Υβόννη Μαλτέζου: ότι θέλει να πεθάνει το πετάω, συνέντευξη στην Κατερίνα Κόμητα (εφ)

yvonni_maltezou_oti_thelei_na_pethanei_to_petao

Ήταν σχεδόν παιδί όταν πρωτανέβηκε στο σανίδι. Ύστερα ήταν τυχερή. Βρέθηκε στην ιδρυτική ομάδα του Ελεύθερου Θεάτρου. Η ζωή της ταυτίστηκε με την περιπέτεια του θεάτρου, στον κινηματογράφο εμφανίστηκε σε ελάχιστες ταινίες (κυρίως σε εργάτου Λάκη Παπαστάθη και της Κατερίνας Ευαγγελάκου). Φέτος ανέβηκε στην ταράτσα γιατί υποδύεται μια γυναίκα (την ποιήτρια και συγγραφέα Κοραλία Θεοτοκά) που επέλεξε να αυτοκτονήσει πηδώντας από την ταράτσα…

Από την Κατερίνα Κόμητα Φωτογραφία: Βίκυ Γεωργοπούλου

Ιδρυτικό μέλος του Ελεύθερου Θεάτρου, με σημαντικές πα­ραστάσεις στο ενεργητικό της και συμμετοχές σε αρκετές κι­νηματογραφικές ταινίες, η Υβόννη Μαλτέζου απολαμβά­νει φέτος τη συνεργασία της με μια παρέα νέων ανθρώπων, την ομάδα Χάπι Εντ. Σε λίγες μέρες, στην ταράτσα του Γαλλικού Ινστιτού­του, θα μετατραπεί σ’ ένα «αιωρούμενο σώμα, που ζει τις τελευταίες στιγμές της, λίγο πριν την αυτοκτονία». Στη συ­νομιλία μας, η Υβόννη Μαλτέζου μιλάει χαμηλόφωνα, τόσο, ώστε είναι στιγμές που αναρωτιέμαι αν το μαγνητόφωνο καταφέρνει να τη γράψει. Κι έτσι, σιγά και ήρεμα, ξεδιπλώνει με απλότητα και βαθιά ειλικρίνεια τη ζωή της, απαντώ­ντας σε κάθε ερώτηση χωρίς τον παρα­μικρό δισταγμό. Μεγάλο πράγμα…

Πώς προέκυψε η συνεργασία με την ομάδα Χάπι Εντ;

Τη Γεωργία Μαυραγάνη δεν τη γνώριζα προσωπικά, αν και στο παρελθόν είχε τύ­χει να δω δουλειά της. Όταν με πλησίασε και μου πρότεινε αυτή τη συνεργασία, την εμπιστεύτηκα απ’ την πρώτη στιγμή, αφενός γιατί με κέντρισε πολύ το πρό­σωπο από το οποίο αντλούσε το θέμα της, αφετέρου γιατί μου είπε ότι ήμουν η πρώτη της επιλογή, πως ήθελε, δηλαδή, να δουλέψει μαζί μου.

Η ποιήτρια Κοραλία Θεοτοκά, η δεύ­τερη γυναίκα του Γιώργου Θεοτοκά, αυτοκτόνησε το 1976 πέφτοντας από την ταράτσα το υ σπιτιού της στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας. Γνωρίζω ότι το έργο έλαβε κατά πολύ υπόψη του την αυτοκτονία αυτή, αλλά όχι μόνο. Τε­λικά πως δουλεύτηκε η παράσταση;

 Ξεκινήσαμε συγκεντρώνοντας διαφο­ρετικά κείμενα γύρω από το θέμα της αυτοκτονίας και προχωρήσαμε σε μια συρραφή κειμένων. Από την Κοραλία Θεοτοκά κρατήσαμε φράσεις της, δύο ποιήματα, και το αποχαιρετιστήριο γράμμα της. Παράλληλα, χρησιμοποιή­σαμε ένα μεγάλο μέρος από το διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη Αυτόχεφ, κομμά­τια από το Μήπως; της Μαργαρίτας Καραπάνου και της Φωτεινής Τσαλίκογλου, αλλά και έργα των Πίντερ, Καμί, Βαλερί και Δημήτρη Δημητριάδη.

Θα χαρακτηρίζατε λοιπόν την Ταράτσα του αυτόχειρα σχόλιο πάνω στην αυ­τοκτονία;

Ακριβώς. Η αυτόχειρας λίγο πριν το τέ­λος, μοιάζει να κάνει έναν απολογισμό ζωής και εκθέτει τους λόγους που την οδήγησαν στο αδιέξοδο της.

Πώς είναι να κάνεις πρόβα σε μια τα­ράτσα;

Δύσκολα. Ερχόμασταν στις 8 η ώρα το πρωί και φεύγαμε κατά τις 10:30, πριν δη­λαδή ανέβει για τα καλά ο ήλιος. Αυτό που δεν θα ξεχάσω, όμως, είναι η μέρα που πέφτανε τα πολλά χημικά στο Σύ­νταγμα. Ήταν τραγικό να τ’ ακούς, να τα βλέπεις και να ξέρεις ότι πλάι σου υπο­φέρουν άνθρωποι. Φυσικά πολύ γρήγορα τα χημικά έφτασαν μέχρι το Γαλλικό Ιν­στιτούτο. Προσπαθήσαμε να συνεχί­σουμε την πρόβα, αλλά ήταν αδύνατο. Ήμουν με το ένα πόδι στο Σύνταγμα και με το άλλο στην ταράτσα. Τουλάχιστον μοιραζόμασταν τα χημικά.

Έχετε ξαναπαίξει σε ταράτσα;

Όχι ποτέ. Ευτυχώς με το ύψος τα πάω καλά, ωστόσο αισθάνομαι μεγάλη μονα­ξιά και – μη σας πω- τρόμο, γιατί αυτή εί­ναι η πρώτη φορά που παίζω μόνη μου…

Είχατε ποτέ κάποια εμπειρία αυτοκτο­νίας στο στενό σας περιβάλλον;

Ναι, το 1986, όταν αυτοκτόνησε ο Νίκος Σκυλοδήμος, συμμαθητής μου στη Σχολή του Εθνικού και μετέπειτα συνάδελφος στο Ελεύθερο Θέατρο. Ο Νίκος κρεμά­στηκε από τους σωλήνες του καλοριφέρ στην κουζίνα του σπιτιού του την ημέρα των γενεθλίων του, στις 16 Μαΐου 1986. Ηταν μια πολύ καθοριστική εμπειρία που μας συγκλόνισε.

Εσείς με τους «αποχαιρετισμούς» τι σχέση έχετε;

Εγώ ευτυχώς δεν έχω φτάσει σ’ αυτό το σημείο. Φυσικά το σκέφτηκα κατά και­ρούς, όπως όλοι οι άνθρωποι, αλλά απ’ τη στιγμή που γέννησα το παιδί μου και μετά δεν μου ξαναπέρασε απ’το μυαλό. Λένε ότι, αν κρατηθείς απ’ την αγάπη, ίσως να μη φτάσεις ποτέ στην αυτοκτονία, αν κι έχουμε παραδείγματα που δεν μπόρεσαν να κρατηθούν ούτε από εκεί.

Πώς πήρατε την απόφαση να γίνετε ηθοποιός;

Ευτυχώς, δεν βρέθηκα ποτέ μπροστά στο ερώτημα «τι θα κάνω στη ζωή μου,·» Ο δρόμος χαράχτηκε αβίαστα μέσα από σχολικές παραστάσεις και παραστάσεις παιδικού θεάτρου. Κι ύστερα, το ένα έφερε το άλλο: από το παιδικό θέατρο με  πρότειναν σε επαγγελματικές παραστά­σεις κι έτσι έπαιξα, ως παιδί πάντα, στο Έγκλημα και τιμωρία που είχε κάνει ο Σεβαστίκογλου και σε μια παράσταση του Μυράτ.

Πληρωνόσασταν για αυτές τις συμμε­τοχές;

Ναι, τα πρώτα λεφτά μου ως ηθοποιός τα έβγαλα πριν ακόμα τελειώσω το δη­μοτικό. Στο παιδικό θέατρο, τα χρήματα ήταν ελάχιστα βέβαια, ενώ, ως επαγγελ­ματίας πληρώθηκα για πρώτη φορά στις παραστάσεις που σας προανέφερα.

Γνωρίζω ότι έχετε δουλέψει και ως μο­ντέλο στη Σχολή Καλών Τεχνών. Υπο­ψιάζομαι ότι η οικογένεια σας τα έβγαζε πέρα δύσκολα.

Οι γονείς μου ήταν Μικρασιάτες και ο πατέρας μου εργαζόταν ως ζωέμπορος κι ύστερα ως κρεοπώλης. Οικονομικά είχαμε τα πάνω και τα κάτω μας γιατί το εμπόριο την έχει πάντα αυτή την αστά­θεια. Δυστυχώς ο πατέρας πέθανε όταν ήμουν 13 χρονών, κι έτσι μείναμε πίσω -η μητέρα μου και τρία κορίτσια-, χωρίς σύνταξη και χωρίς σπίτι. Αναγκαστή­καμε, λοιπόν, να δουλέψουμε όλοι. Κά­που τότε δούλεψα και στην Σχολή Κα­λών Τεχνών για ένα περίπου χρόνο.

Φυσικά δεν ήμουν γυμνό μοντέλο, γιατί ήμουν παιδί. Με ζωγράφιζαν κεφάλι και κάποια στιγμή ολόσωμο, αλλά με ρούχα. Το πολύ συγκινητικό είναι ότι, μετά από πολλά πολλά χρόνια, μια ζω­γράφος βρήκε κάτι σκίτσα μου και μου τα χάρισε. Τα έχω καδράρει. Τι θησαυ­ρός!

Μετά το θάνατο του πατέρα σας, η μη­τέρα σας έμεινε πίσω, μόνη με τρία κο­ρίτσια. Θα ήταν δύσκολο κάτι τέτοιο εκείνη την εποχή. Πώς το αντιμετώ­πισε;

Σαν την Μπερνάντα Άλμπα. Από την αγω­νία της να μαζέψει αυτά τα τρία κορίτσια, λειτούργησε με αυταρχισμό και μας έκλεισε στο σπίτι. Εγώ, για παράδειγμα, τελείωνα από τη σχολή του Εθνικού στις 10 το βράδυ, και στις 10 και μισή έπρεπε να είμαι σπίτι.

Πώς αντέδρασε στην απόφαση σας νασχοληθείτε με το θέατρο;

Το ήθελε, γιατί νόμιζε ότι θα βγάλω λε­φτά, αλλά την ξεγέλασα δυστυχώς… (γέ­λια) Η μητέρα μου νόμιζε ότι θα παίξω σε ταινίες και η πεποίθηση της ενδυναμώ-θηκε όταν άρχισα πράγματι να έχω προ­τάσεις. Αυτές τις προτάσεις, όμως, εγώ τις πέταγα στα σκουπίδια. Κάπου τότε συ­γκρουστήκαμε…

Γιατί αρνιόσασταν τις προτάσεις που σας έκαναν;

Τις ταινίες που μου πρότειναν τις θεω­ρούσα εμπορικές και τελικά έπαιξα μόνο σε μία. Το καλοκαίρι που ετοιμαζόταν το Ελεύθερο Θέατρο, μου έκαναν μια πρό­ταση να πρωταγωνιστήσω σε μια κωμω­δία που ανέβαζε ένας εμπορικός θίασος. Θυμάμαι πως πήγα, υπέγραψα το συμ­βόλαιο και, όταν βγήκα έξω, σχεδόν λι­ποθύμησα. Δεν μπορούσα να διανοηθώ αυτό που είχα κάνει. Έτσι, την επόμενη ημέρα πήγα και είπα στον επιχειρηματία κάτι τερατώδη ψέματα, ότι δηλαδή έχω αδενοπάθεια και πρέπει να πάω στο βουνό… Εκείνος κατάλαβε αμέσως τι είχε γίνει, κούνησε το κεφάλι του, έβγαλε το συμβόλαιο και το ‘σκίσε.

Ας πάμε στο Ελεύθερο Θέατρο. Κα­ταρχάς ποιος ήταν ο θίασος

Ήμασταν συμμαθητές από δυο τάξεις στη σχολή του Εθνικού: εγώ, ο Κώστας Αρζό-γλου, ο Νίκος Σκυλοδήμος ο Δημήτρης Καμπερίδης ο Γιώργος Σαμπάνης η Σμα-ράγδα Σμυρναίου, ο Μηνάς Χατζησάββας ο Γιώργος Κοτανίδης η Άννα Πανα-γιωτοπούλου και ο Σταμάτης Φασουλής.

Ήσασταν λοιπόν παιδιά 22-25 χρονών που αποφασίσατε να φτιάξετε ένα ελεύθερο θέατρο στο Άλσος Παγκρα­τίου, μεσούσης της δικτατορίας

Ναι, και νομίζω πως τελικά ήταν η δι­κτατορία αυτή που καθόρισε τις επιλο­γές μας. Δεν είχαμε εξάλλου και πολλές επιλογές: είτε θα μέναμε στο Εθνικό -κάποιους από εμάς μας είχαν ήδη ζητή­σει να μείνουμε, αλλά έπρεπε να υπο­γράψουμε δήλωση νομιμοφροσύνης, οπότε δεν το συζητάγαμε καθόλου- είτε θα βγαίναμε έξω, όπου, με εξαίρεση το Θέατρο Τέχνης, υπήρχε μόνο το εμπο­ρικό θέατρο.

Όμως οι πιο πολλοί ήμασταν αριστεροί και κόντρα στο πολιτικό κλίμα της εποχής. Έτσι, θελήσαμε ν’ αρθρώσουμε το δικό μας λόγο. Να μιλήσουμε για τα πράγματα για τα οποία κανείς δεν μιλούσε εκείνη την εποχή. Το αίτημα μας, εξάλλου, αφο­ρούσε ένα θέατρο ποιότητας, ένα θέα­τρο διαφορετικό. Η κίνηση μας ήταν μια κίνηση ελευθερίας, γιατί πράγματι ήμα­σταν ενάντιοι σε κάθε μορφή εξουσίας και βίας. Δηλαδή, δεν ήταν καθόλου τυ­χαίο που στη δεύτερη παράσταση μας καταργήσαμε τον σκηνοθέτη… Ούτε τη δική του εξουσία αντέχαμε. Κι αυτή η αντιπαράθεση με τη δικτατορία καθόρισε τελικά και το θεατρικό μας κείμενο. Δημι­ουργήσαμε έναν έμμεσο σατιρικό λόγο για να συνεννοούμαστε με το κοινό και να ξεγελάμε τη λογοκρισία.

Υπήρχε κάποιος καταμερισμός εργα­σιών;

Ναι, κατά καιρούς γινόντουσαν αυτά. Κά­ποιος ήταν υπεύθυνος τύπου, κάποιοι άλλοι ασχολούνταν με τα πιο πρακτικά θέματα, όπως η κατασκευή των σκηνι­κών και των κοστουμιών. Πάντως στην ουσία ήταν ομαδική δουλειά κι αυτή η ομαδικότητα ήταν και τρόπος ζωής. Συ­ναντιόμασταν δηλαδή στις 11 το πρωί και χωρίζαμε στις 4 το βράδυ. Κι αν συ­ναντιόμασταν πιο αργά, ήταν γιατί δου­λεύαμε σε άσχετες δουλειές για να μαζέ­ψουμε λεφτά και να τα βάλουμε στο Ελεύθερο Θέατρο.

Το κοινό λάτρεψε τις παραστάσεις σας. Παρόλα αυτά, η αρχική ομάδα άντεξε περίπου 10 χρόνια και, μετά την απο­χώρηση κάποιον μελών, μετονομά­στηκε σε Ελεύθερη Σκηνή. Αυτή η αλ­λαγή πώς έγινε και γιατί; Προσωπικά έφυγα γιατί η ομάδα δεν ήταν πια όπως είχε ξεκινήσει. Βλέπετε, βρισκό­μασταν πια και στη Μεταπολίτευση κι εί­χαν εκλείψει οι λόγοι της αντιπαράθεσης με τη χούντα. Τότε ήταν που άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια οι εγωισμοί και οι φιλοδοξίες. Τότε λοιπόν, εγώ, ο Σαμπά­νης και ο Καμπερίδης, μαζί με κάποια άλλα παιδιά που μπήκαν στην ομάδα, φτιάξαμε το Αμόρε. Δυστυχώς όμως, τα κάναμε θάλασσα οικονομικά, και μετά από τρία χρόνια και τρεις παραστάσεις το πουλήσαμε στο Γιάννη Χουβαρδά.

Γιατί αποτύχατε; Ήσασταν κακοί δια­χειριστές;

Δεν ήταν μόνο αυτό. Είχαμε μπει πια στη δεκαετία του ’80 κι ήταν σαν να είχε αλ­λάξει η εποχή. Σαν να έπρεπε να υπάρχει ένας ηγέτης. Δεν γινόταν δηλαδή να ξα-ναστήσουμε το ομαδικό μοντέλο. Δεν εί­ναι τυχαίο ότι ο Γιάννης Χουβαρδάς, που διέθετε προσωπικό όραμα, κράτησε το Αμόρε και το ανέδειξε.

Είχε παρέλθει, λέτε, η εποχή των κολεκτιβιστικών σχημάτων με καθαρά ισότιμες σχέσεις. Βεβαίως, στο εξωτερικό επιζούν ακόμα τέτοια σχήματα και μά­λιστα με μεγάλη επιτυχία.

Ναι, το βλέπουμε τώρα αυτό στη Μνουσκίν και κλαίμε.

Ακριβώς αυτό είχα στο μυαλό μου. Κάτι τέτοιο λοιπόν οραματιζόσασταν εκείνη την εποχή οι δημιουργοί του Ελεύθε­ρου Θεάτρου; Θέλατε να κάνετε κάτι αντίστοιχο με το Θέατρο του Ήλιου; Ναι. Μα ξεκινήσαμε και την ίδια εποχή άλλωστε. Βέβαια εκείνο το θέατρο είχε τη Μνουσκίν, ενώ εμείς δεν είχαμε κά­ποια ηγετική φυσιογνωμία να μας συν­δέει.

Κάποιες φήμες, πάντως, λένε πως η δι­οίκηση της Μνουσκίν είναισταλινι­κού τύπου.

Ναι, αλλά εγώ στην πρόσφατη παρά­σταση της είδα ευτυχισμένους ηθοποι­ούς. Είδα ένα σύνολο 36 ηθοποιών που επί 4 ώρες εκτελούσαν με φοβερή ακρί­βεια σκηνές συνόλου -δηλαδή δεν τα συλλαμβάνει το μυαλό του ανθρώπου αυτά τα πράγματα-, να υποκλίνονται στο τέλος χαρούμενοι. Αυτό σημαίνει ότι συμ­μετέχουν σ’ αυτό που κάνουν· ότι έχουν μερίδιο στη δημιουργία.

Πολλές φορές η καριέρα έρχεται σε αντίθεση με την προσωπική ζωή ενός καλλιτέχνη. Σε εσάς συνέβη αυτό;

Πράγματι συνέβη όταν μεγάλωνα το γιο μου. Τότε, για αρκετά χρόνια, δούλεψα περιστασιακά και ήμουν περισσότερο με το παιδί μου. Βέβαια έπαιξε ρόλο και μια εσωτερική αλλαγή που βίωνα εκείνη την περίοδο, καθώς όταν τελείωσε το Ελεύ­θερο Θέατρο και το Αμόρε, ένιωσα μετέ­ωρη.

Περιγράφετε κάτι σαν υπαρξιακή κρίση;

Όπως το λέτε – δεν ήθελα να το πω εγώ. Αυτό το «και τώρα τι κάνω από εδώ και πέρα» μου πήρε πολλά χρόνια. Όμως, κά­ποια στιγμή ανασυγκροτήθηκα. Έπρεπε να συνεχίσω, γιατί ήμουν σε οριακό ση­μείο, αλλιώς θα πέρναγα στην κατάθλιψη.

Κοιτώντας πίσω, μετανιώνετε για τις επιλογές σας;

Καθόλου. Ίσα ίσα, νοιώθω τυχερή που είχα αυτή τη διαδρομή. Η εμπειρία της ομάδας διαμόρφωσε τη θεατρική μου ταυτότητα και με καθόρισε ως άνθρωπο και ως ηθοποιό.

Τι είναι αυτό που διδαχθήκατε μέσα απτο θέατρο;

Όταν ψάχνεις τους ρόλους, πρέπει να βα­θαίνεις, να ξεφλουδίζεις μέχρι να φτάσεις στην καρδιά, στον πυρήνα των πραγμά­των. Μαζεύεις υλικό από κείμενα, από εμπειρίες, από άλλες παραστάσεις, κι ύστερα προχωράς αφαιρώντας, πετώ­ντας, όπως πετάει ο συγγραφέας τις απο­τυχημένες απόπειρες του στο καλάθι κι ο ζωγράφος τα πρώτα σκίτσα. Αυτό έχω δι­δαχθεί και στη ζωή μου: να πετάω ό,τι θέ­λει να πεθάνει.

clip_image001Όλα τελειώνουνε στο μαύρο

Ο αγαπημένος ήταν Οκτώβρης με πουλιά

χόρταινε φως τα μάτια μου

τον ήπιε το νερό στο χώμα.

Θέλω να γεννηθώ ξανά για να τον κλάψω.

Όλα τελειώνουνε στο μαύρο

i_koralia_ton_tafon

η Koραλία των Tάφων

Η Κοραλία Ανδρειάδη Θεοτοκά (1935-1976) έγραψε ποιήματα, ανάμεσα σε πολλές άλλες ενασχο­λήσεις. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ασχολήθηκε με την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό ινδικών ταινιών, για λογα­ριασμό του κινηματογραφικού διανομέα πατέρα της. Την απασχολούσε η ιστορία της τέχνης, αλλά για λόγους επιβίωσης εργάστηκε ως ξεναγός, έως το 1966, οπότε παντρεύτηκε τον Γιώργο Θεοτοκά, με τον οποίο γνωρίζονταν επτά χρόνια. Όταν, την ίδια χρονιά, ο Θεοτοκάς πέ­θανε, η σύζυγος του αφιέρωσε τη ζωή της με την έκδοση του ανέκδοτου έργου του ή τις κριτικές επανεκδόσεις των ήδη γνωστών κειμένων του. Επίσης, έγραψε ποιήματα σκοτεινά, στα οποία προείκαζε ένα αποτρόπαιο τέλος. Στις 18 Δεκεμ­βρίου 1976 αυτοκτόνησε, πέφτοντας από την ταράτσα του σπιτιού της στην Αθήνα.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: