Ευδοκία (1971) του Αλέξη Δαμιανού

eydokia.jpg

Ένας λοχίας γνωρίζεται με την Ευδοκία, μια πόρνη, την οποία και παντρεύεται. Δεμένοι με μια κοινή μοίρα που τους ορίζει, οι δυο εραστές εξεγείρονται ενάντια σε ένα πιο ισχυρό από αυτούς κοινωνικό σύστημα και συντρίβονται, όπως στην κλασική τραγωδία. Ρεαλισμός, σκληρό φως, γυμνά τοπία. Η πόλη της Ευδοκίας έχει φτωχογειτονιές, άδεια σοκάκια, χωράφια. Μια πόρνη που θέλει να ζήσει, να είναι ελεύθερη. Να αγαπήσει και να αγαπηθεί πάνω από όλα σαν άνθρωπος. Οι ήρωες της Ευδοκίας ζουν στα όρια ενός σουρεαλιστικού κόσμου, τυπικά ελληνικού, όπου το παράλογο αποτελεί καθημερινό στοιχείο της πραγματικότητας.

Ταινία γνωστή για το μουσικό θέμα, το ζεϊμπέκικο του Μάνου Λοϊζου, απέσπασε το βραβείο α’ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μια από τις σημαντικότερες δημιουργίες του ελληνικού κινηματογράφου.

Διάρκεια: 99′
Παραγωγή:Ελληνική
Παίζουν: Μάρω Βασιλείου, Χρήστος Ζορμπάς, Κούλα Αγαγιώτου, Γιώργος Κουτούζης
Σκηνοθέτης: Αλέξης Δαμιανός
Σενάριο: Αλέξης Δαμιανός
Μουσική: Μάνος Λοΐζος

evdokia.jpg

Έγραψαν για την κινηματογραφική ταινία Ευδοκία: Κώστας Σταματίου, Κώστας Πάρλας, Βασίλης Ραφαηλίδης, Μισέλ Δημόπουλος, Ροδόλφος Μορώνης, Ροζίτα Σώκου.

(Από το βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου Ελληνικός κινηματογράφος: ένας αιώνας)

Ο Αλέξης Δαμιανός είναι μια ξέχωρη περίπτωση στην καχεκτική ιστορία τού ελληνικού κινηματογράφου. Με δύο μόνο ταινίες, έχει καταφέρει να κατοχυρώσει μια «πατέντα» δικού του τρόπου αφηγήσεως, που δύσκολα μπορεί να καταταχθεί στα υπάρχοντα «συρτάρια».

Στο διάβολο η «τεχνική τελειότητα», η «στιλπνή αφήγηση», η «άψογη σκηνοθεσία», τα στούντιο, οι προβολείς τους, οι «σταρ» τους -να πάνε και να μην ξαναρθούνε. Αδέξιος, μπρούτος -γηγενής, ο Αλέξης Δαμιανός μπορεί να «μην ξέρει», αλλά «κάνει κινηματογράφο». Με τη λύσσα του. Ας τον βοηθήσουμε να συνεχίσει.

Κώστας Σταματίου «Τα Νέα»

Στην Ευδοκία, ο Δαμιανός διατηρεί όλη την διαβρωτική ειλικρίνεια που είχε ιδιαίτερα στο τελευταίο σκετς του Μέχρι το πλοίο. Η εικόνα του, απαλλαγμένη από κάθε πρόθεση ωραιοποίησης, δίνει με εκπληκτική συνέπεια τοπίο -τη φτωχογειτονιά, το στρατόπεδο, το σπίτι, τη βίαιη σκηνή του τέλους -και ανθρώπους. Ο ρυθμός του ακολουθεί την σιγανή, θεμιτή πορεία της μεθοδικής ανάλυσης, χωρίς να χάνει τον στόχο του.

Σ ‘ αυτό το σημείο οφείλουμε να αναγνωρίσουμε την σωστή διαίσθηση του Δαμιανού που τον βοήθησε ν’ αποφύγει κάθε ηθογραφική και ψευτορομαντική απόκλιση, χωρίς όμως να στερήσει το σύνολο από μιαν υπόκωφη, «δωρική» ποίηση. Όπως οφείλουμε να τονίσουμε και την ευστοχία των νύξεων και των αναφορών, καθώς και την σπαρακτική ανθρωπιά που έχουν οι σκληρότερες στιγμές του έργου και που κάνουν, τελικά, την Ευδοκία μια ταινία σημαδιακή στην πορεία του ελληνικού κινηματογράφου. Μια ταινία που μας χρειάζεται.

Κώστας Πάρλας «Το Βήμα»

Ακολουθώντας το σχήμα του Ρομέρ, θα λέγαμε πως η Ευδοκία (όπως, άλλωστε, και το Μέχρι το πλοίο ) είναι ένας «μύθος περί ηθικής» κι ότι ο Δαμιανός είναι, κατ’ αρχήν, μοραλίστας. Μ’ άλλα λόγια, ο Δαμιανός επιχειρεί μια κριτική της αστικής ηθικής νοούμενης σαν ενιαίο ιδεολογικό σύστημα, καθοριστικό της εν γένει συμπεριφοράς μας, κι όχι μια κάθετη διείσδυση σε κάποιους χαρακτήρες ενταγμένους στο γενικό ιδεολογικό πλέγμα. Με την έννοια αυτή, η ταινία του παίρνει αυτόματα τις διαστάσεις του συμβόλου, πράγμα που αποκλείει την περιχαράκωση της σε πλαίσια ρεαλιστικά: παρ’ όλο που οι καταστάσεις είναι παροξυμμένα νατουραλιστικές (κι ακριβώς εξαιτίας αυτής της όξυνσης, που αναιρεί τον αρχικό νατουραλισμό), η ταινία ουδεμία σχέση έχει με το ρεαλισμό.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως στην ταινία καθορίζονται τα όρια και μετριέται η αποτελεσματικότητα της κατά μόνας εξέγερσης ενάντια στο πανίσχυρο κοινωνικό σύστημα, κατοχυρωμένο με θεσμούς αιώνων. Απ’ αυτή την πλευρά, ο Δαμιανός συναντά έναν άλλο ηθικολόγο, τον Καζάν, και καταλήγει στο ίδιο μ’ εκείνον συμπέρασμα: δεν υπάρχει διέξοδος διαφυγής και τρόπος σωτηρίας για το εξεγερμένο άτομο. Ούτε καν με την επικουρία του ενστίκτου δεν είναι κατορθωτή η διάνοιξη μιας διόδου προς τη δυνατή ή επιθυμητή σωτηρία. Η ακρίβεια της λειτουργίας του απρόσωπου κοινωνικού μηχανισμού έχει φράξει εξ αρχής τις εξόδους κινδύνου ατομικότητας. Το ένστικτο, λοιπόν, αποδείχνεται σκουριασμένο παλιοντούφεκο μπροστά στην ευθυβολία και την καταστροφικότητα των θεσμών .

Αν προς στιγμήν αγνοήσουμε το τόσο πολύπλοκο και τόσο ενδιαφέρον για το στοχασμό ιδεολογικό πλέγμα μέσα στο οποίο κινείται ο προβληματισμός της ταινίας, περιοριζόμαστε αναγκαστικά σ’ έναν μάλλον άκριτο θαυμασμό (κάθε θαυμασμός είναι άκριτος) εικόνων που πραγματικά δονούνται, κοχλάζουν απ’ τον αναβρασμό του ενστίκτου, που συγκρούονται και αλληλοαναιρούνται, που κάποιες στιγμές σπάζουν το κάδρο τους και προς τις τέσσερις ευθείες του. Η έλλειψη δομής στο σενάριο δεν εμποδίζει καθόλου τον κοχλασμό του πάθους· αντίθετα, τον επιτείνει, αφού ακολουθεί την τεθλασμένη του πυρετικού διαγράμματος. Η μόνη μας αντίρρηση ως προς τον σκηνοθετικό χειρισμό ενός τέτοιου θέματος (όπως το καθορίσαμε παραπάνω και άσχετα προς τις αντιρρήσεις μας ως προς αυτό) αναφέρεται στην προσπάθεια του σκηνοθέτη να κρατήσει την κάμερα του (με το ντεκουπάζ) μακριά από το σημείο βρασμού, ενώ τόσο η σύνθεση του κάδρου όσο και το κομμάτι τής δράσης -και, συνακόλουθα, του εννοιολογικού του φορτίου -που περικλείεται σ’ αυτό, επέβαλαν ένα ντεκουπάζ αναλυτικό, ώστε να ταυτιστεί απόλυτα με τα σκαμπανεβάσματα της έντασης. Ο σκηνοθέτης διάλεξε την περισσότερο μοντέρνα συνθετική μέθοδο, που τον υποχρεώνει να περιορίσει την κάμερα στο ρόλο του ιδανικού, του αμέτοχου στη δράση θεατή.

Βασίλης Ραφαηλίδης «Σύχχρονος Κινηματογράφος»

Για το φιλμ του Δαμιανού, ας αρκεστούμε να πούμε πως αποτελεί ριζικά απομονωμένο απ’ την τρέχουσα παραγωγή και αντιτιθέμενο σ ‘ αυτήν -ένα από τα σπάνια πολυφωνικά έργα του ελληνικού κινηματογράφου (μήπως υπήρχε ποτέ;) Ταινία θαυμαστά πολυεδρική, προσφέρεται σε κάθε δυνατή ανάγνωση και, ταυτόχρονα, τις παρακάμπτει τη μια μετά την άλλη.

Δουλειά πραγματικά κριτική και, ταυτόχρονα, ατίθαση, ανατρέπει με μια κίνηση βραδυφλεγή κάποιο ιδεολογικό σύστημα μέσα απ ‘ τις μυθολογικές του αναπαραστάσεις, τις πιο χαρακτηριστικές (η Γυναίκα -Πόρνη, ο Ήρωας, ο Γάμος, ο Έρωτας, η Ηθική, το Καλό γούστο…) Υπόβαθρο αναφορών διαφορετικών προελεύσεων -ενός λαϊκού είδους: το μελόδραμα στην υπερβολή των καταστάσεων ενός μέσου έκφρασης: το θέατρο στον υπερτονισμό της κίνησης και του λόγου -, το φιλμ του Δαμιανού τις εγγράφει στη λειτουργία του χωρίς εισαγωγικά, αλλά σαν στερεότυπα των κυριαρχικών πολιτιστικών κωδίκων που δεν πρόκειται να παρωδηθούν (αν θεωρήσουμε την παρωδία σαν παγίωση του Νόμου), αλλά να παραβιαστούν.

Η παραβίαση αυτή εκπληρώνεται εδώ με τον τρόπο της πανουργίας (αλλά με τι ακροβασία!) · πανουργίας που συνίσταται στο να παίζεις το παιχνίδι του μελοδράματος και της αναπαράστασης του, ταυτόχρονα με την κατάδειξη για την εξόντωση τους. Κωμικό και τραγικό μαζί, καθησυχαστικό και ανησυχητικό, σκανδαλώδες και επαναστατικό στη σημαίνουσα διαδικασία του όπως και ο αναπτυσσόμενος λόγος συμμετέχουν σ ‘ αυτή τη λογική των αντιφάσεων (λογική του ονείρου).

Χρησιμοποιεί το πέρασμα και τις απότομες αλλαγές, την άνοδο και την πτώση, τις ασυμφωνίες κάθε είδους. Η φαντασμαγορία και ο συμβολισμός (συχνά μυστικιστικός) συμβαδίζουν με τον άγριο και μακάβριο νατουραλισμό.

Τελειώνοντας, θα λέγαμε πως η Ευδοκία είναι ένα φιλμ-κλειδί και πως συμβολίζει τον σύγχρονο κόσμο στην τερατώδη του αποχαλίνωση.

Μισέλ Δημόπουλος «Σύγχρονος Κινηματογράφος»

‘Άνθρωποι απογυμνωμένοι από τον ανθρωπισμό τους, αρχέτυπα ανθρώπων πιόνια σε μια τραγωδία (δεν λείπει ούτε ο «χορός»), κινούνται σ ‘ ένα κλίμα υπερεαλιστικά ποιητικό. Η αντικατάσταση συχνά του λόγου από την κραυγή και ο παροξυσμός είναι τα στοιχεία πάνω στα οποία στηρίζουμε την αναγωγή αυτή και επιχειρούμε τον χαρακτηρισμό.

Ροδόλφος Μορώνης «Τα σημερινό»

Σπάνια μας δίνεται η ευκαιρία να θεωρήσουμε μια ελληνική ταινία άξια για την πρώτη θέση, γι ‘ αυτό και δεν πρόκειται να χαλάσουμε την ωραία αυτή εξαίρεση με επιφυλάξεις.

Με μεγάλη τέχνη έχει γράψει και εκθέτει την εξέλιξη αυτής της σχέσεως ο Δαμιανός, στη ροή της, αλλά και στην καθημερινή μικρολεπτομέρεια των γεγονότων, των αντιδράσεων. Και για μια φορά, ο ελληνικός κινηματογράφος προσέχει επιτέλους τη ζωή και την μιμείται δημιουργικά, αντιλαμβάνεται δηλαδή ότι και στον κινηματογράφο, όπως και στη ζωή, οι άνθρωποι πολλές φορές άλλα λένε και άλλα εννοούνε, και πως το «σ ‘ αγαπώ» δεν λέγεται πάντα με λιγωμένα μάτια, τη συνοδεία βιολιών.

Ροζίτα Σώκου «Ακρόπολις»

damianos.jpg

Αλέξης Δαμιανός

Η ζωή και το έργο του

Σκηνοθέτης και ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου και θεατρικός συγγραφέας. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και το 1946 συμμετείχε ως ηθοποιός στο θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών, όπου παίχτηκε και το πρώτο του θεατρικό έργο Το καλοκαίρι θα θερίσουμε (1945), δράμα σοσιαλιστικού ποιητικού ρεαλισμού, έκφραση νεανικής ορμής και αγωνιστικής διάθεσης, γεμάτο από τις ελπίδες της πρόσφατης τότε απελευθέρωσης και της αιματηρής σύγκρουσης των Δεκεμβριανών του 1944. Το έργο αυτό ανήκει σε ένα πρόγραμμα πνευματικής «αγκιτάτσιας» της εποχής.

Το 1948 ο Δαμιανός δημιούργησε το «Πειραματικό Θέατρο», όπου ανέβασε και δύο έργα του, Το σπιτικό μας και T’ αγρίμια. Το 1961 ίδρυσε το θέατρο «Πορεία», όπου σκηνοθέτησε πολλά ελληνικά και ξένα έργα, καθώς και τα δικά του Το ανοιχτό κλουβί και Tο τελευταίο φθινόπωρο. Ειδικότερα, Το ανοιχτό κλουβί που ανέβηκε το 1963, αποτελεί απόπειρα να συνδυαστούν μορφικά ο Καραγκιόζης, ο συμβολισμός και η διαλεκτική με ένα ποιητικό ένδυμα. Πάντως το ενδιαφέρον του έργου εξαντλείται στην απόπειρα αυτή της σύνθεσης και μόνο. Γενικότερα, ο Δαμιανός ως δραματουργός είναι ακαταστάλακτος και ανολοκλήρωτος.

Σημαντικότερη είναι η συμβολή του Δαμιανού στον κινηματογράφο. Η επιτυχία του να συνθέσει λαϊκούς μύθους και ύφος με το ρεαλισμό, αποτελεί σημείο αναφοράς για πολλούς νεότερους δημιουργούς. Στο Μέχρι το πλοίο (1966), που έγραψε, γύρισε και ερμήνευσε ο ίδιος, ιστορεί, σε ένα τρίπτυχο, την κάθοδο του Έλληνα από τον πρωτογονισμό στη φθορά του σύγχρονου πολιτισμού, από τη φυσική βουνίσια ζωή στη ζούγκλα της πρωτεύουσας, και πιο πέρα στον ξεριζωμό της μετανάστευσης, από την άγνοια του αμαρτήματος, στη θλιβερή ολοκλήρωσή του.

Στην Ευδοκία (1971) ο Δαμιανός απεικονίζει τη ζωή των περιθωρίων της μεγαλούπολης και τον απόλυτο έρωτα δυο πανέμορφων νέων, που παραβαίνει τους ηθικούς και οικονομικούς κανόνες του πατριαρχικού και εμπορευματικού συστήματος και συντρίβεται. Χρησιμοποιεί τους τρόπους του λαϊκού μελοδράματος, με την επίκληση της μοίρας, και φορτίζει ως την πυράκτωση τις ανθρώπινες συγκρούσεις, αλλά συγχρόνως υπαινίσσεται τις εσωτερικές αλλοτριωτικές διεργασίες και τους κοινωνικούς καταναγκασμούς. Επιτρέ πει έτσι την έντονη συμμετοχή του θεατή αλλά και τη συνείδηση της ιστορικότητας, που μετασημαίνει τους μύθους της νεοελληνικής λαϊκότητας, χωρίς να τους αποδυναμώνει από τις συγκινησιακές και αισθητικές τους λειτουργίες.

Ο Δαμιανός πραγματοποίησε μερικές αξιόλογες εμφανίσεις ως ηθοποιός σε ταινίες, όπως Τον καιρό των Ελλήνων του Λάκη Παπαστάθη (1981) και γύρισε (1983) με τη μορφή τηλεοπτικής σειράς, τον Πατούχα του Ιωάννη Κονδυλάκη.

(Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s