ΙΣΜΗΝΗ – ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ – Σκηνοθεσία Άσπα Τομπούλη Στη σκιά της Αντιγόνης, κριτική Νίκης Πρασσά

ismini
Λίγο πριν την επίσημη έναρξη του καλοκαιριού και με τις νυχτερινές περιπλανήσεις να γεμίζουν άρωμα ανθοστολισμένων μπαλκονιών, οι πολιτιστικές εξορμήσεις μοιάζουν σαν το απαραίτητο πρώτο κέρασμα της ανοιξιάτικης μέθης μας. Από τους ποιητές που ο μέσος Έλληνας γνωρίζει κάποια ποιήματα και από τους μύθους που οπωσδήποτε κάτι έχει ακούσει, ο Ρίτσος και η κατάρα των Λαβδακηδών έρχονται να συναντηθούν σε μια θεατρική βραδιά υψηλής αισθητικής και όμορφων νοημάτων. Στο Κουκάκι – μία από τις ωραιότερες συνοικίες της Αθήνας – και το στούντιο του Κινητήρα, η Κάτια Γέρου φοράει τα καλά της και υποδέχεται επί σκηνής την κόρη του Οιδίποδα, για να φορέσει το κοστούμι που της χάρισε ο ποιητής της Μονεμβάσιας.
Την συλλογή Ισμήνη, δημοσιευμένη στις αρχές της δεκαετίας του 70, διάβασα πολύ νωρίς, κάπου ανάμεσα στα σχολικά κιτάπια. Με το έργο του Ρίτσου ξανασυναντήθηκα πιο “επιστημονικά” κατά την διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων, μέσα από τις διδαχές ανθρώπων που αγάπησαν κι ανέλυσαν τις “αριστερές” στροφές του. Θυμάμαι τότε μία καθηγήτρια να αναφέρει πως ό,τι είναι στρατευμένο δεν είναι αληθινό, για να πάρει την απάντηση πως ό,τι είναι αληθινό είναι και στρατευμένο (ενάντια στο ψεύδος). Προσέτι είχα την τύχη να γνωρίσω την κόρη του ποιητή που θαύμαζα, μόνο και μόνο για να καταλάβω μέσα από το γαλούχημά του την εξαίρετη φύση εκείνου. Αρκετά με τις αγιογραφίες, ας καταδυθούμε στην κόλαση μίας παιδικής ψυχής, που θέλει να αποδράσει από το τετελεσμένο της ανθρώπινης μοίρας.
Στην Ισμήνη ο Ρίτσος χρησιμοποιεί πολύ έξυπνα την μικρότερη αδελφή της Αντιγόνης, προκειμένου να αντιστρέψει την ηρωοποίηση που της επεφύλαξε ο Σοφοκλής και να εξιστορήσει την ιστορία δύο κοριτσιών που είδαν τον κόσμο διαφορετικά η μία από την άλλη. Η Ισμήνη θυμάται το πείσμα και την εναλλακτική στάση της Αντιγόνης, ένα πείσμα και μία στάση ζωής που την οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια στον θάνατο – “ποτέ της δεν ήταν η αδελφή μου τόσο ωραία όσο νεκρή”. Η νεανική ορμή της επιθυμίας της έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την άρνηση κάθε επίγειας απόλαυσης της άλλης, εκείνης που δεν γεύτηκε ούτε τον έρωτά της με τον Αίμονα – κυρίαρχο πρόσωπο στην ζωή και της Ισμήνης. Η Αντιγόνη και η Ισμήνη είναι θαρρείς οι δύο όψεις ενός εαυτού που διχάζεται ανάμεσα στο θέλω και το πρέπει. Το ένστικτο (αυτοσυντήρησης;) και ο λόγος αντιμάχονται μέσα από τις στροφές του ποιητή. Αδελφή θρηνεί αδελφή, και οι όποιες αναλογίες δικές σας. Μετά την εμπειρία της εξορίας, για μια ακόμα φορά άμα τη ελεύσει της δικατορίας, ο Ρίτσος αρχίζει να προβάλλει τον αντιήρωα και σαν τον Σέλιν να περιγράφει με κυνισμό – όχι στο ίδιο ασφαλώς επίπεδο – το καθήκον στην ηθική που οδηγεί σε μία πρόωρη θέση στο χώμα.
Η Άσπα Τομπούλη πήρε μία ικανότατη ηθοποιό, την Κάτια Γέρου – καμάρι του θεάτρου τέχνης – και την άφησε να γυρίσει πίσω στη νιότη της, να χαρεί σαν παιδί και να λυγίσει από τον πόνο της απώλειας. Με εμφανείς αναφορές στο σκηνικό της μετακατοχικής περιόδου ντροπής, όπου ένα σπίτι χωρίστηκε στα δύο – όπως η αιφνιδιαστική εισαγωγή με τα όπλα να πέφτουν ως μάννα εξ ουρανού – και την θλιβερή επταετία – στην τελική έξοδο, με τον εκτελεστή που μπαίνει ως άγγελος θανάτου στο δωμάτιο και παρακολουθεί αργά το υποψήφιο θύμα του, η σκηνοθέτης εγκλώβισε την ηρωίδα μέσα σε ένα σκηνικό γεμάτο σκιές και φαντάσματα – λ.χ το κρεμασμένο φόρεμα της Αντιγόνης. Θα προτιμούσα βέβαια μία περισσότερο αφαιρετική και λιγότερο συμβολική δράση, ενώ θεωρώ πως πολύ αδύναμος ήταν ο σιωπηλός θεατής (Ηλίας Σαγίς) που δεν έμοιαζαν απολύτως ρεαλιστικές οι αντιδράσεις του.
Η ίδια η Κάτια Γέρου, την οποία συνάντησα δεύτερη φορά φέτος, μετά την Μπλανς που έφτιαξε για το Λεωφορείο ο Πόθος, καταφέρνει να ξεπεράσει τον κίνδυνο της απαγγελίας, και ζωντανεύει έναν χαρακτήρα γεμάτο αγάπη, πόνο, κατανόηση, απελπισία, κωμικό ενίοτε αλλά και τραγικό, τόσο πλούσιο όσο δεν περιμένεις ποτέ από τον αφηγητή ενός ποιήματος. Θα προτιμούσα βέβαια λίγη περισσότερη κίνηση ώστε κάποιες αναμενόμενες σκηνοθετικές λύσεις να μετατραπούν σε καινοτόμες ιδέες. Επίσης οι πρακτικές ανάγκες που όριζαν το παιχνίδι με τα φώτα θα έλεγα πως ήταν ένας μικρός θάνατος για την ελεγειακή απόχρωση της παράστασης.
Η Ισμήνη – Κάτια θα ανταμείψει εσάς και θα τιμήσει τον πνεύμα του Ρίτσου, κι είναι αυτό αρκετό για να γνωρίσετε όσοι δεν ξέρετε ήδη και να θυμηθείτε όσοι είχατε κάποτε επαφή, τις λέξεις ενός ανθρώπου που θέλησε να μας φωνάξει πως “γεννηθήκαμε μόνο και μόνο για να παραδεχτούμε απλώς πως θα πεθάνουμε. Ωστόσο, στα διαλείμματα αυτής της άδικης ερώτησης κινείται η ζωή μας.”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.