Άντζελα Μπρούσκου: Δεν είμαι συνήγορος της Κλυταιμνήστρας, συνέντευξη στον Νικόλα Ζώη (εφ)

antzela_brouskou_den_eimai_synigoros_tis_klytemnestras

Το θέατρο δεν είναι δικαστήριο με ενόρκους και εισαγγελείς. Η σκηνοθέτρια με την ερευνητική ματιά το γνωρίζει καλά αυτό, κι ας επιμένει να καταπιάνεται με θέματα βίας και δικαιοσύνης. Αυτή τη φορά επιλέγει ένα πρόσωπο του αρχαίου δράματος, ιδανικό για τα θεατρικά ενδιαφέροντα της, και του δίνει την ικανότητα να περιπλανηθεί στη μνήμη για να αναμετρηθεί με όσους την έπιασαν στο στόμα και στην πένα τους. Είπαμε όμως, όχι απαραίτητα για να την υποστηρίξει. Γιατί η Κλυταιμνήστρα, μυθικό πρόσωπο και σύμβολο για αιώνες, ξέρει πια να υπερασπίζεται τον εαυτό της.

Από τον Νικόλα Ζώη

Φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης

Αν η φιλόδοξη ηρωίδα του αρχαίου δράματος είχε με κάποιο τρόπο τη δυνατότητα να εφεσιβάλει την υπόθεση της και να εγκαινιάσει, όπως ο γιος της, ένα ακόμα επίπεδο κοινωνικής ορ­γάνωσης, ένα σύγχρονο δικαστήριο θα είχε περισσότερα ζητήματα να λάβει υπόψη του. Η Κλυταιμνήστρα μπορεί και να εμφανιζόταν στην αίθουσα αγέρωχη, με τον αέρα μιας vamp, έτοιμη να υπο­στηρίξει, αν όχι την αθωότητα της, του­λάχιστον το δικαίωμα σε κάποιο ελα­φρυντικό. Εξάλλου, για το αν έκανε ή αν δέχτηκε περισσότερο κακό, οι μελετη­τές της ακόμα ερίζουν. Ενώ, εδώ και αιώ­νες, τα επιχειρήματα των μαρτύρων κα­τηγορίας δεν ακούγονται σε όλους ισχυρότερα από εκείνα των μαρτύρων της υπεράσπισης. Αν μάλιστα κάπου στο ακροατήριο καθόταν και η Αντζελα Μπρούσκου, ίσως να έκαναν αισθητή την παρουσία τους και μερικές πτυχές της υπόθεσης ακόμα. Η απόφοιτος του Θεά­τρου Τέχνης, η μία έκτων ιδρυτριών του Θεάτρου Δωματίου και υπεύθυνη για πολλές παραστάσεις κλασικού αλλά και ερευνητικού ρεπερτορίου, μπορεί να μην έπαιρνε ξεκάθαρη θέση, θα έπιανε όμως χαρτί και μολύβι και θα σκάρωνε μια πα­ράσταση στην οποία η Κλυταιμνήστρα δεν θα ανήκε σε άλλο γένος παρά σ’ εκείνο που «ήταν πάντα αντικείμενο αντικείμενο βίας». Η ίδια προσδιορίζει καταστατικά αυτή την προσέγγιση: «Αισθάνομαι απλά ότι, απ’ την εποχή της Κλυταιμνήστρας μέχρι σήμερα, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και τόσο πολύ. Η γυναίκα πάντα ήταν το αντικείμενο βίας, το αποδεικνύ­ουν και οι στατιστικές. Ακόμα κακοποι­ούνται, κι αυτή η πραγματικότητα σα­φώς και αναμετριέται σήμερα με το πρόσωπο μιας γυναίκας όπως εκείνη».

Η αρχική αιτία πίσω απτην επιλογή της ηρωίδας ποια ήταν;

Πάντα μ’ ενδιέφερε, όχι μόνο θεατρικά αλλά και ως γυναίκα, το θέμα της βίας και της κακοποίησης. Απλά, σ’ αυτό το πρό­σωπο συναντιούνται ακόμα περισσότερα πράγματα, για τα οποία πρέπει να μιλάμε. Είναι θέματα που έχω αντιμετωπίσει κι εγώ στη ζωή μου. Έχω βρεθεί αντιμέτωπη και με βία σωματική, όταν έπρεπε κάποια στιγμή να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Οι νόμοι, όμως, το κράτος και η κοινωνία, μ’ ένα τρόπο την καλύπτουν και την κου­κουλώνουν, όπως κάνει κι η οικογένεια. Είτε γιατί ντρεπόμαστε, είτε γιατί φοβό­μαστε, είτε γιατί δεν θέλουμε ν’ αποκαλύ­ψουμε μια αλήθεια που θα εμπλέξει και άλλους ανθρώπους.

Γιατί όμως το 2011 μιλάμε ακόμα γι’ αυτά τα ζητήματα; Τόσες λίγες βελτιώ­σεις έχουν γίνει;

Γιατί σε όλες τις θρησκείες και σ’ όλα τα μέρη όπου εντοπίζεται η θρησκευτική εξάρτηση, η γυναίκα είναι ακόμα σύμβολο κακού και πονηριάς. Είναι αυτή η οποία αποπλανεί τον άντρα, αυτή που, σε σχέση μ’εκείνον, βρίσκεται από κάτω – ποτέ επί ίσοις όροις. Από παλιά, όταν είναι αδιά­θετη είναι μολυσμένη και πρέπει ν’ απο­φεύγεται. Όταν είναι έγκυος είναι βάρος. Η ελεύθερη σκέψη και γνώμη της έρχονται πάντα σε δεύτερη μοίρα. Υπάρχουν ακόμα χώρες που κάνουν κλειτοριδεκτομή…

Το αρχαίο δράμα είχε τρόπους να δι­καιώσει τη γυναίκα, να τη βγάλει απτη θέση στην οποία την ήθελε ο κοινωνι­κός της ρόλος;

Παρόλο που η γυναίκα ούτε στη δημο­κρατία της αρχαίας Αθήνας είχε δικαιώ­ματα, στην τραγωδία τουλάχιστον μπο­ρούμε να την ακούσουμε, ν’ ακούσουμε τον δημόσιο λόγο της. Στο αρχαίο δράμα μπορούμε να δούμε πολύ καθαρά τη σύν­θετη φύση της, η οποία δεν περιλαμβάνει μόνο ένα πράγμα. Δεν είναι η σύζυγος ενός άντρα. Είναι αυτόνομη ύπαρξη, ανε­ξάρτητη, με γνώμη, που γεννάει παιδιά και τα μεγαλώνει.

Ακόμα και να τα σκοτώνει;

Να σκοτώνει το γένος του πατέρα, όχι αυτά. Το αρχαίο δράμα κάνει διάλογο μ’ αυτή τη διαφορά. Δεν λέω ότι δικαιολο­γείται τέτοιος φόνος, δεν πιστεύω όμως ότι υπάρχει γυναίκα που θέλει, για παρά­δειγμα, να στείλει τα παιδιά της στον πό­λεμο για να πεθάνουν. Ο Χάινερ Μίλερ λέει ότι η Ιφιγένεια είναι το πρώτο θύμα του Τρωικού Πολέμου – κάτι που συχνά παραγνωρίζουμε για χάρη των αντρών-θυμάτων. Και κάπου εδώ ερχόμαστε στην Κλυταιμνήστρα. Αν μείνουμε μόνο στο ότι είναι μια άπιστη σύζυγος που σκότωσε τον άντρα της, έχοντας δηλαδή πολύ πο­ταπά κίνητρα, κάτι παραβλέπουμε απ’ τη φύση της. Δεν είναι μονοσήμαντη. Δεν υποστηρίζω την πράξη της αλλά η Κλυ­ταιμνήστρα είναι κι ένα όργανο δικαιοσύ­νης που την απονέμει κατά τη γνώμη της. Και είναι ο τελευταίος κρίκος σε μια αλυ­σίδα φόνων που έχουν προκληθεί από άντρες.

Την παράσταση πλαισιώνει χρήση οπτικοακουστικού υλικού. Πώς συνυ­πάρχει με την κεντρική αφήγηση;

Η μουσική και οι ήχοι έχουν γραφτεί στην πρόβα. Όπως δουλέψαμε με την ηθοποιό, έτσι δουλέψανε και οι μουσικοί, παρακο­λουθώντας παράλληλα το κείμενο. Όλες οι γρήγορες εναλλαγές τοπίων -γεωγρα­φικών αλλά και ψυχικών- ενισχύονται μέσα απ’τη μουσική. Πρόκειται ουσια­στικά για ένα ταξίδι μέσα στη μνήμη, που ο ήχος το ακολουθεί, το συνοδεύει, το υποστηρίζει. Άλλοτε υπογραμμίζει, και άλ­λοτε λειτουργεί ενισχύοντας τις εντάσεις της αφήγησης. Κάπως έτσι λειτουργεί και το οπτικό κομμάτι, σαν να είναι όμως και μέρος της ιστορίας.

Τι θα ακούσουμε στο έργο; Αποσπά­σματα απτα αρχαία κείμενα, από με­ταγενέστερους συγγραφείς που κατα­πιάστηκαν με την Κλυταιμνήστρα και από έργα μελετητών; Την ευθύνη για τη σύλληψη και τη δρα­ματουργία την αναλαμβάνω εγώ.Το νήμα που ενώνει και δίνει μία ομοιογένεια σε πολύ διαφορετικά κείμενα είναι η προ­σπάθεια να δούμε την Κλυταιμνήστρα πριν ή μετά τις πράξεις της, να συνδιαλέ­γεται με τις συνέπειες τους, είτε τις έχει κάνει είτε όχι. Μέσα στο έργο μπορούμε να δούμε την ηρωίδα από διάφορες γω­νίες, σαν ένα άτομο πια μοναχικό, που δεν μπορεί να επηρεαστεί απ’την πραγματι­κότητα, απ’το περιβάλλον της ή απ’ την ιστορία – αν θεωρήσουμε ότι η Κλυται­μνήστρα είναι κι ένα πολιτικό πρόσωπο. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να σκέ­φτεται. Πιο πολύ, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει τη δομή μιας ταινίας, ότι είναι ένα μοντάζ. Μέσα στο έργο μάλιστα, ο μύθος της Κλυταιμνήστρας συναντιέται με το μύθο της ηθοποιού-σταρ, η οποία, χωρίς να είναι μεγάλη, αρχίζει να έρχεται αντιμέτωπη με το θάνατο και τα γηρα­τειά. Και η ηθοποιός θέτει επί σκηνής τα ερωτήματα που η ίδια έχει ν’ αντιμετωπί­σει υποδυόμενη το ρόλο σε διάφορες στιγμές του.

Πόσο ασφαλές είναι να χαρακτηρί­σουμε την Κλυταιμνήστρα μοιραία γυ­ναίκα του αρχαίου δράματος;

Ναι, υπάρχει αυτό το στοιχείο. Δεν ήταν αγία η Κλυταιμνήστρα, κι εγώ δεν είμαι συνήγορος της. Ήταν πολύ φιλόδοξη, πολύ όμορφη. Η σχέση της με την εξουσία δεν ήταν απλώς μιας γυναίκας που ήθελε να κυβερνήσει και να πάρει τη θέση του Αγαμέμνονα. Χρησιμοποίησε την περιου­σία του κράτους, όπως θα λέγαμε σήμερα, προς όφελος της. Δεν ήταν η βασίλισσα που μοίρασε την περιουσία της στο λαό. Γι’ αυτό κάνει μια προσευχή στον Απόλ­λωνα, στην οποία αυτό που την απασχο­λεί περισσότερο είναι να μη χάσει τα πλούτη και την εξουσία της. Μέσα απ’ αυτό, και η ηθοποιός που έχει φτάσει σε τέτοια ύψη καριέρας και επιτυχίας εμφα­νίζεται να έχει σ’ ένα βαθμό την ίδια ανη­συχία. Ότι, την επόμενη μέρα, όλα αυτά μπορεί να χαθούνε.

Η απώλεια πλούτου, οποιουδήποτε με­γέθους, βιώνεται διαφορετικά ανάλογα με το φύλο, ειδικά σήμερα;

Νομίζω ότι σήμερα το βιώνουμε όλοι το ίδιο. Οι περισσότεροι έχουμε κατά κάποιο τρόπο γίνει ίσοι στη φτώχεια, κι αυτό είναι μια μορφή δικαιοσύνης. Όμως το δουλε­μπόριο και η πορνεία έχουν αυξηθεί όσο ποτέ. Βλέπεις ότι οι χώρες, είτε νόμιμα είτε παράνομα, ακόμα εξάγουν γυναίκες που μπορεί να είναι και μορφωμένες. Και ανα­γκάζονται, λόγω οικονομικής δυσπραγίας να χρησιμοποιήσουν ως έσχατο μέσο ανταλλαγής το σώμα τους.

Πώς βιώνει το θέατρο αυτόν τον ιδιό­τυπο εξισωτισμό; Θα περάσει από δύ­σκολες μέρες μέχρι να επιζήσει, ή ο κό­σμος θαπομακρυνθεί για χάρη πιο υλικών αναγκών;

Νομίζω ότι η πραγματική αξία του θεά­τρου δεν βασιζόταν ποτέ στα χρήματα, ούτε στις υπερπαραγωγές – που δεν ξέρω αν θα μας λείψουν. Το θέατρο βα­σίζεται στην ανάγκη των ανθρώπων να συναντηθούν όπως παλιά και να συνομι­λήσουν για τα ερωτήματα, με τον τρόπο

που μπορεί να το κάνει η τέχνη. Να πα­ρηγορηθούν γι’ αυτά που τους απασχο­λούν και να νιώσουν ο ένας την παρου­σία του άλλου. Αυτό είναι κάτι που χάνεται, γι’αυτό και οι άνθρωποι θέλουν να βγαίνουν στους δρόμους, στις πλα­τείες. Για να μιλήσουν. Το βλέπουμε κα­θαρά σήμερα: μέσα απ’ αυτό το κακό που μας έχει τύχει, οι άνθρωποι γίνονται πιο κοινωνικοί, πιο επικοινωνιακοί.

Για ποιους ισχύει, όμως, αυτή η συνά­ντηση στο θέατρο, όταν οι δημιουργοί ή τα έργα χωρίζονται σε mainstream και εναλλακτικά; Εσάς, για παράδειγμα, σας έχουν χαρακτηρίσει ακόμα και «πε­ριθωριακή». Και πώς ορίζεται το εναλ­λακτικό σε σχέση με οτιδήποτε άλλο; Τέτοιοι διαχωρισμοί θυμίζουν κάπως τη διάκριση μεταξύ των βιολογικών προϊό­ντων και των υπολοίπων. Αν τα πρώτα εί­ναι τα φυσιολογικά, τι εξυπηρετεί η επι­σήμανση τους μ’ ένα επίθετο; Όσοι λοιπόν λέγεται ότι ανήκουμε στον εναλ­λακτικό χώρο, μπορεί να είμαστε «βιο­λογικά προϊόντα» λόγω του μόχθου που απαιτείται, του τρόπου που ζούμε, του τρόπου που δεν υποστηρίζεται η δου­λειά μας. Το ίδιο το κράτος περιθωριο­ποιεί οτιδήποτε είναι αυτό που θα λέ­γαμε χειροποίητο. Το θέατρο, όμως, εμπεριέχει την έρευνα, τη σύγκρουση, τον πειραματισμό, την ανταλλαγή. Και φυσικά την ανανέωση, και στην υποκρι­τική και στην αισθητική του. Η οποία αι­σθητική είναι και η ηθική του.

Αν μπορούσατε, αστό το είδος του θε­άτρου θα το βγάζατε απτο «περιθώ­ριο»; Η κάτι τέτοιο θα το καταδίκαζε;

Η αλήθεια είναι ότι χρειάζεται πολύ με­γάλη προσοχή. Επειδή κάθε Κυριακή βλέ­πεις χιλιάδες ανθρώπους στο γήπεδο, επειδή χιλιάδες παρακολουθούν τηλεό­ραση, ή επειδή η Επίδαυρος μπορεί να γεμίζει εξαιτίας αγαπημένων ονομάτων και απ’το χώρο της τηλεόρασης ή της κω­μωδίας, δεν σημαίνει ότι όλοι αυτοί είναι απαραίτητα και το πραγματικό κοινό του θεάτρου. Δεν πιστεύω ότι η τέχνη έχει πολύ μεγάλο ακροατήριο. Εξάλλου, ο κό­σμος δεν φταίει, πρέπει όμως να μυηθεί. Απ’τη στιγμή που δεν έχουμε εκπαίδευση, που δεν υπάρχουν ανώτατες σχολές θεά­τρου, που δεν υπάρχει ανάλογη παρα­γωγή, δεν υπάρχει και ανάλογο κοινό. Το θέατρο μάλλον διατηρεί μια κακή φήμη και υπάρχουν ακόμα γονείς που ανησυ­χούν αν τα παιδιά τους γίνουν ηθοποιοί. Δεν υποστηρίζεται απ’το κράτος ως πο­λιτιστικό αγαθό, οπότε μοιραία δεν πα­ρακολουθείται από μεγάλη μερίδα του κόσμου.

Δηλαδή δεν είναι όλα για όλους;

Δεν είναι ακριβώς έτσι. Το κοινό που απλώς γεμίζει χώρους, καταναλώνει το θέαμα και εκτονώνει την επιθυμία του -είτε αυτή είναι να γελάσει είτε να κλάψει. Ας πούμε ότι η τέχνη έχει μία μοναχικό­τητα. Κι αυτή τη μοναχικότητα ίσως να έχει και το πρόσωπο αυτής της γυναίκας μέσα στο έργο. Η οποία μπορεί να είναι η Κλυταιμνήστρα. ▲

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: