Μαχαιροβγάλτης (2010) του Γιάννη Οικονομίδη ή ο δρόμος προς ένα ιδανικό | κριτική Δημήτρη Ψάχου

maxairovgaltis

Μαχαιροβγάλτης ή ο δρόμος προς ένα ιδανικό

Παρακολουθώντας τη νέα  ταινία του Γιάννη Οικονομίδη, είναι γεγονός πως δεν περιμένεις τόσο την αναμενόμενη έκβαση μιας (βουτηγμένη σε σιωπηρή αναμονή) «βίαιης» ψυχολογικά ταινίας, τουναντίον, ο πεσιμισμός είναι το σημείο τομής που ενδιαφέρει πραγματικά. Η φυσικότητα της…μιζέριας μέσα στο ασπρόμαυρο είναι κάτι που εκπλήσσει ιδιαίτερα, καθώς ο λόγος και η αμεσότητα του Οικονομίδη στις προηγούμενες εξαιρετικές δουλειές του παρουσιάζονται πιο μινιμαλιστικές σ αυτό το λιγότερο αστικό τοπίο. Αυτό δεν είναι βέβαιο στο αν οφείλεται σε μια επιλογή υπέρβασης αυτών που τον έχουν καθιερώσει ως σκηνοθέτη ή στην εξερεύνηση μεταβαλλόμενων ιδεών επηρεαζόμενες από την φανερή αρνητικότητα της πραγματικότητας: αυτό που έχει σημασία είναι πως αυτή η πραγματικότητα θα καθρεφτιστεί μέσα απ τα μάτια του σκηνοθέτη κι αν ο Μαχαιροβγάλτης είναι μια ένα είδος ορατής τραγικότητας, τότε αμφιβάλλω αν ήθελε κανείς να ζει σε αυτήν. Στην τραγικότητα αυτή οφείλεται και η επιτυχία της συνταγής του Οικονομίδη.

Τι εξελίσσεται λοιπόν εδώ; Μια πολύ «αργή» έναρξη σαν τον πρωταγωνιστή του έργου, μια σχεδόν βουβή, καρικατουρίστικη γελοιογραφία που το ασπρόμαυρο τονίζει περισσότερο την «καθιστική» ζωή του αλλά με φόντο την επανάληψη και την μιζέρια της επαρχίας που διαμένει. Με το θάνατο του πατέρα του και τον ερχομό του θείου του που θα του προτείνει δουλειά και θα τον οδηγήσει σε μια ζοφερή, αστική ατμόσφαιρα, μακριά απ την υγρασία της επαρχίας, οι καταστάσεις δε θα καλυτερέψουν. Η ανυπαρξία κάποιου στόχου απ τον Νίκο που τώρα πια δουλεύει ως φύλακας των σκυλιών του θείου του θα αλλάξει τη σχέση μεταξύ τους και τη συμπεριφορά του Νίκου προς τη γυναίκα του θείου του. Ο στόχος αυτός θα αρχίσει να μετουσιώνεται σε αλληλοσυγκρουόμενες σκέψεις και πράξεις που θα επηρεάσουν το οικογενειακό αυτό τρίο. Μπορεί να ακούγονται τυπικά άνευρες καταστάσεις, παρόλα αυτά, είναι αξιοθαύμαστο πως κατάφερε ο Οικονομίδης να προσδώσει βάρος σε ήρωες όχι απλά χαμένους, μα συνάμα καταποντισμένους απ τους γυμνοσάλιαγκες της…ρουτίνας. Ο Νίκος (με μια υπόκωφη ερμηνεία από τον Στάθη Σταμουλακάτο) γνωρίζει πως το να υπάρχεις συμβαδίζει με την έννοια της οκνηρίας, αυτό δε σημαίνει όμως πως θα αφήσεις ευκαιρίες ανεκμετάλλευτες, κι αν χρειαστεί και να επισκιάσεις άτομα του περιβάλλοντος σου, μικρό το κακό. Η αφιλοκέρδεια έχει εξαφανιστεί τη στιγμή που η μηχανορραφία τρώει τα σωθικά σαν ένας πεινασμένος κροκόδειλος, έτοιμος να κατασπαράξει οποίον τον διακόψει απ τη «νηνεμία» του, από την επαναλαμβανόμενη στασιμότητα του. Στην αντίπερα όχθη, ο Αλέκος (ο πάντα ακούραστος, χαμαιλεοντικός Βαγγέλης Μουρίκης) διακατέχεται απ το αίσθημα μιας μικροαστικής απώλειας, είτε αυτό ονομάζεται η ανικανότητα του να κάνεις παιδί είτε αντί-κοινωνικότητα, είναι φανερό πως ο χαρακτήρας του περιέχει απολυταρχικά, υλιστικά στοιχεία παράλληλα με μια κατάκτηση ενός απρόσιτου ιδανικού. Οι συγκρούσεις αλλά και οι ελπίδες για την θετική προσφορά του Νίκου στην οικογένεια δε θα παραμερίσουν απ τις εντάσεις αυτές την Γωγώ (δυναμική αποκάλυψη η Μαρία Καλλιμάνη), τη γυναίκα του Αλέκου. Βλοσυρή και πειθαρχημένη, η πορεία της ταινίας θα φωτίσει τις δικές της επιθυμίες που δεν είναι άλλη απ την εσωστρεφή μονομέρια, την άβυσσο της οικογενειακής «θαλπωρής» που θα καταλήξει σε μία συνεχής διατήρηση κάποιων αξιών.

maxairovgaltis1

Το σύστημα των αξιών όμως που διέπουν την κοινωνία μας γίνεται σκυλίσιο ουρλιαχτό ή και ένας πνιγηρός λυγμός μπροστά στο αδιαπέραστο κενό της ρουτίνας. Πάμε να φτιάξουμε κάτι όμορφο αλλά αν δεν παραβούμε ορισμένες άγιες αξίες, το συμφέρον μας θα μπλοκαριστεί και το αδιέξοδο θα είναι μοιραίο. Ο Οικονομίδης καταλαβαίνει ότι οι επιθυμίες των ηρώων του αναλίσκονται σε διαξιφισμούς και στατικές καταστάσεις, ένας μικρός αντικατοπτρισμός σαν τον ρατσισμό του Αλέκου όταν αδυνατεί να βρει αιτίες όποτε τον εξαγριώνει κάτι. Ο εθνικός σε αναλογία με τον κοινωνικό ρατσισμό πάντως δεν είναι έννοιες που διαφέρουν σε καταλυτικό περιεχόμενο. Η αφορμή για το ύστατο τέλμα της ρουτίνας βρίσκεται στο ειδύλλιο του Νίκου και της Γωγώς, σε αντίθεση με τη σεξουαλική ικανότητα το Αλέκου που έρχεται ως παραπέτασμα για μια καθωσπρέπει δομή μιας οικογενεικρατίας. Ο Οικονομίδης δε θα σταματήσει εκεί επειδή στις λεπτομέρειες κρύβεται η ουσία. Όταν σκυλίσιες κραυγές και συνομιλίες επικρατούν σε μια μισο-κατεστραμμένη δομή, είναι λογικό να βλέπεις έναν διάχυτο εκνευρισμό, μια παράλογη κακεντρέχεια. Πώς μπορεί κάποιος να εξηγήσει αυτήν την δύναμη ανωτερότητας, την τυραννική διάθεση μεταξύ ανθρώπων, φύλων, σχέσεων. Μία «σπίθα» και το φιτίλι άναψε: δική μου ιδιοκτησία το δέντρο που αγγίζεις, δική μου ιδιοκτησία η τάδε κοπέλα κι ας της έχω μαυρίσει το μάτι, δικός μου και το επιχείρημα που ανέπτυξες. Μια κατοχή επιλεκτική μεν αλλά ανήκουστα βίαιη, επιθετική και απόλυτη, όχι πολύ εναλλακτική από αυτήν που παρατηρεί όποιος βγει για έναν περίπατο, έστω και προσεχτικά καλλυμένη.

Αν η κατάρριψη της ελευθερίας ήταν ένας απ τους στόχους του Οικονομίδη, τότε το κατάφερε και με το παραπάνω. Έχοντας στο πλευρό του τον έμπειρο σε κινηματογραφικές δουλειές Δημήτρη Κατσαΐτη, η αλαζονεία και ημι-εχθρική διάθεση του έργου ταίριαζαν υπέροχα με τις φωτοσκιάσεις και την άψογη «σκοτεινή» του ματιά, όπου σε αρκετές στιγμές κατά τη διάρκεια του έργου, το ασπρόμαυρο δεν δημιουργούσε μόνο σαν μιζέρια αλλά την ίδια στιγμή και λύπη προς τις καταστάσεις που παρουσιάζονταν μπροστά σου. Η Ιουλία Σταυρίδου επιπλέον τελειοποίησε τον κλειστοφοβικό οδυρμό με τον καλύτερο τρόπο χάρις την τεράστια εμπειρία της με την αναλγησία των σκηνικών, ενός καταρρακωμένου σπιτιού, παρόμοιες μουντές καταστάσεις που θυμίζουν την απειλητική διάθεση του decor του Ιαγουάρου της Ευαγγελάκου, μια προηγούμενη δουλειά της. Πέραν των εκρηκτικά δομημένων ερμηνειών, ο χαρακτήρας του Νίκου σου καρφώνεται περισσότερο στο μυαλό, μια φιγούρα σαν από ταινία noir, μακριά από ρομαντισμούς και «ηρωισμούς», φιγούρα που ίσως μας θυμίζει φαντάσματα καχεκτικών προσώπων που πιθανώς να έχουμε συναντήσει κάποια στιγμή στη δική μας πραγματικότητα. Η τελευταία πρόταση πιθανώς να θέλει να δικαιολογήσει την κωμικοτραγική κατάληξη των εραστών αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να συμβεί αυτό γιατί απλούστατα, οι «φυλακές», που γίνονται εμφανείς μόνο μετά την πραγμάτωση λαίμαργων επιθυμιών, είναι αυτές που επιμηκύνουν την ρουτίνα και την κοινωνική σαπίλα μέσα από τις (ψεύτικες) ειδυλλιακές δομές. Σκυλίσιες φυλακές υπό την επήρεια μιας φιλαργυρικής δικτατορίας.

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.