3ο Φεστιβάλ Αφήγησης & Τεχνών του Λόγου, ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης 2011 Αφηγητές-Έργα

clip_image002

3ο Φεστιβάλ Αφήγησης & Τεχνών του Λόγου, ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης 2011

Αφηγητές-Έργα

JIHAD Darwish 3o Afigisis Kozanis

Jihad Darwiche

O Jihad Darwiche γεννήθηκε το 1951 στο Marwaniyé, ένα μικρό χωριό στο Νότιο Λίβανο. Μεγάλωσε με τα παραμύθια, τις λαϊκές ιστορίες και την ποίηση της Ανατολής που άκουγε από την μητέρα και τις χωριανές.

Το 1961 μετακινούνται στην αρχαία πόλη της Saïda όπου η παράδοση των παραμυθάδων και των ραψωδών είναι ακόμη ζωντανή. Στα στενά δρομάκια οι γείτονες περνούν τον καιρό τους κουβεντιάζοντας από παράθυρο σε παράθυρο και διηγούμενοι τα όνειρα της περασμένης βραδιάς (που μοιάζουν με αληθινά παραμύθια), πίνοντας καφέ με κάρδαμο ….

Σπούδασε στην Βυρηττό και στο Μονπελιέ και εξάσκησε το επάγγελμα του δημοσιογράφου από το 1975 ως το 1983, όταν μετοικεί στην Γαλλία όπου αρχικά διδάσκει αραβικά και το 1984 αφοσιώνεται επαγγελματικά στην προφορική αφήγηση.

Από τότε ζωντανεύει νυχτέρια αφήγησης όπου τα θαύματα της Χαλιμάς συνδυάζεται με την σοφία και το γέλιο. Αφηγείται σε θέατρα, φεστιβάλ, βιβλιοθήκες, σχολεία και φυλακές. Διδάσκει σε εργαστήρια αφήγησης και δημιουργικής γραφής.

Ιστορίες ζωής μέσα στον πόλεμο Παράσταση αφήγησης με τον Jihad Darwiche στα Γαλλικά με ελληνική μετάφρασηΗ παράσταση αυτή μας δείχνει πραγματικά πως η προφορική λογοτεχνία και αφήγηση μπορεί και πρέπει να είναι μια σύγχρονη λαϊκή τέχνη ικανή να μιλήσει για τις χαρές και τις πίκρες ενός λαού. Πώς μπορεί κανείς να διηγηθεί τον πόλεμο, την εισβολή από έναν πανίσχυρο γείτονα, την κατοχή;

Ο μεγάλος Λιβανέζος αφηγητής Jihad Darwiche ξεπερνά την οργή ή την απελπισία και καταφέρνει να αφηγηθεί με τρυφερότητα αληθινές ιστορίες του λαού του κατά την ισραηλινή εισβολή. Η ζωή εξακολουθεί να είναι εύθραυστη και ευάλωτη στην βία αλλά επιμένει να δείχνει την ομορφιά της ακόμα και όταν γύρω της την κυκλώνει ο φόβος του θανάτου. Μανάδες, γέροντες, γειτόνισσες, αγρότες και αγρότισσες, γιαγιάδες των χωριών και βοσκοί με τις απλές τους πράξεις, με τις απλές λέξεις του αφηγητή φανερώνουν την μεγαλοπρέπεια των ανθρώπων που δεν απελπίζονται και συνεχίζουν να υπερασπίζονται την ομορφιά της ζωής και την τρυφερότητα της ανθρώπινης αλληλεγγύης. Η ηχητική έκδοση αυτής της παράστασης βραβεύτηκε πρόσφατα ως το καλύτερο CD λόγου που εκδόθηκε στην Γαλλία το 2010.

*********

Compania Audigane, Armel & Pepo, roullote 3o Afigisis Kozanis,

Κομπανία Audigane, Αρμέλ (αφήγηση) και Πεππό (μουσική)

Ένα ζευγάρι στην ζωή και την σκηνή ταξιδεύοντας μας ταξιδεύει. Οι ρίζες της Αρμέλ είναι τσιγγάνικες πολωνέζικες και ρώσικες και του Πεππό ιταλικές από τους νομάδες των εμποροπανηγύρεων. Μαζί αποφάσισαν να βρουν τον δρόμο των προγόνων του και ο Πεππό άρχισε να κατασκευάζει τα παραδοσιακά πολύχρωμα μεταφερόμενα τροχόσπιτα (roulottes) των τσιγγάνων της Βόρειας Ευρώπης από ξύλο. Από το 2000 μαζί πήραν τους δρόμους και μεγάλωσαν τα παιδιά τους. Οι οικογενειακές μνήμες και η καταγωγή τους ενέπνευσαν τις μουσικές παραστάσεις προφορικής που δημιούργησαν με θέμα τους τσιγγάνους. Τους περιπλανώμενους καλλιτέχνες των πανηγυριών και τους ανθρώπους του τσίρκου

Tcicha. Ιστορίες και μουσικές των βαλκάνιων τσιγγάνων

Αρμέλ (αφήγηση) και Πεππό (ακορντεόν και fujara)

Τα παραμύθια και οι ιστορίες τρέχουν ανάμεσα στα βουνίσια περάσματα της Ανατολικής Ευρώπης, περνούν τα σύνορα, σαν να ’ταν ακόμα ανοιχτά και να μπορούσαν οι άνθρωποι να ζούνε το μεγάλο Ταξίδι. Η μουσική αυτοσχεδιαστική και άχρονη, κάνει την στιγμή πανηγύρι, και προκαλεί την ψυχρότητα της εποχής μας. Κι αν οι τσιγγάνοι σταμάτησαν να ταξιδεύουν δεν πα να πει πως γίναν μπαλαμό και γκατζέ.

Η παράσταση αυτή δημιουργήθηκε πριν τις αποφάσεις του γαλλικού κράτους για τους τσιγγάνους το καλοκαίρι του 2010. Η παράσταση αυτή νοσταλγεί τους τσιγγάνικους καταυλισμούς και αναλογίζεται τις εποχές που ολόκληρες φαμίλιες χάνουν την ελευθερία να ταξιδεύουν όπου τους κάνει κέφι. Τα παραμύθια κι οι λαϊκές ιστορίες διηγούνται την ζωή, κι όταν η φαντασία και η πραγματικότητα ανταμώνουν τραβούν μαζί έναν δρόμο φωτεινό και ανυπότακτο.

**********

Peter Chand

Ο Peter Chand είναι επαγγελματίας αφηγητής από το 1999. Είναι ινδικής καταγωγής. Οι γονείς του μετανάστευσαν τη δεκαετία του ‘50 από την περιοχή του Punjab στην Μ.Βρετανία. Παρ’ όλο που ο ίδιος γεννήθηκε στην Αγγλία μεγάλωσε μαθαίνοντας ως πρώτη γλώσσα τη διάλεκτο του Punjab. Στη δουλειά του ως αφηγητής συνδυάζει τους δύο αυτούς πολιτισμούς και αφηγείται ιστορίες με ζωντάνια, σοφία και χιούμορ.

Οι ινδικές ιστορίες του έχουν ταξιδέψει όχι μόνο σε ολόκληρη τη Μ.Βρετανία, αλλά και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Βέλγιο, Ολλανδία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Νορβηγία), αλλά και στις Ινδίες.

Αφηγείται σε βιβλιοθήκες, σχολεία, φεστιβάλ και συλλόγους. Έχει επίσης πει τις ιστορίες του στο ΒΒC Radio Four, BBC Asian Network και πολλούς τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Ο Peter Chand είναι από τους λίγους ινδούς επαγγελματίες αφηγητές που εργάζονται σήμερα στην Αγγλία και οι παραστάσεις του έχουν χαρακτηριστεί ως ενεργητικές αλλά γεμάτες ζεστασιά και εκφραστικότητα.

Η παράσταση «Mangoes on the Beach»

Η ιστορία ξεκινά το 1937 σ’ ένα μικρό χωριό στο Punjab. Οι Άγγλοι κυβερνούν ακόμα στην επικράτεια και ένα δεκάχρονο αγόρι ονειρεύεται να ζήσει μια καλύτερη ζωή.

Ο P. Chand έχει πάρει την ιστορία της μετανάστευσης των γονιών του την δεκαετία του ’50 και την έχει υφάνει μαζί με τέσσερις ινδικές ιστορίες. Το αποτέλεσμα είναι μια εξαιρετική παράσταση που εξερευνεί θέματα όπως οι κάστες της Ινδίας, η ξενιτιά, οι παρεξηγήσεις και οι απόλυτοι δεσμοί που δένουν τα μέλη μιας οικογένειας.

Αναδεικνύοντας θέματα που σπανίως συζητιόνται εκτός της κοινότητας, η παράσταση αυτή είναι άλλοτε θλιβερή, άλλοτε αισιόδοξη, ή αστεία, αλλά πάντα αποπνέει τρυφερότητα και δύναμη.

************

Hiva Panahi

Χίβα Παναχί

Γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου του 1980 στην αρχαία πόλη «Σίνα» του ιρανικού Κουρδιστάν, όπου και πήγε σχολείο. Από την ηλικία των 13 ετών άρχιζε να δημοσιεύει τα ποιήματα και τα άρθρα της στα περιοδικά εκείνης της εποχής, στην γενέτειρά της. Σήμερα συνεργάζεται τακτικά με γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά του ιρακινού Κουρδιστάν και της Ευρώπης.

Το 1997 με άλλες τρεις κοπέλες ίδρυσαν το νέο φεμινιστικό κίνημα στο Ιράν, ως αντίδραση στο λιθοβολισμό μιας συμμαθήτριάς τους από το θεοκρατικό καθεστώς, με συνέπεια να φυλακιστούν για ένα διάστημα. Υπό τις νέες συνθήκες, αναγκάστηκε να φύγει και να βρει καταφύγιο στο Ιράκ όπου έμεινε δύο χρόνια.

Το 2000 ήρθε στην Ελλάδα με υποτροφία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών. Είναι μέλος της κουρδικής Ακαδημίας που εδρεύει στο Παρίσι, του οργανισμού «εξόριστοι συγγραφείς» στο Λονδίνο, εκπρόσωπος της διεθνούς Πένας (κουρδικό τμήμα για θέματα των γυναικών).

Είναι πτυχιούχος του τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και υποψήφια διδάκτωρ στο ίδιο τμήμα. Μιλάει άπταιστα κουρδικά, περσικά, ελληνικά, αραβικά και αρκετά καλά την αγγλική γλώσσα.

Βιβλία της στα Κουρδικά: Τα μυστικά του χιονιού (Αρμπίλ, 2000), Πώς παίρνουμε συνέντευξη της Σούζαν Ντον (μετάφραση, Αρμπίλ, 2001), Για την ιστορία (δοκίμιο, Αρμπίλ, 2003), Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου (μετάφραση από ελληνικά, Σουλεϊμανίγια, 2005), Πολιτικά του Αριστοτέλη (μετάφραση, Σουλεϊμανίγια, 2007), Ένας άνθρωπος από σταχτή (ποίηση, Στοκχόλμη, κουρδική).

Στα Ελληνικά: Τα μυστικά του χιονιού, (ποίηση, εκδ. Μαΐστρος 2008).

Στα αγγλικά: Τα μυστικά του χιονιού (προς έκδοση στην Αμερική, σε
μετάφραση της Βιάνκα Νικολαρέζη). Έχουν μεταφραστεί, επίσης, ποιήματά της στα γαλλικά, φιλιππινέζικα, ρωσικά, γαλλικά.

**********

Quin Minasian

Η Τακουή (Κουήν) Μινασιάν, (καταγωγή από την Αρμενία) γεννήθηκε το 1962 και μεγάλωσε στην Κοκκινιά, μια προσφυγική γειτονιά του Πειραιά, με γονείς τον Γκάρο και την Κοάρ Μινασιάν, πρόσφυγες από την Μικρά Ασία. Σπούδασε Παιδαγωγικά και το 1984 άρχισε να εργάζεται στο σχολείου «Ζαβαριάν» του Αρμενικού Κυανού Σταυρού στη Νίκαια. Το 1991 μετανάστευσε στην Αυστρία, στη Βιέννη, όπου συνέχισε να σπουδάζει και παράλληλα εργάστηκε αρχικά στο «Ινστιτούτο Κάιλ», στο πλαίσιο του προγράμματος ένταξης παιδιών με ειδικές ανάγκες. Ακολούθως, στον Αυστριακό Οργανισμό «Φίλοι του Παιδιού-Wiener Kinderfreunde» στο πρόγραμμα δημιουργικής απασχόλησης «Παιχνιδολεωφορείο» αλλά κυρίως στα πλαίσια του προγράμματος πολυπολιτισμικής διαπαιδαγώγησης στο διδασκαλείο Europahaus του ίδιου οργανισμού. Για περίπου ένα χρόνο ήταν εμψυχώτρια στις εβδομαδιαίες συναντήσεις των γονέων και παιδιών της Ελληνικής Κοινότητας Αυστρίας στη Βιέννη. Έχοντας πλουτίσει τις γνώσεις αλλά και τις εμπειρίες της, επέστρεψε στην Ελλάδα και από το 1996 έως και σήμερα εργάζεται και πάλι στο Δημοτικό Σχολείο Ζαβαριάν ως δασκάλα Αρμενικής γλώσσας και Ιστορίας. Μαζί με τους συναδέλφους της ξεκινήσαν τότε και το εθελοντικό πρόγραμμα διδασκαλίας Ελληνικών στους μετανάστες από την πολύπαθη Αρμενία. Τα τελευταία χρόνια είναι εθελόντρια δασκάλα στο Ανοιχτό Σχολείο Μεταναστών Πειραιά. Συνεργάζεται με το ελληνόφωνο περιοδικό «Αρμένικα», όπου δημοσιεύει αφηγήσεις – μνήμες αφανών επιζώντων της Γενοκτονίας, την καταγραφή των οποίων θεωρεί επιτακτική. Συμμετέχει στα κινήματα για τα δικαιώματα των γυναικών και των μεταναστών Είναι παντρεμένη με τον Πωλ Μαρντιροσιάν και έχει τρεις κόρες, την Κλάρα (23 ετών), την Αζάτ (9) και την μικρούλα Αρεκνάζ (5).

Stelios Pelasgos

«Ο Στέλιος Πελασγός είναι ο άνθρωπος που έφτιαξε όλο το κίνημα της σύγχρονης αφήγησης στην Ελλάδα, κι αυτό το έκανε με την τριπλή του ιδιότητα. Από την μια είναι αφηγητής που το χάρισμα του το καλλιεργεί σαν κάθε καλός μάστορας όλα αυτά τα χρόνια και δεν το αφήνει, από την άλλη είναι βαθύτατος γνώστης της παραδοσιακής αφήγησης που δεν χάνει ευκαιρία να μιλά, να δίνει διαλέξεις, να διδάσκει, να αναλύει και να μαθαίνει σε άλλους τα μυστικά της αφήγησης και τέλος είναι ένας εμψυχωτής –οργανωτής ικανός να εμπνέει άλλους ανθρώπους και να τους βάζει σε αυτό το παιχνίδι.»

Απόστολος Δοξιάδης, συγγραφέας, σκηνοθέτης, μαθηματικός

Σοφοί – σαλοί ξενιτεμένοι. Αστείες λαϊκές ιστορίες από τον Ναστραντίν Χότζα ως τον Παπαδιαμάντη Στέλιος Πελασγός (αφήγηση) και Δομνίκη Μαυρίδου (κανονάκι) Συμμετοχή στον εορτασμό έτους Παπαδιαμάντη Θεατροδρόμιο

Στις ιστορίες αυτές αφήγησης συναντώνται αταίριαστοι φαινομενικά άνθρωποι. Όλοι όμως στην ζωή τους ενσάρκωσαν το αρχέτυπου του Σοφού- Σαλού, οι πράξεις τους ήταν συχνά τρελές ή ανόητες για την τρέλα του κόσμου. Ο Νασραντίν Χότζας συναντά τον Παπαδιαμάντη, ο κυνικός Διογένης τον άραβα Τζουχά, ο Αίσωπος τον δια Χριστό σαλό. Δεν είναι αδικαιολόγητο ανακάτεμα, είναι ο τρόπος που ο λαός έκανε ιστορίες την ζωή αυτών των ανθρώπων που ζήσαν ξενιτεμένοι από στον κόσμο και τον κοιτάξανε με τα μάτια του ξένου και του περαστικού. Με το τριμμένο ρούχο και την ανεξαρτησία τους στάθηκαν μπροστά στην εξουσία και με το γέλιο τους κέρδισαν την ελευθερία. Ο Χότζας μπροστά στον Μογγόλο σφαγέα Ταμερλάνο, ο Διογένης μπροστά στον Μεγαλέξανδρο, ο Παπαδιαμάντης μπροστά στο παλάτι ή τους διανοούμενους …..

«Δως μοι τούτον τον ξένον …» μοσιέ παραμυθά (που θα ‘λεγε κι ο Καραγκιόζης) για να γελάσω και να σκεφτώ με τις ιστορίες του.

**********

Ο Βασίλης Αλεξάκης (Αθήνα, 12 Δεκεμβρίου 1943) είναι Ελληνό-Γάλλος συγγραφέας μυθιστορημάτων στην μητρική του γλώσσα, τα Ελληνικά, αλλά και τα Γαλλικά.
Τα έργα του αντλούν και από τους δύο πολιτισμούς και είναι μεστά μιας λεπτής ειρωνείας. Η τεχνοτροπία του προσφέρει στον αναγνώστη μια οικεία και προσωπική προοπτική των ιστοριών του. Το 2007, του απονεμήθηκε το Grand prix du roman de l’Académie Française για το βιβλίο του Ap. J.-C (στα ελληνικά κυκλοφορεί με τον τίτλο μ.).
Σε ηλικία 17 ετών ο Βασίλης Αλεξάκης έλαβε υποτροφία και έφυγε για τη Λιλ της Γαλλίας για να σπουδάσει δημοσιογραφία. Η υποτροφία του ήταν μικρή και έτσι αναγκάστηκε να δουλέψει σε ένα εστιατόριο. Μετά από τρίχρονες σπουδές επέστρεψε στην Ελλάδα για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, αλλά γύρισε να εγκατασταθεί στο Παρίσι το 1968 μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα.
Εργάστηκε στη Monde des livres για δεκαπέντε χρόνια. Όντας σχεδιαστής σκίτσων, ο Αλεξάκης υπήρξε δημοσιογράφος της εφημερίδας Le Monde ενώ έγραψε και ραδιοφωνικά κομμάτια.

Το 2007 η Γαλλική Ακαδημία του απένειμε το Μεγάλο Βραβείο μυθιστορήματος.

Ο Βασίλης Αλεξάκης είναι εγκατεστημένος στο Παρίσι από το 1968 και τα περισσότερα έργα του είναι γραμμένα στο γαλλικά, έχει αποκομίσει σημαντικά βραβεία για τα μυθιστορήματά του, αλλά και για τα σενάρια ταινιών σε διεθνή φεστιβάλ. Tο μυθιστόρημα “Τάλγκο” (1981) βραβεύτηκε από την Γαλλική Ακαδημία και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο με τίτλο «Ξαφνικός έρωτας» το 1984. Άλλα βραβευμένα μυθιστορήματα του είναι: Η Μητρική γλώσσα -βραβείο Médicis-, το Πριν-βραβείο Αλμπέρ Καμύ, οι Ξένες λέξεις -Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2004-, η συλλογή διηγημάτων Ο μπαμπάς -βραβείο διηγήματος της Γαλλικής Ακαδημίας. Το τελευταίο μυθιστόρημα «μΧ» τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας 2007.
Επίσης γνωστά και πολύ αγαπημένα στο κοινό μυθιστορήματα είναι: «Η Καρδιά της Μαργαρίτας», «Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα», και το αυτοβιογραφικό «Παρίσι –Αθήνα». Πολλά από τα βιβλία του, εκτός από τη Γαλλία, κυκλοφορούν στην Ισπανία, στην Ιταλία, στη Γερμανία, στις ΗΠΑ, στην Αρμενία, στο Ισραήλ και στην Τουρκία. Έχει ασχοληθεί επίσης και με το θέατρο «Εγώ δεν» και «Μη με λες Φωφώ» και με τον κινηματογράφο (η ταινία του Οι Αθηναίοι κέρδισε το Α΄ βραβείο στο διεθνές φεστιβάλ κωμωδίας του Σανρούς 1990). Έχει γυρίσει επίσης τις ταινίες :την μικρού μήκους Είμαι κουρασμένος- βραβείο φεστιβάλ Τουρ και Γαλλικού Κέντρου Κινηματογραφίας και ο Νέστωρ περνά στην επίθεση.

«Είμαστε η χώρα που έχει τη μεγάλη τιμήνα έχει επινοήσει τη λέξη διάλογος, κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε όταν έχουμε να κάνουμε με τους μετανάστες».Ο Βασίλης Αλεξάκης βρέθηκε ο ίδιος μετανάστης πριν αρκετά χρόνια στη Γαλλία απ’ όπου ξεκίνησε και εδραιώθηκε ως συγγραφέας. Η δεύτερη πατρίδα του, σε αντίθεση με την πρώτη, δεν δίστασε να τον αναγνωρίσει αμέσως, να τον καταχωρίσει στους σημαίνοντες συγγραφείς της, και να τον βραβεύει κατ’ εξακολούθηση.

«Το θεωρώ μεγάλο πλεονέκτημα να ’χει κανείς δυο γλώσσες. Εγώ ελέγχω καλύτερα τα γραπτά μου μέσω της δεύτερης γλώσσας. Π.χ. αποφεύγω κάποιες φλυαρίες ή ευκολίες που χρησιμοποιεί κανείς στη μητρική του γλώσσα παρότι είναι άνευ νοήματος. Η συναναστροφή με τα γαλλικά γράμματα με έκανε αυστηρότερο. Αλλά ούτε τις ευκολίες της γαλλικής γλώσσας δέχομαι. Προσπαθώ να κόβω λέξεις, όχι να προσθέτω. Η δουλειά μου είναι περισσότερο να σβήνω παρά να γράφω.»

*******

Ο Γκαζμέντ Καπλάνι γεννήθηκε το 1967 στην πόλη Λούσνια της Αλβανίας. Τον Ιανουάριο του 1991 πέρασε τα σύνορα με την Ελλάδα περπατώντας μαζί με ένα καραβάνι ανθρώπων.

Στην Ελλάδα έκανε όλα τα είδη των δουλειών που κάνει ο κάθε μετανάστης για να επιβιώσει: οικοδόμος, λαντζιέρης, περιπτεράς. Ταυτόχρονα, φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Από το 2001 αρθρογραφεί στην εφημερίδα Τα Νέα, όπου διατηρεί δύο εβδομαδιαίες στήλες. Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο του. Το πρώτο βιβλίο, Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων, έχει μεταφραστεί, μέχρι σήμερα, στα αγγλικά, στα πολωνικά και στα δανέζικα. Ο ίδιος ταξιδεύει οπότε βρίσκει ευκαιρία, εργάζεται σκληρά, ελπίζει σε ένα καλύτερο αύριο και προσέχει να μην πάρει τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά.

«Μετανάστευση σημαίνει ότι αποφασίζεις να ξεκινήσεις τη ζωή σου από το μηδέν, όντας ταυτόχρονα σε θέση απόλυτης αδυναμίας. Προσωπικά έπρεπε να μάθω τα πάντα από την αρχή. Μια νέα γλώσσα, νέα ονόματα, νέα ονόματα δρόμων, νέες νοοτροπίες. Και αυτό δεν αρκεί. Πρέπει να δώσεις μάχες για το αυτονόητο. Το όνομά σου, π.χ., ξενίζει, “προκαλεί” ή φοβίζει. Και όταν είσαι και μέλος της ομάδας που γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος – όπως ήταν οι Αλβανοί μετανάστες τουλάχιστον μέχρι το 1997 – πρέπει να δώσεις καθημερινά μάχη να μην σε ισοπεδώσουν τα κόμπλεξ. Να μην σε βάλει από κάτω η έχθρα, η άρνηση, η μιζέρια, ο μεγάλος πειρασμός να βάλεις τον εαυτό σου στη θέση του αιώνιου θύματος. Είναι ένα ταξίδι στο χείλος του γκρεμού. Ένα ταξίδι που για μένα στάθηκε δημιουργικό. Συνάντησα και συναντώ ηλιθιότητα και έχθρα, αλλά συνάντησα και συναντώ πολλή καλοσύνη και γενναιοδωρία. Εξαρτάται από τον καθένα τι κρατά από αυτά. Εγώ κρατώ το δεύτερο γιατί μου χρησιμεύει για να βγάλω πέρα αυτό το ταξίδι στο χείλος του γκρεμού.»

************

Η Γυφτοπούλα: Προφορική δημιουργία της Μάγδας Κοσσίδαστηριγμένη στον Παπαδιαμάντη. (Συμμετοχή στον εορτασμό έτους Παπαδιαμάντη) Θεατροδρόμιο«Δεν θυμάμαι ποιος λαός λέει την παροιμία: Η ελπίδα ήταν καλή αλλά την έφαγε ο γάιδαρος. Αγνοώ ποιος γάιδαρος έφαγε την ελπίδα των Ελλήνων. Όπως όμως και να’ χει το πράγμα φταίνε οι έλληνες που επέτρεψαν στον γάιδαρο να την φάει»Α. Παπαδιαμάντης (μεταγραφή Μ. Κοσσίδα)

Η Μάγδα Κοσσίδα είναι ελληνίδα αλλά από τα 18 της χρόνια ζει στην Γαλλία. Σπούδασε Ιστορία και Παιδαγωγικά και στην συνέχεια αφιερώθηκε στην τέχνη της προφορικής λογοτεχνίας και αφήγησης. Ειδικεύεται στην ελληνική μυθική και επική παράδοση και δίνει παραστάσεις αφήγησης σε όλη την Γαλλία. Μερικές από τις παραστάσεις της είναι «Ηρακλής», «Διγενής Ακρίτας» «Έρως και Ψυχή», «Παραμύθια και θρύλοι της γαλάζιας πατρίδας μου» «Γνωστά και άγνωστα παραμύθια των αδελφών Γκρίμμ» κ.α. Ασχολείται επίσης με αναλόγια λογοτεχνίας που αναφέρονται στο έργων του Γιασάρ Κεμάλ, του Β. Αλεξάκη, των ρώσων κλασσικών κ.α. Επίσης έχει ασχοληθεί με την αφήγηση σε πολύ μικρά παιδιά και διδάσκει τεχνικές αφήγησης για αυτήν την ηλικία. Είναι μέλος της ερευνητικής και καλλιτεχνικής ομάδας του Κέντρου Προφορικής Λογοτεχνίας (Conservatoire de la Literature Orale) και συνεχίζει την έρευνα και την δημιουργία στην επική αφήγηση. Η εμπειρία της μετανάστευσης και της λογοτεχνικής δημιουργίας σε δύο γλώσσες τρέφει το έργο της.

***********

Bruno de la SalleΘεωρείται ο πατριάρχης της αναβίωσης της προφορικής λογοτεχνίας και αφήγησης στην Ευρώπη. Ξεκίνησε αφηγούμενος όνειρα σε μπουάτ του Παρισιού και αργότερα στράφηκε στα λαϊκά παραμύθια και την λαϊκή προφορική ποίηση για να καταλήξει στα έπη. Το έργο του ερευνά την σχέση ποιητικού και πεζού προφορικού λόγου με τον ρυθμό και την μουσική.

Το 1969 παρουσιάζει μια μουσική αφήγηση της Κοκκινοσκουφίτσας που κάνει τεράστια εντύπωση ως η πρώτη αναλαμπή ενός είδους λαϊκού θεάτρου και λογοτεχνίας που θεωρούνταν πως είχε εκλείψει. Το ενδιαφέρον του κοινού και των ερευνητών συχνά τον συνέδεε με το «φολκλόρ», μια παραδοσιακή και ξεπερασμένη μορφή λαϊκής τέχνης ενώ ο ίδιος την υπερασπίστηκε και υπερασπίζεται μια σύγχρονη μορφή τέχνης. Διοργάνωσε πολυάριθμα εργαστήρια αφήγησης διαδίδοντας αυτήν την προσέγγιση και βρίσκοντας άξιους συνεχιστές που σχημάτισαν το κίνημα της αναβίωσης της προφορικής λογοτεχνίας και αφήγησης. Το 1981 πρωτοπαρουσιάζει την Οδύσσεια του Ομήρου την οποία δεν έπαψε από τότε να ψέλνει ως σύγχρονος ραψωδός και να ξαναδουλεύει. Την ίδια χρονιά ιδρύει το Κέντρο Προφορικής Λογοτεχνίας το οποίο συστηματοποιεί την παραγωγή παραστάσεων, βιβλίων και δίσκων, την εκπαίδευση καλλιτεχνών, την επιστημονική και καλλιτεχνική έρευνα καθώς και την οργάνωση του ετήσιου φεστιβάλ Έπος. Από τότε ιδρύει ή στηρίζει πολυάριθμα κέντρα μελέτης και φεστιβάλ αφήγησης σε όλη την Γαλλία και τον κόσμο. Κύρια μέριμνα του είναι η ζωντανή και σύγχρονη μετάδοση των «μεγάλων αφηγήσεων της ανθρωπότητας». Το κίνημα της αναβίωσης της προφορικής αφήγησης της Ελλάδας θεωρείται αποτέλεσμα της επιρροής του.

Η Γιαγιά η Ψεύτρα

Ή πώς ένα μικρό αγόρι που θέλει να γίνει παραμυθάς, μετατρέπεται στην πιο όμορφη ψεύτρα πριγκίπισσα του κόσμου για να ευχαριστήσει την γιαγιά του η οποία με την σειρά της μεταμορφώνεται σε μωρό. Ανακαλύπτει μια σπηλιά κάτω από την πόλη της Κοζάνης. Στην μέση της αναβλύζει μια θαυμαστή και μαγική πηγή τσίπουρου. Πολλοί κατεβαίνουν κρυφά για να πιούν τσίπουρο αλλά κανείς δεν γυρνά. Θα σώσει την πόλη λέγοντας ιστορίες στο κροκόδειλο που φυλά την πηγή και καταβροχθίζει όσους κατεβαίνουν να πιούν και θα του αποκαλύψει την αλήθεια.

**********

3o_festival_afigisis_afigites_erga

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s