“Η ανταρσία της κόκκινης Μαρίας” του Κώστα Ζάπα | κριτική Αδάμ Αδαμόπουλου

The rebellion of red Maria

Η τελευταία ταινία του Κώστα Ζάπα είχε τελειώσει τα γυρίσματα στα τέλη του 2009, και ήταν προγραμματισμένη για πρεμιέρα στο (περσινό) 23ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου (21- 31 Οκτωβρίου 2010), αλλά αποσύρθηκε για τεχνικούς λόγους. Είχαμε την ευκαιρία να την δούμε στην προβολή που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα «Λαΐς» της Ταινιοθήκης της Ελλάδας, χθες 31 Οκτωβρίου 2011, δηλαδή με καθυστέρηση ενός έτους.

Ασφαλώς πρόκειται για μια ιδιαίτερη ταινία. Η «κόκκινη» Μαρία δεν είναι παρά ένας ηλικιωμένος άντρας, πρώην τρομοκράτης, πρώην αριστερός και νυν τραβεστί, που ντύνεται γυναίκα. Κρύβεται, ζει και εργάζεται στο περιθώριο της πόλης, κυκλοφορεί με τα άσπρα μακριά μαλλιά του / της να ανεμίζουν σε υπόγειες διαβάσεις, εγκαταλειμένους πρώην βιομηχανικούς χώρους, περιθωριακά καφέ και μπαράκια. Έξω από συμβάσεις και εκτός νόμου, υπακούοντας στο δικό της αξιακό σύστημα που υπαγορεύεται από την καταληκτική διαπίστωση πως “η επανάσταση πέθανε, πάντα πεθαίνει”, εκπρόσωπος ίσως του αντίποδα της “γενιάς του Πολυτεχνείου”, μέλος ίσως μιας γενιάς που δε θέλησε, ή δε μπόρεσε να γίνει μέρος του ευδαιμονισμού της μεταπολίτευσης, που προτίμησε να μείνει στο περιθώριο – ίσως και στην παρανομία-, μέλος μιας γενιάς που οραματίστηκε και πάλαιψε με το δικό της τρόπο για ένα κόσμο διαφορετικό, όπου βασικό άξονα θα αποτελούσε ίσως η αποδοχή της διαφορετικότητας.  Όταν η “κόκκινη” Μαρία συναντά στο δρόμο της τον εξίσου, αλλά για άλλους λόγους, περιθωριακό νεαρό (Boy), που καταδιωκόμενος από νεοναζί, κείται ετοιμοθάνατος και του σώζει τη ζωή, (με ένα ιδιαίτερο τρόπο «ανάνηψης»), αρχικά του ζητά να τη σκοτώσει. Από τη στιγμή που αυτό δε συμβαίνει, αρχίζουν να μοιράζονται τη ζωή τους, να μένουν μαζί, να περπατάνε μαζί, να δίνουν μαζί παραστάσεις, να κάνουν έρωτα, να φιλοσοφούν περιπατώντας, να αναπτύσσουν τις ιδέες τους για την πολιτική, το Θεό, τους ανθρώπους. Στο δρόμο τους άλλοι περιθωριακοί τύποι που πληρώνουν για τις ιδιόμορφες, παλιοκαιρινές «ψυχαγωγικές» παραστάσεις τους, αλλά που δε διστάζουν ενίοτε να τους επιτεθούν με σκοπό να τους ξυλοφορτώσουν. Νέα αδιέξοδα και νέες λύσεις ή τουλάχιστον απόπειρες για λύση. Α ναι, και μερικοί νέοι φόνοι, υπό το βλέμμα του Λένιν και της κατακόκκινης σημαίας της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης, που κρέμεται υπό μορφή αφίσας στη «φωλιά» των δύο πρωταγωνιστών, όπου και καταλήγουν τα διάφορα πτώματα.

Από το πρώτο της πλάνο η ταινία αποπνέει μια ιδιότυπη, πολύ προσωπική ζεστασιά (ακόμα και σε κάποια «σκληρά» πλάνα) που διαπερνά το θεατή σε όλη τη διάρκειά της. Να ‘ναι το κόκκινο χρώμα που κυριαρχεί στον τίτλο, αλλά και σε πολλά πλάνα της που δημιουργεί αυτή την αίσθηση; Τα χρώματα, οι ήχοι, οι διάλογοι, οι απαγγελίες, όλα δένουν τον κεντρικό άξονα της ταινίας, τη διεκδίκηση στις «μικρές ελευθερίες» (για να θυμηθούμε τον τίτλο της προηγούμενης ταινίας του σκηνοθέτη), για μια καθημερινότητα διαφορετική, την (κατά Ραούλ Βανεγκέμ) επανάσταση της καθημερινής ζωής, που ίσως είναι ο μόνος τρόπος (που μας απόμεινε προκειμένου) να αλλάξει ο κόσμος. Και αυτά υπό την υπόμνηση της πανταχού παρούσας «άρχουσας τάξης», με τη μορφή αστυνομικών σειρήνων που γεμίζουν την ηχητική μπάντα σε τακτή βάση, σχεδόν σε κάθε εξωτερικό πλάνο, αλλά και σε πολλά εσωτερικά.

Όχι, (και ας με συγχωρήσει ο Αλέξης Δερμεντζόγλου), η ταινία δεν αποτελεί συνέχεια του «κινηματογράφου» του Λάνθιμου και της Τσαγγάρη. Αδικούμε την ταινία αν προσπαθήσουμε να την εντάξουμε σε ένα τέτοιο στενό πλαίσιο. Ο Κώστας Ζάπας αρθρώνει το δικό του λόγο, δίνει το δικό του στίγμα, τόσο με τις προηγούμενες προσπάθειές του, όσο και με την παρούσα, όπου έχει κάνει σενάριο, σκηνοθεσία και κάμερα.

Επιδέξια κίνηση της κάμερας, με διαγώνια πλάνα σε ανθρώπους και κτήρια, ταιριαστή φωτογραφία. Λειτουργικό ρεπεράζ και επιλογή χώρων για τα γυρίσματα που δείχνουν μια άλλη, σίγουρα πολύ «ψαγμένη», όψη της πόλης. Η μουσική των Αλέξανδρου Σπανίδη και Ασημάκη Ρέππα δένει με τα πλάνα και αποτελεί τον τρίτο πρωταγωνιστή της ταινίας. Πολύ καλές ερμηνείες από τους Αντώνη Παπαδόπουλο («κόκκινη Μαρία»), ηθοποιό του Θεάτρου Τέχνης παλαιότερα και γνωστό από την ερμηνεία του ως «πατέρας» στις «Μικρές ελευθερίες» του Ζάπα, (και του οποίου η φωνή κάπου θυμίζει Δαμιανό), ενώ στο ρόλο του «Boy», ο πρωτοεμφανιζόμενος Χρήστος Βερνίκος.

Ο Αδάμ Αδαμόπουλος είναι  Επίκουρος Καθηγητής του Δ.Π.Θ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: