Συνέντευξη Χρήστου Λούλη στον Μίμη Τσακωνιάτη. “Όταν ήμουν νεότερος οι φιλοδοξίες μου ήταν κατά πλάτος. Τώρα προσπαθώ να τις βάζω κατά βάθος”.

frenapati christos loulis

Τι κάνει έναν νεαρό, ταλαντούχο ηθοποιό που πολύ γρήγορα πετυχαίνει τους στόχους του, δηλαδή συνεχή παρουσία στο θεατρικό σανίδι και ποιοτικά περάσματα από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, να μη βαλτώσει, να μη χάσει τη λάμψη του, το φως του…; Ο 35χρονος Χρήστος Λούλης που στα 24 του κέρδισε το βραβείο Χορν και στην 11χρονη πορεία του συνεργάστηκε με κορυφαίους Έλληνες σκηνοθέτες του θεάτρου μας, και αποτελεί σήμερα έναν από τους πιο λαμπερούς ηθοποιούς της γενιάς του, μας δίνει την απάντηση μέσα από μία αληθινή κατάθεση ψυχής. Ασκητικό και ελεύθερο πνεύμα, δίψα για αναζήτηση, διάθεση για συνεργασία, πίστη στη μαγική διάσταση της τέχνης και διακαής πόθος για ολοκλήρωση μέσα από τη δημιουργική πράξη. Δύσκολος και ανηφορικός ο δρόμος για να τον βαδίσει κανείς, αλλά στο τέλος θα ανταμειφθεί με ένα άλλου είδος νόμισμα…

-Στην κεντρική σελίδα του Εθνικού Θεάτρου στο ίντερνετ αλλά και στο φετινό πρόγραμμα παραστάσεών του υπάρχει ως μότο ο στίχος του Καβάφη από Τα επικίνδυνα: «Στες κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω το πνεύμα μου, σαν πριν, ασκητικό». Τι σημαίνει για σένα ασκητικό πνεύμα;

Έναν άνθρωπο ο οποίος πρώτα από όλα είναι ολιγαρκής ως προς το σώμα, τις υλικές του ανάγκες, αλλά πολύ φιλόδοξος ως προς το πνεύμα και την ηθική του πλευρά. Θυμάμαι την Ασκητική του Καζαντζάκη, όπου όπως την κατάλαβα εγώ, μιλούσε για τον ελεύθερο Έλληνα Αργοναύτη. Τον άνθρωπο που μπορεί να μην έχει σπίτι, οικογένεια ή φίλους, αλλά να έχει πνευματική αναζήτηση. Να αρκείται σε λίγα. Να μπορεί να τρώει ένα καρότο την ημέρα που λέει ο λόγος, αλλά ταυτόχρονα να θέλει να διαβάσει ένα βιβλίο. Στην εποχή μας έχουμε χορτάσει από όλα και ίσως φτάσαμε σ’ αυτή την κρίση επειδή τρώγαμε πάρα πολύ. Όχι με την έννοια της δήλωσης του Πάγκαλου, ότι «μαζί τα φάγαμε», αλλά ότι βυθιστήκαμε στον χυδαίο υλισμό. Για μένα λοιπόν ασκητικό είναι το πνεύμα που διψάει και πεινάει για αλήθεια και γνώση, η οποία γνώση δεν είναι μόνο αυτή των βιβλίων, αλλά η πεποίθηση ότι πετάω από πάνω μου όλα τα σίγουρα πράγματα και βάζω συνειδητά τον εαυτό μου σε μία κατάσταση όπου δεν έχω ούτε σταθερές, ούτε όρια, ούτε βοήθεια, και μέσα σ’ αυτή την άγρια ζωή, μπαίνω και μαθαίνω, όχι αναγκαστικά διαβάζοντας, αλλά ζώντας. Και όχι κάνοντας ότι ζω, όπως ο άκρατος υλιστής που καταναλώνει ζωή.

-Αυτή η ερμηνεία της Ασκητικής του Καζαντζάκη που μου περιγράφεις είναι και το δικό σου ιδανικό;

Απολύτως. Όχι όμως από τη σκοπιά των ανθρώπων που φεύγουν από τα εγκόσμια, που αφήνουν οικογένειες, σπίτια, δουλειές, οποιαδήποτε σταθερά έχουν και πάνε και γίνονται μοναχοί. Καθώς έτσι, από τη μία οικογένεια πάνε και μπλέκουν σε άλλη. Και από τη μία σταθερά πάνε και γαντζώνονται στην απόλυτη σταθερά που είναι στο μυαλό μας ο Θεός. Γιατί ακόμα και οι μοναχοί για μένα δεν είναι ελεύθεροι. Ακόμα και αν κάθονται σε μία σκήτη, ακόμα και αν τρώνε πέντε ρίζες την ημέρα και μία ακρίδα και έχουν απελευθερωθεί από τη σκλαβιά των φυσικών αναγκών, δεν παύουν να είναι με το μυαλό τους προσκολλημένοι σε ένα πολύ θεμελιώδες πράγμα. Το Θεό. Δεν πετάνε. Βέβαια, δεν είμαι στο μυαλό τους. Δεν ξέρω τι σκέφτονται ή πως το βιώνουν, καθώς είναι ανάλογα με τον άνθρωπο. Μιλάω περισσότερο με αφετηρία το πώς φαντάζομαι εγώ την ελευθερία.

-Ίσως να το εννοείς σύμφωνα με τον στίχο του Μπομπ Ντίλαν που λέει ότι ακόμη και τα πουλιά δεν μπορούν να απαλλαγούν από τις αλυσίδες του ουρανού… Πάντως από ότι καταλαβαίνω σ’ ενδιαφέρει το ταξίδι στο άγνωστο.

Βέβαια. Επειδή η ίδια η ζωή είναι ένα ταξίδι προς το άγνωστο.

frenapati loulis 2

-Αυτό το άγνωστο το βρίσκεις πια μέσα στην τέχνη σου ή φτάνεις σε σημείο όπου το αναπάντεχο και η έκπληξη αρχίζουν να ξεθωριάζουν;

Συμβαίνουν και τα δύο. Όσο μεγαλώνεις περνάνε τα χρόνια και έχεις βρει έναν τρόπο να δουλεύεις. Αυτό που λέμε μανιέρα, για μένα, δεν είναι κάτι κακό. Μανιέρα σημαίνει τρόπος. Και ο κάθε άνθρωπος έχει τον χαρακτήρα του και τον τρόπο του. Όπως ο κάθε επιπλοποιός κάνει το έπιπλο όπως του υπαγορεύει το χέρι του, έτσι και ο κάθε ηθοποιός θα παίξει όπως του μιλάει το σώμα του. Σ’ αυτά τα χρόνια της διαδρομής μέσα στην υποκριτική τέχνη λοιπόν, ο καθένας βρίσκει τον τρόπο του, με τις εκπλήξεις και τα αναπάντεχα σαφώς να λιγοστεύουν στο πέρασμα του χρόνου. Για να υπάρξει έκπληξη απαιτείται πολύ περισσότερη δουλειά και μία παιδική διάθεση από τη μεριά του ηθοποιού η οποία καμιά φορά είναι δύσκολο να διατηρηθεί όταν έχει μία κανονική ζωή, και στην καθημερινότητά του και στο επάγγελμά του, αντιμετωπίζει προβλήματα που τον φθείρουν. Και όταν επίσης και το πλαίσιο στο οποίο δουλεύεις δεν σ’ αφήνει και δεν σε εμψυχώνει να γίνεις πάλι παιδί. Με άλλα λόγια δεν είναι μόνο το Εθνικό Θέατρο που είναι αυτή τη στιγμή το πλαίσιό μου. Ούτε είναι μόνο οι σκηνοθέτες που συνεργάζομαι. Είναι και η ίδια η ζωή και η ίδια η πόλη μου, η Αθήνα. Είναι το σπίτι μου, η σχέση με τη γυναίκα μου, οι φίλοι μου, παράγοντες για τους οποίους είμαι υπεύθυνος εγώ. Θα μου πεις για όλα μπορεί να είσαι υπεύθυνος. Όχι, δεν είσαι για όλα. Για το ότι ζω σ’ αυτή την άρρωστη πόλη που περνάει στις μέρες μας μία φάση βαθιάς παρακμής δεν είμαι εγώ υπεύθυνος. Είναι το πλαίσιο, λοιπόν, που πολλές φορές δεν σε βοηθάει στο να διατηρήσεις την παιδική διάθεση που χρειάζεται για να κρατάς στη δουλειά σου ανοικτή την πόρτα ώστε να έρχεται διαρκώς το αναπάντεχο και η έκπληξη. Και επίσης καμιά φορά και λόγω κούρασης, η έκπληξη ή το αναπάντεχο είναι και βαριά (γελάει).

-Στα 11 χρόνια επαγγελματικής σου πορείας έχει τύχει σε κάποιες συνεργασίες σου να βάζεις νερό στο κρασί σου, με την έννοια ότι καλείσαι από έναν σκηνοθέτη να παίξεις σε ένα έργο δίπλα σε ηθοποιούς που αντιπαθείς ή που θεωρείς πως είναι πολύ κατώτεροι από σένα; Αυτό πώς το αντιμετωπίζεις γιατί φαντάζομαι θα σου συμβαίνει;

Συμβαίνει συνέχεια επειδή δεν μπορείς διαρκώς να νιώθεις σε πλήρη αρμονία με όλους τους ανθρώπους. Και επειδή είμαστε επαγγελματίες, και επειδή ξέρω ότι κανείς δεν είναι τέλειος, το διαχειρίζομαι όσο μπορώ καλύτερα. Και εγώ έχω υπάρξει στην ίδια θέση, να είμαι δηλαδή εγώ ο λιγότερος ικανός. Σαφώς, και όπως έχω υπάρξει σε αυτή την άνιση σχέση, μπορεί και να υπάρξω ξανά, αλλά και να υπάρχω ήδη. Γι’ αυτό με τους ανθρώπους με τους οποίους παλεύω και κυνηγάω να συνεργάζομαι, το ζητούμενο της επιτυχίας δεν είναι τόσο πολύ το να είσαι καλός τεχνικά ηθοποιός. Η προϋπόθεση είναι να μπορείς να διοχετεύεις τον εαυτό σου σε ένα σύνολο, σε μία παρέα, όπου το μοίρασμα έχει τον πρώτο ρόλο. Το μοίρασμα της πάσας. Πάρε πάσα, βάλε γκολ. Δώσε πάσα να βάλω γκολ εγώ.

-Η συλλογικότητα.

Ναι. Όχι να είμαστε όλοι στη σκιά κάποιου, συμβιβασμένοι και δυστυχισμένοι. Γιατί αυτά τα περί καλύτερου και χειρότερου είναι τόσο πολύ υποκειμενικά που είναι αστεία να τα συζητάμε σαν αλήθειες ή μη. Έχω δει στο θέατρο ανθρώπους που τους θεωρούσα μέτριους ηθοποιούς και κάποια στιγμή κατάφεραν κάτι μοναδικό. Ένα επίτευγμα ζωής. Να διοχετεύσουν τον εαυτό τους τόσο πολύ πάνω στο σανίδι και να δεθούν τόσο πολύ με τους συναδέλφους τους ώστε πέτυχαν κάτι μεγαλειώδες πέρα από κάθε ταλέντο. Δημιούργησαν ένα γεγονός πάνω στη σκηνή και αυτό το πράγμα είναι για μένα το ζητούμενο. Κάποιοι άνθρωποι έχουν σαφώς μεγαλύτερη τεχνική, περισσότερο ταλέντο αλλά αυτό δεν τους κάνει και περισσότερο ικανούς στο να καταφέρουν το μεγάλο γεγονός. Μπορεί δηλαδή να μην έχεις τα προσόντα ως ηθοποιός αλλά να έχεις το μυαλό, την ψυχή και να με μαγνητίζεις. Και στη μεταξύ μας συνύπαρξη να υπάρχει το πάρε-δώσε. Κάτι που μπορεί να λειτουργήσει όπως το λάδι στο γρανάζι της θεατρικής μηχανής.

-Σε όλες τις ομαδικές τέχνες αλλά και στα σπορ βλέπεις ότι δεν μπορεί να πρωταγωνιστεί ο εγωισμός. Πώς παίζει η Μπαρτσελόνα το σύστημα τίκι-τάκα στο οποίο συμμορφώνεται ακόμη και ο παικταράς Μέσι!

Μπράβο! Που ξαφνικά κάνει ένα 5-0 στη Ρεάλ χωρίς τίποτα το θεαματικό, με γκολάκια τόσο απλά. Και λες είναι δυνατόν να είναι τόσο απλό; Βλέπεις την απλότητα αυτής της ομάδας και λες «και εγώ μπορώ να παίξω έτσι μπάλα!» Δηλαδή αυτό είναι το μεγαλειώδες. Που βλέπεις κάποιον στη σκηνή και παίζει τόσο ωραία, βαθιά και τόσο απλά, χωρίς να δείχνει τον εαυτό του, χωρίς να λέει στο θεατή «κοίταξε πόσο καλός είμαι».

frenapati loulis 3

-Στη Φρεναπάτη η συντηρητική μητέρα καταφεύγει σε έναν διάσημο μάγο για να της δείξει τη ζωή τού εξαφανισμένου γιου της. Και μαθαίνει ότι καταπιάστηκε με το θέατρο. Και η τέχνη του θεάτρου όμως δεν συνιστά ένα είδος μαγείας;

Ναι, και μάλιστα θα έκανα την εξής αντιστοιχία. Όπως οι μάγισσες των παραμυθιών που διαβάζαμε μικροί έπαιρναν κάποια πολύ απλά και ευτελή υλικά τα οποία μπορεί κανείς εύκολα να τα βρει, όπως για παράδειγμα τρίχες σκίουρου, νύχια σαύρας και σάλιο χελιδονιού, και όχι δάκρυ Θεού, ούτε νέκταρ, τα ανακάτευαν μέσα σε ένα καζάνι βράζοντάς τα και έφτιαχναν μία ουσία που χωρίς να μπορείς να το εξηγήσεις είχε υπερφυσικές δυνάμεις, το ίδιο συμβαίνει και στην τέχνη. Έτσι και στη ζωγραφική, για παράδειγμα, παίρνεις κάποια ρευστά χρωματιστά υγρά, τα ανακατεύεις και τα τοποθετείς έντεχνα πάνω στο καμβά αφήνοντάς τα να στεγνώσουν. Και μετά τα βλέπεις και δακρύζεις από συγκίνηση ή μένεις με το στόμα ανοικτό. Παρομοίως και στο θέατρο παίρνεις πολύ πρακτικά, ευτελή υλικά, όπως ένα χαρτί με λέξεις, την ικανότητα κάποιων να τις μαθαίνουν απ’ έξω, τη διάθεση και τον ιδρώτα των ανθρώπων, ένα φως, βάζεις μία μουσική και στο τέλος φτιάχνεις ένα πράγμα το οποίο είναι ανεξήγητο και ως ανεξήγητο είναι ωραίο να μένει και να επηρεάζει τους ανθρώπους, γιατί η μαγεία εκεί είναι. Στο ανεξήγητο.

