Κωνσταντίνος Χρηστομάνος “ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑΣ ΕΛΙΣΑΒΕΤ”, Αριστουργήματα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας -ΤΑ ΝΕΑ 09

KONSTANTINOS CHRISTOMANOS TO VIVLIO TIS AYTOKRATEIRAS ELISAVET

Σαν από άλλον κόσμο η μαύρη αυτοκρατόρισσα έστεκε μπροστά μου, κυρά κι αρχόντισσα όλης αυτής της λαμπροσύνης.
Το 1891, ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος αναγορεύεται διδάκτωρ της Φιλοσοφίας και δέχεται την πρόταση των Ανακτόρων της Αυστρίας να διδάξει την ελληνική γλώσσα στην Αυτοκράτειρα Ελισάβετ, τη θρυλική «Σίσσυ». Μαγεύεται από τη «μελαγχολική αυτοκράτειρα», τη θαυμάζει, τη λατρεύει, βαθιά και πλατωνικά, ως «γητεύτρα της φαντασίας, άφθαστο των Ονείρων και της Ωριοσύνης καταφύγιο». Γίνεται αφοσιωμένος ακόλουθος της, τη συνοδεύει μάλιστα στο ταξίδι της στην Κέρκυρα το 1892, τη χρονιά που ολοκληρώνεται το «Αχίλλειον», το παλάτι-ησυχαστήριό της στο νησί.
Λίγο μετά τη δολοφονία της Ελισάβετ το 1898, αποφασίζει να της αφιερώσει το Tagebucher (Φύλλα ημερολογίου), μια λυρική μυθιστορηματική βιογραφία της, η οποία όμως προξενεί την έντονη δυσαρέσκεια των Ανακτόρων και γίνεται η αιτία να εγκαταλείψει, ως ανεπιθύμητος, τη Βιέννη. Το 1908, το έργο κυκλοφορεί στα ελληνικά, με τον τίτλο Το βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ.
Χάρη στο πολυμεταφρασμένο αυτό βιβλίο, ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος γίνεται ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας με ευρωπαϊκή εκδοτική επιτυχία, αλλά και προπομπός του ελληνικού αφηγηματικού μοντερνισμού του 20ού αιώνα.

KONSTANTINOS CHRISTOMANOS TO VIVLIO TIS AYTOKRATEIRAS ELISAVET

Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1867. Στην παιδική του ηλικία είχε ένα σοβαρότατο ατύχημα, τραυματίστηκε στη σπονδυλική του στήλη, κι έκτοτε έπασχε από κύφωση, ασθένεια ηου επηρέασε καθοριστικά την ψυχοσύνθεση του. («Είχε όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα των καμπούρηδων: φαρδιές μασέλες, πεταγμένο πηγούνι, μεγάλα φλογισμένα μάτια, πολλήν εξυπνάδα και πολύ φαρμάκι. Όμως τι μεγάλη δημιουργική πνοή, πόση ποίηση μέσα σ’ αυτό το ελεεινό πήλινο σκεύος!» θα πει, χρόνια αργότερα, ο Κώστας Βάρναλης για τον Χρηστομάνο.)
Φοίτησε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά το 1887 διέκοψε τις σπουδές του, νια να στραφεί στη Φιλοσοφία. Εγκαταστάθηκε στη Βιέννη από το 1888 έως το 1891, οπότε και αναγορεύτηκε διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ. Την ίδια χρονιά αποδέχτηκε την πρόταση των Ανακτόρων να διδάξει την ελληνική γλώσσα στην Αυτοκράτειρα της Αυστρίας Ελισάβετ (τη «Σίσσυ»), θέση την οποία διατήρησε έως το 1893, Τα χρόνια εκείνα τον σημάδεψαν βαθιά, καθώς λάτρεψε την απρόσιτη βασίλισσα του. Εντωμεταξύ, το 1892, επισκέφτηκε το Βατικανό και ασπάστηκε τον καθολικισμό-ακολούθησαν πέντε μήνες μοναστικής ζωής στο Μόντε Κασσίνο. Από το 1895 έως το 1899 παρέμεινε στη Βιέννη, όπου ακολούθησε πανεπιστημιακή καριέρα, αρχικά ως λέκτορας της ελληνικής γλώσσας και στη συνέχεια ως καθηγητής στο Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών. Έφυγε από τη Βιέννη έχοντας αποκτήσει τον τίτλο του Βαρόνου-Ιππότη του τάγματος του Αγίου Ιωσήφ και αφού πρώτα δημοσίευσε δύο έργα στα γερμανικά: την ποιητική συλλογή Orphische Lieder (Ορφικά τραγούδια) και το δράμα Die graue Frau (Η σταχτιά γυναίκα), και τα δύο επηρεασμένα από το ρεύμα του συμβολισμού. Αιτία της αναχώρησης του από τη Βιέννη, σε μια περίοδο κατά την οποία είχε αρχίσει να γίνεται γνωστός στους εκεί λογοτεχνικούς κύκλους, ήταν η δημοσίευση του έργου του Tagebucher (Φύλλα ημερολογίου)· ο Χρηστομάνος το δημοσίευσε αμέσως μετά τη δολοφονία της Ελισάβετ το 1898, γεγονός που δυσαρέστησε τα Ανάκτορα και τον ανάγκασε να παραιτηθεί από το Πανεπιστήμιο. Ταξίδεψε έπειτα στη Γαλλία και την Ιταλία, όπου και μεταφράστηκε το Tagebucher, και τον Νοέμβριο του 1901 επέστρεψε μόνιμα στην Αθήνα. Ίδρυσε τότε τη «Νέα Σκηνή», που συνέβαλε ουσιαστικά στον εκσυγχρονισμό του ελληνικού θεάτρου (εισήγαγε την έννοια του σκηνοθέτη και τις σύγχρονες τεχνικές της υποκριτικής, ανανέωσε το ρεπερτόριο παρουσιάζοντας στο αθηναϊκό κοινό έργα του Ίψεν, του Τολστόι, του Τουρνκένιεφ, όλα μεταφρασμένα από τον Χρηστομάνο, καθώς και Έλληνες συγγραφείς, όπως Κορομηλά, «Άννινο, Καμπύση, Ξενόπουλο κ.ά.· επίσης, παρουσίασε μεταφράσεις αρχαίας τραγωδίας στη δημοτική γλώσσα). Η «Νέα Σκηνή», αν και καλλιτεχνικά αποτέλεσε σημείο αναφοράς του νεοελληνικού θεάτρου, κατέστρεψε οικονομικά τον Χρηστομάνο, εξωθώντας τον να εγκαταλείψει την προσπάθεια του το 1905 και να αφοσιωθεί έκτοτε στη συγγραφή. Το 1908 κυκλοφόρησε στα ελληνικά το έργο του για την Ελισάβετ Tagebucher, με τον τίτλο Το βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ, και άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες το μυθιστόρημα Η κερένια κούκλα στην εφημερίδα Πατρίς, το οποίο εκδόθηκε αυτοτελώς το 1911. Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος πέθανε στην Αθήνα το 1911.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: