The Big Picture – Η Μεγάλη φυγή (L’ homme qui voulait vivre sa vie) Σκηνοθεσία: Eric Lartigau, κριτική της Δήμητρας Γιαννακού

THE BIG PICTURE-Eric Lartigau

Παίζουν: Romain Duris, Marina Foïs, Niels Arestrup, Branca Katic, Catherine Deneuve, Eric Ruf

Κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από τις 31/03 ως τις 08/04, πολλές αξιόλογες ταινίες προβλήθηκαν, των τελευταίων κυρίως ετών, μεταξύ των οποίων κι ένα αφιέρωμα στον Claude Chabrol. Εκτός από μια συμβολή στα πολιτιστικά της πόλης, αυτό το Φεστιβάλ έδωσε μια πνοή ελπίδας για το σύγχρονο κινηματογράφο ˙ μάς έκανε να πιστέψουμε, δηλαδή, ότι αυτός δεν χάθηκε τελείως μέσα στα εύπεπτα σενάρια ανούσιων κωμωδιών ή ταινιών με happy end, όπου ο δυνατός και ωραιότερος νικάει τους πάντες και κερδίζει την πιο όμορφη…

Η ταινία του Eric Lartigau αποτελεί μια αντίσταση στο σύγχρονο ρεύμα των «εύκολων» φιλμ που προαναφέρθηκε, γιατί πολύ απλά έχει κάτι να πει. Πρόκειται για ένα ψυχολογικό θρίλερ που θίγει το ζήτημα της ταυτότητας και μας βάζει σε σκέψεις πάνω στην ιδέα της ύπαρξης και του πεπρωμένου. Η προσωπικότητά μας, ο τρόπος ζωής μας και ό, τι αφορά αυτόν ή τον επηρεάζει, μήπως είναι δημιούργημα του ίδιου του εαυτού μας; Μήπως ο ίδιος ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για την ουσία ή την έλλειψη αυτής στη ζωή του; Τέτοια και άλλα παρόμοια ερωτήματα θέτει η ιστορία του Douglas Kennedy, αφού το εν λόγω φιλμ αποτελεί μια μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του βιβλίου The Big Picture αυτού του αμερικανού συγγραφέα με το οποίο έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο, δεδομένου ότι μεταφράστηκε σε δεκαέξι γλώσσες.

Κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος και της ταινίας αντίστοιχα, είναι ο Paul Exben (Romain Duris): δικηγόρος σε μια μεγάλη εταιρία, με δύο παιδιά και μεγάλη οικονομική άνεση, φαίνεται να εκπληρώνει το μοντέλο του κοινωνικά επιτυχημένου. Ωστόσο από τη ζωή του λείπει κάτι πολύ ουσιαστικό: η πραγματοποίηση του ονείρου του να γίνει φωτογράφος. Έτσι, αλλοτριωμένος από την εργασία, την οικογένειά του και από τον ίδιο του τον εαυτό, ζει ουσιαστικά μέσα σε ένα ψέμα. Οι επιπτώσεις δεν αργούν να φανούν. Η γυναίκα του τον απατά με έναν μποέμ τύπο του φιλικού τους περιβάλλοντος που είναι..φωτογράφος. Κατά τη διάρκεια μιας λογομαχίας με τον τελευταίο, ο Paul Exben τον σκοτώνει άθελά του. Αυτό το συμβάν θα σηματοδοτήσει τη ριζική αλλαγή που θα πάρει η ζωή του αποτελώντας το μεταίχμιο που χωρίζει την ίντριγκα στα δύο. Ο Paul Exben θα οικειοποιηθεί την ταυτότητα του νεκρού και «βάζοντας το στα πόδια» κυριολεκτικά, θα αποφασίσει να ζήσει επιτέλους το πάθος του, να γίνει φωτογράφος.

Ο Eric Lartigau, γνωστός για τις κωμωδίες του Qui a tué Pamela Rose (Ποιος σκότωσε την Πάμελα Ροζ) και Prête-moi ta main (Δώσε μου το χέρι σου), έχει διανύσει μια καριέρα βοηθού σκηνοθέτη δίπλα σε μεγάλα ονόματα όπως του Emir Kusturica, αλλά και των Diane Kurys και Edouard Molinaro. Αυτήν τη φορά, έρχεται να μας καταπλήξει με τη Μεγάλη Φυγή (γαλλικός τίτλος Lhome qui voulait vivre sa vie δηλ. Ο άνθρωπος που ήθελε να ζήσει τη ζωή του), ταινία που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα.

Ο σκηνοθέτης έχοντας ολοκληρωτικά συλλάβει το βασικό νόημα του μυθιστορήματος, αφού πρώτα αναλύσει με λεπτομέρειες την ήσυχη και στενόχωρη ζωούλα ενός ασήμαντου μπουρζουά, θα βυθίσει στη συνέχεια το θεατή σε μια περιπέτεια με απρόσμενες εξελίξεις που υπόκειται το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας. Εκτός νόμου, κυνηγημένος από τα φαντάσματα του παρελθόντος, ο Paul Exben θα εξερευνήσει τον κόσμο της φωτογραφίας και κοντά σε αυτόν θα αναγεννηθεί.

Ο Eric Lartigau κατασκευάζοντας ένα φιλμικό κείμενο του οποίου η δομή αντιστοιχεί στην δομή της μυθιστορηματικής αφήγησης, χρησιμοποιεί τα συστατικά του θρίλερ για να μας παρασύρει σε μια εξερεύνηση της ύπαρξης, θέτοντας επί τάπητος τα μεγάλα ερωτήματα της ταυτότητας. Η αναντιστοιχία μεταξύ των βαθύτερων επιθυμιών και ονείρων της παιδικής ηλικίας και της θαμπής, άτονης (και ανούσιας κάποιες φορές;) ζωής του ενήλικα έρχεται στην επιφάνεια και προβάλλει την προβληματική της.

Το concept της ιστορίας αγγίζει θέματα διαχρονικά και παγκόσμια ˙ πάρα πολλοί άνθρωποι, ίσως οι περισσότεροι, έχουν ονειρευτεί να τους δινόταν μια ευκαιρία να τα εγκαταλείψουν όλα και να ξεκινήσουν από την αρχή μια νέα ζωή. Ο σφετερισμός της ταυτότητας ενός άλλου και μάλιστα ενός νεκρού, δεν μπορεί παρά να μας θυμίσει αυτό που έκανε ο David Lock (Jack Nicholson) μέσα στο Επάγγελμα Ρεπόρτερ. Βέβαια εκεί δεν είναι ο ίδιος δολοφόνος, ωστόσο ένα κοινό νήμα ενώνει τους δύο ήρωες: ο κόσμος μέσα στον οποίο ζουν είναι ψεύτικος, τους προδίδει και τον προδίδουν αντίστοιχα, και έχοντας φθάσει και οι δύο στα όριά τους – για διαφορετικό λόγο βέβαια ο καθένας- αδράττουν την ευκαιρία που τους παρουσιάζεται να γίνουν άλλοι. Πιο συγκεκριμένα, να δώσουν ζωή στο alter ego τους αφού πρώτα σκοτώσουν τον παλιό τους εαυτό.

Η μεταφορά ενός μυθιστορήματος στον κινηματογράφο απαιτεί ιδιαίτερη επιδεξιότητα και λεπτότητα από ένα σκηνοθέτη, τόσο σε επίπεδο μορφής–φόρμας όσο και σε επίπεδο περιεχομένου. Ο Eric Lartigau κατάφερε να διατηρήσει μια μεγάλη γκάμα στοιχείων του βιβλίου, την οπτική γωνία του συγγραφέα και κυρίως την ατμόσφαιρα, βαριά και αποπνικτική στην αρχή αλλά απελευθερωτική στη συνέχεια. Τα ντεκόρ, σε αυτή του την προσπάθεια, έπαιξαν τον κυριότερο ρόλο. Η μετάβαση από το σχήμα «δουλειά-σπίτι, σπίτι-δουλειά» (κάτω από το βλέμμα μιας αντιπαθητικής συζύγου που αποδίδει αρκετά καλά η Marina Foïs) στην άπλα, την ησυχία και την εξοχή, συμμερίζεται αντίστοιχα τη συναισθηματική κατάσταση του κεντρικού χαρακτήρα, οπτικοποιώντας το μυθιστορηματικό κείμενο και δίνοντάς του άλλες διαστάσεις. Ο Paul Exben επιδίδεται σε μια έρευνα της αλήθειας, θέλοντας να ανακαλύψει ποιος πραγματικά είναι. Πρόκειται για μια εσωτερική, υπαρξιακή εξερεύνηση η περιγραφή και η αναπαράσταση της οποίας εγγράφονται τόσο καλά στην απλή παρουσία ή αυτο-σκηνοθεσία της φύσης όσο και στους έξυπνους χειρισμούς της κάμερας του σκηνοθέτη. Χρησιμοποιώντας όλο και πιο κοντινά πλάνα, επικεντρώνεται βαθμιαία στο πρόσωπο του Romain Duris, φθάνοντας μέχρι τα gros-plan, ακολουθώντας εξελικτικά όλη την εσωτερική πορεία του ήρωα: από την αμφισβήτηση και απογοήτευση της πρώτης του ζωής, τον πανικό του φόνου και της φυγής μέχρι και τον τελικό αυτό-καθορισμό και επιβεβαίωση του εαυτού του. Συνεπίκουρος σε όλα τα παραπάνω, βέβαια, είναι η επιλογή του Romain Duris, αυτού του ηθοποιού, που γνωστός από πολλές ταινίες (LArnacoeur-Επαγγελματίας Καρδιοκατακτητής, Paris, Molière, De batter mon Coeur sest arreté-Ο χτύπος που έχασε η καρδιά μου, Les Pupées russesΡωσικές κούκλες κ. ά.) επιδίδεται σε μια επίδειξη υποκριτικών ικανοτήτων, υποδυόμενος διαφορετικούς τύπους κάθε φορά ανθρώπων μέσα στην ίδια την ταινία: του οικογενειάρχη και πατέρα, του εγκαταλελειμμένου συζύγου μέχρι και του φονιά που τρέπεται σε φυγή κυνηγημένος από το παρελθόν, χαμένος μέσα σε άγνωστα τοπία…

Όπως είπε σε μια συνέντευξη ο Douglas Kennedy, «ένα μυθιστόρημα και μια ταινία είναι δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι», κάτι που είναι καθολικά αποδεκτό. Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος αποτελούν δύο ξεχωριστούς γλωσσικούς κώδικες, δύο εντελώς διαφορετικά συστήματα έκφρασης. Πριν από οποιαδήποτε μετάβαση (προσαρμογή – διασκευή) από το ένα σύστημα στο άλλο, οι σημαινόμενες ιδέες ή αξίες είναι οι ίδιες εξαρχής. Ωστόσο, καθώς ο τρόπος σημασιοδότησης των παραπάνω είναι διαφορετικός στην οθόνη και διαφορετικός στο γραπτό λόγο, τα μέσα έκφρασης διαφοροποιούνται κατά τη μετάβαση, υπακούοντας το καθένα στο ανάλογο σύστημα. Έτσι, σε όλη αυτήν την πορεία μεταβολής ενός λογοτεχνικού κειμένου σε φιλμικό, τα ίδια τα στοιχεία παίρνουν μια άλλη διάσταση, «χρωματίζονται» διαφορετικά και τα σημαινόμενα στην οθόνη είναι διαφορετικής φύσεως από εκείνα του αρχικού κειμένου.

Οι 400 σελίδες του βιβλίου δεν θα μπορούσαν να χωρέσουν μέσα στις δύο περίπου ώρες της ταινίας. Ο σκηνοθέτης είχε την ευελιξία ωστόσο να αποδώσει όλη την εσωτερική σύγκρουση και αλλαγή που υφίσταται το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, επιτρέποντας στην εικόνα να συμπυκνώσει το χρόνο. Εστιάζοντας στο πρόσωπο του Paul Exben, ο Eric Lartigau ακολουθεί το χαρακτήρα του κατά τη διαρκή του μετάλλαξη και μεταβολή καθορίζοντας έτσι και το ρυθμό της ταινίας. Κάτι που θυμίζει αρκετά την περίφημη πρωτοποριακή ταινία του Eric Von Stroheim Greed (Les Rapaces) Τα αρπακτικά, όπου η ροή του χρόνου και της ιστορίας γίνονται αντιληπτά από τις συνεχόμενες αλλαγές (ψυχολογικές, κοινωνικού επιπέδου) που υφίστανται τα πρόσωπα.

«Το μυθιστόρημα είναι μια αφήγηση που οργανώνει (δημιουργεί) έναν κόσμο, η ταινία είναι ένας κόσμος που οργανώνεται σε αφήγηση (δημιουργεί μια αφήγηση)», κατά τον Jean Mitry (Esthétique et Psychologie du cinéma). Ας παρακολουθήσουμε, λοιπόν, τον κόσμο που ξεδιπλώνει κάτω από τα μάτια μας ο Eric Lartigau κι ας αναρωτηθούμε για τον δικό μας.

Δήμητρα Γιαννακού

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: