Η Ηλέκτρα του Ευριπίδη και του Μ. Κακογιάννη της Δήμητρας Γιαννακού

 

Με την ευκαιρία του 1ου Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος που διοργανώνει ο Πολιτισμικός Οργανισμός του Δήμου Αθηναίων και που λαμβάνει χώρα στην Αθήνα αυτές τις μέρες, καθώς και της δωρεάν προβολής ταινιών του Μιχάλη Κακογιάννη που γίνεται από το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης εις μνήμη του μεγάλου σκηνοθέτη, σε αυτό το άρθρο θα γίνει αναφορά στην Ηλέκτρα του Ευριπίδη (413 π. Χ.) και στην ομώνυμη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη (1962), ταινία που προβάλλεται στα πλαίσια και των δύο εκδηλώσεων.

«Οι τραγικοί Μύθοι σήμερα» είναι το θέμα του Φεστιβάλ θέτοντας με αυτό τον τρόπο τον άξονα γύρω από τον οποίο κινείται η προβληματική του. Πόσο επίκαιρα μπορούν να καταστούν τα τραγικά θέματα του 5ου π. Χ. αι. σήμερα, ποιο είναι το βλέμμα του σύγχρονου θεατή πάνω σε αυτά, πόσο τον επηρεάζουν και τον προβληματίζουν; Μέσα από ποιες τεχνικές και μεθόδους οι καλλιτέχνες του 20ου αι. καταφέρνουν να συνεπάρουν και να ευαισθητοποιήσουν το σύγχρονο κοινό αναπαριστώντας αρχαίες ελληνικές τραγωδίες;

Η «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη γεννήθηκε μέσα σε καταστάσεις κρίσιμες όπου κλονιζόταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία, βρισκόταν χρόνια σε πόλεμο-τον Πελοποννησιακό- ενώ πολλές πόλεις εναντιώνονταν στο απολυταρχικό καθεστώς που είχε επιβάλει. Ο Albert Camus είχε πει χαρακτηριστικά σε μια διάλεξη που έδωσε στην Αθήνα το 1955: « Οι μεγάλες περίοδοι της τραγικής τέχνης τοποθετούνται, μέσα στην ιστορία, σε αιώνες όπου όλα αιωρούνται, σε στιγμές που τη ζωή των λαών τη βαραίνει η απειλή, όπου το μέλλον είναι αβέβαιο και το παρόν δραματικό». Σήμερα, λοιπόν, μέσα στην περίοδο κρίσης που δεν αφήνει ανεπηρέαστο κανένα, η ανάσυρση στην επιφάνεια της δραματικής τέχνης της αρχαίας εποχής στο μέρος μάλιστα όπου γεννήθηκε και ο διάλογος με το σήμερα κρίνεται επιτακτικός και αναγκαίος όσο, ίσως, ποτέ.

Είναι λίγο ως πολύ γνωστός ο μύθος της Ηλέκτρας : Ο Αγαμέμνονας γυρίζοντας νικητής από την Τροία πέφτει θύμα άγριας δολοφονίας (τι ειρωνεία!) της συζύγου του Κλυταιμνήστρας και του εραστή της, του Αιγίσθου, που είχαν ως στόχο να σφετεριστούν το θρόνο του. Η Ηλέκτρα -παιδούλα όταν έγινε το συμβάν- αποφάσισε να εκδικηθεί το φόνο του πατέρα της όταν θα ενηλικιωνόταν. Με τη βοήθεια του αδελφού της, Ορέστη, τελικά μετά από χρόνια θα εκτελέσει το διπλό φόνο του Αιγίσθου και της Κλυταιμνήστρας διαιωνίζοντας τον κύκλο του αίματος που διακατείχε τη γενιά των Ατρειδών.

Αυτός ο μύθος αποτελεί τη βάση τριών άλλων προγενέστερων τραγωδιών, του «Αγαμέμνονα» και των «Χοηφόρων» του Αισχύλου καθώς και της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή. Ο Ευριπίδης εισήγαγε μια καινοτομία και, όπως ήταν αναμενόμενο, κατέπληξε το αθηναϊκό κοινό της εποχής του: για πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής τραγωδίας, η δράση τοποθετείται έξω από τα όρια του παλατιού, εκτυλίσσεται στην εξοχή, στα σύνορα, στο περιθώριο της πόλης όπου βρισκόταν «εξορισμένη» η Ηλέκτρα έπειτα από ένα λευκό γάμο που είχε κάνει «με το ζόρι» με έναν αγρότη κάτω από την πίεση της μητέρας της. Η Ηλέκτρα εμφανίζεται στη σκηνή με κουρέλια και με ξυρισμένο το κεφάλι, σκανδαλίζοντας τους θεατές. Έτσι, ο ποιητής με βάση τον ως τότε γνωστό μύθο της Ηλέκτρας δημιούργησε μια νέα ιστορία ˙ με αυτή την αλλαγή υποβιβάζει και εξευτελίζει την Ηλέκτρα στο έπακρο ενώ η αντίθεση που δημιουργείται έπειτα από το θέαμα μιας μητέρας βουτηγμένης μέσα στα λούσα και την πολυτέλεια και μιας κόρης πάμπτωχης και ταπεινωμένης παράγει ένα εφέ αρκετά σοκαριστικό.

Η παραπάνω ρήξη με την παράδοση, η μεταφορά δηλ. της δράσης στα βουνά, έξω από τα όρια του παλατιού όπου την είχαν περιορίσει οι προκάτοχοί της, πρόσφερε τις ιδανικές συνθήκες για να επιχειρηθεί μια μεταφορά της τραγωδίας από το θέατρο στη μεγάλη οθόνη.

Έτσι, ο Μιχάλης Κακογιάννης (που όπως είχε δηλώσει σε μια συνέντευξη «είμαι 100% ευριπίδειος») δανείστηκε την ιδέα από το μεγάλο ποιητή και την ανέπτυξε σύμφωνα με τις δυνατότητες και τις τεχνικές που του πρόσφεραν τα κινηματογραφικά μέσα. Αυτό που είναι αξιοπαρατήρητο είναι ότι ξεφεύγει από την παγίδα του théâtre filmé- δηλ. να στήσει την κάμερα μπροστά σε μια παράσταση- αλλά δημιουργεί ένα καινούριο θέαμα που, εμπνευσμένο βέβαια από το αρχαίο κείμενο και σεβόμενο το πνεύμα του ποιητή, μετατρέπει τις λέξεις σε εικόνες, βάζει τη φύση να σχολιάζει ή να συμμερίζεται τις αγωνίες και τα πάθη των ηρώων- ή καλύτερα αντί-ηρώων-, οπτικοποιεί καταστάσεις και γεγονότα που στο θέατρο δίνονται στο θεατή μέσα από τις περιγραφές διαφόρων προσώπων. Γι’ αυτό το λόγο, ο σκηνοθέτης πήρε κάποιες ελευθερίες όσον αφορά την πλοκή, αναγκάστηκε να κόψει, να συμπτύξει κάποια στοιχεία του δράματος (όπως τα χορικά) ή αντίστοιχα να προεκτείνει και να δώσει μεγαλύτερη έμφαση σε άλλα, μη διστάζοντας μάλιστα να αλλάξει και τη σειρά κάποιων σκηνών ή επεισοδίων. Κάτι που ήταν εύλογο, εφόσον στόχος του βασικός ήταν να δείξει με τις εικόνες και όχι να διηγηθεί με το λόγο.

Η τραγωδία εκτυλίσσεται σε εξωτερικό χώρο, στο μέρος όπου πραγματικά έγινε τρεις χιλιάδες περίπου χρόνια πριν: στις Μυκήνες, στο Άργος και στην ελληνική ύπαιθρο. Αποφεύγοντας τις γνωστές χολιγουντιανές τάσεις που θα είχαν οδηγήσει το Μ. Κακογιάννη να κατασκευάσει ένα ψεύτικο μυκηναϊκό παλάτι, προτιμά να αρχίσει την ταινία του με πλάνα του αρχαίου παλατιού. Με αυτόν τον τρόπο, παίρνοντας ως βάση τις εμπειρίες του θεατή τού σήμερα, καταφέρνει να καταστήσει το παρόν στο παρελθόν και να μετα-φέρει, να τοποθετήσει την τραγωδία στη σύγχρονη εποχή. Χαρακτηριστικά είχε πει σε μία συνέντευξη (στον Pierre Mazars για την εφημερίδα Figaro Littéraire 27-10-1962): « Είναι αδύνατο να ανασυστήσει κανείς έναν ναό ζωγραφισμένο με έντονα χρώματα, έτσι ακριβώς όπως ήταν στο παρελθόν επειδή ακριβώς είναι αδύνατο να σβήσουμε την άποψη που έχουμε για τον Παρθενώνα σήμερα».

Ένας βραχώδης λόφος, μια πλαγιά με ελιές, κάποιες μαυροντυμένες χωρικές που βαστούν στον ώμο τους υδρίες, η εικόνα του αγρότη με ένα ζώο περασμένο από τους ώμους του θυμίζοντας το Μοσχοφόρο (άγαλμα- ανάθημα του Ρόμβου 570 π.Χ.) , οι γυναίκες του χορού πότε ακίνητες σαν αρχαία ελληνικά αγάλματα, πότε χειρονομώντας έντονα και παίρνοντας τις μαντήλες τους ο αέρας, συμπάσχοντας στα πάθη των ηρώων και παραπέμποντας στο μοιρολόι, όλα τα παραπάνω ήταν αρκετά στο Μ. Κακογιάννη για να δημιουργήσει ένα θέαμα που τονίζει τη διαχρονικότητα της ελληνικής τραγωδίας, καταργώντας το χρόνο και παραπέμποντας στο αιώνιο ελληνικό πνεύμα. Κάτω από τον καθαρό ουρανό που γεμίζει σύννεφα ανάλογα με τις δραματικές καταστάσεις, η φωνή του Ευριπίδη περνάει χωρίς να ενοχλεί ή να φαίνεται απόκοσμη στους θεατές όχι μόνο της εποχής που γυρίστηκε αλλά και στους θεατές του 21ου αι.

Δίκαια λοιπόν πήρε τη διάκριση της καλύτερης μεταφοράς («meilleure transposition») Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας στο Σινεμά στο Φεστιβάλ Κανών το 1962, τίτλο που δημιούργησε η κριτική επιτροπή ειδικά για αυτήν την ταινία, αν και αρκετοί θεωρούσαν ότι άξιζε το Χρυσό Φοίνικα. Η ερμηνεία της Ειρήνης Παπά καθώς και των άλλων ηθοποιών όπως και η μουσική –κοντά στις αποχρώσεις του αρχαίου ελληνικού δράματος- του Μίκη Θεοδωράκη χαιρετίστηκαν με θαυμασμό από όλο τον κόσμο.

Η ταινία βρίθει από συμβολικές αναφορές και φιλμικές μεταφορές. Μέσα από τη διάρθρωση των εικόνων, το προσεγμένο μοντάζ που παραπέμπει συχνά στους ρώσους φορμαλιστές, το στήσιμο των ηθοποιών, τις κινήσεις, τους ήχους, τη χρήση του φωτός και του ντεκόρ δίδεται η δυνατότητα στο θεατή να παρακολουθήσει τη διαδικασία μεταλλαγής των σημασιών και εννοιών του θεάτρου σε κινηματογραφικές έννοιες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα φιλμικής μεταφοράς είναι η σκηνή του φόνου της Κλυταιμνήστρας μέσα στην καλύβα του αγρότη-συζύγου της Ηλέκτρας. Ο Μ. Κακογιάννης, πιστός στους νόμους της αρχαίας τραγωδίας, δεν δείχνει αυτόν το φόνο στο θεατή αλλά τον αναπαριστά με το γρήγορο πέταγμα ενός μαύρου πουλιού που πάει να βρει καταφύγιο μέσα σε γκρίζα βράχια. Οι παραλληλισμοί μεταξύ πουλιού και ψυχής της βασίλισσας που φεύγει και πετά για το βραχώδες βασίλειο του Άδη –κατά την παράδοση- είναι αναπόφευκτοι και αποδεικνύουν την εκφραστική δύναμη της κινηματογραφικής τέχνης.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια ταινία στάσεων και κινήσεων, κραυγών και σιωπών, σκιών και φωτός που εναλλάσσονται διαρκώς σε έναν ξέφρενο ρυθμό και που τονίζουν ακριβώς την αντιφατικότητα και αμφισημία που διέπει την ανθρώπινη ύπαρξη και το σύμπαν. Η συνεχής διαδοχή του καλού και του κακού, του πολέμου και της ειρήνης, της ημέρας και της νύχτας, του δίκαιου και του άδικου, της ευτυχίας και της δυστυχίας, της ενοχής και της αθωότητας, του φωτός και του σκοταδιού, ενσαρκώνεται με αριστοτεχνικό τρόπο στα πλάνα της Ηλέκτρας του Μ. Κακογιάννη και δεν αφήνει ασυγκίνητο το θεατή οποιασδήποτε εποχής.

Ο Ευριπίδης στον κινηματογράφο Marianne McDonald – Βιβλιοπωλείο της “Εστίας” Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ ΑΕ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: