Ντίνος Κατσουρίδης: Το σινεμά ήταν πάντα, και θα συνεχίσει να είναι, μια δύσκολη και προκλητική περιπέτεια και, γιατί όχι, μια αληθινή θρησκεία… | Συνέντευξη στον Μίμη Τσακωνιάτη

KATSOYRIDHS

Το CameraStylo Online προσπαθεί να μην το ξεπερνούν τα γεγονότα και επανέρχεται ώστε να αποδίδεται στα πράγματα αυτό που τους αρμόζει. Το βάρος και το κύρος που τους αναλογεί. Η συνέντευξη του Ντίνου Κατσουρίδη στον Μίμη Τσακωνιάτη αποτελεί ένα φόρο τιμής στον Ντίνο Κατσουρίδη που έφυγε νωρίς από κοντά μας και ταυτόχρονα αναδημοσιεύεται σε μια στιγμή που το διαδικτυακό περιοδικό μας επιχειρεί να εξισορροπήσει μια και καλή την ενημέρωση με την εκπαίδευση και σταδιακά να αποδώσει στο εκπαιδευτικό κομμάτι την αναμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία του. (Γ.Κ.)

Ντίνος Κατσουρίδης: Το σινεμά ήταν πάντα, και θα συνεχίσει να είναι, μια δύσκολη και προκλητική περιπέτεια και, γιατί όχι, μια αληθινή θρησκεία…

Στις 28 του περασμένου Νοέμβρη (2011) έφυγε ο Ντίνος Κατσουρίδης. Ο ελληνικός κινηματογράφος έχασε έναν απαράμιλλο και ακαταπόνητο εργάτη του, που αφιερώθηκε ολοκληρωτικά και παθιασμένα στην τέχνη του και άφησε πίσω του πολύτιμη παρακαταθήκη. Ο Ντίνος Κατσουρίδης ήταν εκείνη η μοναδική περίπτωση κινηματογραφιστή που στις φιλμικές φλέβες του έτρεχε πολύ σπάνιο αίμα. Ήταν ένας αυθεντικός Homo Universalis του σινεμά, καθώς έγραφε, φώτιζε, κινηματογραφούσε, σκηνοθετούσε, μοντάριζε και παρήγε τις ταινίες του. Το μόνο αντίστοιχο “είδος” που ενδημεί ακόμη στον ταλαίπωρο τόπο μας είναι ο Γιώργος Πανουσόπουλος. Δεν ήταν τυχαίο πως ο «Μάγος του Φωτός» Νίκος Νικολαΐδης τον είχε αποκαλέσει ως τον «άνθρωπο που δεν κοιμάται ποτέ!», επειδή οι δημιουργικές του δυνάμεις και αντοχές ήταν ηράκλειες. Ο Ντίνος Κατσουρίδης ήταν ένας μοναχικός αναζητητής της αλήθειας του σελιλόιντ και της ζωής, που έζησε μέσα σε ένα διαχρονικό τοπίο διαφθοράς, ψευτιάς και ματαιοδοξίας. Με αφορμή λοιπόν την αναχώρησή του, αυτό το άνοιγμα πανιών με προορισμό το μεγάλο άγνωστο, θέλω να τον αποχαιρετήσω με δύο λόγια από την αγαπημένη μου ελληνική ταινία, την Πρωινή Περίπολο του Ν.Ν. που τυγχάνει να έχει φωτίσει ο ίδιος, και την οποία θεωρώ ως την καλύτερη που γυρίστηκε ποτέ στη χώρα μας.  «Πετρέλαιο και νερό είναι το ίδιο με τον άνεμο για σένα. Τώρα κοιμάσαι το μεγάλο ύπνο χωρίς να νοιάζεσαι για όλη τούτη τη βρομιά». Καλό ταξίδι Ντίνο…

Ακολουθεί αυτούσια η συνέντευξη που μου παραχώρησε τον Δεκέμβριο του 2000 στο περιοδικό Νέμεσις, και την οποία θεωρώ ως ένα από τα καλύτερα πορτρέτα που έχω “ζωγραφίσει”. Ή μάλλον, για να το θέσω σωστότερα, που εγώ έβαλα το κάδρο και ο καλλιτέχνης τα χρώματα και τις σκιές.

H ψυχή είναι σαν μια φλόγα που καίει ασίγαστα. Καύσιμό της είναι  η γνώση, και όσο πιο πολύ την «τρέφεις», τόσο μεγαλώνει η ζεστασιά και το φως της. Η τέχνη «τρέφει» αυτή τη φλόγα, και μάλιστα η τέχνη η αληθινή φωτίζει και ζεσταίνει αιώνια. Τη νύχτα, στον ουράνιο θόλο, για όσους σηκώνουν το κεφάλι, αναρίθμητα άστρα λαμπυρίζουν σαν ψυχές που αρνούνται να σβήσουν, να χαθούν για πάντα στο σκοτάδι. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι και οι ταινίες κάπως έτσι λειτουργούν. Φωτίζουν και ζεσταίνουν τις μοναχικές ψυχές που αναζητούν στις αίθουσες τις σκοτεινές τη μικρή τους αλήθεια. Ένα πολυδιάστατο σύμπαν είναι και ο κινηματογράφος, ατέρμονο, γεμάτο μυστικά, εκπλήξεις, αλλά και παγίδες, που οδηγεί όχι μόνο στη γνώση αλλά και στην αυτογνωσία. Μια περιπέτεια, όπως άλλωστε και η ίδια η ζωή, μια αληθινή θρησκεία που περιλαμβάνει τη δική της τελετουργία και μύηση για να αισθανθεί κανείς το δέος προς το θεόπνευστο, το ωραίο. Κάθε χρόνο το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης φαντάζει σαν ένα σπειροειδές ταξίδι προς το φωτεινό κέντρο του Γαλαξία, όπου συντελείται μια έκρηξη αισθητικών συγκινήσεων, σαν ένα προσκύνημα στους ιερούς τόπους της 7ης τέχνης. Ο Ντίνος Κατσουρίδης, αληθινός «ιερέας» του κινηματογράφου και «ταξιδευτής», με αφορμή τον «Χρυσό Αλέξανδρο» που του απένειμε το 40ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης για τα πενήντα χρόνια αδιάλειπτης και ανεκτίμητης προσφοράς του στον ελληνικό κινηματογράφο, ξετυλίγει το κουβάρι των εμπειριών του και μας εκμυστηρεύεται τον ερωτά του για την κορυφαία τέχνη του 20ού αιώνα. (Μίμης Τσακωνιάτης)

Στην αρχή ήταν τα οικονομικά και τα νομικά. Ο έρωτας για τον κινηματογράφο προέκυψε προοδευτικά ή ήταν κεραυνοβόλος;

kats Δεν είναι και πολύ σίγουρο ότι υπάρχει οτιδήποτε κεραυνοβόλο στη ζωή μας. Να, για παράδειγμα, όταν το φθινόπωρο του ’50 βρέθηκα στη γωνία, να μην μπορώ να συνεχίσω τα νομικά (δεν μπορούσα να «προσκομίσω» πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων), τα ‘στειλα στο διάολο και μέσα σ’ ένα βράδυ αποφάσισα να κάνω κινηματογράφο. Ήταν κάτι που έμοιαζε κεραυνός! Ήταν, όμως; Κατ’ αρχάς, είχα ιδιαίτερα στενή σχέση με τη φωτογραφία (ήμουν πολύ προχωρημένος ερασιτέχνης, με εκτεταμένες θεωρητικές γνώσεις). Επιπλέον, υπήρχε μια πολύ βαθιά αγάπη (σχεδόν υπαρξιακού επιπέδου) με τον κινηματογράφο, που αναπτύχθηκε εξ απαλών ονύχων. Στη Λευκωσία (τον καιρό των γυμνασιακών μου χρόνων), ένας θείος μου ήταν διευθυντής του «Κινηματογράφου Παπαδοπούλου». Ήταν καλός φίλος και, εκτός του ότι με ψιλοχαρτζιλίκωνε, μου είχε δώσει το ελεύθερο να μπαινοβγαίνω στο σινεμά (από την πλαϊνή σκάλα, κατ’ ευθείαν στον β’ εξώστη), ανά πάσα στιγμή. Καθώς ήμουν αετός στα μαθήματα, πού μ’ έχανες πού μ’ έβρισκες, τρεις και τέσσερις φορές την εβδομάδα την έβγαζα στο «υπερώον» του κινηματογράφου, βλέποντας όλες τις ταινίες, δύο και τρεις φορές. Κι αυτό συνεχίστηκε και στα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα, όπου έκοβα από το φαΐ μου για να μη χάσω ταινία. Πόσο, λοιπόν, κεραυνοβόλος ήταν ο έρωτας για τον κινηματογράφο;

Σε μιά ιδιαίτερα δύσκολη και σκοτεινή εποχή αποφασίζετε να περιπλανηθείτε σ’ ένα τοπίο εντελώς άγνωστο, καθώς η κινηματογραφική παιδεία στη χώρα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Αντιμετωπίσατε το σινεμά σαν μια δύσκολη και προκλητική περιπέτεια, σαν μια αληθινή θρησκεία ή απλώς σαν ένα επάγγελμα που σας ταίριαζε περισσότερο;
Επάγγελμα, όχι, σε καμιά περίπτωση. Αν στόχος ήταν ένα επάγγελμα, θα μπορούσα να είχα συνεχίσει στην Αγγλία τα οικονομικά και τα νομικά και θα μπορούσα στη συνέχεια στην Κύπρο, που διψούσε τότε για στελέχη υψηλού επιπέδου, να είχα κάνει καριέρα μεγάλη και τρανή, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι συμμαθητές και φίλοι των γυμνασιακών μου χρόνων. Όχι, δεν υπήρξα καριερίστας, δεν ήταν αυτός ο στόχος. Όπως δεν υπήρξα ποτέ… υπάλληλος, ούτε στο Φινέικο. Από τη στιγμή που μπήκα εκεί, και για χρόνια ολόκληρα, κυριολεκτικά ξημεροβραδιαζόμουν στα στενάχωρα εργαστήρια της Στουρνάρα 27 και στο πλατό της Λιοσίων. Να ασχολιέμαι σε όλα τα επίπεδα, με τη φωτογραφία, με τον ήχο, με τα εμφανιστήρια, με τους σκηνοθέτες και τους ηθοποιούς, με το μοντάζ (με κεφαλαία, γιατί πάντα το θεωρούσα ως την άλλη και πολύ σημαντική όψη της σκηνοθεσίας) και με παράλληλη θεωρητική μελέτη, στα αγγλικά βεβαίως, που αντικαθιστούσε την ανυπαρξία κινηματογραφικής παιδείας στη χώρα μας (που εξακολουθεί, 50 χρόνια μετά, να είναι το μεγάλο ζητούμενο) και, βεβαίως, μέσα στις σκοτεινές αίθουσες, που ήταν για μας το μεγάλο σχολείο. Το σινεμά ήταν πάντα, και θα συνεχίσει να είναι, μια δύσκολη και προκλητική περιπέτεια και, γιατί όχι, μια αληθινή θρησκεία…

Λένε ότι «όποιος στηρίζεται σε καλό δέντρο, καλή σκιά τον σκεπάζει». Ισχύει αυτό και για τον πρώτο σας δάσκαλο, τον Γρηγόρη Γρηγορίου;

Ο Γρηγορίου δεν ήταν μόνο ένας καλός δάσκαλος (μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων που υπήρχαν εκείνη την εποχή). Ήταν, κυρίως, ένας γλυκύτατος άνθρωπος χαμηλών τόνων (ποτέ δεν τον θυμάμαι να θυμώνει και να χάνει τον έλεγχο), με μια βαθιά γενική παιδεία και μια ακόμη βαθύτερη αγάπη για το σινεμά. Η στάση του απέναντι σε όλους, συνεργείο και ηθοποιούς, ήταν ζεστή και καρτερική στις αδυναμίες τους, χωρίς ίχνος υπεροψίας ή σκωπτικής διάθεσης, κι αυτό ήταν το πιο μεγάλο μάθημα που πήρα απ’ αυτό τον ωραίο δάσκαλο.

Αλλά και ο Φίνος, δεν υπήρξε μεγάλο σχολείο για σας, κυρίως όσον άφορα την τεχνική σας κατάρτιση (βοηθός οπερατέρ, διευθυντής φωτογραφίας, μοντέρ);

Η Φίνος Φιλμ, ναι. Ο Φίνος, όχι. Μπορεί αυτό να ακούγεται παράταιρο, γι’ αυτό εξηγούμαι αμέσως. Ο Φίνος για την εποχή του ήταν βεβαίως ένας πολύ μεγάλος και πολύ παθιασμένος τεχνικός. Ο κινηματογράφος, όμως, ήταν πάντα κάτι περισσότερο από «τεχνική». Οι αντιλήψεις του Φίνου για θέματα ουσίας, τόσο στο χώρο της φωτογραφίας όσο και στο χώρο του μοντάζ (για να μη μιλήσουμε για τα υπόλοιπα) ήταν παρωχημένες. Πρότυπό του στο χώρο της φωτογραφίας ήταν ο αμερικανικός κινηματογράφος της δεκαετίας του ’40, χωρίς και να διαθέτει τα μέσα παραγωγής που θα του επέτρεπαν να πλησιάσει, έστω, αυτό το πρότυπο. Δεν μπορούσε (και δεν ήθελε) να δει ότι τα πράγματα είχαν ήδη αλλάξει, ότι μπήκε στη ζωή μας ο ιταλιάνικος νεορεαλισμός και το γαλλικό «νέο κύμα», ότι τα εργαλεία μας άλλαζαν ραγδαία, και μαζί μ’ αυτά και οι αντιλήψεις μας. Το ίδιο, αλλά για άλλους λόγους, ίσχυε και στο μοντάζ, που η βαθύτερη ουσία του (η άλλη όψη της σκηνοθεσίας) έμπαινε πάνω από τη στείρα και κοντόφθαλμη παντοκρατορία μιας απλής τεχνικής κοψίματος και ραψίματος των πλάνων και των σκηνών και προσπαθούσε να «χτυπήσει» την ουσία. Έτσι, από πολύ νωρίς, βρέθηκα σε μια κατάσταση μόνιμης αντιπαράθεσης (πολέμου θα έλεγα) με τον Φίνο προσωπικά (πόλεμος που, μοιραία, έληξε με δική του ήττα), την ίδια στιγμή που η «Φίνος Φιλμ» μού έδινε τη δυνατότητα και τα λιγοστά, έστω, μέσα να προχωρώ στις αναζητήσεις μου εκείνης της εποχής και με αποτελέσματα κάποιες φορές σημαντικά. Για του λόγου το αληθές, θυμίζω δύο ταινίες εκείνης της περιόδου (και οι δύο σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου), το «Αμαξάκι» και την «Αστέρω».

kats 4

Ρεπεράζ για την “Αστέρω”, 1958-59. Κλέαρχος Κονιτσιώτης, Ντίνος Δημόπουλος, Ντίνος Κατσουρίδης

Θεωρείτε ότι ένας κινηματογραφιστής πρέπει πρώτα να γνωρίζει την τεχνική του μέσου και μετά την αισθητική, ή αυτά τα δυο είναι αλληλένδετα;

Σε θεωρητικό επίπεδο μπορεί να υπάρχουν πολλαπλές προσεγγίσεις. Στο επίπεδο της πράξης, θεωρώ ότι είναι αλληλένδετα έως θανάτου. Γεννιούνται μαζί και προχωράνε σε όλη τη διαδρομή χέρι-χέρι. Με την πολύ σημαντική προϋπόθεση να έχει κατακτήσει κάποιος στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την τεχνική του μέσου. Χωρίς την απόλυτη κυριαρχία του πάνω στην τεχνική, θα μπορούσε πολύ εύκολα να χαθεί μέσα στο απέραντο δάσος από συγκυρίες, δυσκολίες και προβλήματα που θα βρει μπροστά του κάθε στιγμή, σε μια δουλειά που μπορεί μεν να κυνηγάει το όραμα του ενός, αλλά είναι τελικά συντονισμένη δουλειά μιας ολόκληρης ομάδας. Αναφέρω μια περίπτωση από το χώρο της φωτογραφίας (την «Πρωινή Περίπολο» του Νικολαΐδη), όπου ύστερα από εβδομάδες και εβδομάδες συζητήσεων και αναζήτησης συμφωνήσαμε σε μια κάποια «μορφή» εικόνας, που ήταν ακόμη «θολή», αλλά αυτή θα ήταν το ζητούμενο. Από εκεί και πέρα, την ώρα της πράξης έρχεται η τεχνική, όχι μόνο για να μορφοποιήσει σε αισθητικό αποτέλεσμα αυτό το ζητούμενο, αλλά και να το στηρίξει με συνέπεια, σε εκατοντάδες πλάνα και σχεδόν εκατό φυσικούς (άρα πραγματικούς) χώρους, που το «φως» θα έπρεπε να τους μετασχηματίσει (στην περίπτωση της συγκεκριμένης ταινίας) σε χώρους φανταστικούς.

Η «Πρωινή Περίπολος» του Νικολαΐδη τυχαίνει να είναι η αγαπημένη μου ελληνική ταινία. Και έχω την αίσθηση ότι η φωτογραφία της είναι η κορυφαία από όσες έχω δει μέχρι σήμερα. Βλέποντας τον «Ξαφνικό έρωτα» του Τσεμπερόπουλου αισθάνθηκα ότι στις δύο ταινίες υπάρχει ένας διάλογος ανάμεσα σ’ εσάς και στον Πανουσόπουλο, που ήταν ο διευθυντής φωτογραφίας. Ένας διάλογος που μπορεί να μην έγινε συνειδητά, ωστόσο υπάρχει. Υπήρξαν και υπάρχουν στη μακρόχρονη πορεία σας ως οπερατέρ, Έλληνες ή ξένοι, με τους οποίους αισθάνεστε ότι σας συνδέουν εκλεκτικές συγγένειες;

Και βέβαια με συνδέουν εκλεκτικές συγγένειες, κυρίως στη «ματιά» του φωτογράφου σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα που υπηρετεί, και μάλιστα με αρκετούς. Περιορίζομαι στους Έλληνες συναδέλφους, γιατί οι ξένοι δουλεύουν σε εντελώς άλλη κλίμακα, αδιανόητη για τα δικά μας δεδομένα και ίσως αυτό να είναι και το… μεγαλείο της δικής μας δουλειάς. Και πρώτα ο Πανουσόπουλος, που κουβαλούσε
μέσα του τη στόφα ενός μεγάλου φωτογράφου και είναι κρίμα που δε θέλησε να δώσει περισσότερα δείγματα δουλειάς στο χώρο της φωτογραφίας. Ο Δήμος Σακελλαρίου (θυμίζω τη «Συνοικία το όνειρο» και τους «Αδίστακτους»), όσο κι αν από κάποια στιγμή και μετά σκόρπισε το ταλέντο του στους πέντε άνεμους. Ό Γιώργος Αρβανίτης, παρά τον κάποιο «ακαδημαϊσμό» που χαρακτηρίζει τη δουλειά του, κυρίως όταν δε δουλεύει με τον Αγγελόπουλο. Ό Άρης Σταύρου, ένας πολύ μεγάλος τεχνίτης. Ο Νίκος Καβουκίδης, μαθητής μου – και περηφανεύομαι γι’ αυτό. Από τους νεότερους, ο Λευτέρης Παυλόπουλος, ένας εξαίρετος φωτογράφος με πολύ μεγάλη ευαισθησία, και ο Τάκης Ζερβουλάκος, που ξεκίνησε πολύ δυνατά («Ρεμπέτικο»), στη συνέχεια, όμως, προτίμησε τον… Μαμμωνά της διαφήμισης. Με όλους αυτούς, και μερικούς ακόμη από την τελευταία γενιά, νιώθω να κινούμαι στο ίδιο τεντωμένο σκοινί. Υπάρχουν πάμπολλες εικόνες τους που τις ζήλεψα και που πολύ θα καμάρωνα αν ήταν δικές μου.

kats 3

Μιλήσαμε προηγουμένως για τον Φίνο, στον οποίο δουλέψατε οκτώ χρόνια, το σύνολο 21 ταινίες. Σε αρκετές από αυτές, δίπλα σε δύο πολύ μεγάλες προσωπικότητες, τον Ντίνο Δημόπουλο και την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Θέλετε να μας πείτε δυο λόγια γι’ αυτές σας τις συνεργασίες;

Όταν ο Δημόπουλος έφερε το σενάριο της πρώτης του ταινίας («Οι ουρανοί είναι δικοί μας») στον Φίνο, ετέθη θέμα ποιος θα το σκηνοθετήσει. «Εσύ», του είπε ο Φίνος. «Μα εγώ δεν ξέρω!», αντέτεινε ο Δημόπουλος. «Δεν πειράζει», επέμεινε ο Φίνος, «ξέρει ο Κατσουρίδης». Έτσι μου διηγήθηκε τα πράγματα ο Φίνος, με την παράκληση να βοηθήσω και, φυσικά, εγώ δεν είχα κανένα πρόβλημα, όπως δεν είχα ποτέ και με κανέναν τέτοιο πρόβλημα. Ο Δημόπουλος, κοφτερό μυαλό, μάθαινε γρήγορα. Όταν τελείωνε αυτή η πρώτη ταινία του, ήταν ήδη ξεφτέρι. Ήταν καλός, του ’λειπε όμως εκείνη η… γλύκα του Γρηγορίου. Όσο για τη Βουγιουκλάκη τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Η Αλίκη ήταν μια ιδιαίτερα ισχυρή προσωπικότητα, με τον πολύ ξεκάθαρο στόχο να γίνει μεγάλη σταρ – όπως και έγινε. «Έσπρωχνε» χοντρά προς αυτή την κατεύθυνση κι ας ήταν ακόμα νωρίς. («Αστέρω» και «Το ξύλο βγήκε άπ’ τον παράδεισο», που την καθιέρωσε για τα επόμενα 35 χρόνια). Σε άλλες εποχές και σε άλλους χώρους θα μπορούσε να είχε γίνει… Ιωσηφίνα.
Πιστεύετε ότι η Βουγιουκλάκη «σπατάλησε» το ταλέντο της, ότι δηλαδή συνέβη και μ’ έναν άλλον σπουδαίο ηθοποιό, τον Ντίνο Ηλιόπουλο;

Ο Ηλιόπουλος ήταν, εν δυνάμει, ένας μεγάλος ηθοποιός· θυμηθείτε τον «Δράκο» του Κούνδουρου. Οι συγκεκριμένες συνθήκες του ελληνικού σινεμά της εποχής του δεν του άφησαν περιθώρια να πάει παραπέρα. Έτσι, περιχαρακώθηκε στις «ευκολίες» του και σπατάλησε το μεγάλο ταλέντο του. Η περίπτωση της Βουγιουκλάκη ήταν εντελώς διαφορετική. Το ταλέντο της Αλίκης (όχι απλώς μεγάλο, τεράστιο) για να γίνει μεγάλο αστέρι, καθόλου δεν το σπατάλησε. Ήταν ο άνθρωπος που, στην πρώιμη εκείνη εποχή, χωρίς ατζέντηδες και πολυδάπανες διαφημιστικές εκστρατείες, «άρπαξε» το σφυγμό ενός ολόκληρου λαού και του πρόσφερε το μετεμφυλιακό όνειρο το «νιάου-νιάου, βρε γατούλα». Το ταλέντο της ως ηθοποιού (μικρό ή μεγάλο) απλώς το έθεσε στην υπηρεσία του μοναδικού της στόχου, που ήταν να γίνει η εθνική μας σταρ.

kats 2 Από τα γυρίσματα της ταινίας “Το Αμαξάκι”

Η διαδρομή σας ως σκηνοθέτη ξεκινάει το 1960 με το «Έγκλημα στα παρασκήνια», έναν φόρο τιμής στο φιλμ-νουάρ. Το αμερικανικό νουάρ και ο γερμανικός εξπρεσιονισμός υπήρξαν σχολές για σας στον τρόπο με τον όποιο «γράφετε» με το φως;

H ερώτηση έχει δύο σκέλη, που δε συγγενεύουν και πολύ. Το «Έγκλημα στα παρασκήνια» ήταν όντως ένας φόρος τιμής στο φιλμ-νουάρ (του οποίου υπήρξα φανατικός λάτρης), αλλά η φωτογραφία στο φιλμ αυτό ήταν του Καρύδη, όσο και αν υπήρχε η δική μου σύμφωνη γνώμη. Ως προς το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, καμιά συγκεκριμένη «σχολή» δε στάθηκε καθοριστική στον τρόπο με τον οποίο «γράφω» με το φώς. Υπήρξε κάποτε στον παγκόσμιο κινηματογράφο ένας πολύ μεγάλος φωτογράφος, ο Φιγκουερόα, που σε όλες τις ταινίες που γύρισε ήταν πάντα υπέροχος, αλλά πάντα ο ίδιος, όποια κι αν ήταν η ταινία. Εγώ καμαρώνω ότι στις 75 ταινίες που έχω φωτογραφίσει (πλέον οι 15 που σκηνοθέτησα), σε καμιά δεν ήμουν ίδιος, σε καμιά δεν κουβάλησα μια φωτογραφική αντίληψη κάποιας «σχολής». Όλες οι σχολές «χωνεύτηκαν» μέσα μου, κι από εκεί και πέρα προσπάθησα (άλλοτε με μεγαλύτερη κι άλλοτε με μικρότερη επιτυχία) να υπηρετήσω τη συγκεκριμένη κάθε φορά ταινία με το ανάλογο φωτογραφικό ύφος, είτε με δική μου μόνο πρωτοβουλία είτε σε συνεννόηση με το σκηνοθέτη (εάν και όταν ο τελευταίος είχε άποψη).

kats 6
Από τα γυρίσματα της ταινίας “Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο”

Στη συνέχεια θα υπάρξουν πολλές σκηνοθετικές απόπειρες, αλλά θα σταθώ κυρίως στη συνεργασία σας με τον Θανάση Βέγγο. Μεγάλη σας δημιουργική συνάντηση και εισπρακτική επιτυχία υπήρξε το «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση». Στάθηκε εύκολο να «περιορίσετε» τον Βέγγο σε ένα συγκεκριμένο κάδρο;

Πρέπει κάποτε να τελειώσουμε με τον μύθο της «μεγάλης εισπρακτικής επιτυχίας». Η επιτυχία ήταν πράγματι πολύ μεγάλη σε αριθμό θεατών (3.000.000 θεατές σε ένα χρόνο), όχι όμως και σε εισπράξεις. Η ταινία είχε κοστίσει τότε 2.200.000 δρχ., χωρίς να κοστολογώ τον εαυτό μου. Όλες κι όλες οι εισπράξεις που κατέληξαν στο ταμείο σ’ ένα χρόνο, ήταν 3,5 εκατ. δρχ. Κέρδος λιγότερο από το μισό(!) του κόστους παραγωγής. Μια ανάλογη επιτυχία σήμερα θα απέφερε τουλάχιστον τα δεκαπλάσια του κόστους παραγωγής. Και αυτό θα ήταν πράγματι εισπρακτική επιτυχία.
Για τον Θανάση Βέγγο: πρώτον, υπάρχει μια υφέρπουσα αντίληψη ότι ο Βέγγος είναι αυτό που είναι, ότι παίζει εν ολίγοις τον εαυτό του, μ’ έναν άμεσο αυτοσχεδιαστικό οίστρο. Ουδέν ψευδέστερον. Για κάθε πλάνο ο άνθρωπος δουλεύει εξαντλητικά, με επανειλημμένες πρόβες, συχνά πέρα από το όριο της υπερβολής. Δεύτερον, ο Βέγγος είναι επαγγελματίας με κεφαλαίο Έψιλον. Όταν δούλευε με σκηνοθέτη όχι τον εαυτό του, ήταν τύπος και υπογραμμός. Τόσο, που τα διάφορα σημερινά αστέρια και αστεράκια θα του ’κοβαν την καλημέρα, γιατί θα θεωρούσαν ότι χαλάει την πιάτσα. Τρίτον, όταν ξεκινούσαμε τη συγκεκριμένη ταινία, ήξερε πολύ καλά ότι πηγαίναμε για κάτι άλλο και διαφορετικό, κάτι εντελώς έξω από τη «βεγγέικια» παράδοση. Στα γυρίσματα εγώ έσπρωχνα, εκείνος ψαχνόταν, κλότσαγε μερικές φορές, βούλιαζε κάποιες άλλες, αλλά εκεί, στρατιωτάκι, κι ας τον έτρωγε μέσα του το μεγάλο ερωτηματικό τού τι θα ’βγαινε μ’ αυτή την ταινία. Είναι ενδεικτικό ότι όταν τελείωσε το πρώτο μοντάζ και είδαμε την ταινία στη μουβιόλα (εγώ, ο Βέγγος, ο Πλέσσας και ο Τσιώλης ως φίλος μου), μου λέει ο Βέγγος απελπισμένος: «Εγώ και τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου θα σ’ ευγνωμονούμε που πήρες το ρίσκο να γυρίσεις αυτή την ταινία, αλλά ποιος, ρε Ντίνο, θα πάει να τη δει;». Τέτοια μαυρίλα!

kats 5 “Ο Θανάσης στη Χώρα της Σφαλιάρας”, 1975

Η προσφορά σας στον ελληνικό κινηματογράφο δε σταματάει, όμως, στον αποκαλούμενο παλαιό, αλλά συνεχίζεται και στον νέο. Υπήρξατε παραγωγός του Βούλγαρη στην πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, «Το προξενιό της «Άννας», αλλά και συνδημιουργός, ως διευθυντής φωτογραφίας, με πολλούς άλλους σημαντικούς σκηνοθέτες. Ποια θεωρείτε ως την πιο σημαντική δουλειά σας απ’ όλες αυτές τις συνεργασίες;
Αν εξαιρέσουμε το «Προξενιό της Άννας», που ήταν μια πρωτόγνωρη διαίσθηση για τις δυνατότητες του Βούλγαρη και την αξία της ταινίας, από τις υπόλοιπες συνεργασίες μου στο επίπεδο της φωτογραφίας και του μοντάζ δε μου είναι καθόλου εύκολο να ξεχωρίσω μία, ούτε μπορώ να διαχωρίζω έτσι τα… παιδιά μου. Θα ’βαζα, όμως, πέντε αστέρια στην «Πρωινή Περίπολο» του Νικολαΐδη, στον «Έρωτα του Οδυσσέα» του Βαφέα, στις «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου» (κυρίως για το μοντάζ) και στο «Ακροπόλ» του Βούλγαρη. Αν δίνω την εντύπωση ότι καμαρώνω, η αλήθεια είναι ότι, ναι, καμαρώνω!

Η «περιπέτειά» σας με τον κινηματογράφο φαντάζει ατέρμονη. Παραμένετε ενεργός και φορέας έμπνευσης και στήριξης για τους νέους μας κινηματογραφιστές. Στο 23ο φεστιβάλ της Δράμας ανακοινώσατε τη θεσμοθέτηση ενός νέου ειδικού βραβείου για τον καλύτερο πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό το βραβείο;
Πολύ μου αρέσει το «φορέας έμπνευσης», και μακάρι να είναι έτσι. Όσο για τη Δράμα, τα πράγματα είναι απλά. Ελάχιστες ταινίες μικρού μήκους έχω κάνει στη ζωή μου. Όταν άρχιζα, δεν υπήρχε ούτε ως έννοια η μικρού μήκους ταινία, εκτός κι αν λογαριάσουμε σαν τέτοιες τα επτά 12λεπτα κινηματογραφικά «διηγήματα» στην ταινία μου «Παλαβός κόσμος του Θανάση». Παρά ταύτα, το Φεστιβάλ Δράμας αποφάσισε να με τιμήσει, κι εγώ ανταπέδωσα την τιμή. Όχι τυπικά, ούτε, προς Θεού, για λόγους εντυπωσιασμού, αλλά επί της ουσίας. Έχουμε ανάγκη το καινούργιο αίμα. Μια, λοιπόν, και η πολιτεία (επί δεκαετίες τώρα) αρνείται (ή… αδυνατεί) να αναλάβει το βαρύ, βεβαίως, κόστος μιας κινηματογραφικής παιδείας ανωτάτου επιπέδου, μέσα από την οποία οι νέοι κινηματογραφιστές θα έχουν τη δυνατότητα και τα μέσα να πειραματιστούν και να δώσουν το όποιο καινούργιο κουβαλάνε μέσα τους, η βοήθεια που θα τους δώσω εγώ με τη θεσμοθέτηση του συγκεκριμένου βραβείου (στον έναν κάθε χρόνο που θα επιλέξει ή κριτική επιτροπή) είναι μικρή, αλλά ελπίζω καλόδεχτη.

Πάντως, δείχνετε να αγαπάτε πολύ τους νέους κινηματογραφιστές. Το σημερινό επίπεδο της μικρού μήκους ταινίας σάς γεμίζει αισιοδοξία για το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου;

Χωρίς καμιά επιφύλαξη, ναι. Όχι τόσο για τα επιμέρους καλά στοιχεία της όποιας μικρού μήκους ταινίας, αλλά για την προσπάθεια μιας διαφορετικής προσέγγισης στο πρόβλημα της θεματολογίας του ελληνικού σινεμά. Δείχνει, σχεδόν με βεβαιότητα, ότι ή 25χρονη περίοδος ενδοσκόπησης, που ταλάνισε και «ξεστράτισε» το ελληνικό σινεμά, βρίσκεται πια στο τέλος της και ότι η καινούργια γενιά κινηματογραφιστών, που έχει ήδη πάρει τη σκυτάλη, και αυτοί που την ακολουθούν, θα μπορέσουν επιτέλους να μας οδηγήσουν σε μια καινούργια άνοιξη. kats 1

Υπάρχουν παγίδες που θα πρέπει να αποφύγουν οι νέοι κινηματογραφιστές; Μία και μοναδική: Η ευκολία και η απελπιστική ρηχότητα της τηλεόρασης. Πιστεύετε ότι ο κινηματογράφος σταματάει στο σελιλόιντ;

Δεν το νομίζω. Ασφαλώς, με νομοτελειακή μάλιστα βεβαιότητα, η ψηφιακή εικόνα θα αντικαταστήσει αύριο, μεθαύριο την οπτική – δεν θα καταργήσει, όμως, την ανάγκη μας γι’ αυτή τη μορφή έκφρασης του 20ού αιώνα. Αν ο κινηματογράφος ήταν ένας ευάλωτος «εχθρός», η τηλεόραση θα τον είχε εξαφανίσει προ πολλού.

Δημοσιεύτηκε στο Νέμεσις, τεύχος 12, Δεκέμβριος 2000.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: