Κινηματογραφική Λέσχη Κέντρου Αθήνας |Κυριακή 27.11.2011, 18.15 | αφιέρωμα Αντονιόνι -“Κραυγή” | ελεύθερη είσοδος | Ο χωροχρόνος στον κινηματογράφο (Antonioni) του Θόδωρου Σούμα

il_grido_antonioni

Η Κινηματογραφική Λέσχη Κέντρου Αθήνας και το Σχολείο Βασίλη Ραφαηλίδη οργανώνουν  εκπαιδευτικό αφιέρωμα-προβολή αποσπασμάτων από ταινίες του Αντονιόνι με κύριο άξονα την “Κραυγή” (1957)  για τα μέλη των εργαστηρίων του Σχολείου του Σινεμά, τα μέλη της Κινηματογραφικής Λέσχης Κέντρου Αθήνας και όσους επιθυμούν να γίνουν μέλη,  με ελεύθερη είσοδο.

Κυριακή  27.11.2011, 18.15 | Τσαμαδού 26-28, Εξάρχεια |  προλογίζουν Ανδρέας Ταρνανάς, Γιάννης Καραμπίτσος

Κινηματογραφικά Θέματα

Ο χωροχρόνος στον κινηματογράφο (Antonioni) του Θόδωρου Σούμα 

Θα μελετήσουμε το θέμα της διάρθρωσης και μεταχείρισης του χωρο-χρόνου στον κινηματογράφο, ειδικότερα μέσα από τις ταινίες του Αντονιόνι. Θα αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο μεγάλος Ιταλός σκηνοθέτης επεξεργάζεται και συναρθρώνει το χώρο και το χρόνο στις ταινίες του.
Στο έργο του Μικελάντζελο Αντονιόνι συναντάμε για πρώτη φορά, με τόση ένταση, στον κινηματογράφο, μια νεωτεριστική και ρηξικέλευθη αντιμετώπιση του χρόνου. Ειδικότερα στην Περιπέτεια, που αποτελεί μια μεγάλη τομή στην ιστορία του σινεμά, μια επανάσταση στην αισθητική και δραματουργία του, ο Αντονιόνι διαστέλλει τον αφηγηματικό χρόνο, τον επιμηκύνει, τον γεμίζει μικρές, ασήμαντες λεπτομέρειες που τον κάνουν να κυλά αργόσυρτα και να έχει τη φυσική, αργή ροή του χρόνου της καθημερινότητάς μας, έτσι όπως τον βιώνουμε. Αυτές οι μεγάλες αλλαγές στο χειρισμό της ροής του βιωματικού, καθημερινού χρόνου, επιφέρουν, στις ταινίες του σκηνοθέτη, τις αντίστοιχες μεταβολές στη χρησιμοποίηση του χώρου, μια και ο χώρος είναι άμεσα συνδεδεμένος με τη χρονική διάσταση, με το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο για να διανυθεί αυτός ο χώρος. Αντίστροφα, ο χρόνος, το χρονικό διάστημα αντιστοιχεί σε ένα συγκεκριμένο διάστημα στο χώρο, το οποίο διανύει η κάμερα και τα πρόσωπα στο συγκεκριμένο χρόνο. Ο Αντονιόνι άλλαξε και τις δύο αυτές παραμέτρους, του χρόνου και του χώρου, στον κινηματογράφο. Επεκτείνοντας και διαστέλλοντας τον ένα επέφερε και τη διάταση, διαστολή και επέκταση και του άλλου…
Πριν από αυτόν, στο Ταξίδι στην Ιταλία, άλλη μεγάλη και καθοριστική ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου, ο Ροσελίνι ξεκίνησε την ίδια προσπάθεια και αναζήτηση, βάζοντας τα θεμέλια αυτής της εξέλιξης, αυτής της προόδου της κινηματογραφικής αισθητικής και αφήγησης.
Ο Αντονιόνι συνέδεσε με τη διαστολή και τη διόγκωση του χρόνου, ζητήματα της συνείδησης. Έτσι ενέταξε στη διάταση κι επέκταση του χρόνου και του χώρου, τα προβλήματα της ανθρώπινης αποξένωσης και αλλοτρίωσης, και της μετατροπής σε πράγματα, σε αντικείμενα (της «πραγμοποίησης») των δεδομένων της σύγχρονης, ανθρώπινης και κοινωνικής ζωής.
Στην Κραυγή (1957) του Μικελάντζελο Αντονιόνι πρωταγωνιστεί, όπως και σε πολλές ακόμη ταινίες του, το τοπίο. Το τοπίο ως δημιουργός της περιρέουσας ατμόσφαιρας, ως καθοριστικός παράγων της εξέλιξης της ιστορίας και της εικονοπλασίας της ταινίας, καθώς και ως χώρος που καθορίζει με τα χαρακτηριστικά του (οπτικά, πολεοδομικά, κοινωνικά κ.λπ.) τους ανθρώπους και τη συμπεριφορά τους.

Οι τρεις ταινίες που θα μας απασχολήσουν, Η κραυγή, Η έκλειψη και Η περιπέτεια, μιλούν για την αποξένωση και την παγωνιά στην ψυχή του σύγχρονου ατόμου: του ανθρώπου της εργατικής τάξης στην Κραυγή, των αστών στην Περιπέτεια (όμως, η Κλαούντια-Μ.Βίτι που αντιδρά στην αδιαφορία, είναι ταπεινής καταγωγής), και των μεσοαστικών στρωμάτων στην Έκλειψη.
Η μυθοπλασία στην Κραυγή ενεργοποιείται με έναν χωρισμό, το χωρισμό που επιβάλλει η δυναμική Ίρμα (Αλίντα Βάλι) στον εραστή της, μηχανικό στο εργοστάσιο (Στηβ Κόχραν). Με την αδυσώπητη ανακοίνωση στον εραστή, από τη γυναίκα, του χωρισμού, γίνονται άμεσα αντιληπτές από τον άντρα -και το θεατή- η αποξένωση, η φθορά και η ψύχρανση της σχέσης. Το παγερό, ξερό κι ομιχλώδες τοπίο θα μας επιβάλλει την αίσθηση της ψυχικής και συναισθηματικής ψυχρότητας, την ακύρωση της αγάπης, την έλλειψη ζεστασιάς, στοργής, επαφής κι επικοινωνίας.

Το φιλμ συνεχίζεται σαν ένα road movie, αρχικά στο λασπωμένο, παγωμένο δρόμο δίπλα στο ποτάμι. Κατόπιν διαμέσου του βροχερού, απογυμνωμένου, ψυχοπλακωτικού τοπίου, που μετατρέπεται, όπως σε όλο το έργο του Αντονιόνι, σε βασικό εκφραστή των καταστάσεων, του γενικού ψυχολογικού κλίματος και των διαθέσεων των προσώπων.
Ο χρόνος της αργόσυρτης περιπλάνησης επεκτείνεται και διαστέλεται. Η περιπλάνηση εξελίσσεται επαναληπτικά και καταθλιπτικά, ο χρόνος ξετυλίγεται βασανιστικά αργά, με μεγάλη αδράνεια, σα να σέρνει τα πόδια του μαζί με το μελαγχολικό ζευγάρι πατέρα και κόρης.
Κατ’αντανάκλαση του τοπίου, ο κεντρικός ήρωας, ο οποίος κινείται και ζει μέσα σ’αυτό, είναι μελαγχολικός, παραιτημένος κι απελπισμένος. Χτυπημένος απ’τον απροσδόκητο χωρισμό, μεταφέρει άσκοπα κι επίπονα το παιδί του από δω κι από κει, σα χαμένος. Η μοναχοκόρη του νοιώθει ακόμη πιο χαμένη κι απ’αυτόν… Ο ήρωας δεν καταφέρνει να μείνει πουθενά, ζει διάφορες περιπτωσιακές, προσωρινές σχέσεις με όμορφες γυναίκες που συναντεί στο διάβα του, κάνει στάση για λίγο, ξαναχωρίζει και μετά συνεχίζει την επώδυνη πορεία μαζί με την κόρη του. Δεν ξέρει κι ο ίδιος πού πάει, θέλει αλλά και, ταυτόχρονα, δεν θέλει να ριζώσει κάπου… Ακόμη κι η σχέση με την αγαπημένη του κόρη είναι εντελώς αδιεξοδική, την τραβολογά μάταια δεξιά αριστερά, χωρίς να μπορεί να παρακολουθήσει κανένα σχολείο, μακριά από τη μητέρα της, εξαιτίας του πείσματος του απατημένου συζύγου. Είναι ένας φτωχός, πλάνητας εργαζόμενος, ένας άντρας χτυπημένος από τη ζωή, ένας πληγωμένος αρκούδος που αφήνει πίσω του αποτυχημένες σχέσεις με τις γυναίκες. Στο Αντονιόνι δίνεται η ευκαιρία να σκιτσάρει τέσσερα υπέροχα, ουσιώδη και πλήρη πορτρέτα γυναικών. Μη ξεχνάμε ότι υπήρξε μεγάλος σκηνοθέτης γυναικείων προσώπων, κάτι το οποίο πετυχαίνει και στις άλλες δύο ταινίες, με ενσαρκωτή και πρωταγωνίστρια την εκφραστικότατη Μόνικα Βίτι, στην Περιπέτεια και στην Έκλειψη.
Η Έκλειψη (1960) ξεκινά κι αυτή με ένα μελαγχολικό χωρισμό, όπως κι Κραυγή, το χωρισμό της Βιτόρια (Μ.Βίτι) με τον φίλο της (Φ.Ραμπάλ): Αδυναμία διαλόγου και επικοινωνίας του ζευγαριού, αποξένωση, αμηχανία και δυσφορία τους μέσα σε ένα αστικό σαλόνι. Αφασία της ηρωίδας που αδυνατεί ή αποφεύγει να εκφράσει τη σκέψη της, απαντώντας συνεχώς “δεν ξέρω” κι εκνευρίζοντας έτσι τους παρτενέρ της.
Αυτή η δυσαρμονία εκδηλώνεται και στη σχέση της ηρωίδας με τον επόμενο εραστή της, τον μανιακό με τις μετοχές και το χρήμα, ωραίο και νέο χρηματιστή (Α.Ντελόν). Η έκλειψη των συναισθημάτων και της συνειδητής δραστηριότητας, η μοναχικότητα των ανθρώπων, η δυσκολία ερωτικής επικοινωνίας, η αδυναμία άρθρωσης του λόγου και, κατά συνέπεια, συζήτησης, η παγωνιά στις σχέσεις, η κατάθλιψη που καραδοκεί στο βάθος, συνεχώς υποσκάπτουν τις ανθρώπινες, και δη ερωτικές, σχέσεις. Οι γυναίκες που ενσαρκώνει στα φιλμ του Αντονιόνι η Μόνικα Βίτι, η Βιτόρια στην Έκλειψη και η Κλαούντια στην Περιπέτεια, επιδεικνύουν μια δυσπραγία έναντι του σεξ, μια νευρωτική απομάκρυνση από τη σεξουαλική πράξη, μια κάποια ψυχρότητα λόγω μελαγχολίας, νεύρωσης και αδυναμίας συνεννόησης με τους εραστές τους.
Συνέπεια της λειψής ανθρώπινης επικοινωνίας είναι οι σιωπηλές περιπλανήσεις της Βιτόρια μόνης ή μαζί με τον νεαρό χρηματιστή, σε ερημικές τοποθεσίες της πόλης. Ήρεμες περιηγήσεις σε σιωπηρά, σχεδόν νεκρωμένα τοπία της πόλης, που βιώνονται και συλλαμβάνονται από την ηρωίδα (κι αποδίδονται κινηματογραφικά) μέσα από μικρές, ασήμαντες λεπτομέρειες. Η βουβή περιπλάνηση στο ύποπτα άδειο αστικό τοπίο διανθίζεται από ξεχωριστούς ήχους της πόλης, από μυστηριακά νυχτερινά πλάνα, από μικροθόρυβους κι από τυχαίες συναντήσεις με αγνώστους περαστικούς. Όλες αυτές οι ίσως ανησυχητικές μικρολεπτομέρειες δίνουν υπόγεια ζωή στο χώρο. Ο Αντονιόνι δίνει έμφαση στα αρχιτεκτονικά στοιχεία της πόλης, στα χαρακτηριστικά του δομημένου χώρου: μοντέρνα κτήρια από μπετόν και γυαλί, και πάρκα με βλάστηση. Τα γνωρίσματα της πόλης συνυπάρχουν με αυτά της φύσης, μέσα στο ίδιο το τεχνητό πολεοδομικό περιβάλλον. Ο χώρος της πόλης καθορίζει τις συμπεριφορές των κατοίκων της.

Όσον αφορά στον χρόνο, ο σκηνοθέτης, στις σκηνές των περιπλανήσεων των προσώπων, επιλέγει τη διαπλάτυνση κι επιμήκυνση του χρόνου: έλλειψη ή έκλειψη δράσης και άδειοι χώροι και χρόνοι.
Ο Αντονιόνι αντιπαραθέτει στη σιωπή κι υποτονικότητα των περισσότερων κεντρικών προσώπων και των χώρων στους οποίους κινούνται, τη φρενίτιδα, την τρέλα και τον παροξυσμό του χρηματιστηρίου, όπου δουλεύει ο εραστής της Βιτόρια και συχνάζει η μητέρα της. Μας περιγράφει μια χαοτική ατμόσφαιρα, ένα κομφούζιο κραυγών, καυγάδων, κερδοσκοπιών, φασαρίας και άγχους. Αγωνία για το κέρδος, για την άνοδο ή πτώση των μετοχών, και φόβος για τη φτώχια, τη χρεοκοπία.
Η Βιτόρια, διακριτική και χαμηλόφωνη, ξεχωρίζει από τον ξέφρενο εραστή της και τη στρεσαρισμένη μητέρα της. Η συμπεριφορά και η φυσιογνωμία της εκφράζουν ψυχική κούραση, σύγχυση, νεύρωση, μελαγχολία, πικρία για τους ανεπιτυχείς έρωτές της. Ποθεί να ζήσει αλλού: ανάμεσα στα σύννεφα του ουρανού όπου πετά με το αεροπλανάκι του συζύγου της φίλης της, και κυρίως στην Αφρική, εκεί όπου οι άνθρωποι δεν πολυσκέπτονται την ευτυχία, γιατί απλά η ζωή προχωρά από μόνη της. Γι’αυτό, η Βιτόρια ντύνεται Αφρικανή και χορεύει έναν διονυσιακό, αισθησιακό αφρικάνικο χορό! Νοιώθει καλύτερα στο πετσί μιας αισθαντικής κι αυθόρμητης Αφρικανής, παρά μιας ψυχρής κεντρικοευρωπαίας…
Στην ταινία-τομή Περιπέτεια (1959) δεν υπάρχει στ’αλήθεια περιπέτεια, παρόλο που οι ήρωες την επιζητούν και την επιθυμούν. Η αναζήτηση της εξαφανισμένης μεγαλοαστής Άννας, η έρευνα από τον εραστή της και τη φίλη της για να τη βρουν, αποτελεί ένα πρόσχημα. Στην πραγματικότητα μάλλον ψάχνουν μέσα τους, ψάχνουν τον εαυτό τους (όπως ακριβώς κάνουν και ο ήρωας του Blow-up, 1966, και του Επάγγελμα ρεπόρτερ, 1975).
Στην αρχή του φιλμ, κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής με γιώτ μιας παρέας αστών, στα ιταλικά Αιολικά νησιά, εξαφανίζεται σε ένα μικρό, ξερό βραχονήσι, η δυσαρεστημένη απ’τη ζωή και τον έρωτά της, Άννα, ερωμένη του αρχιτέκτονα Σάντρο. Οι κάπως σνομπ και βαριεστημένοι φίλοι της την ψάχνουν μάταια.
Η φύση και το τοπίο του νησιού -αργότερα και των άλλων τοποθεσιών που διασχίζουν οι δύο ήρωες, ο φίλος και η φίλη της Άννας- παίζουν ισχυρότατο ρόλο, καθορίζουν τη φιλμική εικόνα και την ανάπτυξη της μυθοπλασίας. Η φύση έχει τους δικούς της ρυθμούς, είναι αδιάφορη στο δράμα των ανθρώπων που ψάχνουν τη χαμένη φίλη τους, είναι αδυσώπητη κι απειλητική. Όπως στην Κραυγή, το άγριο φυσικό τοπίο επιδρά έντονα στα πρόσωπα.

Κατόπιν, όταν ξεκινήσει η αναζήτηση της εξαφανισμένης από τους δύο φίλους της, η ταινία μετατρέπεται σε road movie. Ταξιδεύοντας αδιάκοπα, φτάνουν κάποτε μέχρι ένα άδειο, σαν νεκροταφείο, χωριό που τους παγώνει την ψυχή.
Σε όλες τις στάσεις και τις διαδρομές των δύο κεντρικών προσώπων, που μετά γίνονται ζευγάρι, ο χρόνος επιμηκύνεται, προκύπτουν αναμονές, αδράνεια και “νεκροί χρόνοι”: αυτή είναι μια βασική αισθητική αρχή του μοντέρνου αντονιονικού σινεμά. Οι κινήσεις των δύο ηρώων είναι ουσιαστικά άσκοπες και ανώφελες, διαδρομές πέρα δώθε χωρίς νόημα. Κυριαρχεί η απραξία, η απουσία δράσης, η έλλειψη δραματουργίας, τα ασήμαντα συμβάντα, οι άνευ βαρύτητας λεπτομέρειες και τα κενά στην ανέλιξη του χρόνου. Η δημιουργούμενη αίσθηση σηματοδοτεί και το ψυχολογικό και υπαρξιακό κενό των χαρακτήρων της ταινίας (των αστών που μεταφέρουν μετά βίας το σαρκίο τους), το υπαρξιακό πλέον πρόβλημα της ανίας τους. Οι μεγαλοαστοί της Περιπέτειας δεν κάνουν τίποτε, χαζολογάνε και πλήττουν, ενδιαφέρονται μόνο για την πολυτελή ζωή, έχουν χάσει την ηθική υπόστασή τους, τις ενοχές τους και το αίσθημα ηθικής και δικαίου.
Ανάμεσά τους, η Κλαούντια, αν και κλειστό και εσωστρεφές άτομο, ξεχωρίζει για την ανησυχία, την ηθικότητα και τις τύψεις της, την ενεργητική στάση και την επίμονη αναζήτηση της φίλης της. Καθόλου τυχαία, είναι η μόνη που δεν είναι αστή και που δεν είναι πλούσια.
Κατά συνέπεια, η λειψή επικοινωνία κι η αποξένωση του αταίριαστου ζευγαριού γίνονται αναπόφευκτες. Μερικές φορές δίνουν την εντύπωση ότι βαριούναι ακόμη και να μιλήσουν (η Κλαούντια ενίοτε αποφεύγει και το σεξ). Ο πλούσιος αρχιτέκτονας εραστής της είναι συμβιβασμένος και σάπιος. Ενώ της κάνει πρόταση γάμου και της δηλώνει πως την αγαπά, με την πρώτη ευκαιρία κάνει έρωτα με το νυμφίδιο που συναντά στην έπαυλη. Είναι πικρόχολος και κακεντρεχής, κάτι που φανερώνεται όταν ρίχνει μελάνι και καταστρέφει το σχέδιο του φιλότεχνου φοιτητή, ο οποίος ακόμη λατρεύει το ωραίο. Παρ’όλα αυτά έχει κι αυτός δικαίωμα στη μετάνοια και τη συγχώρεση, στο τέλος της ταινίας.
Ο Αντονιόνι δημιουργεί στα φιλμ του σημαντικά γυναικεία πορτρέτα και δίχνει μεγάλο ενδιαφέρον για τους γυναικείους χαρακτήρες και τα γυναικεία προβλήματα, ήδη από το Χρονικό μιας αγάπης (1950), την Κυρία χωρίς καμέλιες (1953) και τις Φίλες (1955). Στις τρεις ταινίες που μας απασχολούν εδώ, οι ηρωίδες που ενσαρκώνει η Μόνικα Βίτι, καθώς κι η Αλίντα Βάλι (και οι άλλες κοπέλες της Κραυγής) μας προσφέρουν ορισμένα σπουδαία, πλούσια, ολοκληρωμένα κι αληθινά πορτρέτα. Στην Περιπέτεια, ο μεγάλος σκηνοθέτης περιγράφει με δύναμη, σε δύο σκηνές, το επαρχιώτικο, μαζικό, επιθετικό, διάχυτο σεξιστικό κλίμα έναντι των γυναικών: την έμμεση άσκηση συγκαλυμμένης βίας έναντι της Κλαούντιας, μόνης στην πλατεία του χωριού ανάμεσα σε ένα πλήθος πεινασμένων αντρών, ή έναντι του προαναφερόμενου νυμφίδιου, περικυκλωμένου από ένα λεφούσι ερεθισμένων αρσενικών. Η αντονιονική ευαισθησία συλλαμβάνει και κατόπιν εκφράζει πλήθος υπαρξιακών, ανθρώπινων, συναισθηματικο-ερωτικών και κοινωνικών (ακόμη και πολιτικών) ζητημάτων…
Ο πρώτος διδάξας στην βαθύτερη, νεωτερική (ακόμη και υπαρξιακο-φιλοσοφική) επεξεργασία του φιλμικού χρόνου, υπήρξε -στο χώρο του κλασικού αμερικάνικου κινηματογράφου- ο ιδιοφυής Όρσον Ουέλς, με τον Πολίτη Κέην του (1941).
Στο ευρωπαϊκό σινεμά, ο σκηνοθέτης που συνέλαβε πρώτος ένα μοντέρνο χειρισμό του κινηματογραφικού χρόνου, υπήρξε αναντίρρητα ο μεγάλος ιταλός σκηνοθέτης Ρομπέρτο Ροσελίνι, κυρίως με τη ρηξικέλευθη ταινία του Ταξίδι στην Ιταλία (1954). Σε αυτό το φιλμ-σταθμό της εξέλιξης και διαμόρφωσης της κινηματογραφικής αισθητικής, ο Ροσελίνι επεξεργάζεται, για πρώτη φορά στο ευρωπαϊκό σινεμά, την επιμήκυνση και διαπλάτυνση του αφηγηματικού χρόνου, φέρνοντάς τον στα μέτρα του βιώμενου χρόνου. Τη δυνατότητα αυτή του τη δίνει η μυθοπλασία της ταινίας του, η οποία διηγείται το χαλαρό, χωρίς δράση και δραματικότητα, ταξίδι ενός ζευγαριού Άγγλων στη νότια Ιταλία. (Έχουμε, δηλαδή, να κάνουμε με ένα από τα πρώτα ευρωπαϊκά road movie, ήτοι ένα φιλμ περιπλάνησης στο οποίο αυτή ταυτίζεται με το ψάξιμο, από τους ήρωες, της σχέσης τους και του εσωτερικού εαυτού τους). Ο Ροσελίνι είχε επεξεργαστεί σε πιο στοιχειώδη μορφή το αισθητικό ζήτημα του φιλμικού χρόνου στην ταινία Στρόμπολι που γύρισε το 1951 (και η οποία συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο του Studio-παράλληλο κύκλωμα).


ΠΗΓΗ: http://www.filmfiles.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: