωπίσετε κατάματα την πιο αυστηρή τιμωρία ενός ελεύθερου πνεύματος, που ο συντηρητισμός του ίδιου του του αίματος, του επεφύλαξε ως μονάκριβη κληρονομιά και μοίρα.

CAMILLE_CLAUDELL_KRITIKH_NIKHS_PRASSA

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: