Ο ιδιαίτερα ανθρώπινος Louis Malle: αναζητώντας την αυθεντικότητα και την παιδική αθωότητα του Δρ. Νίκου Τερζή

 

Μου πήρε μια ολόκληρη ζωή για να καταφέρω να ζωγραφίσω με την ελευθερία ενός παιδιού (αγαπημένο απόφθεγμα του Malle από τον Pablo Picasso).

Ο ιδιαίτερα ευγενής, εκλεκτικιστής, Γάλλος κινηματογραφιστής Louis Malle,1 ο οποίος γεννήθηκε στην Thumeries στη βόρεια Γαλλία το 1932 και πέθανε από καρκίνο στο Beverly Hills του Los Angeles το 1995, είναι από τους πιο γνωστούς σκηνοθέτες τόσο στην πατρίδα του, όσο και διεθνώς. Πολυβραβευμένος για το έργο του, κατέκτησε επαναληπτικά το Χρυσό λιοντάρι στο φεστιβάλ της Βενετίας, ενώ αργότερα στην καριέρα του προτάθηκε συχνά για τα βραβεία της Αμερικάνικης Ακαδημίας, κ.ά.

Αdobe Premiere – Σεμινάριο Μοντάζ σε νέα τιμή έκπληξη

Αν και συχνά τον συνδέουν με τη γαλλική Nouvelle Vague, και ειδικά με τους σκηνοθέτες της Αριστερής Όχθης (εντάσσοντάς τον στην ευρύτερο κύκλο των βασικών εκφραστών της: Alain Resnais, Chris Marker, Agnes Varda κ.ά.), ο ίδιος προπορεύτηκε κατά τρία χρόνια του ξεσπάσματος της Nouvelle Vague όταν το 1956 μετά την συνεργασία του με τον Robert Bresson (ως βοηθός σκηνοθέτης στην ταινία Un condamné à mort s’est échappé),2 μαζί με τον φημισμένο ωκεανογράφο Jacques Cousteau σκηνοθέτησαν το υποβρύχιο ντοκιμαντέρ Le Monde Du Silence (The Silent World, 1956) με το οποίο κέρδισαν το βραβείο Palme dOr στις Κάνες.3 Ήταν η πρώτη φορά που το Φεστιβάλ απένειμε το μεγάλο βραβείο σε ένα ντοκιμαντέρ, ώσπου ο Michael Moore με το Fahrenheit 9/11 επανέλαβε το κατόρθωμα αυτό το 2004.

Ο Malle, παρότι καταγόταν από μία πλούσια αριστοκρατική οικογένεια, σε ηλικία 25 ετών, βρήκε χρήματα αποκλειστικά χάρη στο βραβείο για να σκηνοθετήσει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του: Ascenseur Pour LEchafaud (Aσανσέρ για δολοφόνους, 1958), ένα έντονο στιλάτο θρίλερ που λάνσαρε μια πρωτότυπη μουσική του Miles Davis και ανέδειξε διεθνώς ως σταρ την Jeanne Moreau4. Η απέραντη περιέργεια τον οδήγησε στην διάρκεια της καριέρας του σε πολύ διαφορετικά θέματα μεταξύ τους, τα οποία απέδωσε με 2 μικρού μήκους, 21 μεγάλου μήκους μυθοπλασίας, αλλά και με μια δεκάδα ιδιαίτερα ντοκιμαντέρ. Φιλοδόξησε να καλύψει κινηματογραφικά τα πάντα: υψηλής αισθητικής filmnoir (Ascenseur Pour LEchafaud, Aσανσέρ για δολοφόνους, 1958), σουρεαλιστικές σάτιρες της γαλλικής κοινωνίας (Zazie dans le métro, Η Ζανζύ στο μετρό, 1960), το αριστουργηματικό υπαρξιακό δράμα (Le feu follet, H φλόγα που τρεμοσβήνει, 1963), δραματικές ταινίες συχνά με επίκεντρο τραύματα της παιδικής ηλικίας (Le souffle au coeur, Ψίθυροι καρδιάς, 1971) και (Au Revoir Les Enfants, Αντίο παιδιά, 1987), συνειδησιακά τραύματα του πολέμου που απηχούν την ένοχη συνεργασία των Γάλλων με τους Ναζί στην κατεχόμενη Γαλλία (Lacombe Lucien, 1974), ντοκιμαντέρ όλων των ειδών, όπως το Calcutta (1969), το διάσημο ντοκιμαντέρ στην Ινδία, κι ένα από τα ελάχιστα ντοκιμαντέρ που συμμετείχαν στο διαγωνιστικό τμήμα των Κανών. Αργότερα μεταδόθηκε ως τηλεοπτική σειρά επτά επεισ οδίων (Phantom India) στο BBC, εξαγριώνοντας την Ινδική κυβέρνηση, που απαγόρευσε στο BBC να κάνουν γυρίσματα στην χώρα τους για αρκετά χρόνια, διότι πρόβαλε μεταξύ άλλων την εντυπωσιακή φτώχια που επικρατούσε!

Και η λίστα συνεχίζεται με ρομαντικές αστυνομικές ταινίες Atlantic City (1980), φιλοσοφικές πειραματικές αναζητήσεις, όπως το realtime, διαλογικό (My Dinner With Andre, 1981), τολμηρά σεξουαλικά δράματα (Les Amants, Οι εραστές, 1958), (Damage, Μοιραίο πάθος, 1992), ρομαντικές σατυρικές κωμωδίες (Milou en mai, Ο Μιλού τον Μάη, 1990), για να αναφέρουμε τις σημαντικότερες.

Παρότι αισθητικά θα τον χαρακτηρίζαμε παραδοσιακό (με το σχεδόν αόρατο σκηνοθετικό στιλ του) σε αντίθεση με τον ρηξικέλευθο Godard, τον πρωτοπόρο πειραματιστή της Nouvelle Vague, και οι δύο παρουσιάζουν από κοινού την ανήσυχη, συνειδητή προσπάθεια τους να μην ενδώσουν στο δέλεαρ της σκηνοθεσίας παραλλαγών ταινιών τους που έγιναν επιτυχίες. Στο κινηματογραφικό έργο του φιλοδοξούσε και το κατάφερε να συλλάβει και να αναδείξει την αθωότητα, την ειλικρίνεια και την αυθεντικότητα των ανθρώπων, επικεντρώνοντας υποδειγματικά στα τραύματα των παιδιών και των εφήβων, διανθίζοντας τις ταινίες του αυτές με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία.5

Στο κείμενο αυτό θα περιοριστώ στην παρουσίαση δύο ταινιών του Malle, οι οποίες έχουν ως κοινό τόπο (παρότι τόσο διαφορετικές) την σατυρική τους διάθεση να διακωμωδήσουν τη γαλλική κοινωνία: η σουρεαλιστική σατυρική κωμωδία Zazie dans le métro (1960) και η λυρική κωμικοτραγική σάτιρα Milou en mai (1990).

  1. Zazie dans le métro (1960)

H ταινία αυτή βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο (1959) του γάλλου σουρεαλιστή Raymond Queneau, ένα από τα πιο διασκεδαστικά και παιγνιώδη (γλωσσικά) βιβλία όλων των εποχών. Ο Queneau ήδη καταξιωμένος συγγραφέας, ποιητής και κριτικός στη χώρα του, με τους γλωσσικούς και αφηγηματικούς πειραματισμούς του, δημιούργησε ένα κωμικό αριστούργημα που τον έκανε διάσημο παγκόσμια. Η ιστορία έχει ως εξής: η δεκάχρονη Zazie (Catherine Demongeot), ενώ η μητέρα της (Odette Piquet) πηγαίνει ταξίδι με τον εραστή της, έρχεται στο Παρίσι για να περάσει το Σαββατοκύριακο με τον ιδιότυπο θείο της Gabriel (Philippe Noiret), τη μυστηριώδη σύζυγό του Albertine και τους εκκεντρικούς τους φίλους. Η σκανδαλώδης γλώσσα της μικρής και η αναίδειά της προς τους μεγαλύτερους, πείθουν τον θείο της ότι δεν πρόκειται για επίσκεψη ρουτίνας (ενώ εξόργισαν τους γονείς θεατές οι οποίοι νομίζοντας ότι ήρθαν σε παιδική ταινία, απέσυραν πάραυτα τα δικά τους διαβολάκια από τις αίθουσες προβολής). Όταν η Zazie μαθαίνει ότι λόγω της εργατικής απεργίας δεν θα μπορέσει να μπει στο Μετρό, κατηγορεί τους ενήλικες για την κατάσταση αυτή αποφασίζοντας να αξιοποιήσει με τον πιο ξέφρενο τρόπο τον ερχομό της στο Παρίσι. Μετά από μια τρελή διαδρομή με το ταξί, μία βόλτα στο παζάρι, καταλήγουν με τον θείο της στον Πύργο του Άιφελ. Μπλέκουν με μια ομάδα τουριστών, η Zazie κατεβαίνει τρέχοντας ξέφρενα τα σκαλιά του Πύργου, ενώ ο Gabriel κατεβαίνει στο δρόμο πετώντας με αλεξίπτωτο ένα μπαλόνι. Οι δυο τους, μπλέκουν σε μια κυκλοφοριακή συμφόρηση και ένα τρελό κυνηγητό στους δρόμους της πόλης. Το ίδιο βράδυ ο θείος της παίρνει την Zazie στο νυχτερινό κέντρο όπου εργάζεται σε ένα drag show. Για μια ακόμη φορά ξεσπάει μια φιλονικία μεταξύ τους και η Zazie το σκάει με την Albertine. Τελικά η Zazie εκπληρώνει την επιθυμία της να ταξιδέψει με το Μετρο. Επιστρέφοντας στη μητέρα της, η οποία τη ρωτάει τι έκανε στο Παρίσι, η Zazie απαντά ότι έχει μεγαλώσει.

Η ταινία παρότι γυρίστηκε την ίδια περίοδο με τη δυναμική εμφάνιση της Nouvelle Vague δεν μοιάζει καθόλου στιλιστικά με τα περισσότερα αντιπροσωπευτικά αρχικά δείγματά της (τα οποία άλλωστε ως επί το πλείστον βασίστηκαν σε πρωτότυπα σενάρια), παρότι μαγνητίζει την προσοχή του θεατή με τα πολλαπλά οπτικά ευρήματα και συνολικά την τεχνική της, και ενώ κάποιος χαρακτήρας της ταινίας ρωτά αν είναι η Nouvelle Vague!6 Ο Malle επιχειρεί να αποδώσει το σουρεαλιστικό αναρχικό χιούμορ του βιβλίου και τα γλωσσικά πειράματά του αντιστοιχίζοντάς τα με μια πληθώρα από κινηματογραφικά τρικ, που συνδυάζουν τα ευρήματα των comics και των κωμωδιών του βωβού κινηματογράφου αλλά και του animation –το 1960 σε τηλεοπτική συνέντευξή, ο Malle αφιέρωσε την ταινία στον Charlie Chaplin– με τις καινοτομίες του μοντερνιστικού κινηματογράφου που το μέλλον επεφύλασσε: αργή & γρήγορη κίνηση (που μεταβάλλεται σε κανονική στη διάρκεια της ίδιας σκηνής), γοργό montage (ανάλογο της φρενίτιδας της Zazie), jumpcuts,7 αλλαγή της κλίμακας των ανθρώπινων σωμάτων και των αντικειμένων, τολμηρή χρήση του χρώματος (η πρώτη έγχρωμη ταινία του που εμπνέεται από τη χρωματική παλέτα των comics: ζωηρά πορτοκαλί, κίτρινα, κόκκινα και απαλά πράσινα και μπλε), το φόντο στα κάδρα που απρόσμενα αλλάζει, είναι κάποια από τα βασικότερα εφέ που αξιοποιεί. Συνολικά, μπορούμε δόκιμα να πούμε ότι παρότι αυτό το κινηματογραφικό εγχείρημά του (πολλοί προδίκασαν την αποτυχία του), υστερεί σε χιούμορ του βιβλίου, αποτελεί ένα μοναδικό παράδειγμα κινηματογραφικού πειραματισμού, του πιο ακραίου στην καριέρα του. Η αεικίνητη κάμερα και τα ευφάνταστα αισθητικά τεχνάσματα, ενέπνευσαν τις ταινίες του Richard Lester A Hard Day’s Night (1964),8 και περισσότερο The Knack… and How to Get It (1965),9 αλλά και το Play Time (1967)10 του Jacques Tati. Εκεί που άλλοι σκηνοθέτες θα αποτύγχαναν, ο Malle επινόησε οπτικά ισοδύναμα στο μοναδικό παιγνιώδες σουρεαλιστικό ύφος του Raymond Queneau.

  1. Milou en mai (1990).

Ο Μιλού τον Μάη είναι μία τρυφερή, λυρική, κωμικοτραγική σάτιρα διανθισμένη με στοιχεία φάρσας, που φέρει σαφείς καταβολές και επιδράσεις από τον Chekhov και την ταινία ορόσημο Rules of the Game (1939) του Renoir. Συνολικά είναι μία περίτεχνη κινηματογραφική ματιά στη ζωή μιας πλούσιας αστικής οικογένειας στη νότια Γαλλία. Έχει φόντο την εξέγερση του γαλλικού Μάη το 1968,11 η οποία συγκλόνισε τις κοινωνικές τάξεις, έσπασε τη ρουτίνα, διατάραξε την αυταρέσκεια και τον εφησυχασμό, αναπτερώνοντας (μάταια τελικά), τις ελπίδες των ανήσυχων νέων ειδικά, πως η Γαλλία θα οδηγιόταν στη μεγαλύτερη μεταρρυθμιστική επανάσταση που είδε στους δύο τελευταίους αιώνες. Ο Milou (Picoli), ένας εξηντάρης καλόκαρδος χήρος ο οποίος έχει ζήσει ολόκληρη τη ζωή του με τη μητέρα του (στην παραμελημένη οικογενειακή βίλα που περιστοιχίζεται από ένα αχανές κτήμα και δάση), απολαμβάνει κάθε πτυχή της αγροτικής ζωής, απόλυτα ικανοποιημένος με την ύπαρξη του. Ο θάνατος της μητέρας του Paulette Dubost,12 της ηγετικής μορφής της μητριαρχικής αυτής οικογένειας, συγκεντρώνει την ευρύτερη οικογένεια ένα Σαββατοκύριακο για να διεκπεραιώσουν τα κληρονομικά θέματα, διαπληκτιζόμενοι. Τα υπόλοιπα μέλη είναι απρόθυμα να επιτρέψουν στον Milou να ζει στο κτήμα, καθώς φρονούν, ότι ζει εις βάρος τους, ενώ εκείνοι εκπορνεύονται στις πόλεις καλύπτοντας τα χρέη και τις υποθήκες του αγροκτήματος, και ότι είναι καιρός να το πουλήσει και να μοιραστούν τα χρήματα. Τα βασικά πρόσωπα πέρα από τον Milou, είναι η Camille13 (Miou-Miou) η άπληστη κόρη του Milou και η οικογένειά της, η ανιψιά του Milou, Claire (Dominique Blanc) και η μπαλαρίνα ερωμένη της (που εγκαταλείπει την Claire για τον διαδηλωτή εγγονό Pierre-Alain), ο δημοσιογράφος αδελφός του Milou, που παραμελώντας την ωραία, χίπισσα σύντροφό του, διαρκώς ανεβάζει την ένταση του ραδιοφώνου για να ακούσει τις ειδήσεις για την εξέγερση, καθώς και αρκετοί άλλοι, συμπεριλαμβανομένης της υπηρέτριας Adel, ερωμένης του Milou, και ενός καλόκαρδου, πρόδηλα ερωτομανή φορτηγατζή, ο οποίος μη μπορώντας να παραδώσει το φορτίο τομάτας στο Παρίσι, μαζεύει από το δρόμο και τους φέρνει τον διαδηλωτή φοιτητή Pierre-Alain (γιο του δημοσιογράφου) που είχε πάρει μέρος στην εξέγερση. Όλοι απεργούν, ακόμα και οι νεκροθάφτες και η μαμά του Milou δεν μπορεί να ταφεί!

Οι χαρακτήρες της ταινίας τρώνε, πίνουν, ερωτοτροπούν, γελούν, τραγουδούν, χορεύουν γύρο από το άταφο πτώμα (που μόνο ο Milou έχει θρηνήσει ιδιωτικά), μέχρι που μαστουρώνουν μαζί στην εξοχή. Τσακώνονται για τα χρήματα, την κληρονομιά, την αγάπη, τον έρωτα, την πολιτική. Καθώς μιλούν για τον στρατηγό de Gaulle που οι ειδήσεις φέρουν να έχει εγκαταλείψει το Παρίσι, για τους Κομουνιστές και τους εξεγερμένους φοιτητές (τον διαρκή απόηχο της ταινίας), τα οικογενειακά και τα προσωπικά τους κυριαρχούν. Στην κινηματογραφική σταδιοδρομία του, ο Malle επικεντρώθηκε φιλμάροντας από κοντά τη ζωή και τους έρωτες των ανθρώπων.

Ο Μιλού τον Μάη φαίνεται να υφαίνει τα καθημερινά θέματα της προσωπικής συμπεριφοράς, μια ποικιλόμορφη ταπετσαρία ανθρώπινων συνδέσεων και αλληλεπιδράσεων με φόντο την περίφημη φοιτητική εξέγερση του γαλλικού Μάη. Ο Milou προσπαθεί να δείξει στην οικογένειά του, τι μπορεί να συμβεί αν κάποιος αφεθεί έρμαιο στο κύλισμα της ζωής αντί να προσπαθεί πάντα να αδράξει τη ζωή στα χέρια του. Η ομήγυρη καταφεύγει στο δάσος όταν ακούει φήμες ότι η εξέγερση των φοιτητών εξαπλώνεται στην ύπαιθρο, και εδώ πια, οι έλξεις αλλά και οι φοβίες, και οι πάσης φύσης αδυναμίες τους αρχίζουν να αναλαμβάνουν τον κυρίαρχο ρόλο απογυμνώνοντάς τους. «Η ιδέα της ταινίας ήρθε στον Malle, όταν την Άνοιξη του 1988, οι ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές αλλά και άρθρα εφημερίδων κατέκλυζαν την ειδησεογραφία στη Γαλλία γιορτάζοντας με φανφάρες την εικοσαετία από το Γαλλικό Μάη του 1968. Ακούγοντας τους παλιούς αγωνιστές να συζητούν με πομπώδη τρόπο για την εξέγερση, παρατήρησε μια μεγάλη διαφορά μεταξύ αυτών που έλεγαν και του τι συνέβη. Κανείς από αυτούς, οι οποίοι πλέον ήταν γραφειοκράτες, πολιτικοί, πετυχημένοι διαφημιστές, δεν του φάνηκε πως απέδιδε τι πραγματικά διαδραματίστηκε τον Μάιο του 1968» (Jackson 2011: 325-329). Σε μια καταληκτική σκηνή φαντασίωσης, ο Milou χορεύει με τη νεκρή μητέρα του, μια σκηνή που συγκεντρώνει τη χαρά και τη λύπη, αλλά και τη νοσταλγία της περίτεχνης αυτής ταινίας, αποχαιρετιστήριο κωμικοτραγικό αφιέρωμα στο εκρηκτικό παρελθόν του Μάη του ’68 που στοιχειώνει ως απόηχος αυτή την κινηματογραφική λυρική σάτιρα της γαλλικής μπουρζουαζίας.

Βιβλιογραφία

Adams, Michael. (2011). Zazie dans le metro (review). City University of New York. http://academicworks.cuny.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1113&context=gc_pubs

Frey, Hugo. (2004). Louis Malle. Manchester University Press.

Jackson, Julian, Anna-Louise Milne, James S. Williams (editors). (2011). May 68: Rethinking France’s Last Revolution. Palgrave Macmillan, p. 325-339.

Malle, Louis, Jean-Claude Carrière. (1990). Milou in May. Faber & Faber.

—— (1996). Malle on Malle. Ed. Philip French. Faber & Faber, σς. 240.

Modiano, Patrick, Louis Malle.(1974). Lucien Lacombe. Gallimard, σς.143.

Porter, Melinda.1993. Through Parisian Eyes: Reflections On Contemporary French Arts And Culture. Da Capo Press, σς. 256.

Southern, C. Nathan, Jacques Weissgerber, Heather McBrier. (2011). The Films of Louis Malle: A Critical Analysis. Jefferson, North Carolina. McFarland, σς 422.

Τερζής, Νίκος. (2013). Νouvelle Vague. To Σινεμά Παίζει με τον Εαυτό του. Αφηγηματική Δομή & Φόρμα στον Κινηματογράφο. Αθήνα. Εκδόσεις Ίων, σς 496.

1 Ο Malle ήταν γιος βιομηχάνων και μακρινός απόγονος γάλου ευγενή ο οποίος έκανε την τύχη του εμπορευόμενος ζαχαρότευτλα κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους (1803-1815). Οι γονείς του αποθάρρυναν το εφηβικό ενδιαφέρον του για τον κινηματογράφο, αλλά το 1950 του επέτρεψαν να γραφτεί στη σχολή κινηματογράφου L’Institut des hautes études cinématographiques (IDHEC) στο Παρίσι.

2 Αργότερα ο Malle, δήλωσε ότι το κινηματογραφικό στιλ του Bresson δεν τον επηρέασε, αν και πολύ θα το ήθελε (;!).

3 Στην αρχή ο νεαρός Malle ανέλαβε την υποβρύχια κινηματογράφηση του ντοκιμαντέρ Le Monde Du Silence, ενώ με την ολοκλήρωσή του, συνυπέγραψαν τη σκηνοθεσία με τον Jacques Cousteau, ο οποίος αργότερα δήλωσε ότι ποτέ στην καριέρα του δεν είχε τόσο καλό συνεργάτη, ειδικά, στα υποβρύχια γυρίσματα. Η ταινία απέσπασε και το βραβείο Oscar καλύτερου ντοκιμαντέρ το 1957, αν και ο Malle δεν παρέστη στην τελετή αφού το βραβείο απονεμήθηκε στον συν-σκηνοθέτη της ταινίας Jacques Cousteau.

4 H Jeanne Moreau (1928 – ) είχε ήδη κάνει το ντεμπούτο της στο θέατρο το 1947, και το 1958 εθεωρείτο πλέον μία από τις καλύτερες ηθοποιούς της Comédie Française. Οι τεχνικοί στο εργαστήριο κινηματογράφου αφού είδαν τα rushes της πρώτης εβδομάδας των γυρισμάτων του Ascenseur είπαν στον παραγωγό: «Δεν πρέπει να αφήσετε τον Malle να καταστρέψει την Jeanne Moreau». Ο Malle εξήγησε «την φώτισα μόνο από τα παράθυρα με το φυσικό φως των Ηλύσιων Πεδίων, κάτι που δεν είχε ξαναγίνει ποτέ. Μέχρι τότε της έβαζαν πολύ μακιγιάζ και τις έριχναν πολλά φώτα γιατί υποτίθεται ότι, το πρόσωπό της δεν ήταν φωτογενές. Έτσι αποκάλυψα τις βασικές ιδιότητες του προσώπου της Moreau. Κάποιες στιγμές μπορούσε να φαίνεται σχεδόν άσχημη αλλά μετά δέκα δευτερόλεπτα το πρόσωπό της ήταν απίστευτα ελκυστικό, και το κυριότερο ήταν η ίδια».

5 Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Malle παρακολούθησε ως υπότροφος ένα ρωμαιοκαθολικό σχολείο κοντά στο Fontainebleau. Σε ηλικία έντεκα ετών, βίωσε μια επιδρομή της Γκεστάπο στο σχολείο, όπου τρεις Εβραίοι μαθητές, συμπεριλαμβανομένου κι ενός στενού φίλου του, και ενός εβραίου δάσκαλού του, συνελήφθησαν και απελάθηκαν στο Άουσβιτς. Ο διευθυντής του σχολείου, Père Jacques, συνελήφθη για υπόθαλψη και εστάλη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Mauthausen. Αργότερα, ο Malle θα αναφερόταν σε αυτά τα γεγονότα στην αυτοβιογραφική του ταινία Au revoir les enfants (1987).

6 Αν το κινηματογραφικό αποτέλεσμα δεν παρουσίαζε όλους αυτούς τους πειραματισμούς στο επίπεδο της αισθητικής, είναι σχεδόν βέβαιο, ότι θα δεχόταν τα πυρά του Truffaut,

7 Το χειμώνα του 1959-69, ο Malle σχεδίασε το γύρισμα μιας σειράς από jumpcuts, μια τολμηρή επινόηση που καρπώθηκε ο τολμηρός Godard με την ταινία του ορόσημο: (À bout de souffle, 1960).

8 Καλύπτει μία τυπική ημέρα από την ζωή των Beatles και παρουσιάζει κάποια από τα πιο διάσημα τραγούδια τους.

9 Βρετανική κωμωδία που απεικονίζει τον σεξουαλικό ανταγωνισμό ανάμεσα σε τρεις συγκάτοικους –τον επιθετικό, γυναικά Tolen (Ray Brooks), τον ντροπαλό παρανοϊκό δάσκαλο Colin (Michael Crawford) και τον ζωγράφο Tom (Donal Donnelly)– για την κατάκτηση της Nancy (Rita Tushingham) μιας νεαρής επαρχιώτισσας που έρχεται στο Λονδίνο.

10 Στην εποχή του, το Playtime (1967) ήταν η πιο ακριβή γαλλική ταινία. Γυρίστηκε στο Tativille, ένα τεράστιο σκηνικό έξω από το Παρίσι, το οποίο αναπαριστούσε ένα τερματικό αεροδρομίου, αστικές οδούς, υψηλά κτίρια, γραφεία και έναν οδικό κύκλο. Ενέπνευσε την ταινία The Terminal (2004), για την οποία ο Stephen Spielberg κατασκεύασε ένα τεράστιο τερματικό αεροδρομίου σε κανονική κλίμακα.

11 Όσο ανοιχτόμυαλος ήταν ο André Malraux ως υπουργός πολιτισμού στην εμφάνιση της Nouvelle Vague, άλλο τόσο δυσοίωνα αντιδραστικός έδειξε με την καθαίρεση του Henri Langlois από τη διεύθυνση της Γαλλικής Ταινιοθήκης, λίγους μήνες πριν από το Μάη του ’68, κάτι που δεν πέτυχε χάρη στις κινητοποιήσεις του Godard (εξέγερση που κατά πολλούς προανήγγειλε και πυροδότησε τον Μάη του ’68) και των υπόλοιπων σκηνοθετών της Nouvelle Vague, αλλά και της διεθνούς συμπαράστασης από τους κατά κόσμο auteurs σκηνοθέτες. (Τερζής, Νίκος: 2013).

12 Υποδύεται την υπηρέτρια στο αριστουργηματικό Rules of the Game (1939) του Jean Renoir, την οποία (εν μέρει ως προς το θέμα) φιλόδοξα θυμίζει. Όμως, οι προσομοιώσεις με την κλασική ταινία του Renoir δεν είναι ιδιαίτερα υπέρ του Louis Malle, καθώς η ταινία του, ήδη στο επίπεδο του σεναρίου, δεν επιτυγχάνει τη γλυκύτητα και τη σοφία, αλλά και το ιδιαίτερο ειρωνικό χιούμορ, που ο αγαπημένος σκηνοθέτης των κριτικών των Cahiers du Cinema, κατάφερε να αναδείξει ακόμα και με τους πιο αντιπαθείς χαρακτήρες του σε ανάλογες δραματουργικά καταστάσεις. Όμως, αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη αρνητικό για την ταινία, διότι ο Malle και ο συν-σεναριογράφος Jean-Claude Carrière (ο πιο σταθερός συνεργάτης του Louis Buñuel στο σενάριο) στόχευαν σε ένα άλλο ύφος το οποίο και πέτυχαν σε αυτή τη λυρική κωμικοτραγική σάτιρα.

13 Εκπροσωπεί την υπολογιστική απληστία, στενομυαλιά και μοχθηρία της αστικής τάξης.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s