FILM SOCIALISME «Να μη μιλάς για το αύριο, να το δείχνεις» (Ζ.Λ. Γκοντάρ, 2010) του Κωνσταντίνου Χατζηφραγκιού Μακρυδάκη

film_socialisme

Μερικές ταινίες τις συλλογιέσαι διαρκώς αφού τις δεις. Μια τέτοια περίπτωση είναι το Film Socialisme (Ζ.Λ. Γκοντάρ, 2010). Μια κινηματογραφική εμπειρία που αφού σταλάξει σαν ίζημα μέσα σου, σου επιτρέπει να μιλήσεις γι’ αυτήν.

Η ταινία ξεκινά μ’ ένα πλάνο στη θάλασσα και στη ροή του νερού, τότε ακούγεται το σχόλιο:

– το χρήμα είναι δημόσιο αγαθό.

– όπως το νερό;

– ακριβώς.

Πρόκειται για ένα φιλμ που έρχεται αντιμέτωπο με την καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική πορεία πολιτισμικής παρακμής, που χάραξε το καράβι της σύγχρονης «ενοποιημένης» Ευρώπης, χάνοντας τον δρόμο για μια αληθινά ενωμένη Ευρώπη. Ένα φιλοσοφικό ταξίδι επιστροφής στην αρχέγονη Μεσόγειο με πολιτικές προεκτάσεις. Μια διαδρομή που εμπνεύστηκε ο δημιουργός από το βιβλίο «Το ταξίδι του Σαίξπηρ» του Λεόν Ντοντέ, το οποίο ακολουθεί τη πορεία και τους σταθμούς του πλοίου που μεταφέρει το νεαρό Σαίξπηρ στη Μεσόγειο, πριν ακόμη εκείνος αρχίσει να συγγράφει. Εν μέρει μάθημα ιστορίας, εν μέρει πολιτικο-κοινωνικό δοκίμιο, είναι τελικώς μια πλοήγηση σε σκόρπιες σκέψεις όσον αφορά τον προορισμό και την κατάληξη του πλοίου της Ευρώπης. QVO VADIS EUROPA? θα αναρωτηθεί ο δημιουργός μιας ταινίας καταγγελίας, καθώς είμαστε πλέον αντιμέτωποι με το μηδέν, σε μια «Ένωση» έρμαιο των διεθνών αγορών και των χρηματο-πιστωτικών ιδρυμάτων, που κινείται πια δίχως ανθρωπιστική/ σοσιαλιστική πυξίδα. Γεγονός που επισημαίνεται στην ταινία, καθώς «τα χρήματα επινοήθηκαν για να μην κοιταζόμαστε στα μάτια». Πρόκειται για ένα ταξίδι αυτογνωσίας κι επιστροφής στον τόπο καταγωγής της Ευρώπης, τη Μεσόγειο και στις αρχέγονες αξίες της γαλλικής επανάστασης: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΙΣΟΤΗΤΑ, ΑΔΕΛΦΟΣΥΝΗ.

Η διάρθρωση του φιλμ παραπέμπει στην κλασική μουσική και στον Ιγκόρ Στραβίνσκι. Είναι μια «συμφωνία σε τρεις κινήσεις»:

1) «πράγματα όπως..» ο καπιταλιστικός τρόπος ζωής. Σε μια κρουαζιέρα στη Μεσόγειο συναντιούνται άνθρωποι διαφορετικοί με πολυάριθμες γλώσσες και εθνότητες. Το πλοίο της Ευρώπης συρρικνώνεται σ’ ένα λιλιπούτειο Τιτανικό χλιδής, με casino, clubs, πισίνες, restaurants, περιφερόμενες πανάκριβες αλλά κενές περιεχομένου τουαλέτες κι αντιστοίχως αδειανά πουκάμισα.

2) «Η Ευρώπη μας…» μέσα από αμέτρητες κουβέντες, σε διαφορετικές γλώσσες μεταξύ των επιβατών. Ανάμεσά τους ο γάλλος φιλόσοφος, συγγραφέας του «Είναι και του Συμβάντος», Αλέν Μπαντιού, ο αμερικάνος μουσικός Λάρι Κέι των Steppenwolf, ένας παλαιστίνιος πρέσβης, ένα ζευγάρι απ’ τη Ρωσία, αλλά και η διάσημη τραγουδίστρια Πάτι Σμιθ, για την οποία ο δημιουργός αποκαλύπτει: «ήθελα μια καλή αμερικανίδα, που να μην έχει σχέση με τον ιμπεριαλισμό». Διατυπώνουν σκόρπιες σκέψεις για μια Ευρώπη διεφθαρμένη, ταπεινωμένη από τις αγορές, με περιορισμένους βαθμούς ελευθερίας, αλλά και δίχως ουσιαστική αγανάκτηση – αντίδραση. Άλλωστε, όπως αναφέρεται σκωπτικά στη ταινία: «καθάρματα θα υπάρχουν πάντα, απλά σήμερα είναι ειλικρινή. Αγαπούν «ειλικρινά» την Ευρώπη». Ευτυχώς όμως θα υπάρχουν πάντα και τα παιδιά, ως μοναδικοί εγγυητές της ελπίδας για έναν κόσμο καλύτερο. Είναι εκείνα που θα ζητήσουν εξηγήσεις και θα απαιτήσουν απαντήσεις για το έλλειμμα αυτονόητων αξιών, όπως η ελευθερία, η ισότητα, η αλληλεγγύη. Είναι εκείνα που τελικώς θα μας δικάσουν, καθώς όταν ένας «νόμος» δεν είναι δίκαιος, η δικαιοσύνη προηγείται του νόμου.

3) «Ανθρωπότητες». Αληθινοί και ψεύτικοι μύθοι από τόπους καταγωγής, που καθόρισαν την ιστοριογραφία της Ευρώπης. Η διαχρονική πλεύση του καραβιού της έχει σταθμούς διακριτούς:

Αίγυπτος, η αφετηρία.

Παλαιστίνη, η απαγορευμένη πρόσβαση.

Νάπολη, η βραδύτητα της ζωής, η διάρκεια.

Βαρκελώνη, του ανεκπλήρωτου και του θανάτου του σοσιαλισμού.

Οδησσός, η μνήμη (ακόμη και η κινηματογραφική).

Ελλάδα, η ιστορία. Ή όπως προφητικά σημειώνει, με πηχυαίους μεσότιτλους ο Γκοντάρ, σε σχέση και με τη σημερινή κατάντια της «HELL AS» (ΟΠΩΣ ΚΟΛΑΣΗ). Ο συγγραφέας των «Αόρατων Πόλεων» Ίταλο Καλβίνο επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον˙ αν υπάρχει μια κόλαση, είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με την συμβίωσή μας. Δύο τρόποι υπάρχουν να μην υποφέρουμε. Ο πρώτος είναι για πολλούς εύκολος: να αποδεχθούν την κόλαση και να γίνουν τμήμα της μέχρι να καταλήξουν να μην τη βλέπουν πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή προσοχή και διάθεση για μάθηση: να προσπαθήσουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο». Πρόκειται για μια ιστορία παλιά, καθώς ακόμα κι όταν στην αρχαία Αθήνα η Δημοκρατία παντρεύτηκε με την Τραγωδία το μοναδικό τους παιδί ήταν ο πόλεμος. Έχουμε επιστρέψει για μια ακόμη φορά στο μηδέν, τώρα πλέον οφείλουμε επιτέλους να συλλογιστούμε ανοιχτά κι επί της ουσίας «όπως με το τσουνάμι… που μας κάνει να σκεφτούμε τη φύση, της οποίας αποτελούμε τμήμα. Υπάρχουν στιγμές που αυτή πρέπει να εκδικηθεί. Οι μετεωρολόγοι μιλάνε μια γλώσσα επιστημονική. Δεν ακούνε τον τρόπο με τον οποίο φιλοσοφεί ένα δέντρο» (Ζ.Λ. Γκοντάρ).

Το Film Socialisme είναι μια ταινία σκέψης, που εστιάζει σε στιγμιότυπα της ευρωπαϊκής ιστορίας κι αγωνιά για το μέλλον της Ευρώπης. Σαν τη «σωκρατική αλογόμυγα» της Αρχαίας Αθήνας, ο Γκοντάρ τολμά να επισημάνει τις ανοιχτές πληγές στην Παλαιστίνη, στο Σεράγεβο, στην ελληνική περίπτωση, ανατρέχοντας μέχρι τον ελληνικό εμφύλιο, περιγράφοντας τα όρια μιας κριτικής αναρώτησης πάνω στην κινηματογραφική εμπειρία χρησιμοποιώντας πλάνα αρχείου, ενώ ένα μοιρολόι της δεκαετίας του ’40 κατακλύζει την οθόνη…

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, αλλά απόλυτα συμβολικό και συνεπές το γεγονός ότι «προβλήματα ελληνικής φύσεως» δεν του επέτρεψαν να παρευρεθεί στην πρεμιέρα της ταινίας του στο φεστιβάλ των Καννών το 2010. Μια στιγμιαία υπενθύμιση ότι η τέχνη μπορεί να στέλνει τα πιο ηχηρά μηνύματα με την παρουσία, ακόμη και με την απουσία των δημιουργών της. Μια στάση ζωής που μας υπενθυμίζει την παλαιά ρήση του αρχιτέκτονα Δ. Πικιώνη: «Λίγο περισσότερη ανθρωπιά, βαθύτερη νόηση και ψυχική ευαισθησία – κι αλλάζουν όλα: από την αρχική στάση ως τις λεπτομέρειες».

Όσον αφορά την τεχνική της ταινίας η χαρακτηριστική «γκονταρική» αποδόμηση της κινηματογραφικής φόρμας κυριαρχεί. Το Film Socialisme είναι ένα δοκίμιο «αντι-κινηματογραφικής» γραφής, που ασκεί σκληρή κριτική στον σύγχρονο πολιτισμό της φτώχιας και της ανεργίας, της εξαθλίωσης και της πνευματικής ισοπέδωσης. Ένα ταξίδι στοχασμού στη Μεσόγειο γύρω από παλιές και σύγχρονες τραγωδίες, μια αναζήτηση στον μύθο και τον λόγο της Ευρώπης, με εργαλείο τη γλώσσα των εικόνων. Η πλοκή της ταινίας είναι προσχηματική κι αφήγηση μη γραμμική, αποσπασματική. Τα κεφάλαια της ταινίας διαχωρίζονται με μεγάλους μεσότιτλους. Από την άλλη μεριά μικρά πλάνα μερικών λεπτών ή και δευτερολέπτων εναλλάσσονται συνεχώς, ακόμα και αν είναι -σε μια πρώτη «ανάγνωση»- εντελώς ασύνδετα μεταξύ τους, καθώς μπορεί να προέρχονται από κάμερες υψηλής ευκρίνειας, ακόμη και από κάμερες κινητών τηλεφώνων ή κάμερες ασφαλείας ή από το διαδίκτυο, ενώ παρεμβάλλονται αρχειακά πλάνα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή από παλαιότερες ταινίες. Ο ήχος δεν συνδέεται πάντα με την εικόνα. Υπάρχουν στιγμές που ένας διάλογος ενός πλάνου συνεχίζεται και στο επόμενο αν και το σκηνικό έχει αλλάξει. Ο ήχος της θάλασσας εναλλάσσεται με δυσνόητους διαλόγους, απαγγελίες ποιημάτων ή σκέψεων ή απλώς με τον θόρυβο του κόσμου, ενώ η ασυνεχής ροή της αφήγησης εξακολουθεί.

Μια φράση μονάχα ακούγεται ως μόνιμη επωδός στη ταινία. Σε μια «ενοποιημένη» Ευρώπη κάτω από την γερμανική οικονομική επικυριαρχία, ο Γκοντάρ θα αναφωνήσει με φανερό περιφρονητικό σαρκασμό:

Ah Deutschland (επαναλαμβάνεται ως κατακλείδα της αφήγησης δυο με τρεις φορές).

Ο Φρίντριχ Ένγκελς είπε κάποτε: «Η αστική κοινωνία βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα: ή πέρασμα στο σοσιαλισμό ή ξανακατρακύλισμα της ανθρωπότητας στη βαρβαρότητα». Σήμερα, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας για να αντιληφθούμε τι σημαίνει κατρακύλισμα της αστικής κοινωνίας στη βαρβαρότητα. Η νέα γενιά καθοδηγεί, πλέον, την ψηφιακή camera, χωρίς διαχωρισμούς, αλλά και χωρίς «ευαισθησίες», προς μια νέα μορφή «αντίστασης». Πρόκειται για μια Άμεση Κινηματογραφία με διαδικασίες συμμετοχικότητας κι αναστοχασμού, όπως επιτάσσουν οι αρχές της Άμεσης Δημοκρατίας. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της οικονομικής κρίσης, όπου το πλασματικό, το εικονικό, έχει μετατραπεί σε βεβαιότητα, ενώ το πραγματικό, το αληθινό σε αβεβαιότητα, το μόνο που μας απομένει είναι η παραίνεση του Γκοντάρ και βασική αρχή του cinema: «βάδισε προς το φως και φώτισε τη νύχτα…»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: