Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: συνέντευξη στο Νικόλα Ζώη (εφ) (Ηρακλής Μαινόμενος)-“Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι έφτασα κάπου”

karyofyllia


ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ

HRAKLHS_MAINOMENOS_5_8_2011

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη δεν υποτιμά την καριέρα της. Απλώς γνωρίζει ότι οι δάφνες δεν είναι και το καλύτερο μέρος για ν’αναπαυθεί ένας ηθοποιός. Αν έπρεπε, ακολουθώντας τα χνάρια της Μεγάρας, της ηρωίδας που υποδύεται στον Ηρακλή μαινόμενο, να κάνει μια θυσία για κάτι που την ξεπερνάει, μάλλον θα θυσίαζε ανέσεις, χρήμα, φιλαρέσκεια για την τέχνη της. Γι’ αυτήν είναι λόγος ύπαρξης. Γι’αυτό και την ενδιαφέρει να συνεχίζει, να αναζητά και να διεκδικεί…

Από τον Νικόλα Ζώη Φωτογραφίες: Βασίλης Μαθιουδάκης

Για να μην πάθουν κακό οι πολίτες της Θήβας, η Μέ­γαρα, σύζυγος του Ηρα­κλή, προτιμάει να θυσια­στεί η ίδια. Προκειμένου ν’ ανέβει μια παράσταση χω­ρίς απρόοπτα, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη επιλέγει να κάνει τη δουλειά της μέχρι τελικής πτώσεως. Η βασιλική καταγωγή της κόρης του Κρέ­οντα την έχει προικίσει με ήθος που δεν της επιτρέπει συμβιβασμούς. Τέκνο αγροτικής οικογένειας, η γνωστή ηθο­ποιός έχει αρνηθεί δουλειές ακόμα κι όταν είχε ανάγκη τα χρήματα. Η ηρωίδα του Ευριπίδη βρήκε το θάνατο από το χέρι του άντρα της, οπλισμένο από ένθεη μανία, αλλά η ηρωίδα πολλών πα­ραστάσεων, ταινιών και σειρών, απρό­θυμη να παντρευτεί, δεν κινδυνεύει από κάτι αντίστοιχο.

Οι αυθαίρετες συγκρίσεις μεταξύ των δύο γυναικών θα μπορούσαν να συνε­χιστούν για πολύ ακόμα. Κάποιος θα μπορούσε να προχωρήσει σε μεταξύ τους χαρακτηρολογικές ταυτίσεις ή σε μέτρηση αποστάσεων. Ευτυχώς που, μι­λώντας για ένα μυθικό πρόσωπο απ’ τη μια, και για μια ψημένη στην αρχαία τρα­γωδία ηθοποιό απ’ την άλλη, λίγα από τα παραπάνω μπορούν να οδηγήσουν σε κάποιο φυσιογνωμικό ή θεατρικό αδιέ­ξοδο. Κι ακόμα περισσότερο ευτυχώς που οι δύο γυναίκες έχουν την ευκαιρία να εκτεθούν στην κρίση θεών και αν­θρώπων όχι μέσα από γνώμες τρίτων, αλλά με τον καλύτερο τρόπο που η κάθε μία διαθέτει. Η Μεγάρα μέσα από το έργο του Ευριπίδη που ανεβαίνει στην Επίδαυρο στις 5 και 6 Αυγούστου, και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη με τη μέχρι τώρα δουλειά της και με μια συνέντευξη στην οποία μιλάει για το ρόλο της στον Ηρακλή μαινόμενο του Μιχαήλ Μαρμά­ρινου, την αγωνία του να εμφανίζεται σ’ ένα θέατρο-πεδίο συχνών αντιπαραθέ­σεων, αλλά και για την επιλογή της ν’ αφοσιωθεί όχι στην πυρηνική, αλλά στη θεατρική οικογένεια.

Έχετε ερμηνεύσει τεράστια γκάμα γυ­ναικείων ρόλων. Στη Μεγάρα ποιο ήταν το απρόσμενο, το αναπάντεχο στοιχείο που σας προκάλεσε περισ­σότερο;

Ευτυχώς που ο φόνος της Μεγάρας και των παιδιών συμβαίνει στα παρασκή­νια, όπου συνήθως χτυπάει η μοίρα στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Αυτό θα ήταν το δυσκολότερο σημείο του ρό­λου. Έτσι, όμως, όπως είναι γραμμένο το έργο κι έτσι όπως ο Μιχαήλ Μαρμά­ρινος καθοδηγεί το ρόλο, η δυσκολία βρίσκεται στον κώδικα υποκριτικής που απαιτείται. Η επική αφήγηση που χρη­σιμοποιεί την αφαίρεση στην κίνηση των ηθοποιών, διατηρεί μόνο στο λόγο ψηφίδες ωμού ρεαλισμού. Στο θρήνο της, όμως, όπου η Μεγάρα μιλάει για τη διάψευση των ελπίδων της απευθυνό­μενη στα παιδιά της, όλα πρέπει να απο­δοθούν έτσι ώστε εκείνα να μην κατα­λάβουν, να μην ανησυχήσουν, να μην τρομάξουν. Επίσης, όταν βλέπει τον άντρα της να επιστρέφει, μένει άναυδη, σε μια σωματική ακινησία η οποία εμπε­ριέχει όλο τον εσωτερικό της παλμό. Την απίστευτη έκπληξη, την άφατη χαρά, την ανάγκη να δώσει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορεί, τη θλίψη για την απώλεια των δικών της προσώπων, τα πάντα. Ο Μιχαήλ μου ζητάει το χαμό­γελο του Κούρου σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του ρόλου, το οποίο σου χαρί­ζει αυτή την ιδανική απόσταση από τα πράγματα. Ταυτόχρονα, όμως, σε προ­καλεί και σε ενεργοποιεί νευροφυσιολογικά σαν ηθοποιό, δημιουργώντας όση συγκίνηση απαιτείται.

Ποιες είναι οι πάγιες αρετές και οι συ­γκρούσεις της Μεγάρας που την κά­νουν άξια τραγική ηρωίδα;

Έχει την ευγένεια και τη γενναιότητα που συναντάμε στην Άλκηστη. Αρθρώ­νει πολιτικό λόγο σε μια κρίσιμη στιγμή, όταν βλέπει πως τα πράγματα φτάνουν στο απροχώρητο, εξαιτίας του θράσους του τυράννου να απειλήσει τους γέρο­ντες του χορού. Ο Λύκος «δεν ορρωδεί προ ουδενός», θα βάλει φωτιά γύρω απ’ το βωμό, οπότε ο θάνατος είναι αναπό­φευκτος. Η Μεγάρα επιλέγει να βαδίσει στο τέλος με αξιοπρέπεια, και η ίδια και τα παιδιά της και ο Αμφιτρύωνας, ο θε­τός πατέρας του Ηρακλή. Είναι επίσης κόρη βασιλιά, η καταγωγή της συνεπά­γεται ένα ηρωικό κι ένα γλωσσικό ήθος. Με επιχειρήματα πείθει τον Αμφιτρύωνα ότι η μόνη λύση είναι ο θάνατος, γιατί η ίδια δεν ελπίζει στην παρέμβαση κανε­νός θεού. Και μπροστά στον Λύκο, όταν μιλάει για τον Ηρακλή που λείπει στον Άδη, ρωτάει τον Αμφιτρύωνα αν όντως πιστεύει πως θα έρθει «από της γης τα έγκατα» ο γιος του. Μετά, βέβαια, από­ντος του Λύκου, επικαλείται τον Ηρα­κλή, τη μόνη της ελπίδα.

Ο Ηρακλής, όμως, μέσα στη μανία του, τη σκοτώνει. Χώρια που σύμ­φωνα με τη μυθολογία την είχε πάρει σαν «αριστείο» για την απελευθέ­ρωση της Θήβας. Δεν ακούγονται λίγο υποτιμητικά όλα αυτά για το γάμο της;

Αυτά ανήκουν στη σφαίρα του μύθου. Γενικά είναι προβληματική η σχέση του Ηρακλή με τις γυναίκες. Εξολόθρευσε την Ιππολύτη, δηλητηριάστηκε από τη Δηιάνειρα, τέθηκε στην υπηρεσία της Ομφάλης, όπου γελοιοποιήθηκε ανα­γκασμένος να φοράει γυναικεία ρούχα. Η σχέση της Μεγάρας βέβαια με τον Ηρακλή, πριν το γεγονός του φόνου, εί­ναι αρμονική. Είναι μητέρα των τριών γιων του που λατρεύει. Στη διάρκεια της επίκλησης της, του λέει με ευγένεια: «Καλέ μου, ακούγονται στον Άδη οι ζω­ντανοί;» Η πρώτη της λέξη όταν εκείνος εμφανίζεται, είναι «αγαπημένε». Ο φό­νος της δεν είναι εκούσιος, η μανία του Ηρακλή είναι θεόσταλτη. Την έστειλαν οι θεοί στο αποκορύφωμα της δόξας του, όταν θα έπρεπε να απολαμβάνει δι­πλή τιμή. Από τους ανθρώπους, γιατί υπήρξε ευεργέτης τους, αφού σαν τον Προμηθέα μεσολάβησε μεταξύ εκείνων και των θεών· από τους θεούς, γιατί ανόρθωσε τη θρησκεία τους όταν πολ­λοί την είχαν ξεχάσει. Προκάλεσε όμως το φθόνο τους. Η Ίρις, η απεσταλμένη της Ήρας, το λέει καθαρά: ο Ηρακλής πρέπει να τιμωρηθεί, αλλιώς θα κερδί­σουν οι θνητοί και οι θεοί θα χάσουν τα πάντα.

karyofyllia_001

Αν ζούσε σήμερα η Μεγάρα, τι είδους γυναίκα θα ήταν;

Μια γυναίκα αριστοκρατικής καταγωγής με αληθινό νοιάξιμο για τους άλλους. Η Μεγάρα δεν σκέφτεται τον εαυτό της, αλλά τα παιδιά της, τον γέροντα πατέρα του Ηρακλή, το χορό των γερόντων, τους πολίτες, δηλαδή, της χώρας της. Λέει «προσέξτε, προσέξτε, μην πάθετε για χάρη μας κακό», κι όταν το λέω αυτό, φέρνω στο μυαλό μου εικόνες της Αθή­νας του σήμερα. Στη διάρκεια της συζή­τησης μας πάνω στο έργο, είχαμε στην αίθουσα όπου γίνονταν πρόβες φωτο­γραφίες από τις πορείες, τις συγκρούσεις των ηλικιωμένων με την αστυνομία όταν διεκδικούσαν την ασφάλιση, τη σύνταξη τους, εισπράττοντας ξύλο και δακρυ­γόνα. Η Μεγάρα δεν θα καθόταν στη βίλα της των βορείων προαστίων, αλλά θα ήταν στον αγώνα προσπαθώντας να ισορροπήσει τα πράγματα με αυτοθυ­σία. Προκειμένου να μην πάθουν τίποτε οι γέροντες, που ο τύραννος τους απο­καλεί δούλους και των οποίων απειλείται η ζωή, η περιουσία και η ελευθερία, προ­τιμάει να θυσιαστεί η ίδια. Προτιμότερος λέει, ο θάνατος, παρά να συμβεί το κακό σε αθώους πολίτες.

Η ερμηνεία ενός ρόλου γίνεται πιο απαιτητική μπροστά από το κοίλο της Επιδαύρου; Και αν ναι, φταίει η λεγό­μενη ιερότητα του χώρου, ή το βά­ρος που οι άνθρωποι του δίνουν;

Τα τελευταία χρόνια γίνεται συνέχεια κουβέντα γύρω απ’ αυτό το θέμα, όπως και για την ερμηνεία της αρχαίας τρα­γωδίας γενικότερα. Χοντρικά, το κοινό έχει χωριστεί σ’ αυτούς που θέλουν προ­σήλωση στην παράδοση, συντήρηση στην ερμηνεία του αρχαίου δράματος, και σ’ εκείνους που θέλουν να δουν κάτι καινούργιο, πέρα από τις κλασικές ανα­γνώσεις. Πλέον, η τέχνη έχει πάει αλλού, θέλουμε και η ματιά πάνω στην τραγω­δία να είναι πιο τολμηρή, πιο πειραμα­τική. Και οι δύο πλευρές κατεβαίνουν στην Επίδαυρο, είτε ως δημιουργοί είτε ως κοινό, και γίνεται το έλα να δεις. Ευ­τυχώς, μέχρι στιγμής δεν βρέθηκα στη θέση να είμαι στην ορχήστρα και να γί­νεται ο κακός χαμός από κάτω. Μέσα μου υπάρχει πάντα η αγωνία για το τι θα συμβεί. Έχω δουλέψει και στην κλασική ανάγνωση, και στην πιο πειραματική, όπως τώρα, και η ψυχή μου βρίσκεται στη δεύτερη. Γι’ αυτό και, στην περί­πτωση που κάτι ακουστεί, δεν πρόκειται να πτοηθώ ούτε εγώ ούτε οι συνάδελ­φοι μου. Το έργο βέβαια έχει και το πλε­ονέκτημα ότι δεν ανεβαίνει συχνά, δεν το γνωρίζει το ευρύ κοινό, οπότε διατη­ρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του κόσμου.

Μέχρι πρόσφατα είχατε και το άγχος αν θα γίνει τελικά η παράσταση λόγω απεργιών. Είναι ψυχοφθόρα όλα αυτά; Ή αναμενόμενα και κατανοητά σε περίοδο κρίσης;

Το ψυχοφθόρο και το αναμενόμενο δεν αναιρούν το ένα το άλλο. Εδώ βράζει ο κόσμος, έχουν κοπεί συντάξεις, μισθοί, υπάρχει ανεργία, τα πάντα βρίσκονται σε κρίση. Οι εξελίξεις είναι τόσο ρα­γδαίες που δεν μπορείς να κάνεις καμία πρόβλεψη. Στο Εθνικό Θέατρο, που είναι ένας δημόσιος οργανισμός, έχουν γίνει περικοπές μισθών, γίνονται ήδη άλλες στα λεγόμενα «εκτός έδρας» και όλα αυτά ακούγονται επόμενα της κρίσης. Οι Έλληνες καλλιτέχνες, πάντως, δεν αμείβονται όπως οι ξένοι συνάδελφοι τους. Όταν ήταν εδώ πριν δύο χρόνια ο Ντίμιτερ Γκότσεφ και σκηνοθετούσε τους Πέρσες, μόλις άκουσε τους μισθούς των παιδιών χλόμιασε κι ένιωσε ντροπή. Εξαρτάται βέβαια και απ’ τον καθένα το πόσο μπορεί να τ’ αφήσει όλα στην άκρη και να επικεντρωθεί στο ρόλο του. Υπάρ­χουν άνθρωποι που τους χαλάει πολύ όλο αυτό. Έχω ακούσει συναδέλφους να λένε ότι δεν θέλουν να έρθουν στην πρόβα, ότι είναι καλύτερα να πάνε σπίτι. Το ζητούμενο, όμως, είναι να κάνεις τη δουλειά σου μέχρι τελικής πτώσεως, γιατί, αν τελικά όλα λυθούν, δεν θα έχεις δικαιολογία αν δεν είσαι πανέτοιμος.

Τα χρήματα και η ανάγκη για επι­βίωση μπορούν να οδηγήσουν έναν ηθοποιό σε επιλογές  που ίσως μετα­νιώσει; Είναι η τηλεόραση μέσα σ’ αυ­τές, όπως κάποιοι πιστεύουν;

Είμαι παιδί αγροτικής οικογένειας, ποτέ δεν είχα πολλά χρήματα κι εδώ και χρό­νια ζω απ’ τη δουλειά μου. Την τηλεό­ραση την αρνιόμουν για πολύ καιρό. Στο Ανοιχτό Θέατρο, παλιότερα, σνο­μπάραμε και την κρατική. Όταν μου έκα­ναν την πρόταση για το πρώτο μου σί­ριαλ, τον Κίτρινο φάκελο του Καραγάτση σε σκηνοθεσία Κουτσομύτη, έκανα ένα μήνα ν’ απαντήσω, γιατί φοβόμουν ότι θα ήταν επικίνδυνη επιλογή σε μια πο­ρεία με καλλιτεχνική και θεατρική πυ­ξίδα. Φυσικά, αποδείχθηκε ότι οι φόβοι μου ήταν αβάσιμοι, αφού κι αυτή η δου­λειά και άλλες που ακολούθησαν -τη­λεοπτικές μεταφορές μυθιστορημάτων κυρίως- ήταν αξιόλογες. Πρόσεχα βέ­βαια πολύ τις προτάσεις. Σε όποια μύ­ριζε λίγο πιο εμπορικά, παρόλο που είχα ανάγκη τα χρήματα, έλεγα όχι. Υπήρξα και φανατική, λέγοντας ότι ένας καλλι­τέχνης είναι καλύτερα να πεινάσει ή να βρει άλλη δουλειά, γιατί έχει ευθύνη απέναντι στο κοινό. Η πείρα της ζωής, όμως, με δίδαξε ότι δεν είναι εύκολο ν’ αλλάξεις επάγγελμα, ότι υπάρχουν υπο­χρεώσεις συναδέλφων με οικογένεια και ότι ο αυστηρά καλλιτεχνικός χώρος δεν μπορεί να τους απορροφήσει όλους. Αναγκάζονται λοιπόν κάποιοι να ρίξουν νερό στο κρασί τους.

Εσείς θα αλλάζατε κάτι, αν μπορούσατε, στη μέχρι τώρα καριέρα σας;

Προσπαθώ, όσο γίνεται, να μην κάνω μεγάλους συμβιβασμούς. Κάποιους έχω κάνει, μη μου ζητήσεις όμως να σου πω ποιοι είναι. Αισθάνομαι ότι κάποια πράγ­ματα, αν είχα οικονομική άνεση, θα τα είχα αποφύγει, θα τα άλλαζα, αλλά για λόγους επαγγελματικής δεοντολογίας και από σεβασμό στους ανθρώπους που μου έδωσαν ψωμί, δεν θέλω να τα ανα­φέρω.

Κάποιο καλλιτεχνικό απωθημένο;

Στην Ελλάδα αισθανόμαστε λίγο απο­κομμένοι από τη διεθνή σκηνή. Αν δεν είχαμε τις εξαιρετικές παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών, θα έπρεπε να ξοδέ­ψουμε του κόσμου τα χρήματα σε τερά­στια ταξίδια για να τις δούμε. Σκέφτεσαι λοιπόν, γιατί εμείς δεν είμαστε σε ξένα φεστιβάλ, γιατί δεν μπορούμε να δουλέ­ψουμε μ’ αυτούς τους μεγάλους σκηνο­θέτες; Γίνονται προσπάθειες, μακάρι όμως να υπήρχαν περισσότερες προϋ­ποθέσεις και χρήματα. Εκτός από τον Πέτερ Στάιν και τον Γιούρι Λιουμπίμοφ, που είναι και οι δύο μεγάλη προίκα, δεν είχα τη χαρά να συνεργαστώ μ’ ένα μεγάλο ξένο σκηνοθέτη, από εκείνους που αυτή τη στιγμή κάνουν το πιο πειραματικό θέ­ατρο, το πιο ενδιαφέρον. Οι Έλληνες ηθο­ποιοί δεν βγαίνουμε πολύ έξω. Παλιότερα είχαμε πάει στη Νέα Υόρκη, στη Σεούλ, στον Καναδά, στην Ιαπωνία, και είδα τι σημαίνει για τον κόσμο στο εξωτερικό το να δει το αρχαίο δράμα από Έλληνες. Κι ας μην λέμε μόνο για την τραγωδία. Το θέατρο μας έχει να επιδείξει πολύ ενδια­φέρουσες παραστάσεις και είναι κρίμα που δεν ξεπερνάν τα σύνορα. Αυτά θα ήθελα να δω και να κάνω. Ή έστω μια ται­νία, μ’ έναν σπουδαίο Ευρωπαίο ή Αμερι­κανό σκηνοθέτη.

Υπάρχουν πάντως ακόμα και ιστοσελίδες αφιερωμένες σε εσάς. Πώς θα νιώθατε αν μαθαίνατε ότι έχετε γίνει σύμβολο, είδωλο για ένα μέρος του κοινού;

Αυτό φυσικά με κάνει ευγνώμονα κι ευ­χαριστώ όλους αυτούς τους ανθρώπους που μου κάνουν τέτοια τιμή και μου δεί­χνουν τέτοια εμπιστοσύνη. Παρ’ όλα αυτά, ως φύση είμαι συνεχώς ανήσυχη και αυτοαναιρούμενη. Ποτέ δεν αι­σθάνθηκα ότι έφτασα κάπου, το θεωρώ γελοίο και μόνο που το διατυπώνω. Εί­μαι ανήσυχη για το επόμενο βήμα, για το πώς θα εξελιχθώ καλλιτεχνικά, για το πώς θα είμαι στην αιχμή του δόρατος. Δεν θέλω να με ξεπεράσει η εποχή και να μείνω πίσω. Γι’ αυτό είμαι και από τους πιο φανατικούς του Φεστιβάλ, γι’ αυτό και μου αρέσει να ενημερώνομαι. Γιατί με ενθουσιάζουν πολύ τα και­νούργια ρεύματα και θέλω να προχωρώ στην τέχνη μου.

Έχετε συλλάβει ποτέ τον εαυτό σας να σιχαίνεται τις συνεντεύξεις, τις φω­τογραφίσεις, τη δημοσιότητα; Ή είναι αναγκαίο κακό;

Και τα δύο. Εάν μπορούσα να αποφύγω όλο αυτό το κομμάτι της δουλειάς μας, θα ήμουν ευτυχής. Κάθε φορά που πλη­σιάζει η πρεμιέρα και πρέπει να προω­θηθεί το έργο στο κοινό, δεν χαίρομαι και πολύ με όλα αυτά. Καταλαβαίνω, όμως, απόλυτα την αναγκαιότητα τους και, για να μπορώ να είμαι συνεπής απέ­ναντι στους εργοδότες μου, τα κάνω. Τα αποδέχομαι. Πολλές φορές, όταν αι­σθάνομαι ότι έχω μιλήσει αρκετά, ότι δεν χρειάζεται άλλο, απλώς αρνούμαι ευγενικά.

Η φιλαρέσκεια είναι παγίδα ή καύ­σιμο για μια πρωταγωνίστρια;

Παγίδα. Παγίδα τεράστια. Είναι απαγο­ρευμένη για μένα. Αν, ως καλλιτέχνης, παγιδευτείς στο ναρκισσισμό, έχεις χά­σει το παιχνίδι. Οι περισσότεροι ρόλοι δεν ζητάνε από σένα να είσαι ωραίος και λαμπερός. Αυτό που έχει μεγαλύ­τερη σημασία είναι οι πολλαπλές όψεις της έννοιας «άνθρωπος». Κι αυτό συ­μπεριλαμβάνει τα πάντα – την ασχήμια, την εξαθλίωση, τον πόνο. Όταν έχεις να συνδιαλλαγείς με τέτοιου τύπου έννοιες πώς είναι δυνατόν το μόνο που σε νοιά­ζει να είναι να βγεις ωραίος; Στο Λα Τσούνγκα, που ερμήνευα τα δύο προη­γούμενα χρόνια και θα ερμηνεύσω για το μισό της σεζόν που έρχεται, υπο­δυόμουν την ηρωίδα, άβαφη και ατη­μέλητη. Αν έκανα το αντίθετο θα πρό­διδα το ρόλο. Καλύτερα να έπαυα να είμαι ηθοποιός.

Η ομορφιά είναι για μια γυναίκα η κα­ταλληλότερη αρετή στον έρωτα;

Αλίμονο αν δείχνουμε στον άλλο μόνο το ωραίο μας πρόσωπο. Πιστεύω σ’ έναν έρωτα που έχει και στοιχεία αγάπης που έχει ξεπεράσει το πρώτο στάδιο της προσπάθειας απλώς να γοητεύσεις. Το θέμα είναι να γοητεύεις τον άλλον και μέσα από τις αδυναμίες σου, κι εσύ να τον αγαπάς και για τις ρωγμές του. Έτσι πλησιάζουν τα ανθρώπινα όντα μεταξύ τους. Ο έρωτας δεν είναι ούτε μάχη, ούτε παιχνίδι εξουσίας ή ομορφιάς ντε και καλά. Ο αγαπημένος μου θα με δει και άβαφη και άρρωστη και θλιμμένη κι απ’ όλα. Ελπίζω ότι θα μ’ αγαπάει και μ’ αυτά.

Από την εποχή της Μεγάρας μέχρι σήμερα, ο γάμος και η μητρότητα θε­ωρούνται από πολλές γυναίκες η φυ­σική συνέχεια του έρωτα. Η δική σας γνώμη σε τι διαφέρει;

Δεν μου αρέσει ο γάμος, τον θεωρώ μία πλασματική, ψευδή κοινωνική συν­θήκη. Θα τον είχα επιλέξει μόνο αν είχα αισθανθεί την ανάγκη να κάνω παιδιά. Απ’ τη στιγμή που δεν την ένιωσα, δεν ήταν απαραίτητος. Έτσι κι αλλιώς, οι σχέσεις των ανθρώπων είναι ρευστές και εξελίσσονται κι εγώ είμαι ένας άνθρωπος που έχει ανάγκη τον έρωτα και το πάθος στη ζωή του. Από τη στιγμή που δεν υπάρχουν πια, που δίνουν τη θέση τους σε κάτι άλλο, σε σκέτη φιλία για παράδειγμα, δεν έχω λόγο να συνεχίσω μια ερωτική σχέση. Έτσι κι αλλιώς, ένας χωρισμός είναι επώδυνος, γιατί να πρέπει να λύσεις και το νομικό κομμάτι; Και δεν μου αρέσει που οι περισσότεροι γάμοι σή­μερα συνεχίζονται για λόγους κοινω­νικούς ή και οικονομικής εξάρτησης. Βρίσκονται μέσα τους τόσα μυστικά και ψέματα, που δεν μπορώ να εν­στερνιστώ και να δεχτώ.

Και αν έπρεπε να αντικαταστήσετε το όνειρο της οικογένειας με κάποιο άλλο, τι θα ήταν αυτό;

Το όνειρο για μένα είναι η δουλειά μου, η τέχνη μου, το θέατρο. Είναι η μεγάλη μου αγάπη, εκεί βρίσκω λόγο ύπαρξης και είμαι ο εαυτός μου. Νιώθω δημι­ουργική και χρήσιμη, περνάω όμορφα. Υπάρχει και το τίμημα, υπάρχει αγωνία, άγχος, απογοήτευση, ανάλωση του εαυ­τού σου, ξόδεμα της ενέργειας σου. Αλλά αυτά που παίρνεις, μπροστά σ’ αυτά που δίνεις, αξίζουν τον κόπο για οποιαδήποτε τέτοιου τύπου θυσία.

ΜΗΝΑΣ ΧΑΤΖΗΣΑΒΒΑΣ: Δε με πτοούν οι γκρίνιες (ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ)-συνέντευξη στη Νίκη Ορφανού (εφ)

Μιχαήλ Μαρμαρινός: Συνέντευξη στην Κατερίνα Κόμητα (εφ) με αφορμή τον Ηρακλή Μαινόμενο-“επειδή επιχορηγείσαι πρέπει να το βουλώνεις;

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: συνέντευξη στο Νικόλα Ζώη (εφ) (Ηρακλής Μαινόμενος)-“Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι έφτασα κάπου”

Εθνικό Θέατρο – Μιχαήλ Μαρμαρινός Ηρακλής Μαινόμενος του Ευριπίδη 5-6 Αυγούστου 2011, 21:00, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.