[VIDEO] Του Κουτρούλη ο γάμος του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή | Σκηνοθεσία Βασίλης Παπαβασιλείου | Εθνικό Θέατρο

Του Κουτρούλη ο γάμος

του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή

ΚΤΙΡΙΟ ΤΣΙΛΛΕΡ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Επισυνάπτονται τα κείμενα:

Οι εκδόσεις του έργου και οι ιδεολογικές του καταβολές

«Άδεια σκηνή, έρημη χώρα»

(συζητούν ο Βασίλης Παπαβασιλείου και ο Σωτήρης Χαβιάρας)

tou koutrouli o gamos

Ο ράφτης Μανώλης Κουτρούλης ερωτεύεται την Ανθούσα, κόρη μεσοαστικής οικογένειας, που, με την σειρά της, είναι ερωτευμένη με το Λεωνίδα, έναν νεαρό αστυνόμο. Για να αποφύγει τον επίδοξο γαμπρό χωρίς να εναντιωθεί στη θέληση του πατέρα της, η Ανθούσα βάζει ως όρο για το γάμο να γίνει ο αγράμματος Κουτρούλης υπουργός. Ο Κουτρούλης αρχίζει την προεκλογική του εκστρατεία, χρησιμοποιεί όλα τα μέσα που του προτείνονται και φαίνεται να κατορθώνει αυτό που αρχικά έμοιαζε ακατόρθωτο. Έτσι, η φιλόδοξη Ανθούσα τον παντρεύεται. Γρήγορα όμως θα αποδειχθεί ότι η υπουργοποίησή του δεν ήταν αληθινή και ότι ο ράφτης έχει πέσει θύμα των επιτήδειων που έχουν εκμεταλλευτεί την αφέλειά του.
Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής γράφει τον Κουτρούλη το 1845, αλλά ο θεατής του 21ου αιώνα δεν θα δυσκολευτεί να πειστεί ότι το έργο γράφτηκε σήμερα. Η πολιτική αυτή σάτιρα εκθέτει όλα τα κακώς κείμενα της ελληνικής πραγματικότητας, που συνοδεύουν τη νοοτροπία και το κράτος μας από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα. Αναξιοκρατία, ξενομανία, μιμητισμός, διαπλοκή, διαφθορά και εξαγορά συνειδήσεων, είναι μερικά μόνο από τα θέματα που θίγονται στην κωμωδία του Ραγκαβή, η διαχρονικότητα της οποίας προσδίδει πια και έναν τραγικό τόνο σε μια πραγματικότητα που δεν έχει εν πολλοίς αλλάξει μέχρι σήμερα. Το καυστικό και επίκαιρο αυτό κείμενο ανεβάζει στην Κεντρική Σκηνή ένας από τους πιο σημαντικούς έλληνες σκηνοθέτες, ο Βασίλης Παπαβασιλείου, έχοντας στη διάθεσή του μια ομάδα που αποτελείται από καταξιωμένους αλλά και νέους ταλαντούχους ηθοποιούς

Πρώτη παράσταση: 03/02/2012

Τελευταία παράσταση: 13/05/2012

Τηλέφωνο ταμείου:: 210 5288170, 210 5288171

Αγορά εισιτηρίων

Σκηνοθεσία Βασίλης Παπαβασιλείου

Δραματουργική επεξεργασία Βασίλης Παπαβασιλείου- Σωτήρης Χαβιάρας

Σκηνικά – Κοστούμια Μαρί-Νοέλ Σεμέ

Μουσική Δημήτρης Καμαρωτός

Φωτισμοί Ελευθερία Ντεκώ

Κίνηση Sinequanon

Επεξεργασία βίντεο Βασίλης Κοντούρης (studio 19)

Μουσική διδασκαλία Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη Νικολέτα Φιλόσογλου

Βοηθός φωτίστριας Μαντώ Μελαχροινού

Διανομή:

Μανόλης Κουτρούλης, ράπτης εκ Σύρας Νίκος Καραθάνος

Σπύρος, ξενοδόχος εν Αθήναις
Νίκος Χατζόπουλος

Ανθούσα, θυγάτηρ του Σπύρου
Γαλήνη Χατζηπασχάλη

Στροβίλης, μαθητευόμενος του Κουτρούλη
Μανώλης Μαυροματάκης

Λεωνίδας Ξανθούλης, αστυνομικός γραφεύς
Θανάσης Δήμου

Μισθοφάς Σωτήρης Τσακομίδης

Σφηκίας Μιχάλης Σαράντης

Φοιβίσκος Άγγελος Μπούρας

Χορός φοιτητών του καφενείου του ΣπύρουΑλεξάνδρα Αϊδίνη, Λαέρτης Μαλκότσης, Χριστίνα Μαξούρη, Άγγελος Μπούρας, Μιχάλης Σαράντης,

Άγγελος Τριανταφύλλου,
Σωτήρης Τσακομίδης, Γιωργής Τσουρής

Μουσική παίζουν οι: Θανάσης Δήμου (κοντραμπάσο)

Λαέρτης Μαλκότσης (ντραμς, ηλεκτρικό μπάσο),

Μιχάλης Σαράντης (καζού),

Άγγελος Τριανταφύλλου (πιάνο),

Σωτήρης Τσακομίδης (ντραμς),
Γιωργής Τσουρής (κλαρινέτο)

tou koutrouli o gamos 1

Οι εκδόσεις του έργου και οι ιδεολογικές του καταβολές

Η κωμωδία Του Κουτρούλη ο γάμος παρουσιάζεται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή τόσο για το δημιουργό της όσο και για τον  πολιτικό-πνευματικό-ιδεολογικό ορίζοντα του τόπου, ενώ ταυτόχρονα αποτυπώνει με πολύ ζωηρό τρόπο τη διασταύρωση των πιο ετερόκλητων αισθητικών και ιδεολογικών ρευμάτων : Αριστοφάνης και Μολιέρος, Νεοκλασικισμός και Ρομαντικός ιδεαλισμός, κοινοβουλευτικές ελευθερίες και πολιτεία των αρίστων, αρχαιολατρεία και αρχοντοχωριατισμός.
Η πρώτη έκδοση, το 1845, υπό το ψευδώνυμο Χρηστοφάνης Νεολογίδης, έρχεται χωρίς να αφήσει χειρόγραφα ίχνη, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα δημοσιευμένα δράματα του Ραγκαβή. Και η μοναδική αναφορά στα Απομνημονεύματα, για τη συγγραφή και έκδοση του Κουτρούλη, είναι λαθεμένη.
Όπως έχει επισημάνει ο Δ. Σπάθης, τα πλούσια ενδοκειμενικά στοιχεία της κωμωδίας δεν αφήνουν αμφιβολίες για το γεγονός ότι η συγγραφή του έργου γίνεται μέσα στο βρασμό των πολιτικών γεγονότων και των προσωπικών περιπετειών του Ραγκαβή ανάμεσα στα 1843 – 1844 : της συνταγματικής επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου, και του Β’ ψηφίσματος της Εθνοσυνέλευσης του 1844, που απέκλειε από τις δημόσιες υπηρεσίες τους ετερόχθονες, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγεται και ο Φαναριώτης συγγραφέας. Επομένως έχουμε πολύ σοβαρούς λόγους για να  συμφωνήσουμε ότι η σύλληψη και συγγραφή της κωμωδίας είναι πολύ κοντά στο χρόνο της πρώτης έκδοσης.
Η ενδιάμεση θέση του Κουτρούλη τόσο στην κωμωδιογραφική παραγωγή του Ραγκαβή (ανάμεσα στην πρώτη κωμωδία, Ο γάμος άνευ νύμφης και την τελευταία, Διός επίσκεψις), όσο και στη συνολική δραματουργία του, συνδυασμένη με την ολοκληρωμένη εφαρμογή των μετρικών θεωριών του συγγραφέα, αποκτά τη σημασία σταθμού, έχει το χαρακτήρα μιας βαθιάς τομής, που προσδιορίζει τις μετέπειτα δραματουργικές εξελίξεις όχι μόνο του Ραγκαβή, αλλά και μιας μερίδας λογίων. Η ερμηνεία της σημασίας της κωμωδίας αποκτά πλουσιότερες αποχρώσεις αν τοποθετήσουμε τον μερικότερο κύκλο της δραματουργίας στον ευρύτερο των πνευματικών αναζητήσεων του συγγραφέα, και αν αναλογιστούμε ότι ο πρώτος ποιητικός διαγωνισμός, που θα προσφέρει το βήμα για τη δημόσια υπεράσπιση των αισθητικών και ιδεολογικών του προτιμήσεων, απέχει λίγο παραπάνω από μια πενταετία.
Δραστική είναι η παρουσία των ιστορικών κα βιογραφικών συντελεστών που οργανώνουν την αρχαιολατρική στροφή του συγγραφέα. Στους ευρύτερους ιστορικούς συντελεστές οι οποίοι προκαθορίζουν τη στάση του Ραγκαβή σε ένα μεγάλο βαθμό, κυριαρχεί η σθεναρή αντίδραση στις θεωρίες του Φαλλμεράυερ, που δεν επιτρέπουν να ρέει «ούτε μια σταγόνα γνήσιο και καθαρό αίμα Ελλήνων» στις φλέβες του χριστιανικού πληθυσμού της νεότερης Ελλάδας. Οι μελετημένες δραστηριότητες του Φαναριώτη λόγιου συντάσσονται χωρίς ενδοιασμό με τον ιδανιστικό γερμανικό φιλελληνισμό που διδάχτηκε στο Μόναχο, καθώς οι ίδιες ιδεολογικές κατευθύνσεις καλλιεργούνται επίμονα μέσα στη χώρα από τη βαυαρέζικη αυλή. Με την αναγωγή των Ελλήνων στους αρχαίους ένδοξους προγόνους, παρακάμπτεται ένα σοβαρό εμπόδιο για τη δυτική πολιτική : ο βυζαντινός μεσαίωνας, που δεν διαχωρίζει τους Έλληνες από τους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς. Το ιδεολόγημα προσφέρει πολλαπλές υπηρεσίες, καθώς μπορεί να αντιμετωπιστεί και ως αντίδοτο στην εσωτερική διάσπαση της Εθνοσυνέλευσης του 1844 : η έμφαση στην κοινή αρχαιοελληνική ρίζα αποτρέπει τους «φατριασμούς» και τις «διχόνοιες», πρώτο μέλημα του «υπουργού» Κουτρούλη. Μέσα στις παράδοξες διασταυρώσεις της εποχής βρίσκεται το γεγονός ότι το άλμα της αρχαιοελληνικής, αδιαμεσολάβητης συνέχειας αναπτύσσεται πλάι-πλάι με τους μεγαλοϊδεατικούς ακροβατισμούς του Κωλέττη, οι οποίοι βρίσκουν προκαταβολικά σύμφωνο τον μεγαλοϊδεάτη ποιητή της Παραμονής.
Η αποκρυστάλλωση της μετρικής θεωρίας της αναβίωσης των αρχαίων μέτρων και η έκδοσή της στον αυτοτελή τόμο του 1837, την ίδια χρονιά που δημιουργείται η Αρχαιολογική Εταιρεία, στους πρωτεργάτες της οποίας συγκαταλέγεται ο Ραγκαβής, οι πρώτες αρχαιολογικές διατριβές (στην Αρχαιολογική Εφημερίδα και τον Ερανιστή), το επιστέγασμα, η θέση του καθηγητή της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, την ίδια χρονιά που απολύεται από το υπουργείο Εσωτερικών ως ετερόχθων (1844), και τέλος Του Κουτρούλη ο γάμος, δεν αποτελούν παρά μια σειρά από δράσεις για τη δυναμική υποστήριξη, όχι μόνο σε ελληνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, της αμφισβητούμενης αρχαιοελληνικής συνέχειας. Η απόφαση του δραματουργού να στρατευτεί στην υπηρεσία της ανάστασης του πνεύματος της κλασικής Ελλάδας και της απόδειξης της αρραγούς συνοχής του αρχαίου με τον νεότερο κόσμο, την ίδια στιγμή που οι εσωτερικές εξελίξεις κάνουν επιτακτική την ανάγκη του εξευρωπαϊσμού της χώρας, ενώ αμφισβητείται σοβαρά το δικαίωμα συμμετοχής των Φαναριωτών στο όλο εγχείρημα, συνθέτει τον πυρήνα της δραματουργικής σύλληψης της κωμωδίας. Οι πολυμέτωπες πολιτικές και ιδεολογικές επιθέσεις που δέχεται ο συγγραφέας δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια για νηφαλιότητα και σπρώχνουν τον Ραγκαβή στη σταδιακή σκλήρυνση των δικών του πεποιθήσεων, τις οποίες θα διατυπώσει εύγλωττα στις παραβάσεις της συζητούμενης κωμωδίας.
Η δεύτερη έκδοση του Κουτρούλη, το 1856, θα δημοσιοποιήσει το πραγματικό όνομα του συγγραφέα, για να ακολουθήσει και τρίτη έκδοση, το 1861. Η κωμωδία συμπεριλαμβάνεται στον τέταρτο τόμο των Απάντων του Ραγκαβή, που εκδίδεται το 1874. Οι συγκεκριμένες στιγμές επιλέγονται από το δημιουργό, τόσο για να ανακοινωθεί επισήμως η πραγματική ταυτότητα του Χρηστοφάνους Νεολογίδου, το 1856, όταν ο Ραγκαβής είναι υπουργός των Εξωτερικών – όσο και για να κυκλοφορήσει για τρίτη φορά η κωμωδία – λίγο πριν την πτώση του Όθωνα – επιβάλλεται να μας προβληματίσουν, καθώς και μας ωθούν να τις συσχετίσουμε με το πολιτικό περιεχόμενο του έργου, δηλαδή συνομολογούν ο,τι ήθελε ίσως να συγκαλύψει ο κωμωδιογράφος. Δεν μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε ανάμεσα στις προθέσεις του δραματουργού μια διάθεση για ριζοσπαστική πολιτική κριτική στο σύνολο των δραμάτων του – αντίθετα κυρίαρχος είναι ο «κομφορμισμός», όπως σημειώνει ο Δ.Σπάθης στο δημοσίευμα που μνημονέψαμε παραπάνω . Αλλά δεν μπορούμε επίσης να γενικεύουμε και να υποστηρίζουμε ότι τα έργα του αποτελούν «φυγή» από την ελληνική πραγματικότητα, αφού έτσι παραβλέπουμε την ολοφάνερη επιθυμία του να παρέμβει ουσιαστικά στη διαμόρφωση της συγχρονικής ιδεολογίας και μάλιστα με ένα μέσο – το θέατρο – το οποίο ενδείκνυται ιδιαίτερα γι’ αυτόν τον σκοπό, σύμφωνα με τις θεωρητικές αντιλήψεις του ίδιου του Ραγκαβή. Ειδικά στις κωμωδίες, σίγουρα δεν διακατέχεται από διάθεση για γνήσια ρεαλιστική ηθογραφική αποτύπωση, δεν τον εγκαταλείπει όμως ποτέ η έγνοια να νουθετήσει άμεσα τους Έλληνες θεατές και αναγνώστες παρουσιάζοντας μπροστά στα μάτια τους το γελοιοποιημένο πρόσωπο ενός Αγροικογιάννη ή ενός Κουτρούλη, σύμφωνα με τις δραματουργικές επιταγές του Νεοκλασικισμού.  

Κων.Ριτσάτου, «Με των Μουσών τον έρωτα….» Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής και το νεοελληνικό θέατρο, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2011

Αγορά εισιτηρίων

Σκηνοθεσία Βασίλης Παπαβασιλείου

Δραματουργική επεξεργασία Βασίλης Παπαβασιλείου- Σωτήρης Χαβιάρας

Σκηνικά – Κοστούμια Μαρί-Νοέλ Σεμέ

Μουσική Δημήτρης Καμαρωτός

Φωτισμοί Ελευθερία Ντεκώ

Κίνηση Sinequanon

Επεξεργασία βίντεο Βασίλης Κοντούρης (studio 19)

Μουσική διδασκαλία Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη Νικολέτα Φιλόσογλου

Βοηθός φωτίστριας Μαντώ Μελαχροινού

Διανομή:

Μανόλης Κουτρούλης, ράπτης εκ Σύρας Νίκος Καραθάνος

Σπύρος, ξενοδόχος εν Αθήναις
Νίκος Χατζόπουλος

Ανθούσα, θυγάτηρ του Σπύρου
Γαλήνη Χατζηπασχάλη

Στροβίλης, μαθητευόμενος του Κουτρούλη
Μανώλης Μαυροματάκης

Λεωνίδας Ξανθούλης, αστυνομικός γραφεύς
Θανάσης Δήμου

Μισθοφάς Σωτήρης Τσακομίδης

Σφηκίας Μιχάλης Σαράντης

Φοιβίσκος Άγγελος Μπούρας

Χορός φοιτητών του καφενείου του ΣπύρουΑλεξάνδρα Αϊδίνη, Λαέρτης Μαλκότσης, Χριστίνα Μαξούρη, Άγγελος Μπούρας, Μιχάλης Σαράντης,

Άγγελος Τριανταφύλλου,
Σωτήρης Τσακομίδης, Γιωργής Τσουρής

Μουσική παίζουν οι: Θανάσης Δήμου (κοντραμπάσο)

Λαέρτης Μαλκότσης (ντραμς, ηλεκτρικό μπάσο),

Μιχάλης Σαράντης (καζού),

Άγγελος Τριανταφύλλου (πιάνο),

Σωτήρης Τσακομίδης (ντραμς),
Γιωργής Τσουρής (κλαρινέτο)

Φωτογραφίες: Εύη Φυλακτού

tou koutrouli o gamos 2

«Άδεια σκηνή, έρημη χώρα»

(συζητούν ο Βασίλης Παπαβασιλείου και ο Σωτήρης Χαβιάρας)

Χάρη στην πρόταση του Γιάννη Χουβαρδά, δεκαοχτώ χρόνια μετά την πρώτη μας προσπάθεια, ολοκληρώνουμε την τριλογία του νεοελληνικού τοκετού ή αλλιώς τη νεοελληνική τριλογία με τη Βαβυλωνία του Βυζάντιου το 1994, τον Τυχοδιώκτη του Χουρμούζη το 2010 – και φέτος το δίσεκτο τυπικά, ας ελπίσουμε μόνο τυπικά, 2012, Του Κουτρούλη ο γάμος. Αυτά τα τρία κείμενα συνιστούν ένα είδος βίβλου γενέσεως της νεοελληνικής δραματουργίας.
Ακούμε συχνά την ερώτηση «θα παρουσιάσετε εκσυγχρονισμένο τον Κουτρούλη; θα είναι δηλαδή εκμοντερνισμένος;» Αυτό μας βάζει μπροστά σ’ ένα ζήτημα που έχει πολύ ενδιαφέρον, αν το μοντέρνο προκύπτει αυτοβούλως και οικειοθελώς ή αν είναι συνάρτηση της αναγκαιότητας των συνθηκών μέσα στις οποίες ζούμε, αναπνέουμε και δουλεύουμε.
Είναι δύσκολο στην Ελλάδα του 2012 να μην είσαι μοντέρνος. Το μεγαλύτερο κομμάτι του ελληνικού λαού, της ελληνικής κοινωνίας, έκανε ένα βήμα προς τα πίσω, συναντήθηκε με το μοντέρνο, με το δυστύχημα της ιστορίας, δηλαδή με την κρίση και, όπως ξέρουμε από την ιστορία των μορφών και τη γενικότερη ιστορία, μοντέρνο και κρίση πάνε μαζί. Το ελληνικό μεταμοντέρνο αποδείχτηκε ένα δώρο, προσωρινό, που μας έκανε η φρεναπάτη της μεταπολίτευσης, αυτό το διάστημα των 35-40 χρόνων μέσα στη συνολική διάρκεια 180 χρόνων της ιστορίας του ελληνικού κράτους. Το δικό μας ζητούμενο ουσιαστικά είναι αν θα μπορέσουμε να είμαστε τόσο μοντέρνοι όσο ήταν ο Ραγκαβής στην εποχή του. Γιατί ο Ραγκαβής ήταν μοντέρνος. Όπως και οι άλλοι δύο Κωνσταντινουπολίτες συγγραφείς, ο Βυζάντιος και ο Χουρμούζης, έτσι κι ο Ραγκαβής, από άλλη θέση, μετέχει στο οικείο κακό: τη διαδικασία συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους. Γράφουν από διαφορετικές γωνίες και συναντώνται σ’ ένα σημείο το οποίο ορίζεται από την αγωνία για την προβληματική ταυτότητα, για την προβληματική συνθήκη που σφραγίζει από τα γεννοφάσκια της τη νεοελληνική υπόσταση.
Το στίγμα του Ραγκαβή συγκεκριμένα βρίσκεται στο ότι ως μοντέρνος χρησιμοποιεί το μολιερικό πρότυπο διανοίγοντάς το, μέσα από ένα πολύ απλό εύρημα, προς την περιοχή εκείνη που καθιστά αναγκαία την επιστράτευση του Αριστοφάνη. Τυχαία είναι και η επιλογή του ψευδώνυμου υπό το οποίο εκδίδεται για πρώτη φορά ο Κουτρούλης; Χρηστοφάνης Νεολογίδης; Δουλεύοντας το κείμενο αυτό και σε επίπεδο προεργασίας και σε επίπεδο πρόβας, κάθε μέρα είχαμε πάρα πολλές αφορμές να συνειδητοποιούμε τη γωνία από την οποία γράφτηκε. Και βέβαια, όταν γραφόταν δεν προοριζόταν να παιχτεί λόγω συνθηκών, λογοκρισίας, ανυπαρξίας θεάτρων κτλ. Εξάλλου, ο συγγραφέας του δεν αξιώθηκε να το δει να παίζεται παρά μόνο μία φορά και μάλιστα περικεκομμένο κατά την αριστοφανική του διάσταση. Έτσι, ο Κουτρούλης στο ξεκίνημά του, και όχι μόνο, σταδιοδρόμησε κατά βάση ως ανάγνωσμα.
Ο Ραγκαβής επιστρατεύει τον Αριστοφάνη όχι απλώς ως αρχαιογνώστης ή αρχαιοκάπηλος, αλλά ως σύγχρονος, ως μοντέρνος (μην ξεχνάμε ότι ο όρος μοντερνικότητα ή νεωτερικότητα επιβάλλεται σχεδόν πανευρωπαϊκά στα χρόνια του Ραγκαβή, κυρίως χάρη στον περίφημο ορισμό του Μπωντλαίρ). Ο Αριστοφάνης γίνεται επίκαιρος στην Ευρώπη του 19ου αιώνα, στα μέσα ακριβώς του αιώνα, με αφορμή την τότε γενικότερη κρίση των πολιτικών συστημάτων σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο. Ο Κουτρούλης γράφεται αμέσως μετά τις πρώτες ελληνικές εκλογές και τρία μόλις χρόνια πριν από τις επαναστάσεις του 1848. Η επίκληση, η επιστράτευση του Αριστοφάνη οφείλεται στο γεγονός ότι ο Ραγκαβής ήταν ένας μοντέρνος του καιρού του. Πέρα από μορφολογικά στοιχεία όπως, η μετρική, η χρήση των βασικών συστατικών στοιχείων του αριστοφανικού προτύπου, όπως είναι η Παράβαση, επιτρέπει στον Ραγκαβή να εκφραστεί με ασυνήθιστο και αποτελεσματικό τρόπο. Οι Παραβάσεις είναι δύο, εμείς για λόγους πολύ συγκεκριμένους παραλείψαμε τη δεύτερη. Η πρώτη αντιστοιχεί σ’ ένα είδος πολιτικού πιστεύω του συγγραφέα κατά το πρότυπο του Αριστοφάνη. Εκεί εκτίθεται, ως γνωστόν, ο συγγραφέας σε πρώτο πρόσωπο. Η δεύτερη Παράβαση εκφράζει ένα αισθητικό πιστεύω και εδώ βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τον περιορισμό που επιβάλλει η άγνοια των ιστορικών συμφραζομένων της εποχής και που δεν είναι (πάντα) μεταφυτέψιμα σε μία σημερινή παράσταση, η οποία απευθύνεται στο εδώ και τώρα.
Δεν ήταν τυχαίο ότι χρειάστηκε να φέρει αυτόν τον Συριανό ράφτη σε σημείο παροξυσμού ερωτικής επιθυμίας, ώστε να τον κάνει κατά φαντασίαν υπουργό σ’ ένα κράτος και σε μια ιστορική στιγμή όπου ο κοινοβουλευτισμός μόλις έχει εισαχθεί στην Ελλάδα.
Το σύνταγμα μόλις έχει παραχωρηθεί και στον ορίζοντα διαφαίνεται η προοπτική της δημοκρατίας στο πλαίσιο της οποίας κεντρικό ζήτημα είναι οι τύχες του καθενός: δηλαδή γιατί να μην μπορεί να γίνει υπουργός ο ράπτης, ο ψωμάς κτλ.; Αυτό το ζήτημα είναι συστατικό του φαινομένου της δημοκρατίας.
Η πολιτισμική συνθήκη της εποχής εκείνης, πέρα από την ιστορική, ήθελε να τίθεται εκ των πραγμάτων το περίφημο γλωσσικό μας ζήτημα. Αν συγκρίνουμε μόνο σε επίπεδο γλωσσικό τη Βαβυλωνία με τον Κουτρούλη, θα δούμε πόσο μοντέρνος ήταν ο Ραγκαβής.
Το κράτος που γεννήθηκε ήταν υποχρεωμένο να φτιάξει μία γραμματική κι ένα συντακτικό.
Η δημιουργία τους έθεσε σε κίνηση όλες τις προϋποθέσεις για ένα άλλο ρήγμα, πέραν αυτού μεταξύ ετεροχθόνων και αυτοχθόνων, ένα ρήγμα μεταξύ εγγραμμάτων και μη. Φαντάζεται κανείς ότι γλώσσα του κράτους θα μπορούσε να είναι ένα από τα προφορικά ιδιώματα της Βαβυλωνίας; Ένα βασικό έναυσμα των νεοελληνικών παθών ήταν η ανάγκη να γνωρίζει κάποιος γράμματα για να στελεχώσει τη δημόσια διοίκηση. Δεν είναι τυχαίο ότι η αντιπαράθεση ετεροχθόνων-αυτοχθόνων επικεντρώνεται από τους ιδεολόγους αυτοχθονιστές στο ζήτημα της στελέχωσης της δημόσιας διοίκησης. Το ερώτημα για μας ήταν: θα είμαστε τόσο μοντέρνοι όσο ο Ραγκαβής στον καιρό του; Το τέλος εποχής που ζούμε σήμερα μας παραπέμπει σε καταστάσεις και ερωτήματα τα οποία απασχόλησαν το ελληνικό κράτος την εποχή που γεννιότανε. Δηλαδή ο 19ος αιώνας, ο αιώνας του Ραγκαβή, είναι πάλι εδώ.
Η δουλειά για τον Κουτρούλη εξαρχής ήταν, εκ των πραγμάτων, στον αστερισμό της εργασίας που είχε γίνει στον Τυχοδιώκτη το 2010. Κεφαλαιοποιήσαμε όλοι, οι ίδιοι ακριβώς καλλιτεχνικοί συντελεστές, τους καρπούς του εργαστηρίου που είχαμε κάνει πριν από ενάμιση χρόνο. Εξάλλου κάποια στοιχεία διαπερνούν σαν νήμα αυτά τα τρία έργα, σαν κοινός παρονομαστής. Πρόκειται, πρώτα απ’ όλα, για κείμενα χορικού χαρακτήρα. Στον Τυχοδιώκτη είχαμε τον αναδιπλασιασμό της χορικής ιδιότητας μέσα από την ταυτότητα των μελών της ξένης αποστολής που αποχωρεί από την Ελλάδα. Την άνοιξη του 2010 δεν ξέραμε ότι θα γινόταν κοινός τόπος ότι η σημερινή Ελλάδα δεν πρέπει να αναμένει εξελίξεις πριν από το 2021. Ένα μεγάλο ποσοστό της κοινωνίας μας έχει συμφιλιωθεί πλέον με την ιδέα ότι οι εταίροι-φίλοι μας ήρθαν για να μείνουν. Αυτό που είναι κοινός τόπος σήμερα, φάνταζε ίσως υπερβολικό τότε. Είχαμε τοποθετήσει τη δράση την ημέρα της αποχώρησης των φίλων μας, την 25η Μαρτίου 2021, στα διακόσια χρόνια από την ελληνική επανάσταση. Τώρα, στην Αθήνα του 2012, τα στοιχεία ταυτότητας των μελών του γενικού και βασικού Χορού, είναι η αγάπη για τη γλώσσα και η συμμετοχή σ’ έναν καρνάβαλο, ο οποίος και επικαιρικά ταυτίζεται με την πρεμιέρα μας.
Μένοντας στους κοινούς παρονομαστές έχει ενδιαφέρον να δούμε ότι και στις δύο περιπτώσεις, η επιλογή μας είναι η άδεια σκηνή, η κατοίκηση του άδειου χώρου. Ίσως μεταφορικά αυτό το κενό παραπέμπει σε μια πραγματικότητα σήμερα: η άδεια σκηνή μπορεί
να εκληφθεί, κι ενδεχομένως σωστά θα εκληφθεί από κάποιους, ως ακριβώς η παύλα από άποψη ιστορικού χρόνου, την οποίαν βιώνουμε σε σχέση με το ελληνικό μέλλον. Είμαστε στο κενό. Η άδεια σκηνή παραπέμπει ακριβώς σ’ αυτή την αμηχανία, μπροστά στην αγωνία και στον ίλιγγο της αυριανής μέρας. Από την άλλη μεριά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η άδεια σκηνή, το άδειο, παραπέμπει στην έρημο, η οποία κατά τη Χάννα Άρεντ δεν είναι παρά το αποτέλεσμα του τέλους της πολιτικής. Το νέο ελληνικό κράτος τελείωσε ως αποτέλεσμα μιας πολιτικής η οποία σφραγίστηκε διαχρονικά από τον πελατειακό του χαρακτήρα (που δοξολογείται αρνητικά στον Κουτρούλη) και κορυφώθηκε στο πλαίσιο αυτού που ονομάσαμε μεταπολιτευτική φρεναπάτη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.