MAY B – MAGUY MARIN Όπου οι μπαλαρίνες ζωγραφίζουν το ανθρώπινο παράλογο, κριτική Νίκης Πρασσά


May-B1

Ο Beckett έλεγε perhaps, η Marin λέει may b. Εμείς πάλι αρνούμαστε το ίσως και αποδεχόμαστε με κατάφαση την πρόσκληση του Φεστιβάλ Αθηνών για να παρακολουθήσουμε την εμπνευσμένη δουλειά της δεύτερης, με ερεθίσματα από το σύνολο του έργου του πρώτου.

Κερδίζοντας το πρώτο βραβείο της την χρονιά που εγώ γεννήθηκα, ταξιδεύει στην Αθήνα την παράσταση που συνέθεσε τρία χρόνια μετά (1981), δίνοντάς στο κοινό την ευκαιρία να γνωρίσει τα πρωτόλεια βήματα μιας σπουδαίας χορογράφου.

Oι χαρακτήρες της Γαλλίδας δημιουργού ακολουθώντας τους ήρωες του Ιρλανδού συγγραφέα, διαγράφουν μία πορεία στον χώρο που περισσότερο από χορευτική απόδοση, θυμίζει παρωδία της ανθρώπινης κατάστασης. Αναδυόμενες φιγούρες μέσα από το απόλυτο σκοτάδι, με πρόσωπα βαμμένα ένα μελαγχολικό γκρι, διασκεδάζουν την αρχική βαριά ατμόσφαιρα με ένα χιούμορ άκρως ανατρεπτικό. Χαρμολύπη θα το έλεγαν οι παλιότεροι, ο Beckett ωστόσο του έδωσε το σχήμα της αισιοδοξίας μέσα στην επικυριαρχία του απαισιόδοξου. Οι – πιο πολύ ηθοποιοί παρά χορευτές –ερμηνευτές της χορογράφου, ερέθισαν τον αμφιβληστροειδή της σκέψης μας, διεγείροντας τα εγκεφαλικά μας κύτταρα με εικόνες σχεδόν μαγικές (τόσο από την άποψη της σύλληψης – σκηνοθεσίας, όσο κι εκείνης της εκτέλεσης και επένδυσης – βλέπε φώτα / μουσική).

“Fini, c’est fini ça va finir, ça va peut-être finir” βροντοφωνάζει ο θίασος ως άλλος Clov, και οι θεατές αμέσως ξεσπούν σε γέλια. Τίποτα δεν είναι πιο αστείο από την δυστυχία γράφει ο Beckett στο Τέλος του παιχνιδιού, κι εδώ η Marin ξεδιπλώνει σκηνές μοναξιάς, απόγνωσης, ματαιότητας αντιμετωπίζοντάς τες με ματιά τρυφερή, ως μία συνθήκη που απλά εγκαταλείπει όποιες προσδοκίες στο έλεος της τυχαιότητας. Σκληρό περιεχόμενο, απαλή γλώσσα, με την αρχική ομάδα να διασπάται και στο τέλος να απομένει το Εν, ο άνθρωπος στην αναγκαστική του έξοδο προς τον θάνατο. Πένθιμο εμβατήριο; Όχι ακριβώς.

Η αρχική σεκάνς με τους χορευτές να αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους, ξυπνώντας τις αισθήσεις τους, ανακαλύπτοντας τον έρωτα, και στη συνέχεια ο ένας τον άλλον έδωσε την σκυτάλη σε ένα πάρτι γενεθλίων με μοιραία κατάληξη. Ο Schubert, κατά κύριο λόγο, εμφύσησε την απαραίτητη ένταση στη συναισθηματική φόρτιση του κοινού, καθώς σχηματοποιούσε τον λόγο που έφεραν τα κορμιά των ερμηνευτών. Όταν μάλιστα δεν υπήρχε ηχητική επικάλυψη, μπορούσες να αφουγκραστείς τον θόρυβο της πάλης κάθε μέλους του σώματος ενός έκαστου των χορευτών, έτσι όπως αγκομαχούσαν να καταλάβουν την θέση τους στον χώρο και την ιστορία.Ο κύκλος άνοιξε κι έκλεισε με την ίδια φράση, πλην όμως στο ενδιάμεσο προλάβαμε να δούμε να αναπτύσσονται οι ιδέες της Marin επάνω στην υπαρξιακή αγωνία του ατόμου. Όταν οι χορογράφοι φιλοσοφούν, οι ερωτήσεις εξακολουθούν να μην έχουν απάντηση, είναι ωστόσο πολύ ενδιαφέρων ο τρόπος που τίθενται.

Σε μία παράσταση που ακόμα και η υπόκλιση είναι αυστηρά σκηνοθετημένη, με τους χορευτές να μην έχουν ούτε ένα δευτερόλεπτο δική τους παρουσίας, δεν θα μπορούσες παρά να χειροκροτήσεις κατευχαριστημένος για τα ενενήντα λεπτά που αφιέρωσαν στον μικρόκοσμό σου. Και βγαίνοντας στην Πειραιώς να συνεχίσεις να αναρωτιέσαι πώς ένα θέαμα στημένο στις αρχές της δεκαετίας του ’80 μοιάζει σαν να φτιάχτηκε μόλις χτες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: