“Ντιμπούκ” σε Σκηνοθεσία: Σωτήρη Χατζάκη/ κριτική Δημήτρη Ψάχου/ Εβραϊκή παράδοση και μυστικιστική ριζοσπαστικότητα

image

Εβραϊκή παράδοση και μυστικιστική ριζοσπαστικότητα

Για να μπορεί το κοινό να απολαύσει το Ντιμπούκ του Σάλομ Άνσκι (βασισμένο την Bruce Myers βερσιόν) δε χρειάζεται ούτε να έχει φιλοσοφήσει πάνω στα μυστικά και τους αποκρυφισμούς της Καμπάλα που επικεντρώνονται οι θεματικές της παράστασης ούτε να ταυτιστεί με την εποχή στο αφαιρετικό, ονειρικά σχεδιασμένο σκηνικό της εξέλιξης της υπόθεσης. Όπως και σε πάμπολλα ένθετα και εφημερίδες που το έχουν σχολιάσει, χρειάζεται απλώς καθαρό μυαλό και ελευθεριάζουσα οπτική για τη θρησκευτικότητα που δεν μειώνει αλλά σφύζει από πνευματικότητα σε ένα έργο με σαγήνη και…εξορκισμό! Μια αλλιώτικη ερωτική ιστορία επηρεασμένη από μυθολογικές και λαϊκές ιστορίες των Χασίδων Εβραίων, προσφέροντας έτσι στο Χατζάκη τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί τον δεύτερο τίτλο του θεατρικού, Ανάμεσα σε Δύο Κόσμους και να παραθέσει το Μύθο σαν μια ζωογόνα ουσία δράσης – αντίδρασης στα τεκταινόμενα της υπόθεσης. Ο Χανάν θα πεθάνει μαθαίνοντας πώς θα παντρευτεί η αγαπημένη του Λέα με συνοικέσιο και με το που θα προσπαθήσει να έρθει η ίδια σε επαφή με το πνεύμα του, η Λέα θα βρεθεί σε μια «δαιμονισμένη» κατάσταση από τον Χανάν και η ευκαιρία του Άνσκι να προεκτείνει την αγάπη ως κάτι μοναδικό και μεταφυσικό σαν οντότητα, με τα μυστικά του παρελθόντος να αιωρούνται σαν κρυμμένες αναλαμπές.

Ο Χατζάκης αποποιείται τις πράξεις του έργου και οδεύει να φτιάξει μια σκηνική σύνθεση με 2 μόνο άτομα που οργώνουν κυριολεκτικά κάθε σκηνή της υπόθεσης, παίρνοντας έτσι το σκελετό της κατά Mπρους Μάγιερς εκδοχή και εναποθέτοντάς σε ένα μεταβαλλόμενο σκηνικό περιβάλλον, δημιουργεί μια μεγαλειώδη αισθητική θεϊκότητα. Επιμελείται τις διατάξεις του χώρου και η ενέργεια που επικρατεί σε κάθε σημείο της παράστασης φαίνεται πόσο συστηματικά γεροδεμένη υπήρξε από όλους τους συντελεστές. Έχοντας στο πλάι του τις άρτιες μουσικές μελωδίες της Σαββίνας Γιαννάτου και τα αριστουργηματικά σχεδιασμένα κοστούμια της Έρσης Δρίνη, οι λεπτομέρειες είναι που εναποθέτουν το Ντιμπούκ στο πάνθεον των ελληνικών παραστάσεων των τελευταίων χρόνων. Μια «αναγέννηση» ενός παλαιότερου κόσμου είναι ό,τι πιο ιδανικό για έναν σκηνοθέτη και είμαι σίγουρος το γνωρίζει ο κύριος Χατζάκης, χωρίς να θέλω να υπερβάλλω στη γνώμη μου. Ο συμβολισμός που διακατέχει τόσο τους ήχους όσο και το διάλογο δεν είναι τυχαίος καθώς το πάθος που πηγάζει από το πρωταγωνιστικό ζευγάρι φέρνει στο νου ένα δάσος γεμάτο από ανοιξιάτικες δροσοσταλίδες. Ακόμα πιο αξιομνημόνευτες είναι οι απίθανες μεταμορφώσεις σε άλλα δευτερεύοντα και μη πρόσωπα του έργου, από τον εσωστρεφή ραββίνο – εξορκιστή από πλευράς Παπανικολάου μέχρι και τον κολλητό του Χανάν από πλευράς Κούρτη που τον προειδοποιεί τι μέλλει γενέσθαι και στην απόφαση του να παραιτηθεί από τη ζωή…

Πράγματι, οι μεταμορφώσεις από Δημήτρη Παπανικολάου και Δέσποινα Κούρτη είναι ένα από τα σημαντικότερα ατού του Ντιμπούκ, λες και έχουν γεννηθεί για να υποδυθούν το μοιραίο ερωτευμένο ζεύγος, παρότι δε συμφωνώ στην παρομοίωση πολλών κριτικών με Ρωμαίο / Ιουλιέτα επιρροή. Ο Χανάν και η Λέα μπορεί να έχουν να αντιμετωπίσουν τις παραδόσεις και τις οικογενειακές παραμέτρους όμως ο έρωτάς τους βρίσκεται σε διαφορετικό πεδίο υφής και ενωτικής βούλησης. Ο Παπανικολάου συγκολίζει με τους αντρικούς ρόλους και τις συμβουλευτικές αναλαμπές ως…γριούλα προς τη Λέα και ταυτοχρόνως η Κούρτη απλά τσακίζει κόκκαλα με την σαν αγρίμι ψυχή της με τις λιγοστές μεν μεταμορφώσεις αλλά τα ουρλιαχτά της ως «δαιμονισμένη» Λέα να σου μένουν χαραγμένα στη μνήμη τη στιγμή που ο Χανάν εισέρχεται στα σωθικά της και αεπισπεύδει ο πατέρας της τον εξορκισμό. Αν ο Παπανικολάου είναι η συνεσταλμένη δύναμη των ρόλων, η Κούρτη κρατάει μια αστείρευτη μανία, ειδικά όταν τα τραγούδια, ο χορός και οι ακατάλυπτες κραυγές, όλα μέσα στην πορεία του έργου γίνουν 1 μοναδικο κοκτέιλ υποκριτικής δεινότητας.

Τι άλλο θα μπορούσα να προσθέσω στα αναρίθμητα θετικά του Ντιμπούκ στοιχεία; Σίγουρα να μην ξεχάσω τις φανταστικές φωτοσκιάσεις του Αντώνη Παναγιωτόπουλου που τόνιζαν την κάθε σκηνή με χάζι και μεθοδικότητα. Επίσης, ορισμένες εναλλαγές στη γλώσσα, μεταφέροντας μας ως θεατές όχι απλά στην εποχή αλλά και στα ιδιώματα της Γίντις διαλέκτου και φυσικά οι θρησκευτικές αναφορές και σύμβολα της Καμπάλα (μαζί και τις ρίζες της, με τα βιβλία Ταλμούδ και Τόρα να σχολιάζονται μέσα στο έργο). Σύμβολα που ευφραίνουν τον θεατή και δεν προπαγανδίζουν ασκητικά, συντηρητικά τους καθωσπρεπισμούς θρησκευτικών διδαχών, τουναντίον…το δυαδικό ζωή / θάνατος στο Ντιμπούκ δε θα μπορούσε να έχει πιο αποκρυφιστικά στοιχεία παρομοίωσης με το ζευγάρι που επανενώνεται ως ένα σώμα αγνό, όπου ο θάνατος σπάει τα σύνορα μεταξύ γης και ουρανού και αντιστέκεται στο Θείο, όπως αντιστεκόμαστε σε παντός λογής κανόνες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: