Η σκηνοθεσία και η αφήγηση στον Κουέντιν Ταραντίνο του Θόδωρου Σούμα

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Quentin-Tarantino

Είναι στα πλαίσια του ανεξάρτητου αμερικάνικου κινηματογράφου που ο Κουέντιν Ταραντίνο ξεκίνησε την καριέρα του. Υπήρξε, λόγω των ιδιότυπων αισθητικών, αφηγηματικών και θεματικών επιλογών του, ένας από τους βασικότερους σκηνοθέτες του. Ξεχωρίζει, όμως, πλήρως από τους υπόλοιπους ανεξάρτητους εξαιτίας του κυνισμού και του μαύρου χιούμορ του, της ευφυούς χρήσης των εκρήξεων της βίας, της εκκεντρικής πλοκής των μυθοπλασιών του που βρίθουν από ανατροπές και της αγάπης του προς τα b movies (δεν είναι τυχαίο ότι γνώρισε και λάτρεψε το σινεμά μέσα από τη δουλειά του σε βιντεοκλάμπ). Ο Ταραντίνο είναι ένας φανατικός σινεφίλ, λάτρης των παλαιών, ταπεινών ειδών που τα ντύνει με μια νέα φόρμα για να τα ξανασερβίρει εξίσου φρέσκα όπως ήταν παλιά… Η σκηνοθετική κι αφηγηματική δεξιοτεχνία του κάνουν τα φιλμ του ζωντανά, δροσερά, εκρηκτικά, αστεία και δυναμικά… Η ανηθικολογική οπτική του, η σκηνοθετική σφραγίδα και το επιθετικό στιλ του είναι ξεχωριστά και ευφυή.  

ΔΩΡΕΑΝ ΜΑΘΗΜΑ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΙΣ 16.00 – ΕΝΑΡΞΗ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ ΔΩΡΕΑΝ ΜΑΘΗΜΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΙΣ 19.30

Παρά την σπάνια ιδιαιτερότητά του, δημιούργησε σχολή ειδικά στο γκανγκστερικό φιλμ, με «βρώμικες», βίαιες μυθοπλασίες που προβάλλουν την εξυπνάδα της πλοκής τους… Επηρεάστηκε από το φιλμ νουάρ, τα φιλμ καράτε, τα σπαγγέτι ουέστερν και άλλα λαϊκά, εμπορικά είδη. Μεταχειρίζεται τα είδη ανανεώνοντάς τα και επιτελώντας διάφορες ανατροπές τους, πέρα από τους συμβατικούς κανόνες τους. Χρησιμοποιεί περίτεχνες μεθόδους αφήγησης και τροπές της πλοκής που κάνουν τα φιλμ του πολύπλοκα από μυθοπλαστική άποψη.

Pic by Colin Lane...Film Director Quentin Tarantino at Virgin in Clayton Square.

Ο Ταραντίνο είναι ένας ευφυής μάστορας και μάγκας του σινεμά, όλο νεύρο, ζωντάνια, σπιρτόζους, χλευαστικούς και καυστικούς διαλόγους, σκηνοθετικά τεχνάσματα, βιαιότητα και σαρδόνιο χιούμορ. Ένας σκηνοθέτης ενταγμένος σωστά στη μεγάλη παράδοση του αμερικάνικου σινεμά, που αφομοίωσε καλά τα διδάγματα από πολλά και διάφορα κλασικά κινηματογραφικά στιλ· εξαιρετικός βιρτουόζος, εκκεντρικός, σοφιστικέ και ταυτοχρόνως λαϊκός σκηνοθέτης (με την έννοια ότι υπηρετεί ένα κατά βάση λιτό σινεμά, επηρεασμένο από τα τυπικά, «δευτερεύοντα» είδη και τη serie b).

reservoir-dogs

Reservoir Dogs

Το Reservoir Dogs (1992), το πρώτο του φιλμ, ήταν μια εκρηκτική, εντυπωσιακή πρώτη σκηνοθετική εμφάνιση. Ένα βίαιο, κυνικό, συνταρακτικό γκανγκστερικό φιλμ που περιγράφει άλλοτε με μελανά χρώματα και πολύ αίμα, κι άλλοτε με σαρκασμό, τον κόσμο των εγκληματιών, διαμέσου της αποτυχημένης ληστείας μιας συμμορίας. Στη συμμορία κρύβεται ένας αστυνομικός (τον ενσαρκώνει ο Τιμ Ροθ) που δίνει πληροφορίες για τη ληστεία, ώστε να συλληφθεί ο γερο-αρχηγός της.

Οι ανατροπές στην εξέλιξη της ιστορίας είναι πολλές. Γίνονται διαδοχικές αποκαλύψεις που φωτίζουν με διαφορετικό τρόπο την αλήθεια. Ο Ταραντίνο αναπτύσσει την μυθοπλασία του χρησιμοποιώντας όχι μόνο την περιγραφική αφήγηση στον παρόντα, ενεστώτα χρόνο, αλλά και την υποκειμενική αφήγηση (διηγημένη από τη σκοπιά ενός προσώπου, π.χ. του γκάνγκστερ που υποδύεται ο Μπουσέμι), την εικονογραφημένη διήγηση που είναι απλά ένα ψέμα, καθώς και τα φλας μπακ. Η αφήγηση διαιρείται σε κεφάλαια, που το καθένα ακολουθεί ένα πρόσωπο, μα συνεχίζει την κοινή ιστορία, δίνοντάς μας μια διαφορετική άποψη και ματιά. Ο Ταραντίνο ενσωματώνει στην αφήγησή του ακόμη και διάφορα ανέκδοτα που διηγούνται οι ήρωες, μερικές ένθετες ιστοριούλες.

pulp_fiction_Butch Fabienne

Pulp Fiction

Το Pulp Fiction (1994) είναι μια από τις καλύτερες κι ωριμότερες, δεύτερες κατά σειρά σκηνοθετημένες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ από αμερικανό σκηνοθέτη και δεν κέρδισε καθόλου τυχαία τον χρυσό φοίνικα στις Κάννες (εξαιτίας και της επιμονής του προέδρου της επιτροπής, μεγάλου Κλιντ Ίστγουντ), όπου εντυπωσίασε δίκαια… Το Pulp Fiction είναι η επιτομή της αφηγηματικής μεθόδου του Ταραντίνο, που χαρακτηρίζεται από τα χρονικά άλματα προς τα πίσω και μπρος, προς το αφηγηματικό παρελθόν και το παρόν, και αντιστρόφως.

Οι δυο φίλοι γκάγκστερς, που τους υποδύονται ο Τραβόλτα και ο Σάμουελ Τζάκσον, καταλήγουν στο ρεστοράν όπου γινόταν στην αρχή της ταινίας η ληστεία από τους δυο νέους (Τιμ Ροθ και Αμάντα Πλάμερ). Άρα, η μεγάλη αυτή ενότητα ήταν ένα φλας μπακ. Τι έχει αλλάξει σ’ αυτή την όλο ζιγκ ζαγκ στο χρόνο (και το χώρο) πορεία; Κυρίως το ότι το πρόσωπο του Σ.Τζάκσον έχει ερμηνεύσει την αστοχία των εναντίον του πυροβολισμών από κοντά, από έναν εκ των μικροντίλερ, ως συμβολικό θαύμα, ως θεία παρέμβαση που τον επαναφέρει ξαφνικά στον ίσιο δρόμο και τον κάνει να εγκαταλείψει τον γκανγκστερισμό. Μέσα σε ένα εγκληματικό περιβάλλον, έναν κόσμο ανήθικο, (και μέσα σε μια μυθοπλασία κυνική και ανηθικολογική), ο αφροαμερικανός κακοποιός σώζεται και γλυτώνει, λόγω της ηθικής μεταστροφής του (μυθοπλαστικό παράδοξο, σίγουρα όχι το μοναδικό στο όλο ανατροπές, κινηματογραφικό σύμπαν του σκηνοθέτη), για την οποία ο Ταραντίνο μας προϊδεάζει βάζοντάς τον, από πριν, να απαγγέλλει Ιζεκιήλ. Ο Ταραντίνο ζωγραφίζει πειστικά, όπως και στα Reservoir Dogs και Jackie Brown, τα ολοκληρωμένα πορτρέτα μιας τοιχογραφίας όπου απεικονίζονται διάφορα καθάρματα, ο κυνικός και ζοφερός υπόκοσμος…

Ο Ταραντίνο, στο Pulp Fiction, όπως και στα Reservoir Dogs και Jackie Brown, κάνει πολλούς μυθοπλαστικούς-αφηγηματικούς ακροβατισμούς ακολουθώντας την τεθλασμένη οδό. Χρησιμοποιεί δεξιοτεχνικά σκηνές με μεγάλη ένταση και σασπένς, π.χ. τη σεκάνς της ένεσης με αδρεναλίνη στο στήθος της Θέρμαν σε κώμα, λόγω overdose, ή τη φριχτή σεκάνς της επιβολής σαδομαζοχιστικής και σοδομιστικής βίας στον Μαρσέλους και τον Μπουτς (Μπρους Ουίλις). Ανάμεσά τους, σκηνές χιουμοριστικές ή σαρκαστικές, και σεκάνς τρυφερές και συναισθηματικές, όπως αυτή της επίσκεψης στον μικρό Μπουτς, του φίλου (Κρίστοφερ Ουόκεν) του σκοτωμένου πατέρα του, συγκρατούμενού του στο ίδιο στρατόπεδο στο Βιετνάμ.

jackie-brown

Jackie Brown

Το Jackie Brown (1997), η τρίτη ταινία του Ταραντίνο, είναι ένα ρεαλιστικής φτιαξιάς φιλμ νουάρ, βασισμένο σε νουάρ μυθιστόρημα του Έλμορ Λέναρντ. Ένα φιλμ νουάρ με μαύρη απόχρωση επιδερμίδας, δηλαδή με αρκετούς αφροαμερικανούς ήρωες (τους υποδύονται η Παμ Γκρίαρ, ο Σάμιουελ Τζάκσον και ο Κρις Τάκερ). Όπως και το Death Proof (2007), είναι ένας ύμνος στη γυναικεία αποφασιστικότητα, ετοιμότητα και ισχύ. Στο «Jackie Brown», ο Ταραντίνο φτιάχνει, με πολλά απρόοπτα και ανατροπές στην αφήγηση, την ιστορία της ομώνυμης, ωραίας, μαύρης, σαρανταπεντάρας αεροσυνοδού που παλεύει, χάρη στην εξυπνάδα, τη θέληση και τον ερωτισμό της, να επιβιώσει και να φτιάξει ένα καλό κομπόδεμα για τα χρόνια της ωριμότητάς της. Οι αρετές του Jackie Brown είναι η δυνατή, στιβαρή αστυνομική πλοκή, όλο ίντριγκες και συνομωσίες, κι η αδρή, γλαφυρή και ρεαλιστική σκιαγράφηση όλων των χαρακτήρων. Ακόμη και οι δεύτεροι χαρακτήρες (π.χ. ο φοβερός τύπος της ελαφρόμυαλης γκόμενας που ενσαρκώνει πειστικότατα η Μπρίτζετ Φόντα) έχουν έντονο περίγραμμα κι οντότητα, και είναι ολοκληρωμένοι κι αληθινοί. Ο σκηνοθέτης ζωγραφίζει με αδρές πινελιές, με ρεαλιστικό τρόπο, τον υπόκοσμο και τα ρεμάλια, τους αλήτες που τον κατοικούν… Το φιλμ νουάρ του Ταραντίνο μοιάζει να ξεπροβάλλει έντονα μέσα από τη ζωή, και ταυτόχρονα, από την κλασική τυπολογία του είδους.

Η αφήγηση ξεκινά με κλασικό τρόπο, περιγράφοντας τους χαρακτήρες. Όταν περνάμε στο θέμα της κομπίνας που στήνει η Τζάκι (Γκρίαρ) για να κλέψει τα λεφτά που φέρνει λαθραία απ’το Μεξικό για τον κακοποιό εργοδότη της, έμπορο όπλων (Τζάκσον), η αφήγηση υιοθετεί τις γνωστές, περίτεχνες μεθόδους του Ταραντίνο: Η κλοπή των χρημάτων προβάρεται μια φορά πριν πραγματοποιηθεί. Κατόπιν, η δράση της κλοπής αυτής καθαυτής ξετυλίγεται μπροστά μας τρεις φορές, με πισωγυρίσματα στο χρόνο, κάθε φορά ιδωμένη μέσα από το βλέμμα ενός από τα πρόσωπα, της Τζάκι, του κακοποιού Ρόμπερτ Ντε Νίρο και, τέλος, του δικηγόρου, συνεργού της Τζάκι στην κλοπή. Η Τζάκι, στην ουσία, σκηνοθετεί τους πάντες και τα πάντα (αναπαράγει το ρόλο του σκηνοθέτη). Ξεγελά τον ανελέητο αρχικακοποιό-έμπορο όπλων, τον συμπαθή δικηγόρο, αλλά και τους αστυνομικούς (με επικεφαλής τον Μάικλ Κίτον). Στήνει μια διπλή και τριπλή σκευωρία, ένα τριπλό κόλπο για να πάρει αυτή τα μαύρα χρήματα του εμπόρου όπλων, που τα εισάγει η ίδια παράνομα, στις ΗΠΑ. Χάρη στο μυαλό, την ακτινοβολία και τον αισθησιασμό της κατορθώνει να τους εμπαίζει όλους. Το βλέμμα του Ταραντίνο είναι ερωτικό και υμνητικό…

kill_bill

Kill Bill

Το δίπτυχο του Ταραντίνο, Kill Bill (2003-2004), αποτίνει φόρο τιμής σε διαφορετικά είδη: Στα ασιατικά φιλμ πολεμικών τεχνών, στα σπαγγέτι ουέστερν, στα κόμικς, στα φτηνά αστυνομικά. Το Kill Bill είναι καταρχήν μια στιλιζαρισμένη ταινία κουνγκ φου, με δυνατές, θεαματικές σκηνές συγκρούσεων, με φαντασμαγορική δράση και πλούσια, χορταστική περιπέτεια. Στο δεύτερο, όμως, και καλύτερο μέρος, Kill Bill vol 2, ξεκαθαρίζουν τα ψυχολογικά και ηθικά κίνητρα της αδυσώπητης εκδίκησης της ηρωίδας Μπίατριξ Κίντο (Ούμα Θέρμαν), πρώην δολοφόνου, καθώς και τα ελατήρια της μυθοπλασίας. Κατά συνέπεια το φιλμ ανεβαίνει ένα επίπεδο, μετατρέπεται σε δραματική περιπέτεια, με όλη την απλότητα και αφέλεια του δράματός του (που θυμίζει παλιό χολιγουντιανό δράμα, μα και Σέρτζιο Λεόνε). Γενικά, στο δεύτερο μέρος, ο Ταραντίνο πλάθει ολοκληρωμένους χαρακτήρες και χτίζει στέρεα τη δραματουργία του.

Η αφήγηση, στα μέσα του Kill Bill vol 2, μας επεξηγεί ότι ο μέντορας, εργοδότης και εραστής (Ντέβιντ Καραντάιν) της Κίντο πήγε με τη συμμορία του στην πρόβα του γάμου της, σκότωσε όλους τους παριστάμενους συγγενείς και την πυροβόλησε στο κεφάλι από ζήλεια, γιατί τον παράτησε για να παντρευτεί και να ζήσει με έναν κοινό θνητό, έναν καλό και όμορφο νέο, ξεκόβοντας από τις δολοφονικές δραστηριότητες, επειδή έμεινε έγκυος. Η Κίντο πέφτει σε κώμα για χρόνια και αφού συνέρχεται ξεκινά την αναζήτηση των φονιάδων.

Η αφήγηση του Kill Bill vol 2 εξελίσσεται χρησιμοποιώντας τα φλας μπακ, τα πηδήματα στο χρόνο. Χωρίζεται σε κεφάλαια, που το καθένα προχωρά ακόμη περισσότερο την περιπέτεια και φωτίζει το δράμα. Οι σεκάνς που περιέχει, συχνά διαθέτουν μεγάλη δραματική δύναμη και πραγματεύονται πρωταρχικά κι αρχέγονα θέματα, τον θάνατο και τη ζωή, τη σύγκρουση του κακού με το δίκαιο. Χαρακτηριστική είναι η ταφή της ηρωίδας ζωντανής, δεμένης μέσα σε ένα φέρετρο, θαμμένο στο χώμα, και του αγώνα της να το σπάσει και να βγει έξω, ακολουθώντας τα μαθήματα της εκπαίδευσής της από έναν αυστηρό, κινέζο δάσκαλο των πολεμικών τεχνών. Τη σκληρή εκπαίδευσή της παρακολουθούμε σε ένα μεγάλο κεφάλαιο-φλας μπακ, που όταν τελειώνει, ξαναγυρνάμε επιδέξια στην προσπάθεια της Κίντο να σπάσει το φέρετρο και να βγει στην επιφάνεια της γης. Στις σεκάνς του εγκλεισμού μέσα στο χώμα, ο Ταραντίνο ενεργοποιεί τον κλειστοφοβικό, οικουμενικό φόβο του θανάτου, τον ανθρώπινο τρόμο του πνιγμού απ’τον θάνατο, σε εικόνες υπόγειας φρίκης.

Death-Proof

Death Proof

To 2007 γύρισε μια ανάλαφρη, διασκεδαστική, σέξυ και βίαιη ταινία, το Death Proof, φτιαγμένη σαν κάποιο παλιό, εμπορικό, b movie, από αυτά που προβάλλονταν στους αμερικάνικους, λαϊκούς κινηματογράφους δυο-δυο (σχεδίαζε να το προβάλλει μαζί με το Planet Terror του φίλου του Ροντρίγκεζ). Ο Ταραντίνο τοποθέτησε στο φιλμ του ίχνη ξυσιμάτων, κολλήσεων, αποχρωματισμούς και άλλα σημάδια που μας θυμίζουν τις μέτριες τεχνικά κόπιες που προβάλλονταν στις λαϊκές αίθουσες. Το Death Proof είναι μια αθυρόστομη, χιουμοριστική, κυνική, φορτισμένη ερωτικά, ψυχαγωγική ταινία, επικεντρωμένη σε δυο παρέες χειραφετημένων κοριτσιών, προκλητικά ντυμένων, που κυκλοφορούν συνέχεια με αυτοκίνητα. Έχει, όπως συνηθίζεται στα φιλμ του Ταραντίνο, σπιρτόζους, σκαμπρόζικους και τολμηρούς διαλόγους…

Ανήκει στο ταπεινότατο, εμπορικό είδος της περιπέτειας με αυτοκίνητα, τα οποία εδώ τρέχουν ιλιγγιωδώς, καταδιώκονται και συγκρούονται αδιάκοπα. Περιγράφει τη συνάντηση των αυτοκινήτων των δύο γυναικείων ομάδων με το φτιαγμένο, θωρακισμένο αυτοκίνητο ενός σαδιστή και παρανοϊκού κασκαντέρ του σινεμά (Κερτ Ράσελ), που ερεθίζεται σεξουαλικά τρακάροντας τα αυτοκίνητα ωραίων γυναικών, δολοφονώντας τες μ’αυτό τον τρόπο…

Το βασικό στοιχείο του φιλμ είναι η εντονότατη, αισθησιακή παρουσία των νέων, όμορφων, σκληρών μα γενναίων γυναικών, που μιλούν για γκόμενους και σεξ, βρίζουν, ακκίζονται, φλερτάρουν, χορεύουν, πίνουν, τουρλώνουν τους πισινούς τους, επιδεικνύουν, κάτω από τα καυτά σορτς και τα μίνι, τα γυμνά πόδια τους και οδηγούν επικίνδυνα… Ο Ταραντίνο τις σκηνοθετεί και τις φιλμάρει με πολύ ερωτισμό, με λατρεία, απροκάλυπτο πόθο και θαυμασμό (κάτι που ξαναβρίσκουμε στο Jackie Brown και στο Kill Bill, στο βλέμμα του προς την Π.Γκρίαρ, την Μπρίτζετ Φόντα και την Θέρμαν, αντίστοιχα). Η ταινία, όπως και τα δυο προαναφερθέντα φιλμ, είναι ένας ύμνος στο δυναμισμό, τη σκληρότητα, την εξυπνάδα και την ικανότητα των γυναικών…

Ο παράφρων κασκαντέρ, αφού τρακάρει και φονεύει την πρώτη παρέα γυναικών, επιτίθεται στη δεύτερη. Ο Ταραντίνο, όμως, μετά από λίγο αντιστρέφει τη σχέση: Μετά την πρώτη επίθεση του οδηγού-φονιά, οι σκληροτράχηλες, γοητευτικές κι απελευθερωμένες κοπέλες μετατρέπονται από θύματα σε διώκτες και θύτες. Τα άγρια θηλυκά κυνηγούν και σκοτώνουν το θρασύ μα πανικόβλητο αρσενικό. Ο αντρικός σαδισμός δίνει τη θέση του στη γυναικεία επιθετικότητα κι αντεκδίκηση…

inglourious-basterds

Inglourious Basterds

Το 2009 γύρισε το Inglourious Basterds (ελλ.τίτλος Άδωξοι μπάσταρδη) μια πολεμική περιπέτεια. Αν και έχει σαν αφετηρία μια ταινία του εμπορικού Ιταλού σκηνοθέτη Έντζο Καστελάρι, ουσιαστικά μας θυμίζει τις αντίστοιχες αντιναζί περιπέτειες της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ και ειδικότερα την αντιναζιστική κωμωδία «Το be or not to be» του μεγάλου Λιούμπιτς, μόνο που στη θέση του θεάτρου ως σκηνής όπου διαδραματίζονταν τα μπερδέματα κι οι παρεξηγήσεις, ο Ταραντίνο, ως ακόρεστος σινεφίλ, τα τοποθετεί στη σκηνή του κινηματογράφου.

Από το Inglourious Basterds περνούν πολλές έξυπνες κινηματογραφοφιλικές αναφορές, στη ναζί σκηνοθέτιδα Λένι Ρίφενσταλ, στη ναζιστική βιομηχανία κινηματογράφου και τη ναζιστική UFA, υπό τον Γκέμπελς, αλλά και στον σπουδαίο γερμανό σκηνοθέτη Παμπστ, στο χολυγουντιανό σινεμά (και την έντονη παρουσία των Εβραίων σ’αυτό), στον Τσάπλιν και τον Μαξ Λίντερ, στα σπαγγέτι ουέστερν, κ.ο.κ… Ανάμεσα στα πρόσωπα της μυθοπλασίας υπάρχουν ηθοποιοί, αιθουσάρχης, κριτικός κινηματογράφου, μηχανικός προβολής, σινεφίλ στρατιωτικοί, κ.α. Η σινεφίλ αίσθηση ενδυναμώνεται από τις μουσικές του Μορικόνε και του Μπερνστάιν που χρησιμοποιεί συχνά ο Ταραντίνο.

Για άλλη μια φορά, ο Ταραντίνο σκηνοθετεί με ασυναγώνιστη δεξιοτεχνία και δυναμισμό, ενσωματώνοντας στο φιλμ μέρη (σύντομα ή μεγάλα) που έχουν δράση και πολύ σασπένς που σου κόβει την ανάσα (συχνά μάλιστα βασισμένο, περιέργως, στους αστραφτερούς, κυνικούς διαλόγους). Η κάμερά του κινηματογραφεί και κινείται με βιρτουοζιτέ, τα πλάνα του είναι λειτουργικά και μεστά.

Η αφηγηματική δεινότητα είναι συνυφασμένη με το στιλ του. Χρησιμοποιεί σύντομα, επεξηγηματικά φλας μπακ και αναμνήσεις (βλέπε την αφήγηση του πώς γλύτωσε από τη διμοιρία των αμερικανών κομάντος, ο γερμανός που μεταφέρει τις πληροφορίες στους ανωτέρους του). Ο σκηνοθέτης, για να διηγηθεί με συνεχή ροή, χρησιμοποιεί ακόμη και το παράλληλο μοντάζ. Απροσδόκητες εκπλήξεις και δυναμικές εκρήξεις διανθίζουν την εξέλιξη της ταινίας. Στη μνήμη μας εντυπώνονται ορισμένα δυνατά πρόσωπα, π.χ. ο κακός, διαβολικός, είρων, ευφραδής, οπορτουνιστής και μακιαβελικός ναζί συνταγματάρχης Άλντα (Κρίστοφ Βαλτς) και οι δύο αισθησιακές, σκληροτράχηλες γυναίκες της αντίστασης, η σαγηνευτική και εύστροφη γερμανίδα σταρ του σινεμά (Ντάιαν Κρούγκερ) και η νεαρή Εβραία που εκδικείται ανελέητα τη σφαγή των γονιών της (Μελανί Λορέν).

Oι διάλογοι του Ταραντίνο είναι γενικά, μα και ειδικότερα στο Άδωξοι μπάσταρδη δυνατοί, λαμπεροί και συνάμα δηλητηριώδεις, αστείοι, σφριγηλοί κι επιθετικοί. Περικυκλώνουν, παγιδεύουν και πυροβολούν τον συνομιλητή (βλέπε τις τρομερές ανακρίσεις του συνταγματάρχη Άλντα) και ενίοτε γεννούν ένα εντονότατο σασπένς γιατί αφήνουν σε εκκρεμότητα, καθυστερούν την απόληξη των δρώμενων (βλέπε τη σκηνή στην ταβέρνα, όπου, δίπλα στους ναζί, λαμβάνει χώρα το μυστικό ραντεβού των αντιστασιακών). Οι διάλογοι του, γενικά, τσακίζουν κόκαλα. Το σινεμά του στηρίζεται τόσο στα πλάνα, όσο και στους διαλόγους (κι ας μη ξεχνάμε τη λειτουργική και σινεφιλική, αναφορική χρήση της μουσικής, που περιλαμβάνει τη μουσική του Μορικόνε στο Αλοζανφάν των Ταβιάνι και στα σπαγγέτι ουέστερν, καθώς και τη μουσική της ποπ κουλτούρας, βλ. τραγούδι του Μπόουι).

Το χιούμορ της ταινίας είναι διαβρωτικό, σκωπτικό, σαρδόνιο. Ο Ταραντίνο ποτίζει τα φιλμ του με μαύρο χιούμορ και ανίερο καγχασμό. Στο Άδωξοι μπάσταρδη βρίσκουμε κυνικότητα, βία, μερικές φορές ωμότητα και δόσεις γκροτέσκου (π.χ. στην απεικόνιση του Χίτλερ)…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s