-Και σε βάζει σε μία διαδικασία βίωσης της έκπληξης, του θαυμασμού και του απρόοπτου. Καθώς, άλλα μπορεί να νόμιζες ότι θα φτιάξεις στην αρχή και άλλα φτιάχνεις στο τέλος.

Με λίγα λόγια η μαγεία είναι αυτή η διεργασία που σου διακόπτει τον ειρμό της λογικής σκέψης που λέει ότι αν πάρω αυτό και κάνω αυτό θα φτιάξω κάτι συγκεκριμένο. Η μαγεία είναι ότι αν τελικά πάρεις ένα ψωμί και ένα σαλάμι θα φτιάξεις ξαφνικά αντί για σάντουιτς ένα παγωτό! Και λες αυτό είναι μαγεία! Πώς γίνεται; (Γελάει). Στην τέχνη λοιπόν αυτό θα πρέπει για έναν καλλιτέχνη να είναι το ζητούμενο μέσα του και να το επιδιώκει ως αποτέλεσμα για τον εαυτό του αλλά και για τον άλλον. Ότι πρέπει να μιλάει συνέχεια στο μη λογικό κομμάτι του ανθρώπου. Στο ασυνείδητό του.

-Στα 35 σου χρόνια έχεις λίγο-πολύ υλοποιήσει όλα τα όνειρα που μπορεί να έχει ένας ηθοποιός στην Ελλάδα. Από δω και πέρα τι ονειρεύεσαι;

(Γελάει)! Όταν ήμουν νεότερος οι φιλοδοξίες μου ήταν κατά πλάτος. Τώρα προσπαθώ να τις βάζω κατά βάθος. Δηλαδή η μεγάλη φιλοδοξία μου είναι κάποια στιγμή να μπορέσω να παίξω όπως πραγματικά πιστεύω ότι θα ήταν καλά, χωρίς να προσπαθώ να παίξω. Ή θα ήθελα πάρα πολύ να μπορούσα να φτάσω σε ένα σημείο που να με γεμίζει τόσο πολύ η δουλειά μου ώστε να μην έχω ανάγκη από τίποτε άλλο. Όχι από τους ανθρώπους, επειδή θα τους έχω πάντα ανάγκη, αλλά θα ήθελα κάποια στιγμή να μπορούσα κάνοντας αυτή τη δουλειά να νιώσω πως είμαι πλήρης.

-Να εξαφανίσεις την αίσθηση του ανικανοποίητου;

Ναι, που όμως αυτό το ανικανοποίητο είναι εξορισμού ανικανοποίητο για κάποιο λόγο και δεν εξαλείφεται εύκολα. Αλλά οι φιλοδοξίες μου αυτές έχουν και χρησιμότητα ως ανικανοποίητες. Η χρησιμότητά τους δηλαδή είναι πως υπάρχουν και όχι το αντικείμενό τους, επειδή με κρατούν σε εγρήγορση ή σε αναζήτηση. Σε μία κατάσταση που δεν αφήνει τα νερά να λιμνάσουν. Αν και όλοι βαλτώνουμε κάποια στιγμή, ωστόσο, οι φιλοδοξίες έχουν και αυτή τη χρησιμότητα.

-Την πολιτική σήμερα πώς τη βλέπεις; Σ’ ενδιαφέρει;

Καθόλου. Εγώ έχω ικανοποιήσει το ψώνιο μου έχοντας γίνει ηθοποιός. Δεν θέλω να το ικανοποιήσω γινόμενος και πολιτικός.

-Εννοώ αν είσαι πολιτικό ον.

Είμαι. Ωστόσο, με το σημερινό επίπεδο της πολιτικής γελάω. Και κλαίω. Είναι γελοία τα πράγματα καθώς για μένα στο χώρο αυτόν δεν υπάρχουν άνθρωποι που να αξίζουν, όχι το μισθό τους, αλλά ούτε καν το σοβαρό ύφος που παίρνουν όταν βγαίνουν και μιλάνε. Τους βλέπεις και μιλάνε τόσο ψεύτικα και λες «τι λες ρε καραγκιόζη». Και δεν είναι μόνο οι πολιτικοί καραγκιόζηδες αλλά και εμείς, όλος ο λαός. Χαϊβάνια. Και λαμόγια όλων των ειδών. Ζούμε σε μία παρακμιακή κοινωνία στην οποία για πολύ λίγο καιρό ίσως ο Έλληνας να άνθισε σε κάτι, και σε δύσκολες πάντα συνθήκες. Αντί να σου πει αυτός που ανεβαίνει πάνω για να σε κυβερνήσει ότι «ξέρεις κάτι φίλε, δείρε με μετά, πέτα μου ντομάτες, αλλά αυτό είναι το σωστό», σου λέει «ναι φίλε, καλά τα λες, πάμε να το δούμε, αλλά αν το κάνουμε αλλιώς θα φας και εσύ και θα φάω και εγώ». Όταν ο πολιτικός ο ίδιος αντιμετωπίζει το κράτος ως λάφυρο που θα αρπάξει με το χέρι του ό,τι βρει, τι περιμένεις;

-Πιστεύεις ότι στα επόμενα δύσκολα, επικίνδυνα χρόνια που θα έρθουν για την Ελλάδα, μέσα από τις υλικές και πνευματικές δοκιμασίες που θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε θα ξαναβρούμε το ασκητικό πνεύμα μας που μας προτρέπει και ο ποιητής, την ανθρωπιά μας, ή θα παραδοθούμε άνευ όρων στο νόμο της ζούγκλας;

Μακάρι να συμβεί το πρώτο. Εκεί θα παιχτεί το παιχνίδι. Δεν μπορώ να προδικάσω την έκβαση. Ελπίζω να επικρατήσει το ασκητικό πνεύμα. Όταν με πιάνουν οι μαύρες μου λέω πάρα πολύ βαριά λόγια. Όπως ότι όλη η ιστορία του νέου Ελληνικού κράτους αυτά τα 190 περίπου χρόνια που υπάρχει, έχουν δείξει ότι δεν είμαστε ικανοί να έχουμε κράτος. Και αν έλεγε κανείς ότι τα πρώτα χρόνια ήταν περίεργα και ιδιαίτερες οι συνθήκες, έχουν περάσει όμως κοντά διακόσια χρόνια! Πόσες γενιές πρέπει να περάσουν ακόμη για να δείξουμε ότι είμαστε ικανοί να μάθουμε πού πετάμε τα σκουπίδια μας. Και μιλάμε για το πιο απλό πράγμα. Που πετάς το σκουπίδι σου!

-Λες ότι δηλαδή είμαστε ανίκανοι ακόμη και για τα στοιχειώδη, οπότε μόνο με εξωτερική βοήθεια μπορεί να προχωρήσουμε και να εκπολιτιστούμε.

Αυτό έχει δείξει η ιστορία και όταν είμαι στις κλειστές μου λέω πως είναι καλύτερα να μην έχουμε καθόλου κράτος. Γιατί δεν είμαστε ικανοί να το διοικήσουμε. Να φέρουμε λοιπόν τους Γερμανούς εδώ να μας κυβερνήσουν. Ότι δεν κατάφεραν να κάνουν με τον Χίτλερ να το κάνουμε τώρα από μόνοι μας (γελάει). Να τους δώσουμε τα κλειδιά! Σ’ αυτό το σημείο έχουμε καταντήσει.

δημοσιεύτηκε στο Νέμεσις τεύχος 112, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2011.

CHRISTOS_LOULIS_INTERVIEW_BY_MIMIS_TSAKONIATIS

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: