14ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης | WORKSHOP ΜICHAEL GLAWOGGER

WORKSHOP ΜICHAEL GLAWOGGER

Τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο δημιουργεί ντοκιμαντέρ, με άξονα την τριλογία ταινιών Μεγαλουπόλεις, Ο θάνατος του εργάτη και Το μεγαλείο της πόρνης, η οποία προβάλλεται στο 14ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ανέπτυξε ο σκηνοθέτης Μίχαελ Γκλάβογκερ, στο εργαστήριο που παρέδωσε την Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012, στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, στο πλαίσιο της φετινής διοργάνωσης, παρουσία του διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Δημήτρη Εϊπίδη. Ο Αυστριακός σκηνοθέτης δέχτηκε πολλές ερωτήσεις από το κοινό, στις οποίες απάντησε αναλυτικά.

Στο ξεκίνημα του εργαστηρίου, ο κ. Γκλάβογκερ αναφέρθηκε στην αφορμή χάρη στην οποία γύρισε καθεμιά από τις ταινίες της τριλογίας, όπου πραγματεύεται τις εργασιακές συνθήκες στις αναπτυσσόμενες χώρες. Πιο συγκεκριμένα, στην ταινία Ο θάνατος του εργάτη το ερέθισμα ήταν ο χαρακτήρας του Αλεξέι Σταχάνοφ, ενός εργάτη στην πρώην ΕΣΣΔ ο οποίος απέκτησε διαστάσεις ήρωα και φήμη ανάλογη με αυτή των ποπ σταρς στη Δύση, επειδή κατάφερε να βγάλει μια τεράστια ποσότητα κάρβουνου από ένα ορυχείο σε μία και μόνη βάρδια. «Σε αυτή την περίπτωση, η ιδεολογία δημιουργεί τον ήρωα και τον μετατρέπει σε σύμβολο της ΕΣΣΔ, ασκώντας συναισθηματική πίεση στους υπολοίπους, ως προς τους ρυθμούς εργασίας. Με ενδιέφερε να κάνω μια ταινία που να ωθήσει τους άλλους να καταλάβουν τι είναι βαριά εργασία, γι’ αυτό και η αναζήτησή μου άρχισε από το σημείο όπου δούλεψε ο άνθρωπος αυτός», επεσήμανε ο σκηνοθέτης.

Η τελευταία ταινία του με τίτλο Το μεγαλείο πόρνης έχει ως θέμα της την πορνεία σε τρεις διαφορετικές γωνιές του κόσμου: την Ταϊλάνδη, το Μπαγκλαντές και το Μεξικό. Όπως δήλωσε ο κ. Γκλαβόγκερ, ένα από τα δυσκολότερα σημεία κατά τη δημιουργία αυτού του ντοκιμαντέρ ήταν «να καταφέρω να διαγράψω από το νου μου ό,τι είχα ακούσει πιο πριν γύρω από την πορνεία». Ο ίδιος πρόσθεσε: «Πρόκειται για ένα θέμα για το οποίο έχουν άποψη όλοι, αλλά λίγοι έχουν πάει στο χώρο εργασίας μιας πόρνης ή ακόμη κι αν πήγαν, δεν τον εξέλαβαν ως τέτοιο. Μπορεί να υφίσταται στιγματισμός των γυναικών και των πελατών, όμως η πορνεία υπάρχει για χιλιάδες χρόνια, ακόμη και αν καταστέλλεται, ακόμα και αν επισύρει ποινή θανάτου. Είναι γελοίο το ερώτημα αν »θα έπρεπε να υπάρχει πορνεία σήμερα»». Η προσέγγισή του ξεπερνά το θέμα και τα «διδάγματα» της ταινίας: «Όλοι με ρωτάνε »για ποιο πράγμα είναι η ταινία σας; Για το εμπόριο λευκής σαρκός; Για την ηθική; Για το »ναι ή όχι στην πορνεία;». Ουσιαστικά, δεν θέτω θέμα στην ταινία» υπογράμμισε ο σκηνοθέτης. Παράλληλα, έδωσε κι ένα παράδειγμα από το ντοκιμαντέρ Ο Θάνατος του εργάτη, όπου υπάρχει μια σεκάνς που δείχνει επί ένα 20λεπτο τη σφαγή των ζώων. «Το παράξενο είναι ότι κάποια στιγμή όλο αυτό το απωθητικό και αηδιαστικό στοιχείο, όλη αυτή τη βία γίνεται ομορφιά, αρκεί να μη μας φοβίσουν οι σκηνές. Είναι το σημείο όπου το σινεμά διεισδύει στην ανθρώπινη ψυχή και το μυαλό μας εισπράττει αυτά τα παράξενα συναισθήματα. Αυτού του είδους τις στιγμές αναζητώ», εξήγησε ο ίδιος.

Μεγάλο μέρος της συζήτησης επικεντρώθηκε στον τρόπο που ο σκηνοθέτης αποτυπώνει την πραγματικότητα στα ντοκιμαντέρ του. Ο Μίχαελ Γκλάβογκερ αναφέρθηκε στις μεθόδους που αποφεύγει να χρησιμοποιήσει, αφηγούμενος το εξής περιστατικό: «Κάποτε ένας δημοσιογράφος του CNN θέλησε να καταγράψει την πορνεία στην Καμπότζη. Χωρίς να έχει τη συναίνεση των γυναικών, χωρίς να αναρωτηθεί αν είναι σωστό, ήθελε να ξεκινήσει να γυρίζει λέγοντας στους τηλεθεατές του: »βλέπετε πως είναι η εκμετάλλευση;». Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι γυναίκες άρχισαν να απομακρύνονται από την κάμερα. Εγώ διερευνώ τις λεπτομέρειες για να αναδείξω το σύνολο, δεν πάω αντίστροφα. Αν έχεις τη σύμφωνη γνώμη των υποκειμένων σου για να μιλήσεις για την καθημερινότητά τους, σίγουρα θα βρεις κάτι ενδιαφέρον και με βάθος να δείξεις». Ένα σημαντικό ζήτημα είναι πώς κερδίζεις την εμπιστοσύνη των βασικών χαρακτήρων σε μια ταινία με τέτοιο θέμα. «Είναι ευκολότερο αν προσεγγίσεις αυτές τις γυναίκες σαν απλός άνθρωπος και όχι σαν δημοσιογράφος που θα τις εκθέσει στα ΜΜΕ και θα φύγει την επομένη μέρα». Ωστόσο, η επιμονή του δημιουργού δεν ήταν αρκετή, καθώς όπως σημείωσε ο ίδιος «δεν ήταν εύκολο να υπερβούμε την έλλειψη εμπιστοσύνης». Ο σκηνοθέτης χρειάστηκε να έρθει σε επαφή με την τοπική μαφία των προαγωγών για να εξασφαλίσει τη συγκατάθεσή τους και στη συνέχεια να ξεκινήσει πάλι από το μηδέν για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των γυναικών, ενώ όταν έφτασε σε αυτό το σημείο έπρεπε να τις πληρώσει για να δεχτούν να τις κινηματογραφήσει. «Είναι θέμα αξιοπρέπειας να πληρώνω όσους μου δείχνουν τη ζωή τους, όσους ξοδεύουν τόσο από το χρόνο τους μαζί μου. Τόσο στη δημοσιογραφία όσο και στο ντοκιμαντέρ, αν πληρώσεις θα σου πουν κάτι που αλλιώς δεν θα σου έλεγαν. Ο καθένας έχει τη δική του ζωή και δεν θα σου πει κάτι που δεν επιθυμεί. Στην περίπτωση αυτών των γυναικών ήταν πολύ εύκολο, γιατί δεν κάνουν τίποτε χωρίς χρήματα. Μια συνέντευξη κοστίζει περισσότερο από… ένα ραντεβού με πελάτη. Ζουν άγρια, επικίνδυνα, γιατί λοιπόν να σου που ιστορία τους δωρεάν;», παρατήρησε ο σκηνοθέτης.

Οι τρεις πόλεις όπου έχει γυριστεί Το μεγαλείο της πόρνης αντιστοιχούν σε καθεμιά από τις τρεις θρησκείες – βουδισμό, ισλαμισμό, χριστιανισμό – τις οποίες το ντοκιμαντέρ διερευνά υπό το πρίσμα της σεξουαλικότητας. «Θέλησα να κάνω ένα θρησκευτικό »τρίπτυχο» όπως οι πίνακες του Ιερώνυμου Μπος, με το βουδισμό στην αριστερή πλευρά, ας πούμε στην πλευρά του παραδείσου – γιατί ίσως στο βουδισμό δεν έχουν τόσες ένοχες, γι’ αυτό κι απολαμβάνουν το σεξ- και τον καθολικισμό στη δεξιά, όπου το αίσθημα της ενοχής και ο φόβος του θανάτου είναι παρών στην ερωτική πράξη» εξήγησε ο δημιουργός.

Αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο συλλαμβάνει την πραγματικότητα, ο κ. Γκλάβογκερ διευκρίνισε: «Το ντοκιμαντέρ δεν είναι όπως η δημοσιογραφική συνέντευξη, όπου κάνεις από την πρώτη στιγμή »επίθεση» με ερωτήσεις, γι’ αυτό και η συνέντευξη δεν αφορά στην πρόσληψη της πραγματικότητας. Εγώ γνωρίζω τους ανθρώπους, μαθαίνω την ιστορία τους, έρχομαι σε επαφή με τον περίγυρό τους. Προτιμώ αντί να κάνω ερωτήσεις, να ανοίξω ένα θέμα συζήτησης και να τους αφήνω να μιλούν, έτσι είναι πολύ πιο άνετοι. Στο Μεγαλείο της πόρνης, για παράδειγμα στήνω την κάμερα στο διάδρομο του πορνείου κι εκείνη τη στιγμή βλέπεις μπροστά σου την πραγματικότητα, εισβάλλει στην ταινία. Δεν προκαλώ καταστάσεις, δημιουργώ τις συνθήκες για να προκύψουν οι καταστάσεις. Αυτό θα συνέβαινε πολύ δύσκολα αν ήμουν σε έναν ιδιωτικό χώρο. Η μέθοδος μου είναι η πιο απλή. Καταγράφω τη ροή της πραγματικότητας, γίνομαι αόρατος, έτσι ώστε να ανοίγονται οι άνθρωποι στον φακό. Συχνά αφήνω την κάμερα να γράφει και κάνω ένα διάλειμμα. Αφήνω τα πράγματα ελεύθερα».

Ωστόσο, όπως διευκρίνισε ο σκηνοθέτης: «Αυτό δε σημαίνει ότι αφήνω τα πράγματα να γίνουν με τυχαίο τρόπο. Ποτέ δεν είναι τυχαίος ο τρόπος, πάντα κάνω επιλογές. Μόνο στο ποδόσφαιρο και τον πόλεμο τα πράγματα εκτυλίσσονται από μόνα τους. Στις ταινίες πρέπει να ξέρεις πώς να παρεμβαίνεις, γιατί δεν νιώθουν όλοι άνετα με το να τους παίρνεις συνέντευξη. Για παράδειγμα, στο Θάνατο του εργάτη υπάρχει μια σκηνή όπου οι εργάτες κουβαλούν το θειάφι. Επειδή τα φορτία είναι πολύ βαριά σταματούν κάθε 10 λεπτά, κάνουν τσιγάρο και συνεχίζουν. Δεν θα τους έβαζα να μιλήσουν με το ζόρι, σε εκείνη τη σκηνή το κάνουν φυσικά. Εγώ παρατηρώ και καταγράφω το διάλογο. Σε πολλά σημεία δεν υπάρχει καν διάλογος. Για παράδειγμα, στην παραπάνω σεκάνς προσαρμόσαμε μια σταθερή κάμερα στον εργάτη για να καταγράψουμε τις δονήσεις ενός σώματος που πάλευε, για να αποτυπώσουμε την αίσθηση του βάρους». Σε ερώτηση για το ποια ακριβώς πραγματικότητα καταγράφει ο σκηνοθέτης «την αντικειμενική ή τη δική του, την εσωτερική», ο ίδιος επεσήμανε: «Το καλύτερο είναι να αποδεχτεί κανείς ότι δεν υπάρχει πραγματικότητα, αλλά η οπτική του καθένα από εμάς. Από την άλλη, αν καταφέρει κανείς να συνδέσει την »εσωτερική» με την »εξωτερική» πραγματικότητα με ενδιαφέρον τρόπο, φτάνει στη στιγμή της αυθεντικότητας».

Η σκηνοθεσία στις ταινίες του επηρεάζεται σημαντικά από το χώρο των γυρισμάτων, ο οποίος δημιουργεί ένα πλαίσιο αναφοράς. «Ο χώρος μιλά από μόνος του, πριν πεις οτιδήποτε. Για παράδειγμα, στην Ταϊλάνδη οι πόρνες κάθονται μέσα σε ένα γυάλινο κλουβί και οι πελάτες τις επιλέγουν από εκεί. Στο Μπαγκλαντές, το πορνείο είναι σαν λαβύρινθος, γεμάτο διαδρόμους, και οι πόρτες κάθε δωματίου κρύβουν ελκυστικούς μικρόκοσμους. Στο Μεξικό, πάλι, οι άντρες περνούν πόρτα σε πόρτα μπροστά από το πορνείο με το αυτοκίνητο, παλιά μάλιστα το έκαναν έφιπποι. Μόλις βγει ο άντρας από το αμάξι, αλλάζουν τα πράγματα, όταν κλείσει η πόρτα του δωματίου, αλλάζει ξανά η σχέση ισχύος. Αυτό από μόνο του σου δίνει την κινηματογραφική δομή», ανέφερε χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης.

Στη συνέχεια, το κοινό ζήτησε τη γνώμη του δημιουργού για τον σεξοτουρισμό στην Ασία. «Είναι πολυεπίπεδο το θέμα της πορνείας. Αν ρωτήσεις μια ταϊλανδή αν προτιμά άντρα από τη χώρα της ή γερμανό, θα σου απαντήσει το δεύτερο γιατί ο γερμανός πληρώνει πιο πολλά και είναι λιγότερο επιθετικός. Ακούγεται αποκρουστικό, αλλά στο επίπεδο της ρουτίνας τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά από ό,τι νομίζουμε οι περισσότεροι. Για τα παιδιά βέβαια, που τα υποχρεώνουν να εκπορνεύονται, δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία. Στο Μπαγκλαντές, εδώ και περισσότερο από 200 χρόνια, όταν ένα κορίτσι έχει την πρώτη του περίοδο μπορεί να δουλέψει σε πορνείο. Οι ΜΚΟ λένε στις μητέρες ότι δεν θα έπρεπε να το κάνουν αυτό στα παιδιά τους, ωστόσο πίσω από την παιδική εργασία υπάρχει πάντα μια αιτία. Σε αυτά τα μέρη, πρέπει να αλλάξει όλη η δομή της κοινωνίας, όχι να ερχόμαστε ως ευρωπαίοι και να τους λέμε τι να κάνουν», τόνισε.

Τα θέματα στο σινεμά του Μίχαελ Γκλάβογκερ είναι ομολογουμένως δύσκολα και δυσπρόσιτα. Το κοινό θέλησε να μάθει πώς ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει τις διάφορες απαγορεύσεις που μπορεί να προκύπτουν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. «Παραδόξως, σχεδόν ποτέ δεν έχω τέτοιο πρόβλημα. Το γύρισμα είναι απίστευτα βαρετή διαδικασία για όποιον είναι έξω από αυτό και κανείς δεν μένει διαρκώς δίπλα μου για να μου λέει γύρνα αυτό ή μη γυρίζεις το άλλο. Κάποιες φορές η λογοκρισία είναι πολύ αυστηρή και πρέπει να αποφασίσεις αν θες να γυρίσεις την ταινία με κάθε τίμημα. Για παράδειγμα, στην Ταϋλάνδη ο λογοκριτής μου είπε ότι δεν ήθελε να ακούγονται οι ονομασίες των γεννητικών οργάνων, γιατί ο βασιλιάς λέει ότι δεν υπάρχει πορνεία στην χώρα, και αν το λέει ο βασιλιάς τότε »έτσι είναι», επομένως απλώς παρέλειψα τις λέξεις. Πρέπει να είσαι κάπως σαν ζογκλέρ για να κρατήσεις τις ισορροπίες».

H ταινία Whore’s Glory του Μίχαελ Γκλάβογκερ εντάσσεται σε ενότητα η οποία χρηματοδοτείται, μεταξύ άλλων δράσεων του 14ου ΦΝΘ, από την Ευρωπαϊκή Ένωση – Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, στο πλαίσιο του ΠΕΠ Κεντρικής Μακεδονίας 2007-2013.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.