THE ROAD TO GOD KNOWS WHERE του Ούλι Σίπελ | ΑΠΟ 15/12/2011 αποκλειστικά στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας | Ένα πορτρέτο του Νικ Κέιβ και της μπάντας του



«Σπάνιες είναι οι φορές που η ροκ καθημερινότητα on the road έχει κινηματογραφηθεί με τέτοια πιστότητα. Ο «Δρόμος…» είναι κλασικό σινεμά βεριτέ , μια τρυφερή, αποστασιοποιημένη διαθήκη για τον παραλογισμό της ροκ τελετουργίας.»
Melody Maker



«Ένα πορτρέτο του Νικ Κέιβ και της μπάντας του σε θεσπέσιο ασπρόμαυρο με μια αίσθηση road movie. Ο κινηματογραφιστής Ούλι Μ Σίπελ είναι φίλος εδώ και χρόνια με τα μέλη της μπάντας. Πιθανόν μόνο ένας φίλος θα μπορούσε να επιδείξει μια τόσο ευαίσθητη και φίνα προσέγγιση. Ο «Δρόμος..» είναι ένα από τα λιγοστά μουσικά φιλμ το οποίο, όπως και το «Ένα συν Ένα» του Γκοντάρ, δεν θα απασχολήσει μόνο τους φαν, αλλά και κάθε σινεφίλ.»
Journal Frankfurt



«Τι είναι η ζωή; Ένας δρόμος, ένα ταξίδι, εργασία, πραγματικότητα, μύθος. Πώς είναι η ζωή και η πραγματικότητα σε μια ταινία; Αφορά καθημερινά πράγματα. Τίποτα δεν υπερτονίζεται, κάθε δράση αποτελεί μέρος του όλου, ίδιας σημασίας με τις «άδειες» στιγμές. Ένα στοιχείο της ατμόσφαιρας. Αυτό κάνει τον «Δρόμο…» μια ταινία που φαίνεται τόσο οικεία».
Der Tagesspiegel



«Αυτό το χαμηλόφωνο, μελαγχολικό φιλμ, μέσα από τις ποιητικές εικόνες του, αποκαλύπτει περισσότερα για την προσωπικότητα του Νικ Κέιβ κι από την μεγαλύτερη συνέντευξη».
taz



«Το φιλμ καταγράφει πανέμορφες ποιητικές στιγμές. Ένα περίτεχνο πορτρέτο μιας εύθραυστης προσωπικότητας και μιας ανερχόμενης μπάντας».
Film-Echo/Filmwoche



«Το απόλυτο φιλμ για την δόξα και την μονοτονία Της μουσικής βιομηχανίας».
Mew Musical Express

 
THE ROAD TO GOD KNOWS WHERE
To απόλυτο φιλμ για το θρυλικό γκρουπ

«Είναι όμορφο φιλμ, επειδή είναι τόσο μελαγχολικό. Και είναι αληθινό»
Nick Cave

1990. Ο Nick Cave και οι Bad Seeds διασχίζουν τις ΗΠΑ σε μια μαραθώνια τουρνέ. Ο κινηματογραφιστής Ούλι Μ Σίπελ, φίλος του γκρουπ, καταγράφει με μια ελαφριά 16άρα κάμερα την μουντή καθημερινότητα της Οδύσσειας του γκρουπ.
Ο Nick Cave, σήμερα σούπερ σταρ της σύγχρονης ροκ σκηνής και πασίγνωστη περσόνα, ανέκαθεν δυσανασχετούσε σε φωτογραφίσεις και μαγνητοσκοπήσεις.

Καθόλου συμπτωματικά, πέρα από κάποιες συνεντεύξεις σε τηλεοράσεις, απαραίτητες για την προώθηση κυκλοφοριών και κοντσέρτων, η φιλμογραφία του όσον αφορά ολοκληρωμένα ντοκιμαντέρ αποτελείται από μια και μόνη ταινία. «THE ROAD TO GOD KNOWS WHERE», πτυχιακή εργασία του Γερμανού κινηματογραφιστή Ούλι Μ Σίπελ για την Ακαδημία Κινηματογράφου του Βερολίνου.

Το σχέδιο του Σίπελ βασίστηκε στην καταγραφή της ρουτίνας πίσω από το εναλλακτικό glamour, των 23 ωρών της ημέρας κατά τις οποίες η μπάντα δεν έπαιζε, το ημερήσιο πρόγραμμα ενός περιοδεύοντα περφόρμερ.

Ο Σίπελ αποφεύγει να γυρίσει ένα «φιλμ κοντσέρτου» αφήνοντάς μας τα απολύτως απαραίτητα ψήγματα των ζωντανών εμφανίσεων (μεταξύ των οποίων και μια unplugged μοναδική εκτέλεση του «Mercy Seat»), σαν να θέλει να δώσει στον απληροφόρητο θεατή μια ιδέα για τη δουλειά των Bad Seeds. Η προσωπική του φιλία με τον Cave και τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ του επιτρέπει να διεισδύσει, με ένα διμελές συνεργείο, σε κάθε πιθανή στιγμή των ημερών και νυχτών του γκρουπ, χωρίς η παρουσία του να επηρεάσει τη δράση. Αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης, η σταδιακή απομυθοποίηση του celebrity lifestyle, αυτού που συντηρούν άλλα μέσα (και άλλοι σταρ). Η μαραθώνια βορειοαμερικάνικη τουρνέ των Bad Seeds, στην πιο δημιουργική φάση της καριέρας τους, ένα ατέλειωτο ταξίδι σε διαφορετικά αμερικάνικα τοπία, μια αδιάκoπη σειρά συναντήσεων με φτηνιάρηδες προμότερς, μανιακούς βερμπαλιστές φαν, κάποιους φίλους (η Lydia Lunch, η Anita Lane κ.ά.)., μάνατζερ, δισκογραφικές κλπ., προσφέρει φευγαλέες όσο και αποκαλυπτικές στιγμές και λεπτομέρειες της ζωής μιας μπάντας που σημάδεψε όσο καμιά άλλη τη σύγχρονη εναλλακτική σκηνή.

Το σινεμά βεριτέ του Σίπελ, η σκληρή, ακατέργαστη ασπρόμαυρη φωτογραφία, η ασχολίαστη καταγραφή της καθημερινότητας της ροκ μπάντας, συνθέτουν ένα ξεχωριστό rockumentary στα χνάρια του «Cocksucker Blues» του Ρόμπερτ Φρανκ και του «Don’t Look Back» του Πένενμπέηκερ, μελαγχολικό κι αληθινό, όσο και η μουσική των σκοτεινών τροβαδούρων του.

*Μαζί με το φιλμ προβάλλεται κι η μικρού μήκους ταινία του Σίπελ «Το τραγούδι». Πρόκειται για ένα δεκαεπτάλεπτο φιλμ, γυρισμένο στα μυθικά Hansa Studios του Βερολίνου, που παρακολουθεί τον Nick Cave, τον Mick Harvey και τον Blixa Bargeld στη δημιουργία (από την αρχή ως το τέλος) του τραγουδιού «Until the end of the world», για τις ανάγκες της ομώνυμης ταινίας του Βιμ Βέντερς

Ούλι Σίπελ – Εργοβιογραφία

Γεννήθηκε το 1958. Ξεκίνησε σπουδές ανθρωπιστικών επιστημών ενώ παράλληλα γύριζε πειραματικά Super-8, video clip, έγραφε νουβέλες και διηγήματα, εργαζόταν ως παραγωγός στο ραδιόφωνο και ως μπάρμαν στο θρυλικό X n’ Pop. Οι στενές του σχέσεις με την εναλλακτική κουλτούρα και ιδιαίτερα την ακμάζουσα μουσική σκηνή του Nυτικού Βερολίνου (Nick Cave and the Bad Seeds, Crime and the City solution και κυρίως Einstürzende Neubauten) διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την μετέπειτα πορεία του και οικοδόμησαν μακροχρόνιες δημιουργικές συνεργασίες.

Από το 1984 ως το 1989 σπούδασε σκηνοθεσία και δραματουργία στην Ακαδημία Κινηματογράφου του Βερολίνου. Το 1989, με το μεσαίου μήκους «Nihil oder Alle Zeit der Welt» («Τίποτα ή Όλος ο χρόνος του Κόσμου» με πρωταγωνιστή τον Blixa Bargeld), βραβεύεται σε διάφορα φεστιβάλ. Το «The Road to God knows where» («Ο δρόμος για εκεί που ένας Θεός ξέρει», 1990), μια σκοτεινή καταγραφή της καθημερινότητας του Nick Cave και των Bad Seeds κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής τουρνέ τους, αποτέλεσε την πτυχιακή του εργασία. Το 2008 το φιλμ ψηφίστηκε από τους αναγνώστες του Total Film Magazine ως ένα από τα καλύτερα 20 band films της ιστορίας του σινεμά.

Η πρώτη του ταινία μυθοπλασίας, το «Vaterland» («Η γη των Πατέρων», 1992), η τραγική ιστορία ενός Αλγερινού πατέρα μετά την πτώση του Τείχους, βραβεύεται σε διεθνή Φεστιβάλ.

Από το 1994 ως το 1999 γυρίζει μια σειρά ντοκιμαντέρ και κινηματογραφικών δοκιμίων που συμμετέχουν και βραβεύονται σε σημαντικά φεστιβάλ (Βερολίνο, Ρότερνταμ, Εδιμβούργο, Νέα Υόρκη): To «Jahre der Kälte» («Χρονιές στον Πάγο», 1994), ένα φιλμ για τον εγκλεισμό του απελθόντα πατέρα του σε σταλινικό γκουλάγκ (μουσική Blixa Bargeld), το «Sid and Nacy – Ex&Pop» (1996), μια καταγραφή της διαδικασίας ανεβάσματος του ομώνυμου θεατρικού έργου και το «Der Platz» («Ο τόπος», 1999), ένα μουσικό δοκίμιο για την ανοικοδόμηση της πλατείας Ποτσντάμερ σε συνεργασία με τον μουσικό F.M. Einheit.

To 1999, με το «Planet Alex» («Πλανήτης Άλεξ»), μια ταινία διασταυρούμενων ιστοριών με επίκεντρο την πλατεία Αλεξάντερπλατς (από τις πρώτες Γερμανικές παραγωγές γυρισμένες με Mini DV), αποσπά πολυάριθμα βραβεία σε φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο. Την ίδια εποχή συμμετέχει ως εκλέκτορας στην εβδομάδα Νέων Μέσων του Βερολίνου – Βρανδεμβούργου και δίνει διαλέξεις για την ψηφιακή κινηματογραφική δημιουργία σε ινστιτούτα και συνέδρια.

Το 2002 σκηνοθετεί το επίσημο τρέιλερ του Φεστιβάλ του Βερολίνου (το Φεστιβάλ δεν το έχει αλλάξει μέχρι σήμερα). Το 2003-4, μαζί με τον Μπεν Μπέκερ και την Πέπι Στράιχ σκηνοθετεί το σουρεαλιστικό «Santos – Heldentaten, die keiner braucht» («Σάντος, αχρείαστα ανδραγαθήματα»). Ακολουθεί το «The Song» («Το τραγούδι», 2004), ένα ντοκιμαντέρ μεσαίου μήκους για τον Nick Cave και τους Bad Seeds. Το «Berlin Song» (2006), καταγράφει την νέα φολκ σκηνή του Βερολίνου και την συνομιλία της με τον μύθο της πόλης. Το φιλμ συμμετέχει στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

Το 2007, σε συνεργασία με την Νορβηγίδα φωτογράφο Μαρί Σγιέβολντ παρουσιάζει μια σειρά φωτογραφικών και video installation σε όλο τον κόσμο.

Το 2008 γυρίζει το δοκίμιο «Der Tag» («Η μέρα»), ένα κινηματογραφικό διαλογισμό πάνω στην καθημερινή παρουσία και γεωγραφία του θανάτου, σε μουσική F.M. Einheit. Το φιλμ συμμετέχει στα Φεστιβάλ του Ρότερνταμ και της Λειψίας. Το «Off Ways – Berlin» (2009), παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Βερολίνου και προβάλλεται σε πολυάριθμα διεθνή Φεστιβάλ και αφιερώματα. Το «Tranzania.Living.Room», μια ελεγειακή καταγραφή της εμπειρίας του σκηνοθέτη στην Τανζανία αποτελεί την τελευταία κινηματογραφική του δουλειά, με παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ.
Παράλληλα με το κινηματογραφικό του έργο ο Ούλι Σίπελ γυρίζει video clip για μουσικούς και γκρουπ όπως ο Mick Harvey, οι Crime and the City Solution και οι Singapore Sling. Nιευθύνει την δική του εταιρεία παραγωγής και από το 2002 είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου.



Documentary of Nick Cave and the Bad Seeds’ 1989 tour of America.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: