ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΧΑΒΡΗΣ (LE HAVRE, 2010) του Άκι Καουρισμάκι | από 5.1.2012 στους κινηματογράφους

le havre 1

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΧΑΒΡΗΣ
LE HAVRE

του Άκι Καουρισμάκι
με τους Αντρέ Βιλμς, Κάτι Ούτινεν, Ζαν- Πιέρ Νταρουσέν, Μπλοντέν Μιγκέλ, Ελίνα Σάλο, Εβελίν Ντιντί

Διάρκεια: 93′
Γλώσσα: Φιλανδικά, Γαλλικά
Χώρα: Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία
Εταιρεία Διανομής: Ama Films – Feelgood
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 05/01/2012

le havre 2

Το λιμάνι της Χάβρης Σκηνοθεσία : Άκι Καουρισμάκι | κριτική της Δήμητρα Γιαννακού

Υπόθεση:

Ο Μαρσέλ Μαρξ, ένας μποέμ τύπος που κάποτε φιλοδοξούσε να πιάσει την καλή ως συγγραφέας στο Παρίσι, έχει αποτραβηχτεί στη Χάβρη, το δεύτερο πιο πολυσύχναστο λιμάνι της Γαλλίας. Πλέον μοιράζει την καθημερινότητά του ανάμεσα στο ταπεινό επάγγελμα του λούστρου, τις συχνές του επισκέψεις στο αγαπημένο του μπαρ και τη φροντίδα της Αρλετί, της βαριά άρρωστης συζύγου του. Ένα παιχνίδι της μοίρας, όμως, θα τον φέρει πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ίντρισα, έναν ανήλικο λαθρομετανάστη από την Αφρική, τον οποίο αναζητά η αστυνομία. Ο Μαρσέλ, βασισμένος στην έμφυτη αισιοδοξία που τον διακρίνει και στην ανθρωπιά του κοινωνικού του περιγύρου, αναλαμβάνει να τον βοηθήσει να βρει το δρόμο του. Έστω κι αν χρειαστεί να υποστεί τις συνέπειες των πράξεών του…

le havre 3

Που παίζεται:

Κέντρο – Κολωνάκι – Εξάρχεια
Άστυ
Κοραή 4 (ΜΕΤΡΟ Πανεπιστήμιο), 210-3214775, 2103221925.
Γενική Είσοδος: € 8,00, Φοιτ. € 6,00 (από Δευτ.-Παρ.).
Ώρες Προβολών: 17:00, 18:35, 20:40, 22:45

Μαρούσι – Μελίσσια – Κηφισιά
Κηφισιά 1-2 Cinemax
Λ. Κηφισίας 245, Ζηρίνειο, Κηφισιά (ΗΣΑΠ Κηφισιά) 2106233567, 2106232808.
Γενική Είσοδος: € 8,50, Παιδ. – Φοιτ. € 7,00, γκρουπ άνω των 20 ατόμων € 6,50. Προπώληση εισιτηρίων στο 80111300400 και στο http://www.cinemax.gr.
Ώρες Προβολών: Αίθουσα 2: 19:00, 21:00, 23:00

le havre 4

 

Το «Λιμάνι της Χάβρης» είναι ένα γλυκόπικρο ενήλικο παραμύθι δια χειρός Άκι Καουρισμάκι («Φώτα στο Σούρουπο», «Μποέμικη Ζωή», «Μακριά Πετούν τα Σύννεφα»), που έκλεψε τις εντυπώσεις στο 64ο Φεστιβάλ Καννών, εξασφαλίζοντας το Βραβείο της FIPRESCI, αλλά και Εύφημο Μνεία από την Οικουμενική Επιτροπή.

Ο Φινλανδός κινηματογραφιστής που το 2002 απέσπασε στις Κάννες το Μεγάλο Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής για τον αριστουργηματικό και υποψήφιο για το Ξενόγλωσσο Όσκαρ «Άνθρωπο Χωρίς Παρελθόν» του, μας προσφέρει μια ακόμη σπουδαία ταινία, γεμάτη ανθρωπιά, ρομαντικό πνεύμα και αισιόδοξη διάθεση και με το χαρακτηριστικό σαρκαστικό του χιούμορ σε περίοπτη θέση. Και, όπως πάντα, αποσπά εξαίρετες ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές του. Δίποδους και… τετράποδους!

Σημείωμα του σκηνοθέτη

«Ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος μοιάζει να αποφεύγει να καταπιαστεί με το φλέγον ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης, το οποίο είναι απόρροια μιας σταθερά επιδεινούμενης παγκόσμιας οικονομικής, πολιτικής και – πάνω απ’ όλα – ηθικής κρίσης. Μετανάστες από διάφορα μέρη του κόσμου, οι οποίοι προσπαθούν να βρουν διέξοδο προς τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντιμετωπίζονται παραδοσιακά ως πολίτες «Β’ κατηγορίας».
Η αλήθεια είναι πως δεν έχω να προτείνω κάποια λύση πάνω στο συγκεκριμένο πρόβλημα, ωστόσο η σφοδρή μου επιθυμία να καταπιαστώ με το θέμα της λαθρομετανάστευσης με ενέπνευσε να γυρίσω αυτή την – όπως και να το κάνουμε – όχι και τόσο ρεαλιστική ταινία.»
— Άκι Καουρισμάκι

le havre 5

Συνέντευξη του σκηνοθέτη, σεναριογράφου και παραγωγού Άκι Καουρισμάκι στην Κριστίν Μασόν

Κ.Μ.: Πως προέκυψε η ιδέα για το «Λιμάνι της Χάβρης»; Από το ολοένα αυξανόμενο φαινόμενο των ανθρώπων που εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους αναζητώντας καλύτερη τύχη σε χώρες όπου κατά πάσα πιθανότητα θα χαρακτηριστούν «ανεπιθύμητοι»; Ή μήπως από την επιθυμία σας να γυρίσετε μια ακόμη ταινία στη Γαλλία;
Α.Κ. : Η συγκεκριμένη ιδέα βασάνιζε για αρκετά χρόνια το μυαλό μου, αλλά όταν αποφάσισα να την κάνω ταινία, δεν μπορούσα να αποφασίσω το που θα τη γυρίσω. Είναι κάτι που θα μπορούσε να συμβεί σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκό κράτος, εκτός, ίσως από το Βατικανό (αν και τώρα που το σκέφτομαι…). Η Ελλάδα, η Ισπανία και η Ιταλία φαντάζουν ιδανικές περιπτώσεις, καθώς σε αυτά τα κράτη το φαινόμενο της λαθρομετανάστευσης προκαλεί και τις περισσότερες εντάσεις. Εκείνο που τελικά αποφάσισα να κάνω, ήταν να επισκεφτώ όλες τις παραθαλάσσιες περιοχές από τη Γένοβα μέχρι και την Ολλανδία, ώσπου στη Χάβρη, την ευρωπαϊκή πόλη των blues, της soul και του rock ’n’ roll, βρήκα αυτό ακριβώς που αναζητούσα.

Κ.Μ.: Στη Γαλλία το μότο μας είναι «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη». Ως φαίνεται, εκείνο που εσείς κρατήσατε για τις ανάγκες της ταινίας σας είναι το «αδελφοσύνη»…
Α.Κ. : Η αλήθεια είναι πως τα άλλα δύο πάντοτε μου έμοιαζαν υπερβολικά αισιόδοξα ως έννοιες. Την αδελφοσύνη, ωστόσο, μπορείς να τη συναντήσεις παντού – ακόμη και στη Γαλλία!

Κ.Μ.: Αυτή η «αδελφοσύνη» που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στους κατοίκους της υποβαθμισμένης γειτονιάς των ψαράδων, είναι που στην ταινία οδηγεί στη σωτηρία τον ανήλικο ήρωά της. Όμως, πολύ αμφιβάλλω αν μπορείς πλέον να τη συναντήσεις στην αληθινή ζωή…
Α.Κ. : Πραγματικά ελπίζω η αδελφοσύνη να μην έχει εκλείψει από τις ζωές μας. Διαφορετικά ζούμε ήδη σε αυτή την «κοινωνία των μυρμηγκιών», την οποία ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ανέφερε συχνά πως πρόκειται για το επόμενο στάδιο.

Κ.Μ.: Έχω την αίσθηση πως όσο περισσότερο αυξάνονται τα φαινόμενα βίας στην παγκόσμια κοινωνία, τόσο περισσότερη πίστη στον άνθρωπο δείχνετε εσείς. Μήπως έχετε «καταντήσει» απεγνωσμένα αισιόδοξος;
Α.Κ. : Πάντοτε προτιμούσα την εκδοχή του παραμυθιού όπου η Κοκκινοσκουφίτσα τρώει τον Κακό Λύκο και όχι το αντίθετο, αλλά στην αληθινή ζωή θεωρώ πως ο κάθε λύκος είναι προτιμότερος από τα… χλωμά πρόσωπα της Wall Street!

Κ.Μ.: Συναναστραφήκατε καθόλου με λαθρομετανάστες για τις ανάγκες της ταινίας σας;
Α.Κ. : Όχι, αλλά είχα γνωρίσει κάποιους παλιότερα.

Κ.Μ.: Στην ταινία ένα ανήλικο αγόρι από την Αφρική λειτουργεί ως συμβολισμός για τη λαθρομετανάστευση. Θεωρείτε πως τα νιάτα αποτελούν γενικότερα το σύμβολο της ελπίδας;
Α.Κ. : Δεν χρησιμοποιώ συμβολισμούς στις ταινίες μου, αλλά γενικά εμπιστεύομαι τους νέους ανθρώπους περισσότερο απ’ όσο εμπιστεύομαι ανθρώπους σαν κι εμένα. Όχι, δηλαδή, πως αυτό είναι αρκετό, αλλά, τουλάχιστον, εμπιστεύομαι απεριόριστα τον Μπλοντέν Μιγκέλ, τον ηθοποιό που ενσαρκώνει στην ταινία το συγκεκριμένο αγόρι.

Κ.Μ.: Με αυτή σας την ταινία, καλωσορίσατε στην κινηματογραφική σας οικογένεια και μερικούς ακόμη ηθοποιούς, όπως ο Ζαν-Πιέρ Νταρουσέν. Ωστόσο, έχουμε την αίσθηση πως ο συγκεκριμένος ηθοποιός αποτελούσε ανέκαθεν μέλος της εν λόγω οικογένειας…
Α.Κ. : Η αλήθεια είναι πως πάντα κυκλοφορούσε ανάμεσά μας, αλλά ποτέ στο παρελθόν δεν του είχα επιτρέψει να παίξει σε κάποια ταινία μου. Τον απασχολούσα σε άλλα πόστα, όπως το να… καθαρίζει το στούντιο τα απογεύματα!

Κ.Μ.: Αποτελεί για σας πρόκληση το να σκηνοθετείτε Γάλλους ηθοποιούς;
Α.Κ. : Αποτελεί προνόμιο, θα έλεγα.

Κ.Μ.: Όπως συνέβη και με τη «Μποέμικη Ζωή», δείχνετε να αναζητάτε μονίμως την εικόνα της μεταπολεμικής Γαλλίας του ’50 στις ταινίες σας. Σας προκαλεί νοσταλγία η συγκεκριμένη περίοδος;
Α.Κ. : Είμαι ολίγον τι οπισθοδρομικός. Η μοντέρνα αρχιτεκτονική με κουράζει. Ευτυχώς τα 70s αρχίζουν να επανέρχονται σιγά-σιγά στη μόδα…

Κ.Μ.: Κάτι ανάλογο ισχύει και όσον αφορά στις κινηματογραφικές σας επιρροές, να υποθέσω; Μπρεσόν, Μελβίλ, Ζακ Μπεκέρ, Τατί, Ρενέ Κλερ, Μαρσέλ Καρνέ… όλοι τους μοιάζουν να έχει βάλει το «λιθαράκι» τους στην ταινία σας.
Α.Κ. : Το ελπίζω, καθώς εγώ δεν έχω βάλει τίποτα δικό μου… Η αλήθεια είναι πως μελέτησα κάποιες από τις ταινίες του Καρνέ, αλλά δεν μπόρεσα να κλέψω και πολλά, καθώς σ’ αυτήν την περίπτωση θα ήμουν αναγκασμένος να «μετακινηθώ» από το εν μέρει ρεαλιστικό παραμύθι στο βαρύγδουπο μελόδραμα.

Κ.Μ.: Από την Γαλλική κουλτούρα «δανειστήκατε» και έναν τραγουδοποιό, τον Little Bob, ο οποίος και παίζει στην ταινία σας. Είναι από τους αγαπημένους σας καλλιτέχνες;
Α.Κ. : Για μένα προσωπικά η Χάβρη είναι το Μέμφις (του Τενεσί) της Γαλλίας και ο Little Bob – ή Ρομπέρτο Πιάτσα, όπως είναι το πραγματικό του όνομα – ο Έλβις της Χάβρης. Αρκεί, βέβαια, ο Τζόνι Χάλιντεϊ να μην το κουνήσει από το Παρίσι…

Κ.Μ.: Το «Λιμάνι της Χάβρης» είναι τελικά η ταινία που είχατε στο μυαλό σας;
Α.Κ. : Το ελπίζω…

Trivia

Όπως δήλωσε σε φινλανδικό έντυπο, σκοπός του Καουρισμάκι είναι το «Λιμάνι της Χάβρης» να αποτελέσει την πρώτη ταινία μιας νέας τριλογίας του με γενικό τίτλο «Harbor Town Trilogy», με τις δύο επόμενες ταινίες να διαδραματίζονται σε λιμάνια της Ισπανίας και της Γερμανίας

Στο καστ της ταινίας, σε μικρούς αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους, συναντάμε μεταξύ άλλων τον 67χρονο Ζαν-Πιέρ Λεό, θρυλική μορφή της Nouvelle Vague και πρωταγωνιστή στο «Προσέλαβα Έναν Επαγγελματία Δολοφόνο» (1990) του Καουρισμάκι, αλλά και τον 83χρονο σκηνοθέτη, ηθοποιό και… κλόουν Πιέρ Ετέξ, ηγετική μορφή της γαλλικής κωμωδίας.

Το όνομα του κεντρικού χαρακτήρα, Μαρσέλ Μαρξ, ο οποίος είχε πρωτοεμφανιστεί στη «Μποέμικη Ζωή» του σκηνοθέτη, αποτελεί αναφορά στο θεμελιωτή του Μαρξισμού, Καρλ Μαρξ. Εκείνο της συζύγου του, Αρλετί, παραπέμπει στη συνονόματή της λαμπερή πρωταγωνίστρια των «Παιδιών του Παραδείσου» του Μαρσέλ Καρνέ, ενώ ο χαρακτήρας του επιθεωρητή Μονέ είναι εμπνευσμένος από τον Πορφίρι Πετρόβιτς, τον ντετέκτιβ στο «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι.

Σύμφωνα με το φεστιβαλικό press kit της ταινίας, η σκυλίτσα που υποδύεται τη Λάικα, την πιστή σύντροφο του Μαρσέλ, ανήκει στην 5η γενιά σκυλιών-ηθοποιών που έχουν εμφανιστεί στις ταινίες του σκηνοθέτη.

ΒΡΑΒΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ
Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κιν/φου του 64ου ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ των ΚΑΝΝΩΝ FIPRESCI AWARD 2011

Εύφημος Μνεία από την Οικουμενική Επιτροπή του 64ου ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ των ΚΑΝΝΩΝ 2011

Marcel Marx, a former author and a well-known Bohemian, has retreated into a voluntary exile in the port city of Le Havre, where he feels he has reached a closer rapport with the people serving them in the occupation of the honourable, but not too profitable, of a shoe-shiner. He has buried his dreams of a literary breakthrough and lives happily within the triangle of his favourite bar, his work, and his wife Arletty, when fate suddenly throws in his path an underage immigrant refugee from the darkest Africa.

As Arletty at the same time gets seriously ill and is bedridden, Marcel once more has to rise against the cold wall of human indifference with his only weapon of innate optimism and the unwavering solidarity of the people of his quartier, but against him stands the whole blind machinery of the Western constitutionally governed state, this time represented by the dragnet of the police, moment by moment drawing closer around the refugee boy. It’s time for Marcel to polish his shoes and reveal his teeth.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: