ΟΙ ΝΑΥΑΓΟΙ ΤΗΣ ΤΡΕΛΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ – ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ – ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ, κριτική Νίκης Πρασσά

arian_mnouchkine_3

Τετάρτη απόγευμα, ημέρα της γενικής απεργίας – και καθολικής βίας – από την έκρυθμη και γεμάτη χημικά κατάσταση στην πλατεία Συντάγματος, φτάνω στο αεροδρόμιο, όχι για να πάρω το πρώτο αεροπλάνο προς άγνωστη κατεύθυνση, αλλά για να υποδεχτώ τους ναυαγούς της Αριάν Μνουσκίν – και μαζί την όποια ελπίδα κομίζουν. Με αφετηρία τους την πρωτεύουσα της μεγαλύτερης χώρας της Ευρώπης, το Παρίσι, οι «άτυχοι» ταξιδιώτες σάλπαραν στ’ ανοιχτά της Μεσογείου, για να βρουν λιμάνι στις ακτές μιας «ναυαγισμένης» χώρας. Μαζί τους έφεραν τις αρετές της πολιτικής σκέψης και καλαίσθητης γλώσσας, κι έτσι για λίγες μέρες σε πολλά λεπτά της ώρας, ελάχιστοι τυχεροί ζεστάθηκαν από τις ακτίνες του θεάτρου του ήλιου.

Με τις βαλίτσες τους γεμάτες αναμνήσεις από το ταξίδι στον κόσμο του Ιουλίου Βερν, οι ηθοποιοί και η σκηνοθέτης της παράστασης μας περίμεναν στον Athens Metropolitan Expo, στα Σπάτα, για να ξεκινήσουμε όλοι μαζί την περιπετειώδη επίσκεψη «στη Μαγγελανία». Το σχεδόν άγνωστο έργο του Ιουλίου Βερν, γραμμένο από τον ίδιο το 1897, αλλά δημοσιευμένο το 1909 μετά από συγγραφική παρέμβαση και του γιου του, γνωστό τόσο με το όνομα αυτού του μέρους – προορισμού και καταφυγίου της ελπίδας των ηρώων του αλλά και κατοικία του κεντρικού, παράξενης ιδιοσυγκρασίας, χαρακτήρα του – όσο και με τον δευτερογενή τίτλο «Οι ναυαγοί του Ιωνάθαν», πραγματεύεται την ιστορία ενός ανθρώπου στο πουθενά, ο οποίος προσπαθεί να δημιουργήσει μία νέα κοινωνική πραγματικότητα με τους ανθρώπους που η μοίρα έφερε στον τόπο του. Χρησιμοποιώντας μόνο τον σκελετό της αφήγησης – ας πούμε την αρχή, μέση και τέλος – η Μνουσκίν συνθέτει πάλι το προσωπικό της παραμύθι – και παραμυθία θα έλεγες – έναν ζοφερό θρήνο της ανθρωπότητας με μία μικρή νότα τελικής αισιοδοξίας. Ο τρόπος που το κάνει δεν είναι καινούργιος, τα μέσα που διαθέτει οπωσδήποτε οικεία στους τιμητές των παραστάσεών της, το αποτέλεσμα όμως παραμένει απολαυστικό και πλήρες έξυπνων ιδεών.

Η θεατρική διασκευή του έργου δεν εξαντλεί τις όποιες αλλαγές της σε δήθεν εκμοντερνισμό και κίβδηλες προτάσεις προσωπικής ματαιοδοξίας της Μνουσκίν. Η κόρη του Ρώσου παραγωγού κινηματογράφου Αλεξάντερ, τιμάει τις καταβολές της και πλάθει μία ταινία μέσα στην παράσταση που είναι κατ’ ουσία αναπαράσταση της πρώτης, όπως μας δίνει τις λεπτομέρειές της η απόγονος ενός εκ των πρωταγωνιστών. Ο Φελίξ παραχωρεί τη σοφίτα του εστιατορίου του, μαζί και τους εργαζομένους, στον Ζαν και τους συνεργάτες του, προκειμένου να κάνουν τέχνη για τον λαό. Κάπως όπως η ίδια η σκηνοθέτης ξεκίνησε να συγκεντρώνει γύρω της πλήθος κόσμου, από κάθε φυλή και έθνος, ώστε μαζί να φτιάξουν την κολεκτίβα που είναι σήμερα γνωστή ως θέατρο του ήλιου. Θα μπορούσες να παραλληλίσεις τον Ζαν με την Αριάν, μιας και είναι εξίσου τρυφεροί ως προς τους συνεργάτες τους όσο και απηνείς με τα καλλιτεχνικά τους θέλω. Φτωχός ο μεν, με δυσκολία στην εξεύρεση πόρων – λίγο πριν το τέλος το φιλμ συμπυκνώνεται ένεκα της έλλειψης μπομπίνων – λιτοδίαιτη η δε, με στόχο τον εμπλουτισμό της πολιτιστικής κληρονομιάς του θεάτρου, και όχι την οικονομική ευμάρεια. Οι δημοκρατικές διαδικασίες που ακολουθεί στη λήψη των αποφάσεων ο Ζαν θυμίζουν τα όσα ακούμε για την εμπιστοσύνη που δείχνει η Μνουσκίν στον θίασό της. Αποφάσεις που λαμβάνονται και σχέδια που απορρίπτονται από την ομάδα, δείχνουν τον δρόμο – ασφαλώς είναι η αντίθετη κατεύθυνση – στους νέους ανθρώπους, με τα τεράστια εγώ δυσανάλογα προς την, σχεδόν ανύπαρκτη, ανάγκη συλλογικής δουλειάς, πειθαρχίας σε εσωτερικούς κανόνες και πάνω από όλα έρευνας.

arian_mnouchkine_4

Οι πρώτες νότες απαλής κλασικής μουσικής (η παράσταση είχε επενδυθεί μουσικά από συνθέσεις μεγάλων δημιουργών – μέχρι και Κάρμινα Μπουράνα ακούσαμε, που έμοιαζε με τραγική ειρωνεία αν λάμβανες υπ’ όψιν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα) τοποθέτησαν τους ήρωες στον άδειο χώρο για να αρχίσει το στήσιμο, από τα χέρια των ίδιων των ηθοποιών, των σκηνικών. Η συμφωνία έγινε, η πρώτη σκηνή – δοκιμαστικό αρχικά και στη συνέχεια αναπροσαρμογή ρόλων και κανονικό γύρισμα – διαδραματίστηκε με χιούμορ και αποτύπωνε την δολοφονία ενός, ασπαζόμενου μαρξιστικές θεωρίες τις οποίες ήθελε να κάνει πράξη, ευρωπαίου μονάρχη. Αυτό που καθ όλη τη διάρκεια του έργου συμβαίνει, είναι να παρακολουθείς την υπόθεση της ταινίας, ταυτόχρονα το παρασκήνιο αλλά επίσης και την αλλαγή του σκηνικού στην κοινωνία της εποχής, μιας και ο Φελίξ και οι λοιποί ζουν και δρουν το 1914, παραμονές της έναρξης του πολέμου που αναστάτωσε την υφήλιο, βουτώντας στο αίμα τον γεωγραφικό χάρτη και σβήνοντας τα δεδομένα στον πολιτικό.

Η Μνουσκίν εκτός από το θέατρο αγαπάει τον άνθρωπο, αγαπάει τον «λαό». Τα πολιτικά μηνύματα και εδώ δεν λείπουν, πολιτικά με την έννοια του επιθέτου έτσι όπως μας το σύστησαν οι αρχαίοι στοχαστές και όχι τα σύγχρονα εκφυλισμένα πιόνια κομματικών χρωμάτων, θεσμικών ρόλων και εξουσιών. Η είσοδος της χώρας στον πόλεμο με όσα αυτό συνεπάγεται για την ανεμελιά των μέχρι τότε «ηθοποιών», μοιάζει να ακολουθεί την βαριά και σκοτεινή ατμόσφαιρα της πορείας των ναυαγών. Οι δολοφονίες εκεί αποδεκατίζουν τους χαρακτήρες, την ίδια στιγμή που η επιστράτευση ερημώνει το «πλατό». Ωστόσο η τρελή ελπίδα – το όνομα του εστιατορίου – και ο φάρος που ο ναυαγός με τον προστατευόμενο του Ινδιάνο φτιάχνουν στο τέλος της ταινίας συντηρούν την αισιόδοξη ματιά της γαλλίδας δημιουργού.

Στα 225 λεπτά της διάρκειας ανθολογείς πάμπολλες σκηνές, πλην όμως δε νομίζω πως υπάρχει πιο ξεκαρδιστική – και οξυδερκέστατα καυστική – από εκείνη όπου συναντιέται η βασίλισσα Βικτώρια της Αγγλίας με τον Κάρολο Δαρβίνο, σε μία σεκάνς που καθορίζει τις δραματουργικές εξελίξεις αλλά παράλληλα διακωμωδεί τον τρόπο που η εξουσία χρησιμοποιεί την επιστήμη, και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό – καθόλου ευγενής η άμιλλα δεδομένων των αθέμιτων μέσω που μετέρχονται οι παίχτες, δηλαδή κλεψιά – στο παιχνίδι της κατάκτησης του κόσμου.

Μία από τις πιο εύστοχες αλληγορίες του έργου ήταν η σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον Εμίλ, την προσωποποίηση του κεφαλαίου, με τον αδερφό του και την σύζυγο του τελευταίου, διάσημη τραγουδίστρια της όπερας, οι οποίοι όλοι μαζί, με εμφανή την πίεση του πρώτου, ταξιδεύουν από το Κάρντιφ στην Αυστραλία ακολουθώντας το χρήμα. Ο πρώτος είναι εκείνος που ανακαλύπτει τον χρυσό στην χώρα των Ινδιάνων Ακαλούφ, και πείθει το αίμα του να μείνει εκεί για να πλουτίσουν. Σε επίπεδο συμβολισμών δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσεις στο ισχυρό ταπεραμέντο του Εμίλ την οικονομική εξουσία, με τον αδερφό του στην θέση της πολιτικής που διαφθείρεται πολύ εύκολα από τις υποσχέσεις εύκολου κέρδους, ενώ στη μέση η ίδια η κοινωνία αργοπεθαίνει από τα καμώματα εκείνων που θα όφειλαν να την υπερασπίζονται και φροντίζουν.

Από το κινηματογραφικό σύμπαν περνούν ο Ουγκώ – ακούγεται ο συγκλονιστικός λόγος που εκφώνησε στο συνέδριο της ειρήνης το 1849 – αλλά και ο Μαρξ ασφαλώς, ενώ η θεματική καλύπτει μία γκάμα προβλημάτων, όπως η μετανάστευση, η πάλη των τάξεων, η εγκληματικότητα, η εξόντωση ολόκληρων φυλών, το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, οι ιεραποστολές και όλα όσα απομακρύνουν τον άνθρωπο από την ομόνοια, δημιουργώντας επικίνδυνες ανισορροπίες. Μία από τις πιο ουσιαστικές ατάκες που συγκράτησα ήταν η εξής: “δεν μπορείς να διαλέγεις έθνος και να το υπερασπίζεσαι, πρέπει να υπερασπίζεσαι ολόκληρη την ανθρωπότητα».

Θα αναρωτηθείτε ίσως τι το διαφορετικό είχε αυτή η παράσταση, πέρα από την πολιτική της φιλοσοφία. Η Μνουσκίν πολύ έξυπνα αναιρεί τις ίδιες της τις τοποθετήσεις αποκαλύπτοντας την ελευθερία της βούλησης που υπάγεται στην ανθρώπινη φύση. Ο σκηνοθέτης λόγου χάρη θέλει το κεφάλαιο να «βιάζει» την εργατική τάξη, οι ηθοποιοί ωστόσο αποδεικνύουν πόσο μερικές φορές οι δυο τους «τα βρίσκουν» σε γωνιές σκοτεινές και μέρη απόμερα. Ταυτόχρονα η Αργεντινή αψιμαχεί με ωραίο κι ευγενικό τρόπο – ήτοι διπλωματικά – με την Χιλή, οι δυο πρωταγωνίστριες έχουν όμως άλλη άποψη, επιβάλλοντας την βία σε όλο το πλατό. Το κείμενο δηλαδή σχολιάζεται και αναιρείται διαρκώς από την δράση, με αποτέλεσμα να τίθενται υπό αμφισβήτηση ιδέες που κάποτε μας οδήγησαν σε αδιέξοδο – εθνικισμός, αναρχία για να αναφέρω μόνο κάποιες.

Σε συνθήκη απόλυτης ελευθερίας η πλεονεξία καταστρέφει τον παράδεισο του Τζον Σαλβατόρ, ο πόλεμος πάλι επεμβαίνει για να επισπεύσει την ολοκλήρωση των γυρισμάτων. Κατ’ αυτό τον τρόπο επιστρέφουμε και εμείς στα παρασκήνια, μιας και πέραν της πολιτικής η Μνουσκίν δεν ξεχνάει να στηλιτεύσει τα κακώς κείμενα της τέχνης. «Είναι έργο του θεού να δώσει σε κάποιον έναν ρόλο αντί σε κάποιον άλλο» λέει στην αρχή η αφηγήτρια καθώς ο πρωταγωνιστικός ρόλος αλλάζει χέρια. Με ανάλαφρη διάθεση η σκηνοθέτης χτίζει σχέσεις ερωτικές, φιλικές, συναδελφικές, για να συνθέσουν την κινηματογραφική της οικογένεια.

Οι ηθοποιοί του θεάτρου, πραγματικά εντυπωσιάζουν με τις υποκριτικές και κινησιολογικές δεξιότητές τους. Σαν αίλουροι στήνουν και ξεστήνουν το σκηνικό (το οποίο δεν είναι καθόλου μα καθόλου απλό), φωτίζουν τις σκηνές, διαρκώς παρόντες και εκτεθειμένοι στα μάτια του κοινού από την πρώτη κιόλας στιγμή, μέσα στα καμαρίνια τους (τους βλέπουμε προτού ξεκινήσει η παράσταση καθώς ετοιμάζονται εκεί). Με κέφι και όρεξη εμφανή γιορτάζουν κάθε μέρα την παρουσία της στην κολεκτίβα αυτή, με ενέργεια που σπάνια βλέπεις επί τόσες ώρες στο θέατρο. Η λέξη κλειδί στις ερμηνείες τους είναι αλήθεια. Όχι παίζω, όχι νομίζω πως ερμηνεύω αλλά δοκιμάζω να ερευνήσω τις δυνατότητές μου, να εξασκήσω την ψυχή, το σώμα, τις αισθήσεις μου εξελίσσοντας τις αντοχές μου στο σανίδι. Συνειδητά και με κατεύθυνση η λειτουργία τους, όχι αποπροσανατολισμένη αλλά και όχι αυστηρά προκαθορισμένη από έναν δράκο – σκηνοθέτη που πετάει φωτιά για να κάψει ό,τι χέρσο έχει απομείνει στο οπτικό του πεδίο.

Η παράσταση χρωστάει πολλά σε δύο «αφανείς» , μα ωστόσο πολύ σημαντικούς συνεργάτες. Η Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες στον ρόλο της αφηγήτριας, με τα πολύ καλά ελληνικά και την εξωτική προφορά της, δημιούργησε την απαραίτητη ρετρό ατμόσφαιρα, τυλίγοντας με νοσταλγία τα τεκταινόμενα. Ταυτίστηκα μαζί της και πίστεψα πως το θαύμα που συντελούταν μπροστά μου, ανήκε σε ένα παρελθόν που κάποτε έζησα. Συνδετικός κρίκος η φωνή της και μαζί η μουσική του Jean- Jacque Lemetre, που έδινε άλλοτε τον παλμό της έντασης κι άλλοτε ψιθύριζε την αγωνία, συχνότερα όμως πασπάλιζε με τρυφερότητα και γλυκύτητα τους συντελεστές της κινηματογραφικής υπερπαραγωγής.

Οι ναυαγοί του τίτλου, εκτός από την κυριολεκτική σημασία της λέξης για να περιγράψουν τους ήρωες της μυθοπλασίας, κρύβουν και τους συντελεστές της ταινίας, που την είδαν σχεδόν να ναυαγεί, αλλά πολύ περισσότερο συμβολίζουν εμάς τους υπόλοιπους, την κοινωνία, την ανθρωπότητα, που μπροστά στα αδιέξοδα υψώσαμε κι άλλα τείχη, μπροστά στα ερείπια κατεδαφίσαμε κι άλλους πολιτισμούς, μπροστά στην πλήρη κατάρρευση των αξιών γκρεμοτσακίσαμε όλα τα ιδανικά. Οι ναυαγοί είμαστε εμείς, και η Μνουσκίν με την παράσταση φτιάχνει έναν φάρο, μήπως και κατορθώσει να διασωθεί η τρελή ελπίδα.

Αυτό που με παραξένευσε και το προσθέτω ως υστερόγραφο, είναι το ετερόκλητο κοινό που παρακολούθησε το έργο. Χάρηκα για την παρουσία παιδιών , εφήβων και νέων στην παράσταση, δεν μπορώ όμως να μην αναφέρω πως δεν ήταν η πλειοψηφία, καθώς επίσης πως ήταν κρίμα που οι περισσότεροι φίλοι και γνωστοί μου, άνεργοι ή χαμηλόμισθοι , δεν μπόρεσαν να επωφεληθούν των ιδεών της Μνουσκίν που τους αφορούσαν τόσο άμεσα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: