Στέλλα–Στρέλλα κριτική προσέγγιση Δήμητρας Γιαννακού

STRELLA VS STELLA

Στέλλα – Στρέλλα

Την Πρωτομαγιά το βράδυ η ελληνική τηλεόραση (ΕΤ3 και ΕΤ1) πρόβαλε σχεδόν την ίδια ώρα τη Στέλλα και τη Στρέλλα. Σύμπτωση; Ίσως. Ωστόσο, μια πιο προσεχτική ματιά και των δύο ταινιών θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε συμπεράσματα για τα κοινά στοιχεία που υπάρχουν μεταξύ τους και που αναιρούν κατά κάποιο τρόπο τη σύμπτωση.

Μια γυναίκα όμορφη, γοητευτική, λίγο μαγκιόρα χωρίς να χάνει τη θηλυκότητά της, έξυπνη, χαρισματική, ανεξάρτητη, «που γράφει τον κόσμο (μαζί με τις κολλημένες ιδέες του) στα παλιά της τα παπούτσια», επαναστάτρια για την εποχή της και λάτρης της ελευθερίας… μια τέτοια γυναίκα, λοιπόν, δεν μπορεί παρά να είναι το πορτρέτο της «Στέλλας με τα κόκκινα γάντια» του Ιάκωβου Καμπανέλη που μετασχηματίστηκε σε ταινία κινηματογραφική και έγινε η Στέλλα του Μιχάλη Κακογιάννη και ως ένα βαθμό η Στρέλλα του Πάνου Κούτρα.

Στέλλα στα λατινικά σημαίνει αστέρι. Ονομασία που δεν είναι τυχαία, θα σκεφτεί όποιος έχει δει την ομώνυμη ταινία του Μ. Κακογιάννη. Η Μελίνα Μερκούρη στη Στέλλα ενσαρκώνει μια τραγουδίστρια ανερχόμενη του λαϊκού πάλκου που με την επιβλητική της παρουσία και λάμψη (όμοια με ένα αστέρι) καθηλώνει οποιονδήποτε την πλησιάζει. Παραπέμποντας σε αυτή τη Στέλλα και κάνοντας ένα λογοπαίγνιο, ο Πάνος Κούτρας πλάθει τη Στρέλλα που προσομοιάζει στη Στέλλα αλλά με μια επιπλέον γερή δόση τρέλας. Έτσι, δημιουργήθηκε το σύνθετο όνομα Στρέλλα.

Η κάμερα του Κούτρα όπως και εκείνη του Κακογιάννη περιδιαβαίνει στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας ακόμη και στα καταγώγια, «παίρνοντας από πίσω» το κεντρικό πρόσωπο του μύθου: τη Στέλλα και τη Στρέλλα αντίστοιχα. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η Στρέλλα ως ένα βαθμό αποτελεί τη μοντέρνα, σύγχρονη εκδοχή της Στέλλας. Το ασυμβίβαστο και η προκλητική αμφισβήτηση των στέρεα δομημένων αντιλήψεων της κοινωνίας κινηματογραφείται το 1955 και το 2009 αντίστοιχα, με διαφορετικούς βέβαια χαρακτήρες που διαθέτουν όμως παρόμοιο παλμό και ζωντάνια. Η Στέλλα του Μ. Κακογιάννη είναι μια γυναίκα κατά του γάμου και της οικογένειας, πράγμα παράδοξο για τη δεκαετία του ’50, ενώ η Στρέλλα του Π. Κούτρα είναι μια αληθινή transsexual, πράγμα εξίσου καταδικαστέο για τη σύγχρονη εποχή. Όπως και να ‘χει, τα κεντρικά πρόσωπα και στις δύο ταινίες, ρέμπελα, γνωρίζοντας το εφήμερο της ζωής, κάνουν «ό, τι τους έρθει» αποποιούμενοι τους κανόνες της κοινωνίας και υπακούοντας σε ένα μοναδικό νόμο, αυτόν της καρδιάς τους.

Η Στρέλλα του Κούτρα σε αρκετά σημεία ακολουθεί το στυλ κινηματογράφησης του Κακογιάννη, τόσο στο στήσιμο των χαρακτήρων όσο και στις κινήσεις της κάμερας ή στο ντεκόρ. Και οι δύο σκηνοθέτες αρέσκονται στα πολύ κοντινά πλάνα του προσώπου, προκειμένου να φέρουν στο φως και να καταστήσουν αισθητές τις διάφορες διακυμάνσεις της ψυχής των ηρώων τους. Το ντεκόρ, επίσης, του σπιτιού της Στρέλλας αποπνέει, όπως αντίστοιχα το δωμάτιο της Στέλλας, την ατίθαση και μοιραία προσωπικότητα της. Τα κάδρα στους τοίχους μάλιστα, με γυναίκες-σταρ, ακαταμάχητα γοητευτικές έρχονται να επιβεβαιώσουν την αντανάκλαση του εαυτού τους. Μέθοδος στην οποία συχνά προστρέχει ο κινηματογράφος (όπως για παράδειγμα στη Γερτρούδη του Καρλ Ντράγιερ) σκιαγραφώντας έτσι με εικόνες συμπληρωματικές τους χαρακτήρες του. Ομοιότητες θα μπορούσαν να παρατηρηθούν και στην κορμοστασιά της Στέλλας, ιδιαίτερα στον τρόπο που περπατάει, με τη Στρέλλα, όπου και στις δύο περιπτώσεις το αγέρωχο και η περηφάνια «παίρνει σάρκα και οστά».

Πάνω απ’ όλα όμως, αξίζει να σημειωθεί η έντονη αίσθηση του τραγικού που διαχέεται και στα δύο φιλμικά κείμενα, παραπέμποντας στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Η Στέλλα πάει κόντρα στο κατεστημένο μένοντας πιστή στις αξίες της και κατά βάθος είναι μόνη θυμίζοντας αρκετούς τραγικούς ήρωες. Ο θάνατος την κυνηγά από την αρχή σχεδόν της ταινίας, δηλώνει την παρουσία του είτε γραπτά (σε πινακίδες) είτε στα λόγια των ανθρώπων, παίζει μαζί της, βρίσκει μοιραία τον πρώην φίλο της και της δίνει το τελειωτικό χτύπημα, ως υπογραφή του πεπρωμένου. Στη Στρέλλα αντίστοιχα δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε το μύθο του Οιδίποδα, όπου ο ήρωας –ο πατέρας της Στρέλλας- παθαίνει αυτό ακριβώς που καταδίκαζε και για το οποίο είχε μπει φυλακή. Άλλη μια ενσάρκωση του αναπόφευκτου του Πεπρωμένου που πρεσβεύουν οι τραγικοί μύθοι; Μόνο που αυτή τη φορά το τέλος έρχεται με ένα αισιόδοξο μήνυμα αγάπης και συνοψίζεται στο λαϊκό τραγούδι της Καίτης Γκρέυ «Μια γυναίκα μόνο ξέρει να σου πει, μια γυναίκα που αγάπησε πολύ….» με το οποίο κλείνει και η ταινία.

Δήμητρα Γιαννακού

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s