Σιλβί Γκιλέμ: τσουνάμι 6.000 μίλια μακριά, της Νίκης Ορφανού (εφ)


sylvie_guillem

Ο Γουίλιαμ Φόρσαϊθ, ο Ματς Εκ και ο Πρζι Κίλιαν υπογράφουν τις τρεις χορογραφίες της Σιλβί Γκιλέμ, που παρουσιάζονται στο Ηρώδειο, 19 και 20 Ιουλίου. Η παράσταση έχει τίτλο 6.000 μίλια μακριά και παραπέμπει στον πρόσφατο σεισμό της Ιαπωνίας (αγαπημένης χώρας της καλλιτέχνη) και στο φονικό τσουνάμι που ακολούθησε…

Από τη Νίκη Ορφανού

Αν και ασυνήθιστο για μπα­λαρίνα, η γοητευτική Γαλ­λίδα χορεύτρια (που περιέ­γραψε κάποτε τον εαυτό της ως «ένα ψηλό σπα­ράγγι») δεν ασχολήθηκε με το χορό παρά όταν ήταν ήδη έντεκα χρονών, και μάλλον αρχικά από απλή περιέργεια. Γι’ αυτήν, ο χορός φαινόταν σαν μια καινούργια πρόκληση. «Ήθελα να δω πόσο μακριά μπορώ να πάω, αλλά και τι μπορεί να κάνει το σώμα μου». Στα 46 της χρόνια, η Σιλβί Γκιλέμ δοκιμάζει ακόμα αυτά τα όρια. Έχοντας από το 2000 ανταλλάξει τους κανόνες και τις τεχνικές του κλασικού ρεπερτορίου με την εικονοκλαστική δύ­ναμη του μυαλού και του σώματος της ψάχνει συνεχώς για νέες προκλήσεις. Κατά τ’ άλλα, ζει με σχετική ανωνυμία στο Νότινγκ Χιλ του Λονδίνου, ταξιδεύει συχνά και οραματίζεται έναν κήπο. Η ιδέα του ν’ αποσυρθεί δεν της είναι άγνωστη. «Το σκέφτομαι συχνά, και για αρκετά χρόνια», έχει ομολογήσει. «Με­ρικές φορές αναρωτιέμαι: γιατί τα κάνω όλα αυτά; Νιώθω κουρασμένη και κά­πως χαμένη… Αλλά μετά ξυπνάω, και η σκέψη μιας νέας πρόκλησης με συναρ­πάζει».

Η Σιλβί Γκιλέμ έχει χορέψει αρκετές φορές στην Αθήνα, στο πλαίσιο του Ελ­ληνικού Φεστιβάλ. Επιστρέφει φέτος με το 6.000 μίλια μακριά, που υπογράφουν τρεις κορυφαίοι χορογράφοι, ο Γουίλιαμ Φόρσαίθ, ο Ματς Εκ και ο Πρζι Κίλιαν. Ο τίτλος αναφέρεται στο πρόσφατο τσουνάμι και την καταστροφή που προκά­λεσε στην Ιαπωνία, μια από τις αγαπη­μένες χώρες της καλλιτέχνη.

Το 6000 μίλια μακριά αποτελείται από τρεις χορογραφίες: οι δύο απ’ αυτές, από τους Γουίλιαμ Φόρσαίθ και Ματς Εκ, εί­ναι φτιαγμένες ειδικά για τη Σιλβί Γκιλέμ και αφορούν, πολύ απλά, στη σχέση ανάμεσα στο χορό και το να γερνάς. Η Σιλβί Γκιλέμ γερνάει και το διασκεδάζει: στις δύο χορογραφίες είναι ντυμένη σαν μεσήλικη γυναίκα που ψωνίζει τα ρούχα της απ’τη λαϊκή αγορά (κλείνοντας ίσως το μάτι σε όλους εκείνους που ήθελαν επί χρόνια να την παρουσιάζουν ως μια αυτάρεσκη κοκέτα, «κολλημένη» με την εικόνα της). Παρά το… καμουφλάζ, όμως, η 46χρονη χορεύτρια είναι σαγη­νευτική όσο ποτέ, και ταυτοχρόνως εντυπωσιάζει με την εκπληκτική τεχνική της, την οποία καθόλου δεν φαίνεται να έχει αγγίξει ο χρόνος. Η τρίτη χορογρα­φία, με την υπογραφή του κορυφαίου Πρζι Κίλιαν και με τίτλο 27’52», υπήρξε η αφορμή για μπόλικα ανασηκωμένα φρύδια, κυρίως αυτά των Βρετανών κρι­τικών, κατά την παγκόσμια πρεμιέρα του έργου στο Λονδίνο, στο Sadler’s Wells. Όχι μόνο δεν εμφανίζεται σ’ αυτήν η ίδια η Γκιλέμ, αλλά και η ίδια η δημι­ουργία δεν φαίνεται να ταιριάζει θεματολογικά με τις άλλες δύο. Βέβαια, η Γαλ­λίδα σταρ δεν αρνήθηκε ποτέ ότι έχει τις δικές της απόψεις για την τέχνη και γε­νικότερα…

Αυτή είναι η τέταρτη φορά που η χο­ρεύτρια συνεργάζεται με τον Αμερικανό χορογράφο Γουίλιαμ Φόρσαίθ. Πολύ γνωστό ανάμεσα στις προηγούμενες συνεργασίες τους είναι το In the Middle, Somewhat Elevated, που ο χορογράφος δημιούργησε το 1987, και το οποίο, αν και κατατάσσεται στις πιο mainstream δουλειές του, ανέδειξε τις εκπληκτικές δυνατότητες της νεαρής τότε χορεύ­τριας. Το νέο κομμάτι φέρει τον τίτλο Rearray, και χαρακτηρίστηκε ως «μια πυ­θαγόρεια μελέτη της ουσίας της κίνη­σης». Πρόκειται για ένα ντουέτο που η καλλιτέχνης ερμηνεύει με τον Νικολά Λε Ρις, επίσης «παιδί» του Μπαλέτου της Όπερας του Παρισιού. Είναι μια χορο­γραφία σύντομη σε διάρκεια αλλά εξαι­ρετικά φιλόδοξη. Ξεκινά με τις αρχές του κλασικού μπαλέτου, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του Μπαλέτου της Όπε­ρας του Παρισιού -από το οποίο η Σιλβί Γκιλέμ απέδρασε το 1989 για να δοκι­μάσει νέες φόρμες- και προχωρά σε άλ­λες αναζητήσεις, αυτές που εκφράζουν τη χορεύτρια τα τελευταία δέκα χρόνια. Η δουλειά αυτή είναι έτσι ένα σχόλιο πάνω στην παραδοσιακή φόρμα και τις δυνατότητες της, αλλά και μια ματιά στην ίδια την ιστορία της Γκιλέμ. Το Rearray διακρίνεται από μια διάθεση εσωτερικότητας, καθώς οι χορευτές φαί­νονται χαμένοι στην εξερεύνηση της ίδιας τους της τέχνης, προσπαθώντας ν’ αναδείξουν μονοπάτια και πιθανότητες αγάπης και αφοσίωσης. Στο τέλος, οι δύο φιγούρες χάνονται στο σκοτάδι, ακόμα χορεύοντας, για πάντα…

Αυτή τη χορογραφία τη δούλεψε ο Γουίλιαμ Φόρσαίθ, γνωστός για τη διά­θεση του να συνδημιουργεί με τους χο­ρευτές του, μαζί με τη Σιλβί Γκιλέμ σ’  ένα στούντιο του Sadler’s Wei Is του Λον­δίνου. Οι ιδέες του Φόρσαϊθ προέκυ­πταν μέσα από εξαντλητικές θεωρητικές ασκήσεις τις οποίες έδινε στους χορευ­τές. Κατόπιν, δούλεψαν πάνω στη δομή της χορογραφίας, που ακολουθεί τη μουσική του συνθέτη Ντέιβιντ Μόροου. «Την πρώτη βδομάδα δουλειάς με τον Μπιλ (Φόρσαϊθ), δεν μπορούσα να περ­πατήσω μετά τις πρόβες· κυριολεκτικά σερνόμουν. Δεν ήταν ότι οι κινήσεις ήταν τόσο δύσκολες, έφταιγε ο ρυθμός που ήταν εξουθενωτικός. Έπρεπε να εί­μαι διαρκώς σε ετοιμότητα, να καταλα­βαίνω τι λέει και να βρίσκω ένα τρόπο να το μεταφράζω σωματικά. Ήταν πραγ­ματικά μια δύσκολη αποστολή. Αλλά η αλήθεια είναι ότι μ’ αρέσει να δουλεύω σ’ αυτό το στυλ, ερμηνεύοντας δηλαδή τον δημιουργό – είναι κάτι που μου ται­ριάζει. Είναι επώδυνο σωματικά αλλά η ανταμοιβή είναι μεγάλη…»

Λίγους μήνες νωρίτερα, το Δεκέμβριο του 2010, η Σιλβί Γκιλέμ είχε πάρει το αε­ροπλάνο για τη Στοκχόλμη, για να δου­λέψει, για τρίτη φορά, με τον Σουηδό χορογράφο Ματς Εκ. Ο ίδιος είχε στη διάθεση του μόνο δεκαπέντε μέρες για να ολοκληρώσει αυτή τη χορογραφία, και η πίεση ήταν μεγάλη. Πρόκειται για ένα σόλο που ονομάζεται Αντίο, τίτλο που δανείζεται από την τελευταία σο­νάτα για πιάνο του Μπετόβεν. Κατά τη διάρκεια της πρόβας, το κομμάτι αυτό έπαιζε διαρκώς, όσο η Γκιλέμ επανα­λάμβανε τις κινήσεις που της έδειχνε ο χορογράφος. Σ ένα δεύτερο στάδιο, η Σιλβί Γκιλέμ τις προσάρμοζε στη δική της γλώσσα, κάνοντας τη χορογραφία δική της.

«Κάποιοι χορογράφοι θέλουν τη συμμετοχή σου στη δημιουργία μιας χορογραφίας. Περιμένουν από σένα να προτείνεις δικά σου πράγματα, να πειραματίζεσαι, να αυτοσχεδιάζεις. Αυ­τός ο τρόπος δουλειάς εμπεριέχει για τον χορευτή ένα μεγάλο ρίσκο: οι ιδέες σου και οι προτάσεις σου μπορεί και να απορριφθούν! Αλλά, απ’ την άλλη, είναι μια δημιουργική διαδικασία που σε κά­νει να εξερευνάς τον εαυτό σου και τις δυνάμεις σου όσο καμία άλλη. Ο Γουί­λιαμ Φόρσαίθ, για παράδειγμα, επι­διώκει τη συμμετοχή, το να βρίσκεσαι εκεί, σωματικά όσο και πνευματικά, και να συνεισφέρεις. Άλλοι προτιμούν να σε κατευθύνουν, να σε οδηγούν στον δικό τους κόσμο. Σε κάθε περίπτωση, έχω ανάγκη να νιώσω ότι η δουλειά του χορογράφου, η γλώσσα του, το σύ­μπαν του, με αφορά», εξηγεί η ίδια σε συνέντευξη της σε λονδρέζικη εφημε­ρίδα. «Γιατί κάθε δουλειά είναι προ­σωπική για τον χορευτή. Αν δεν τη νιώ­θει δική του, αν αισθάνεται ότι καλείται να αναπαραγάγει απλώς κάτι που δεν είναι δικό του, τότε δεν του προσφέρει τίποτα. Άλλωστε, αν δεν αισθάνεσαι δική σου τη δουλειά που ερμηνεύεις, ποτέ δεν θα καταφέρεις να την επικοινωνήσεις στο κοινό. Είτε είσαι χορευ­τής του κλασικού μπαλέτου είτε του σύγχρονου χορού, η ειλικρίνεια είναι σημαντική, έχει να κάνει με τις επιλο­γές σου».

Οι πρόβες για το Αντίο μάλ­λον δεν ήταν περίπατος για τη Γαλλίδα χορεύτρια, που έπρεπε να συνεχίσει με γρήγορους ρυθμούς, παρά το ότι αρρώστησε με γρίπη. Το αποτέλεσμα όμως δικαίωσε τις προσπά­θειες της. Στο Αντίο βλέπουμε αρχικά το πρόσωπο της Γκιλέμ μέσα από μια στε­νόμακρη οθόνη, ενώ αργότερα εμφανί­ζεται και η ίδια στη σκηνή, για να συ­μπληρώσει, να αμφισβητήσει, να παίξει με την κινηματογραφημένη της εκδοχή. Η ταινία μοιάζει κάποιες φορές με αντα­νάκλαση της χορεύτριας. Εδώ έχουμε μια γυναίκα που αποχαιρετά την ελευ­θερία, ή ίσως τη νεότητα… Είναι, ωστόσο, ένα χαρούμενο και συγκινητικό κομμάτι, ιδιαίτερα θεατρικό, με αρκετή δόση χι­ούμορ. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το Αντίο θυμίζει μια γιορτή για τη ζωή που έχουμε ήδη ζήσει.

Η Σιλβί Γκιλέμ έχει, άλλωστε, πολλούς λόγους για να γιορτάζει τη ζωή που έζησε. Ως κόρη γυμνάστριας, ασχολή­θηκε από νωρίς με το σώμα της, και μά­λιστα παρά λίγο να μπει στη γαλλική ολυμπιακή ομάδα. Εκείνο τον καιρό, την ξεχώρισε ο διευθυντής της Σχολής Μπα­λέτου της Όπερας του Παρισιού και της πρόσφερε μια θέση στη σχολή. Η Σιλβί ήταν μόλις 11 χρονών, αλλά ήξερε να λέει «ναι» στις προκλήσεις. Στα δεκαεν­νιά της αναδείχτηκε etoile από τον Ρού­ντολφ Νουρέγιεφ που είχε αναλάβει, από το 1983, καλλιτεχνικός διευθυντής του διάσημου Μπαλέτου της Όπερας του Παρισιού. Αλλά γρήγορα η νεαρή χορεύτρια ήταν έτοιμη ν’ ανοίξει τα φτερά της και πέρα απ’ το συγκεκριμένο Μπαλέτο, σε άλλες σκηνές και σ’ άλλες συνεργασίες κάτι που την έφερε αντι­μέτωπη με τον πεισματάρη Νουρέγιεφ. Το 1989, η Σιλβί, σε ηλικία μόλις 24 χρο­νών, εγκατέλειψε το Μπαλέτο της Όπε­ρας του Παρισιού και κατέφυγε στο Λονδίνο: το Βασιλικό Μπαλέτο του Λον­δίνου δέχτηκε τη νεαρή σταρ με εν­θουσιασμό. Εκεί δούλεψε με πολλούς σύγχρονους χορογράφους και τελειο­ποίησε την τεχνική της – αλλά η όρεξη της ν’ανακαλύψει νέα πράγματα μεγά­λωνε. Η Σιλβί Γκιλέμ ήθελε να σπρώχνει διαρκώς τα όρια της. «Είμαι σαν παιδί που θέλει να εκπλήσσεται. Έχω μεγάλη περιέργεια, θέλω να μαθαίνω συνεχώς κάτι καινούργιο, ακόμα κι όταν αυτό ση­μαίνει ότι ξεβολεύομαι, ή ακόμα κι ότι μπαίνω σε μπελάδες. Αλλά δεν μ’αρέσει να δουλεύω με συνταγές – αυτές μπο­ρούν να εγγυηθούν μια καλή δουλειά, αλλά ποτέ μια εξαιρετική».

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Σιλβί Γκιλέμ -που είχε κατακτήσει τον τίτλο «Δεσποινίς Όχι» διεκδικώντας το δικαίωμα να αρνείται προτάσεις, να επι­λέγει τα κοστούμια της και να επιτρέπει μόνο σε ορισμένους δημοσιογράφους να τη φωτογραφίζουν- ένιωσε ότι, όσον αφορούσε στο κλασικό μπαλέτο, είχε κάνει τα πάντα κι ότι ήταν έτοιμη να δο­κιμάσει άλλα πράγματα. «Δεν ήθελα να χάνω χρόνο με πράγματα που δεν μ’ εν­διέφεραν. Δυστυχώς, αν το πεις αυτό, θεωρείσαι επαναστάτης», έχει πει η ίδια.

Αν, όμως, η αναζήτηση νέων συνερ­γασιών με σημαντικούς χορογράφους του σύγχρονου χορού -ανάμεσα τους ο Ράσελ Μάλιφαντ, ο Άκραμ Καν, αλλά και ο Ρομπέρ Λεπάζ- και η διάθεση για ανα­νέωση της γλώσσας του κλασικού μπα­λέτου υπήρξαν ένα μεγάλο στοίχημα, η Σιλβί Γκιλέμ σίγουρα το κέρδισε, μολο­νότι ποτέ δεν δέχτηκε ότι εγκατέλειψε τον κλασικό χορό. Άλλωστε, όπως τονί­ζει η ίδια, δεν πιστεύει πολύ στους θεω­ρητικούς διαχωρισμούς. Η ουσία βρί­σκεται πάντα αλλού. ▲

Sylvie Guillem (Συλβί Γκιλλέμ)- “6000 μίλια μακριά”, 19-20 Ιουλίου 2011, 21:00 Ηρώδειο-ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ 2011

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: