ΠΙΝΑ ΜΠΑΟΥΣ (PINA 3D) του Βιμ Βέντερς (2011) από 24 Απριλίου 2011 στους κινηματογράφους

pina-bausch

Ο γνωστός σκηνοθέτης Βιμ Βέντερς παρουσιάζει μια ταινία για τη ζωή και το έργο της μεγάλης Γερμανίδας χορογράφου Πίνα Μπάους, που πέθανε το καλοκαίρι του 2009. Σε τρισδιάστατη προβολή, ένα φιλμ το οποίο προβλήθηκε στο 61ο φεστιβάλ κινηματογράφου του Βερολίνου.
Ο Βέντερς παρασύρει τον θεατή σε ένα μαγευτικό ταξίδι ανακάλυψης σε μία νέα διάσταση: κατευθείαν πάνω στη σκηνή με τη θρυλική χορογράφο, αλλά και έξω από το θέατρο, στην πόλη του Βούπερταλ, στο μέρος που για 35 χρόνια ήταν το κέντρο δημιουργικότητας της Πίνα Μπάους.

WENDERS_PINA_3D
 Ο Σκηνοθέτης

Ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους σκηνοθέτες, ο Βιμ Βέντερς, γεννημένος στο Ντίσελντορφ το 1945, έπειτα από αρκετές τηλεοπτικές και μικρές κινηματογραφικές παραγωγές, συγκέντρωσε την προσοχή της διεθνούς κριτικής και του κοινού με το «H Αγωνία του Τερματοφύλακα Πριν από το Πέναλτι» το 1972. Η δεκαετία του ’70 χαρακτηρίστηκε από την road τριλογία «Η Αλίκη στις Πόλεις» (1974), «Λάθος κίνηση» (1975) και το «Άρχοντες του Δρόμου» (1976), μέσα από την οποία άρχισε να διαμορφώνεται το κινηματογραφικό του στίγμα.
Ακολούθησαν δύο ακόμη σημαντικές ταινίες στην καριέρα του, το «Αμερικάνος Φίλος» (1977), όπου συνεργάστηκε με τον Ντένις Χόπερ και «Η κατάσταση των Πραγμάτων» (1982), ένα σχεδόν αυτοβιογραφικό φιλμ που στηριζόταν στην εμπειρία του από την προηγούμενη ταινία του, «Χάμετ», και τις διενέξεις που είχε με τον παραγωγό του τότε, Φράνσις Φορντ Κόπολα. Το φιλμ εκείνο έκανε περίπου τέσσερα χρόνια για να ολοκληρωθεί. Το 1984 ήρθε η πρώτη του συνεργασία με τον ηθοποιό, αναγνωρισμένο θεατρικό συγγραφέα Σαμ Σέπαρντ, το «Παρίσι, Τέξας» (1984), μια μεγάλη εμπορική επιτυχία του, που τιμήθηκε με τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Κανών. Πρόκειται για το φιλμ που τον ταξίδεψε στην απεραντοσύνη της αμερικανικής υπαίθρου και στον κόσμο και τους δαίμονες του Σέπαρντ, όπου δεσπόζουν η αποσύνθεση της οικογένειας και η πατρική αφοσίωση ή απουσία.
Μετά το «Παρίσι, Τέξας» και πλέον έχοντας την αναγνώριση που αναζητούσε, ο Βέντερς επέστρεψε στη Γερμανία, όπου γύρισε ένα ακόμη εξαιρετικό φιλμ, «Τα Φτερά του Έρωτα» (1987), στο οποίο φωτογράφισε την κάθε πλευρά του διχασμένου τότε ακόμη Βερολίνου και τιμήθηκε με το βραβείο Καλύτερου Σκηνοθέτη στις Κάνες ξανά.
Έκτοτε γύρισε τα «Μέχρι το Τέλος του Κόσμου» (1991), «Τόσο Μακριά, Τόσο Κοντά», κάποια ντοκιμαντέρ, όλα μέσα στη δεκαετία του ’90, που δεν υπήρξε η πιο πετυχημένη του. Έως το 1999, οπότε μας ταξίδεψε στα μουσικά μονοπάτια της Κούβας με το «Buena Vista Social Club», μια σημαντική επιτυχία του και με ένα soundtrack που άφησε εποχή.  Στο «Μην Ξαναγυρίσεις» του 2005, ο Βέντερς επέστρεψε στο γνώριμο απέραντο τοπίο της αμερικανικής επαρχίας και συνεργάστηκε ξανά με τον Σαμ Σέπαρντ. Η ταινία προβλήθηκε στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του φεστιβάλ Κανών και σήμανε την δυναμική επιστροφή του. Τέλος, το 2008 σκηνοθέτησε το φιλμ «Palermo Shooting».

 PINA BAUSCH 1
 Λίγα Λόγια για την Παραγωγή

Ο Βιμ Βέντερς είχε εντυπωσιαστεί και συγκινηθεί όταν, το 1985, παρακολούθησε για πρώτη φορά το «Café Müller» της χορογράφου Πίνα Μπάους από το Tanztheater Wuppertal στη Βενετία. Από τη συνάντηση αυτών των δύο καλλιτεχνών δημιουργήθηκε μια μακρόχρονη φιλία και, με το πέρασμα των χρόνων, το σχέδιο για μια ταινία από κοινού. Ωστόσο, η δημιουργία αυτής της ταινίας δεν ευδοκίμησε για μεγάλο διάστημα, εξαιτίας των περιορισμένων δυνατοτήτων: ο Βέντερς αισθανόταν ότι δεν είχε βρει τον τρόπο να απεικονίσει επαρκώς τη μοναδική τέχνη της κίνησης της μεγάλης χορογράφου, τις χειρονομίες, τον λόγο και τη μουσική. Με τα χρόνια το κινηματογραφικό αυτό project μετατράπηκε σε φιλικό τελετουργικό, με τους δύο καλλιτέχνες να το υπενθυμίζουν συνεχώς ο ένας στον άλλον.
Η καθοριστική στιγμή ήρθε για τον Βέντερς, όταν το συγκρότημα των U2 παρουσίασε στις Κάνες σε 3D προβολή τη συναυλία τους «U2-3D». Ο Βέντερς το κατάλαβε αμέσως: «Με το 3D η ταινία μας θα ήταν εφικτό να γίνει! Μόνο με αυτόν τον τρόπο, ενσωματώνοντας τη διάσταση του χώρου, θα μπορούσα να τολμήσω να μεταφέρω το Tanztheater της Μπάους στην κατάλληλη μορφή στη μεγάλη οθόνη.» Έτσι ξεκίνησε να διερευνά συστηματικά τη νέα γενιά του digital 3D cinema και το 2008, μαζί με την Πίνα Μπάους, άρχισαν να σκέφτονται την πραγματοποίηση του κινηματογραφικού τους ονείρου. Με τη συμβολή του Βέντερς, η Μπάους επέλεξε από το ρεπερτόριό της τα «Café Müller», «Le Sacre du printemps», «Vollmond» και «Kontakthof».
Στις αρχές του 2009 ο Βέντερς και η εταιρεία παραγωγής Neue Road Movies, μαζί με την Μπάους και το Tanztheater Wuppertal, ξεκίνησαν τη φάση της προετοιμασίας των γυρισμάτων. Μετά από μισό χρόνο εντατικής δουλειάς, και μόλις 2 μέρες πριν τη σχεδιασμένη δοκιμή του 3D, συνέβη κάτι αναπάντεχο: η Πίνα Μπάους πέθανε στις 30 Ιουνίου 2009, ξαφνικά και απροσδόκητα. Ανά τον κόσμο θαυμαστές του έργου της θρήνησαν για τον χαμό της σπουδαίας χορογράφου. Αυτό έμοιαζε να είναι το τέλος του κινηματογραφικού αυτού project. Ο Βέντερς σταμάτησε ξαφνικά τις προετοιμασίες, μιας και πείστηκε ότι η ταινία, χωρίς την Μπάους, δεν θα μπορούσε να γίνει.
Μετά από μια περίοδο πένθους, τη συγκατάθεση της οικογένειας και τις παρακλήσεις του προσωπικού και των χορευτών που επρόκειτο να ξεκινήσουν τις πρόβες για την ταινία (και οι οποίες δεν έγιναν ποτέ), ο Βέντερς αποφάσισε τελικά να γυρίσει την ταινία, έστω και χωρίς την Πίνα Μπάους στο πλευρό του. Η ερευνητική και τρυφερή ματιά της στις χειρονομίες και τις κινήσεις των χορευτών, καθώς και κάθε λεπτομέρεια της χορογραφίας της, ήταν ακόμη «ζωντανά». Τώρα πια, παρά τη μεγάλη απώλεια, είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή, και ίσως η τελευταία για να αποτυπωθούν όλα τα παραπάνω σε μια ταινία.
Η ταινία λοιπόν περιλαμβάνει, εκτός από αποσπάσματα από τις 4 παραγωγές που είχε επιλέξει η ίδια η Μπάους, αρχειακό υλικό της χορογράφου εν ώρα δουλειάς, με την καινοτομία της 3D τεχνολογίας, καθώς και πολλές σόλο εμφανίσεις των χορευτών της. Για να το πετύχει αυτό, ο Βέντερς χρησιμοποίησε τη μέθοδο των ερωτήσεων, που χρησιμοποιούσε και η Μπάους στις δικές της παραγωγές. Έθετε ερωτήματα και οι χορευτές της απαντούσαν όχι με λέξεις, αλλά με αυτοσχέδιες χορογραφίες και με τη γλώσσα του σώματος. Εξέφραζαν τα βαθιά τους συναισθήματα και τις προσωπικές τους εμπειρίες, από τις οποίες η Μπάους, μέσω εντατικών συνεδριών με την ομάδα της, δημιουργούσε τα δικά της χορευτικά κομμάτια. Ο Βέντερς στράφηκε σε αυτή τη μέθοδο, όταν προσκάλεσε τους χορευτές να εκφράσουν στην ταινία τις αναμνήσεις τους από την Μπάους, με ξεχωριστές σόλο εμφανίσεις. Κινηματογράφησε λοιπόν τα διαφορετικά αυτά σόλο σε πολλές τοποθεσίες μέσα και γύρω από το Wuppertal.

 PINA BAUSCH 2

Η Μπάους σε 3 διαστάσεις!

Η «Πίνα Μπάους» δεν είναι μόνο μια από τις πρώτες ευρωπαϊκές 3D ταινίες, είναι και η πρώτη καλλιτεχνική ταινία που γυρίζεται σε 3D παγκοσμίως. Ο παραγωγός Τζιαν-Πιέρο Ρίνγκελ ήρθε αντιμέτωπος με ένα όχι και τόσο εύκολο έργο: «Τεχνολογικά αλλά και όσον αφορά στο είδος της ταινίας, μπήκαμε σε ένα εντελώς καινούργιο πεδίο με την «Pina». Ακόμη και το να βρούμε τους ειδικούς για την ανάπτυξη και την υλοποίηση αυτού του φιλμ ήταν μια πρόκληση.» Πλέον μια νέα κινηματογραφική γλώσσα δημιουργείται μέσω της χρήσης της 3D τεχνολογίας- μια πρόκληση για κάθε παραγωγό. «Πολλοί άλλοι σκηνοθέτες ακόμη διστάζουν να δουλέψουν το 3D, γιατί δεν υπάρχουν επιτυχημένα μοντέλα. Θέλαμε να είμαστε πρωτοπόροι στη διεύρυνση της κινηματογραφικής γλώσσας και στο 3D.»
Όμως η κατάκτηση του νέου πεδίου απαιτεί και μια έξτρα προσπάθεια: «Όλοι όσοι ενεπλάκησαν στην παραγωγή έπρεπε να μάθουν πώς να γυρίσουν μια 3D χορευτική ταινία. Ό,τι λειτουργεί σε δύο διαστάσεις, πρέπει να λειτουργήσει και τρισδιάστατα. Για τον λόγο αυτό, χρειαζόταν να κάνουμε την κατάλληλη έρευνα», υποστηρίζει ο παραγωγός του 3D κομματιού της ταινίας, Έργουιν Μ. Σμιντ.
«Με τη νέα 3D τεχνολογία, ο Βιμ Βέντερς απεικονίζει τη δουλειά του Tanztheater που μέχρι τώρα έθετε κάποια περιοριστικά όρια», τονίζει ο Πίτερ Παμπστ, set designer του Tanztheater Wuppertal από το 1980 και καλλιτεχνικός διευθυντής της ταινίας. «Το να σπάσεις τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη σκηνή και στον θεατή αποτελεί σημαντικό κομμάτι της χορογραφίας. Οι χορευτές έρχονται συνεχώς σε επαφή με το κοινό, ακόμη και κατεβαίνοντας από τη σκηνή. Έπαιζε πάντοτε σημαντικό ρόλο για την Πίνα Μπάους να «ολοκληρώνονται» οι χορογραφίες της στο κεφάλι, στα μάτια και στην καρδιά του θεατή.»

Τα γυρίσματα της ταινίας

Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν στο Wuppertal σε τρεις φάσεις: το φθινόπωρο του 2009, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2010. Στην πρώτη φάση, τα «Café Müller», «Le Sacre du printemps» και «Vollmond» παρουσιάστηκαν live στη σκηνή του Wuppertal Opera House, κάποια μπροστά σε κοινό, και μαγνητοσκοπήθηκαν πλήρως. Το πιεστικό πρόγραμμα περιοδείας του Tanztheater έδωσε μόνο αυτή τη δυνατότητα στους συντελεστές για γυρίσματα. Σε συνδυασμό με την περιπλοκότητα του 3D, η πρόκληση ήταν μεγαλύτερη εξαιτίας της ζωντανής παρουσίασης των χορογραφιών, μιας και δεν μπορούσαν να διακοπούν ή να επαναληφθούν.
Στη δεύτερη φάση της κινηματογράφησης, οι συντελεστές μαγνητοσκόπησαν το «Kontakthof», άλλο ένα κομμάτι της δουλειάς της Πίνα Μπάους, αυτή τη φορά χωρίς ζωντανό κοινό. Τα γυρίσματα έγιναν με τρεις διαφορετικούς τρόπους, όπως συνήθιζε κι η Μπάους: με τους χορευτές του Wuppertal Tanztheater, με άντρες και γυναίκες ηλικίας μεταξύ 65 και 80 ετών, και με νέους ηλικίας 14 ετών και άνω. Για τις σόλο εμφανίσεις τους, οι χορευτές άφησαν τον περιορισμένο χώρο της σκηνής και τις εκτέλεσαν σε δημόσιους χώρους και βιομηχανικά τοπία.

bausch
 Ποια ήταν η Πίνα Μπάους;

Η Πίνα Μπάους ήταν η καλλιτεχνική διευθύντρια του Tanztheater Wuppertal, το οποίο ίδρυσε το 1973. Η φήμη της, βέβαια, ξεπερνά τα όρια αυτά, καθώς θεωρείται από τις πρωτοπόρους του μοντέρνου χορού. Ανάμεσα στα έργα της, ήταν το πασίγνωστό «Café Müller» (1978) – έργο ημι-αυτοβιογραφικό γεμάτο αναμνήσεις από την οικογενειακή επιχείρηση -, το συναρπαστικό «Rite Of Spring» (1975) – με μία σκηνή καλυμμένη με λάσπη -, το «Nelken» (2005) – όπου οι χορευτές χόρεψαν σε μία σκηνή γεμάτη λουλούδια -, το «Palermo Palermo» (1989) – με χορευτές που χόρευαν ισορροπώντας με ένα μήλο στο κεφάλι τους – και το «Kontakthof» (1978) – όπου ερμήνευσε μια ομάδα χορευτών ηλικίας από 58 ως 77 ετών.
Η Μπάους δεν αποσύρθηκε από τη χορευτική σκηνή, ακόμα και σε μεγάλη ηλικία. Συνέχισε να χορεύει και στην εξηκοστή δεκαετία της ζωής της και, μάλιστα, το 2008 πραγματοποίησε και μεγάλη περιοδεία στη Μεγάλη Βρετανία, δημιουργώντας μεγάλες ουρές στο Sadler’s Well του Λονδίνου.
Ξεκίνησε να χορεύει σε μικρή ηλικία. Στην αρχή χόρευε καθαρά από χόμπι, ανάμεσα στα τραπέζια της οικογενειακής τους επιχείρησης. Σύντομα, όμως, η ασυνήθιστη σωματική της ευελιξία δε διέφυγε της προσοχής και στα 14 της γράφτηκε στην Ακαδημία Χορού Folkwang στο Essen, την οποία διηύθυνε ο Kurt Jooss. Ο εξπρεσιονιστής αυτός χορογράφος ήταν ένας από τους εμπνευστές του ausdruckstanz movement (ελεύθερος χορός), το οποίο συνδύαζε χορό, μουσική και θεατρικά στοιχεία. Το 1959, η Πίνα Μπάους κερδίζει μια τριετή υποτροφία για την Juilliard School της Νέας Υόρκης. Για το νεαρό της ηλικίας της, η εμπειρία ήταν έως και τραυματική, αλλά σίγουρα δε βγήκε χαμένη. Ανάμεσα στους δασκάλους της ήταν ο José Limón και το Antony Tudor. Ειδικά ο δεύτερος την ώθησε στα χορευτικά της όρια, λέγεται, μάλιστα, ότι μια φορά έφτιαξε για εκείνη μια χορογραφία η οποία περιλάμβανε 587 arabesques, 224 jetés και 184 στροφές.
Επιστρέφοντας στη Γερμανία, έγινε η βασική χορεύτρια του Jooss’s Folkwang Ballett για 7 χρόνια, μέχρι την πρώτη της χορογραφική προσπάθεια το 1968. Μετά τα πράγματα πήραν το δρόμο τους: το 1969 γίνεται διευθύντρια του Folkwang Ballett και καλλιτεχνική διευθύντρια το 1973. Η ομάδα μετονομάστηκε σε Tanztheater Wuppertal Pina Bausch και η πορεία του ξέφυγε από τα όρια του μπαλέτου. Το στιλ της διακρινόταν για την αμεσότητα και την ειλικρίνεια που μιλούσε στην καρδιά του θεατή, κάνοντας ορατή την ουσία πίσω από το φαίνεσθαι. Η ομάδα της περιλάμβανε χορευτές κάθε μεγέθους και ηλικίας, με έμφαση στην προσωπικότητα. Ένα από τα σημεία αναφοράς στις χορογραφίες της ήταν οι καθημερινές χειρονομίας. Όπως έλεγε κι η ίδια «…αυτό που προσπαθώ να κάνω, είναι να βρω μια γλώσσα για τη ζωή».
Η Πίνα Μπάους πέθανε από καρκίνο το 2009, λίγο πριν κλείσει τα 69 της χρόνια.
Πηγή: www.dancenews.gr

Πίνα Μπάους (2011) του Βιμ Βέντερς , κριτική προσέγγιση Γιάννη Καραμπίτσου. Κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ ή 3d κινηματογράφηση χορού; Πίνα 3d ή Πείνα για 3d;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: