Η ΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ (1966) του Ερίκ Ρομέρ | Έξι μύθοι περί ηθικής | Ερωτικό ρίγος του Derek Malcolm

collectionneuse-haydeesback

Έξι μύθοι περί ηθικής / Six contes moreaux

3. Η ΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ (1966)
La collectionneuse

h-syllektria-stin-kinfiki-lesxi-kentrou-athinas

Ο Αντριέν αποφασίζει να περάσει τον Ιούλιο στο Σεν-Τροπέ, στη βίλα του Ροντόλφ. Η φίλη του, Μιζανού, είναι στο Λονδίνο και προσπαθεί να τον πείσει να έρθει να τη βρει. Στη βίλα μένουν ακόμα ο Ντανιέλ, ένας ζωγράφος, φίλος τού Αντριέν, και η Εϊντέ, μια όχι πολύ στενή φίλη του Ροντόλφ, η οποία συνηθίζει ν’ αλλάζει εραστή κάθε νύχτα. Η προκλητική σεξουαλική συμπεριφορά της Εϊντέ αναστατώνει τόσο πολύ τους δύο άντρες, ώστε, ένα πρωί, πετούν έξω από τη βίλα έναν από τους περιστασιακούς εραστές της… Μετά το επεισόδιο, η Εϊντέ κοιμάται κάθε βράδυ αλλού. Ο Αντριέν προσπαθεί να τη σπρώξει στην αγκαλιά του Ντανιέλ, που δείχνει να αντιστέκεται, όμως ένα πρωί τους βρίσκει αγκαλιά στο κρεβάτι. Η φιλία των δύο ανδρών δοκιμάζεται από τον έντονο ανταγωνισμό τους για τον έρωτα της Εϊντέ. Για να διακόψει μαζί της, ο Ντανιέλ προκαλεί μια δυσάρεστη σκηνή. Ύστερο φεύγει για κρουαζιέρα… Ο Αντριέν ζητάει από την Εϊντέ να χρησιμοποιήσει τη γοητεία της για να τον βοηθήσει να πουλήσει ένα ακριβό, παλιό κινέζικο βάζο στον Σαμ, έναν αμερικανό συλλέκτη έργων τέχνης. Εκείνη δέχεται με ενθουσιασμό να παίξει το ρόλο της, αλλά, στη διάρκεια του δείπνου, άθελα της, σπάει το βάζο. Ο Σαμ τη χαστουκίζει. Στην επιστροφή από τη βίλα του Σαμ, ο Αντριέν και η Εϊντέ συναντούν κάποιους φίλους της, που της προτείνουν να τους συνοδέψει στην Ιταλία. Εκείνη διστάζει ν’ αποφασίσει, κι ο Αντριέν, που έχει κουραστεί να περιμένει, φεύγει και την παρατάει σύξυλη. Επιστρέφοντας στην άδεια βίλα, παίρνει τηλέφωνο για να μάθει τις ώρες των πτήσεων για το Λονδίνο.

Σκηνοθεσία: Eric Rohmer. Σενάριο: Eric Rohmer, με τη συνεργασία στους διάλογους των Patrick Bauchau, Haydee Politoff και Daniel Pommereuile. Φωτογραφία: Nestor Almendros. Μουσική: Blossom Toes, Giorgio Gomelsky και απόσπασμα από La voix de I’eternel Tibet III. Μοντάζ: Jacqueline Raynal. Ηθοποιοί: Patrick Bauchau (Αντρων/αφηγητής), Haydee Politoff (Εϊντέ), Daniel Pommereuile (Ντανιέλ), Alain Jouffroy (συγγραφέας), Mijanou Bardot (Μιζανού), Annik Morice (Ανίκ), Dennis Berry (Σαρλί), Seymour Hertzberg [=(Eu)gene Archer] (Σαμ, ο συλλέκτης), Brian Belshaw (εραστής της Εϊντέ), Donald Cammel (αγόρι στο Σεν-Τροπέ), Alfred de Graaff (χαμένος τουρίστας). Παραγωγή: Les Films du Losange – Rome Paris Films (Barbet Schroeder, Georges de Beauregard). Διάρκεια: 90′. Έγχρωμη.

la_collectionneuse 1

Ερωτικό ρίγος
του Derek Malcolm

Πολλοί άνθρωποι θαυμάζουν την εμμονή του Eric Rohmer να γυρίζει ταινίες με πολύ διάλογο, που συνήθως εντάσσονται σε μάλλον ασαφείς θεματικούς κύκλους, ακόμα και σήμερα· δηλαδή, πολύ καιρό μετά από τότε που αυτός ο καθαρά γαλλικός και αναμφίβολα διανοουμενίστικος κινηματογράφος έπαψε να ‘ναι στη μόδα. Οι ταινίες του δεν αρέσουν σε όλους. Πολλοί έχουν πει ότι παραείναι πολιτισμένες. Όμως, πολλοί παλαιότεροι κριτικοί (και οπωσδήποτε πολλοί παλαιότεροι κινηματογραφόφιλοι) εξακολουθούν να τις θεωρούν ευλογία μέσα σ’ αυτό το χολιγουντιανό κύμα κακογουστιάς και τη συχνά βαρετή και προβλέψιμη «τέχνη» πολλών από τους ευρωπαίους συγχρόνους του.
Πιθανώς, οι Έξι μύθοι περί ηθικής αποτελούν τη διασημότερη σειρά του. Οι περισσότεροι θα επέλεγαν τη Νύχτα με τη Μοντ ή Το γόνατο της Κλαίρης ως τις καλύτερες απ’ αυτές τις παραλλαγές πάνω στο θέμα ενός άντρα που, αν και δεσμευμένος με μια γυναίκα, παραστρατεί όταν συναντά τυχαία μιαν άλλη. Εγώ, όμως, θα επέλεγα τη Συλλέκτρια, που η φρεσκάδα της αναπληρώνει επάξια την έλλειψη της εκλεπτυσμένης μορφικής τελειότητας. Η δε περιφερόμενη μπικινοφορούσα νεαρή συλλέκτρια ανδρών, Haydee Politoff, που αποτελεί το υπομόχλιο του δράματος, μεταδίδει ένα ερωτικό ρίγος που ούτε Το γόνατο της Κλαίρης δεν επιτυγχάνει. Η κάμερα του Rohmer προσηλώνεται πάνω της καθώς εκείνη σουλατσάρει, μαυρισμένη και μισόγυμνη στην παραλία, θαρρείς και ο σκηνοθέτης θέλει να εξακριβώσει κατά πόσον μπορεί να αναλύσει όχι μόνο το σώμα της, αλλά και τη φύση που την οδηγεί στο να πλαγιάζει κάθε βράδυ μ’ έναν διαφορετικό εραστή, χωρίς δεύτερη σκέψη, και μόνο για να ζήσει μια στιγμή ηδονής.
Ωστόσο, ο πραγματικά κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας είναι ο Αντριέν, ο νόστιμος, αλλά σοβαρός, διανοούμενος που αποφασίζει να μην παρασυρθεί (αν και θα το ‘θελε πολύ), προτιμώντας να περιμένει την αγγλίδα εκπρόσωπο της πραγματικής αγάπης, που την είδαμε φευγαλέα στην αρχή της ταινίας. Ο Αντριέν μοιράζεται μια έπαυλη στο Σεν-Τροπέ μαζί με την ξεμυαλίστρα κι έναν ακόμα πιο συμπαθή ζωγράφο (Daniel Pommeurelle, ζωγράφος και στην πραγματική του ζωή). Ο Rohmer αναλύει τους τρεις ήρωες του σαν να΄ ταν πεταλούδες που πετούν πολύ κοντά στη φλόγα του πόθου. Δεν πρόκειται για μια συμβατική ρομαντική ή ερωτική ταινία, αν και η καλοκαιρινή αχλύς της Νότιας Γαλλίας της προσδίδει έναν αέρα ρομαντικής ή/και σεξουαλικής προσδοκίας.
Εδώ, βεβαίως, ο Rohmer πραγματεύεται τον τρόπο με τον οποίο η ανθρώπινη φύση παίζει το παιχνίδι του έρωτα: με δισταγμούς, με υπεκφυγές και, συχνά, με διαστροφή. Έκτοτε, επανήλθε πλειστάκις σ’ αυτό το θέμα, με ταινίες τόσο φορτωμένες με διαλόγους όσο τους αποφεύγουν οι περισσότεροι σύγχρονοι σκηνοθέτες. Τα ηθικά διλήμματα δεν εξωτερικεύονται, αλλά η σκηνοθεσία είναι ακριβής και αντικειμενική. Υπάρχει περισσή ειρωνεία, αλλά λίγη καθαρή κωμωδία κι ούτε ίχνος παρωδίας.


Ο Rohmer έχει δηλώσει πως οι ταινίες του απευθύνονται αποκλειστικά σ’ εκείνη τη μειονότητα των θεατών που είναι προετοιμασμένοι για τις λιγότερο θεαματικές απολαύσεις του κινηματογράφου, κάτι που τον φέρνει να είναι ο πιο αμετακίνητος στις αρχές του Andre Bazin απ’ όλους τους συναδέλφους του κριτικούς και σκηνοθέτες της nouvelle vague και του περιοδικού «Cahiers du Cinema» (που, στο τέλος, τον διέγραψαν ως αντιδραστικό).
Δεν ξέρω αν, όπως λένε, μερικές φορές είναι κουραστικά παλιομοδίτικος. Ξέρω, όμως, ότι έχει περισσότερα κοινά με τον Renoir απ’ ό,τι ο Godard, ο Truffaut, ο Rivette ή ο Chabrol. Η άποψη του, τέλεια εκφρασμένη στη Συλλέκτρια και σ’ όλους τους Μύθους περί ηθικής, είναι πως τα κρυφά διλήμματα των ατόμων είναι εξίσου σημαντικά με αυτά «του λαού» ή του κράτους. Κι αν αυτό ακούγεται αυτονόητο, οι ταινίες του δεν είναι διόλου· είναι παραλλαγές σ’ ένα θέμα με σχεδόν μουσική διάσταση – ένα θέμα ρευστό, που καμιά φορά εκπλήσσει και πάντα προκαλεί, αν και σπάνια συγκλονίζει.
Το δράμα, για τον Rohmer, συντίθεται από πολλά, συχνά ασήμαντα επεισόδια, τα οποία κορυφώνονται σε μιαν αναπόφευκτη τελική λύση. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να κάνεις κινηματογράφο, αλλά ο τρόπος του Rohmer, σε συνάρτηση και με τις αισθητικές επιλογές του, είναι απαράμιλλος.

A Century of Films, Εκδ. LB. Tauris, Λονδίνο 2001
Μετάφραση: Δημήτρης Κερκινός. (εκδόσεις Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.