ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ (2009) ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΨΥΛΛΑΚΗ | Βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο των Νίκου και Αργυρώ Κοκοβλή

2 συνεντεύξεις του Σταύρου Ψυλλάκη για την ταινία (στον Ματθαίο Φραντζεσκάκη και στον Δημήτρη Μαριδάκη), 1 κριτική για το βιβλίο της Ιωάννας Παπαθανασίου | αναλυτική παρουσίαση ταινίας-αληθινής ιστορίας-βιβλίου

ALLOS DROMOS DEN YPHRXE AFISA


ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ / THERE WAS NO OTHER WAY

Κηδεύτηκε Ο Αγωνιστής Της Αριστεράς Νίκος Κοκοβλής Ήρωας Του Ντοκιμαντέρ Του Σταύρου Ψυλλάκη “Άλλος Δρόμος Δεν Υπήρχε”

Περίληψη

Στη Κρήτη, ένα τμήμα του Δημοκρατικού Στρατού, επιβίωσε, ακόμα και όταν ο Εμφύλιος τέλειωσε στην υπόλοιπη Ελλάδα. Οι αντάρτες αυτοί (6 άνδρες & 2 γυναίκες έμειναν τελικά), παράνομοι και επικηρυγμένοι, κρύβονταν για 14 περίπου χρόνια στο Ν. Χανίων, ανασυγκροτώντας τις παράνομες οργανώσεις. Το 1962, 6 από αυτούς δραπέτευσαν, μέσω Ιταλίας, στην Τασκένδη. Οι 3 ζουν και αποτελούν τα κεντρικά πρόσωπα του ντοκιμαντέρ.

TO ΣΑΒΒΑΤΟ 29.4.2017 ΣΤΙΣ 19.00 ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΕΚΑ  Γ’ Ορεινής Ταξιαρχίας 13, Πλατεία Αλεξανδρή (πρώην Γαρδένια), Ζωγράφου ΜΕ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΙΣΟΔΟ.

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ
στον κινηματογράφο Αλέκα 29 και 30 Απριλίου 2017
με ελεύθερη είσοδο | Πρόγραμμα 4 ταινιών

aleka 29-30.4.2017

NIKOS KOKOVLIS ARGYRO
Στην ταινία παρακολουθούμε το «θαύμα» της αντοχής των τσακισμένων υπολειμμάτων του Δημοκρατικού Στρατού και την αυτοθυσία των απλών ανθρώπων που τους έκρυβαν τόσα χρόνια. «Πρωταγωνιστές» και «αφανείς», αυτής της ιστορίας, εξίσου φωτεινοί και δυσεύρετοι, πέρα από ιδεολογίες, ενσαρκώνουν κάτι πολύ σημαντικό : βαθιά προσήλωση στον ίδιο τον άνθρωπο και στην αξιοπρέπειά του. Και αυτό είναι το θέμα της ταινίας ….

NIKOS KOKOVLHS

“…Πολλές φορές αισθανθήκαμε διάφορες πιέσεις, από πολλούς, όμως ποτές, ούτε σαν σκέψη, δεν μας πέρασε από το μυαλό να κάνουμε έστω και την ελάχιστη υποχώρηση απ΄ αυτά που πιστεύαμε, για να φτιάξουμε την προσωπική μας ζωή…”
¨…Ναι! Άλλος δρόμος από εκείνον που ακολουθήσαμε στη ζωή μας δεν υπήρχε. Στο ίδιο συμπέρασμα όπως και τότε που επιλέγαμε αυτόν τον δρόμο- καταλήγουμε και σήμερα που κάνουμε αποτίμηση της πορείας μας…»

Πυξίδα της Πόλης , Φεβρουάριος 2004
ευτυχώς για εμάς που γι΄αυτούς τους ανθρώπους «άλλος δρόμος δεν υπήρχε»

καλό ταξίδι

ματθαίος φραντζεσκάκης

Η ταινία έχει αποσπάσει τις παρακάτω διακρίσεις :

  1. To 1ο Βραβείο Μεγάλου Μήκους Ταινίας Τεκμηρίωσης (Ντοκιμαντέρ) της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ (2010)
  2. 1ο ΒΡΑΒΕΙΟ ΤΑΙΝΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΗΚΟΥΣ, στο 3ο Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας (2009).
  3. ΒΡΑΒΕΙΟ KOINOY ως ΚΑΛΥΤΕΡΟΥ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ, στο » 2ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Λευκωσίας » (2009).

Η ταινία έγινε στα πλαίσια του ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΕΚΜΗΡΙΟ με συμπαραγωγούς τους : Ε.Κ.Κ. – ΕΡΤ  Α.Ε. – MASSIVE PRODUCTIONS & INDIGO VIEW .

Οι συντελεστές του ντοκιμαντέρ

σενάριο – σκηνοθεσία

ΣΤΑΥΡΟΣ ΨΥΛΛΑΚΗΣ

αρχική Ιδέα & συνεργασία στην έρευνα και στο σενάριο

ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑΚΗΣ

διεύθυνση φωτογραφίας

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

συμπληρωματικά γυρίσματα

ΣΤΕΛΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

ειδικές λήψεις & steadicam

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΞΕΝΑΚΗΣ

πρωτότυπη μουσική

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΦΑΜΠΑΣ

μοντάζ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

συνεργασία στο μοντάζ – επεξεργασία φωτογραφιών

ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΑΣΠΑΡΙΝΑΤΟΣ

ηχολήπτης

ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΕΦΕΝΤΑΚΗΣ

διεύθυνση παραγωγής

ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΑΝΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

βοηθοί παραγωγής

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ

ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ

απόδοση κειμένου

ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ

παραγωγός

ΣΤΑΥΡΟΣ ΨΥΛΛΑΚΗΣ

συμπαραγωγοί στο ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΕΚΜΗΡΙΟ

Ε.Κ.Κ. – ΕΡΤ Α.Ε. – MASSIVE PRODUCTIONS – INDIGO VIEW

COPYRIGHT: ΣΤΑΥΡΟΣ ΨΥΛΛΑΚΗΣ

διάρκεια / running time: 87min & 54min (υπάρχουν 2 version) σε DIGITAL BETA

Βιογραφικά πρωταγωνιστών

NIKOS KOKOVLHS
Ο Νίκος Κοκοβλής, γεννήθηκε στη Μικρά Ασία το 1920. Ήρθαν πρόσφυγες στα Χανιά, και η κατοχή τον βρήκε στο 1ο έτος της Ανωτάτης Εμπορικής. Τα εγκατέλειψε, επέστρεψε στα Χανιά, οργανώθηκε νωρίς στο ΕΑΜ και ανέβηκε στο βουνό το ʻ47, όταν ξεκινούσε ο εμφύλιος στην Κρήτη. Πιο πριν ήταν για λίγο γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Χανίων. Μετά τη μάχη της Σαμαριάς (Ιούνιος του ’48), οι αντάρτες που είχαν απομείνει συγκεντρώθηκαν, τον Απρίλιο του ’49 στις Χώσες, και η Βαγγελιώ Κλάδου και ο Νίκος Κοκοβλής πήραν τη θέση των σκοτωμένων αρχηγών, Τσιτήλου και Μακρυδάκη. Διέφυγε με τους 6, το ʻ62 στην Ιταλία.

YANNIS LIONAKIS

Ο Γιάννης Λιονάκης γεννήθηκε το 1921 στο Γαβαλοχώρι και τέλειωσε το Γυμνάσιο του Βάμου, στο Ν. Χανίων . Είχε οργανωθεί στην Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας το ʻ38. Την επομένη της Μάχης της Κρήτης αναζήτησε όπλο, οργανώθηκε στο ΕΑΜ και ανέβηκε στο βουνό. Μετά την απελευθέρωση, ο Γιάννης δραπέτευσε από τον εθνικό στρατό, πέρασε στην παρανομία και ανέβηκε στο βουνό, αρχές του ʻ47. Διέφυγε με τους 6, το ʻ62 στην Ιταλία.

ARGYRO POLYXRONAKI

Η Αργυρώ Πολυχρονάκη γεννήθηκε το 1927 στο χωριό Δρακώνα του Ν. Χανίων. Από εύπορη για τα τοπικά δεδομένα οικογένεια, αρχικά συμμετείχε στην ΕΠΟΝ. Ανέβηκε στο βουνό και πέρασε στην παρανομία αρχές του ʻ48. Ήταν ήδη εκεί ο μεγαλύτερος αδερφός της και πολλοί χωριανοί της. Διέφυγε με τους 6, το ʻ62 στην Ιταλία.

Ο Σταμάτης Μαριόλης (1925-2007), μανιάτικης καταγωγής, γεννημένος στον Πειραιά, υπηρετούσε ως αεροπόρος τη θητεία του, τον Ιούλιο του ʻ47, στο αεροδρόμιο του Μάλεμε. Τότε, μια ομάδα ανταρτών ήρθαν και κατέλαβαν το αεροδρόμιο. Ο Σταμάτης, ως μέλος του κόμματος, τους βοήθησε αποφασιστικά, από μέσα. Πήραν μεγάλες ποσότητες όπλων και πυρομαχικών και έφυγαν αναίμακτα. Έκτοτε ο Σταμάτης παρέμεινε με τους αντάρτες, κρυβόταν στην περιοχή της Κισάμου, κυρίως στα Παλιά Ρούματα, επέζησε και ήταν ένας από τους 6 που διέφυγαν στην Ιταλία το ʻ62.

Η Παγώνα Κοκοβλή (1922-1994), αδερφή του Νίκου Κοκοβλή, ήταν στέλεχος της ΕΠΟΝ στην κατοχή. Βγήκε στην παρανομία και ανέβηκε στο βουνό πριν από αυτόν. Όλοι την ήξεραν ως Κατερίνα, το ψευδώνυμο της στο βουνό και θαύμαζαν την επιμονή της στους στόχους που έβαζε. Διέφυγε με τους 6, το ʻ62 στην Ιταλία.

Ο Κωστής Λιονάκης (1925-1993), μικρότερος αδερφός του Γιάννη, ανέβηκε στο βουνό το ʻ47 και παρέμεινε για μεγάλο διάστημα στις σπηλιές του Αποκόρωνα με το Γιάννη και την Παγώνα. Ένα σοβαρό ατύχημα εκεί ήταν η αιτία να χάσει το ένα του μάτι. Αργότερα, γύρω στο 58, με μεγάλη δυσκολία οι σύντροφοι του τον έπεισαν να φύγει στην Αθήνα, να τον δει γιατρός, μήπως και γλυτώσει το άλλο του μάτι. Ήταν ο πρώτος από τους 6 που έφυγε από την Κρήτη. Διέφυγε με τους 6, το ʻ62 στην Ιταλία.

STAVROS PSYLLAKIS

ΣΤΑΥΡΟΣ ΨΥΛΛΑΚΗΣ

Γεννήθηκε στα Χανιά το 1954.
Πτυχίο Ηλεκτρολόγου Μηχανολόγου Μηχανικού [Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο]
Πτυχίο Σκηνοθεσίας από τη σχολή Ε. ΧΑΤΖΙΚΟΥ.
Υπότροφος του Γαλλικού κράτους στο Παρίσι. Σκηνοθεσία ανθρωπολογικού ντοκιμαντέρ στα Ateliers VARAN (ιδρυτής JEAN ROUCH). Θεωρητική & πρακτική εκπαίδευση σε video & film 16mm.
Συνεργασία σε ταινίες των Λ. Παπαστάθη, Δ. Θέου, Σ. Τορνέ
Συνεργασία στη δημιουργία ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΟΠΤΙΚ/ΣΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ στο ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ του Iδρύματος Tεχνολογίας & Έρευνας (Ι.Τ.Ε.) στην Κρήτη. Σκηνοθεσία ή/και Διεύθυνση Παραγωγής σε ντοκιμαντέρ του I.Μ.Σ.
Ζει στην Αθήνα και ασχολείται με :
Σκηνοθεσία & παραγωγή ταινιών ντοκιμαντέρ.
Σκηνοθεσία & παραγωγή βιομηχανικών & εκπαιδευτικών διαφημιστικών ταινιών.

Ο δρόμος για τα γυρίσματα
Όλα ξεκίνησαν …

Από μια ιδέα/πρόταση του φίλου και συγχωριανού μου Ματθαίου Φραντζεσκάκη. Μου σύστησε κατ΄ αρχήν να διαβάσω το βιβλίο ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ των Ν. & Α. Κοκοβλή. Κάτι είχα ακούσει για την ύπαρξη αυτών των ανθρώπων, αλλά μετά που διάβασα το βιβλίο, και διαπίστωσα το μέγεθος της ιστορίας, ομολογώ πως πριν ήμουν βαθειά νυχτωμένος … Ακολούθως ο φίλος μου με πήγε στο Βαμβακόπουλο και γνώρισα το Νίκο και την Αργυρώ. Πολύ σύντομα, με δανεικό εξοπλισμό, ξεκινήσαμε οι 2 μας με το Ματθαίο, τα πρώτα δοκιμαστικά γυρίσματα. Το υλικό αυτό υπάρχει, έχει ενδιαφέροντα κομμάτια, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε στην τελική κόπια.
Μετά, επειδή το εγχείρημα ήταν μεγάλο και θα κόστιζε αρκετά, αποφασίσαμε να συνεχίσουμε επαγγελματικά την όλη ιστορία. Κάναμε πρόταση και την καταθέσαμε στο Κέντρο Κινηματογράφου. Η πρόταση εγκρίθηκε, στο πρόγραμμα ΤΕΚΜΗΡΙΟ και η παραγωγή χρηματοδοτήθηκε από το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ και την ΕΡΤΑ.Ε. Το χρηματοδοτικό πλάνο συμπλήρωσαν, ως συμπαραγωγοί, οι εταιρίες INDIGO VIEW από τα Χανιά(παρείχε τον εξοπλισμό λήψεων και οι συνεργάτες της βοήθησαν αποφασιστικά σε κάποια γυρίσματα) και MASSIVE PRODUCTIONS (παρείχε το studio μοντάζ, το post production και όλη την ηχητική επεξεργασία της ταινίας).
Με τη βοήθεια όλων αυτών και πλαισιωμένοι από καλούς φίλους και συνεργάτες, ξεκινήσαμε τα γυρίσματα στις 30 Ιουλίου 2007 ….

MATHAIOS FRANTZESKAKHS   PYXIDA

Συνέντευξη του Σταύρου Ψυλλάκη στο Ματθαίο Φραντζεσκάκη (Δευτέρα, 23 Φεβρουάριος 2009)

Ποια ήταν τα αισθήματα σου από το βιβλίο ;

Ξαφνικά βρέθηκα μπροστά στην αφήγηση ενός κρητικού έπους, με πολύ ευρύτερες όμως διαστάσεις, με πανανθρώπινα και διαχρονικά στοιχεία. Κι εδώ, ζητώντας προκαταβολικά συγγνώμη από τους ομιλητές καθώς δεν έχω πρόθεση να σφετεριστώ τα γραπτά τους (απλά αυτοί τα είπαν πολύ καλλίτερα), προκειμένου να εκφράσω τα συναισθήματα μου από την ανάγνωση τού βιβλίου, θα χρειαστεί να δανειστώ κάποια αποσπάσματα από τις ομιλίες που ακούστηκαν όταν παρουσιαζόταν το βιβλίο του Νίκου και της Αργυρώς.
Η Ι. Παπαθανασίου πολύ εύστοχα σημειώνει: Το βιβλίο ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ, δεν αποτιμά την πορεία της Αριστεράς, δεν εστιάζει σε προβλήματα και λάθη, δεν αποδίδει ευθύνες και δεν αναζητά ενόχους. Ασχολείται με τον άνθρωπο, στις μεγάλες και στις μικρές του στιγμές, ασχολείται με  συναισθήματα και  ανθρώπινες σχέσεις. Πραγματεύεται, το αίσθημα καθήκοντος, το χρέος και την κομματικότητα. Καθρεφτίζει τη σχέση των «ηρώων» του, με τη φύση και τον τόπο, την Κρήτη, σε όλες τις μεταλλάξεις της. Αναζητά τη σχέση των ανθρώπων με την ίδια την ιστορία τους.
Και ο Γ. Μαργαρίτης συμπληρώνει: Δεν υπάρχει σε αυτό η επίμονη αναζήτηση ενόχων, προσωπικών ή απρόσωπων ευθυνών, δεν υπάρχει μετάθεση της ευθύνης σε πρόσωπα, σε συνωμοσίες, σε μεγάλους, στην κακιά στιγμή. Έτσι ήταν ο κόσμος, έτσι ήταν η ιστορία, μέσα σε αυτά οι άνθρωποι έδρασαν, με άξονα τις δικές τους πεποιθήσεις, το δικό τους αίσθημα ευθύνης, τη δική τους απόφαση. Έδρασαν ως δημοκράτες, ως αριστεροί, ως πολίτες….
και ο ίδιος, λίγο παρακάτω:..δεν μετανιώνουν, δεν μεμψιμοιρούν, δεν αιτιώνται τους άλλους. Βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα. Πλήρωσαν το τίμημα της επιλογής τους. Δεν παραπονιούνται. Δέχτηκαν με εγκαρτέρηση και αξιοπρέπεια τις σκληρές συνέπειες, την αχαριστία, την αδικία.
Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι πολύ κοντά και στην αίσθηση που άφησε και σε εμένα το βιβλίο.

Πολλά βιβλία τα βρίσκουμε ενδιαφέροντα. Ποιο ήταν εκείνο το χαρακτηριστικό που σε συνεπήρε, από το βιβλίο του Νίκου και της Αργυρώ, για να ξεκινήσει η περιπέτεια της ταινίας;

Οι «ήρωες» του διαλέγουν και ζουν σε μια οριακή κατάσταση. Και αυτές οι οριακές καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, πάντα κέντριζαν το ενδιαφέρον μου. Είναι καταστάσεις που ο άλλος μπορεί να βιώσει συγκλονιστικές εμπειρίες, είναι ίσως η μόνη πραγματικά δυνατότητα «ελευθερίας» που μας έχει δοθεί. Σε αυτές μεριμνάς και διαπραγματεύεσαι με την ουσία της  ζωής και όχι με την επιβίωση.
Μετά θυμήθηκα την εικόνα που σαν παιδί σχημάτιζα για τους αριστερούς, καθώς μεγάλωνα και δούλευα στην ταβέρνα του πατέρα μου, στο παλιό λιμάνι των Χανίων, τις δεκαετίες του ʻ50 και του ʻ60.  Μιλώ για απλούς, κυνηγημένους, αγωνιστές που δε νομίζω μετά να εξαργύρωσαν τις επιλογές τους. Αναπολώ τη θωριά τους και μου έρχονται λέξεις όπως: μετρημένοι, έντιμοι, ανιδιοτελείς, σοφοί γέροντες…. Εύρισκαν  δικαίωση στις αξίες που πίστευαν και υπηρετούσαν  με αυταπάρνηση και συνέπεια, πέρα από το ατομικό τους συμφέρον ή και πάνω από την ίδια τους τη ζωή κάποιες φορές.
Μετά, τις μορφές αυτές τις έχασα… Τα ώριμα χρόνια, η υποψία για την ανθρώπινη συμπεριφορά και τα κίνητρα της, φώλιασαν βαθειά μέσα μου. Όμως, διαβάζοντας το βιβλίο, ξαναθυμήθηκα αυτούς τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα όταν γινόταν αναφορά στη βοήθεια και την προσφορά των  «αφανών» ηρώων αυτής της ιστορίας, γιατί αν θέλετε οι «πρωταγωνιστές» είχαν πάρει το δρόμο τους και ήταν αποφασισμένοι. Ένοιωθα σαν η ταινία να γινόταν στη μνήμη τους. Σαν να ήθελα να τους ξαναβρώ. Είχα ανάγκη ίσως να αποδείξω στον εαυτό μου ότι η ανάμνησή τους δεν ήταν μόνο μια παιδική, ρομαντική, εξιδανίκευση…

Από το βιβλίο στην ταινία…

Το βιβλίο αναφέρεται σε μια μεγάλη χρονική περίοδο και σε πολλά θέματα που δύσκολα θα  μπορούσαν  να περιληφθούν σε μια μόνο ταινία.
Από την αρχή λοιπόν, με τους συνεργάτες μου, επιλέξαμε να ασχοληθούμε μόνο με την περίοδο που οι επικηρυγμένοι αντάρτες κρύβονταν στο Ν. Χανίων και μέχρι την αναχώρηση των 6 από την Ελλάδα. Η συνέχεια της ιστορίας τους αναφέρεται μόνο επιγραμματικά στην ταινία …
Επίσης, από αυτήν την περίοδο (περίπου 1948 έως 1962) ασχολούμαστε μόνο με τα 6 πρόσωπα που έφυγαν το 1962. Και από αυτά τα 6 πρόσωπα  έχουμε ως βάση κυρίως τις μαρτυρίες των 3 από αυτούς που ζουν (Νίκος & Αργυρώ Κοκοβλή και Γιάννης Λιονάκης). Οι υπόλοιποι 3 (Παγώνα Κοκοβλή Λιονάκη, Σταμάτης Μαριόλης και Κωστής Λιονάκης) αναφέρονται ακροθιγώς …
Αυτές ήταν εξ αρχής βασικές επιλογές τις οποίες καλό θα είναι να ξέρει εκ των προτέρων ο θεατής. Η ταινία μας δεν κάνει ιστορία και δεν είναι μια εκτενής αναφορά του τι έγινε εκείνα τα χρόνια στο Ν. Χανίων ούτε όλων των προσώπων που έδρασαν εκείνα τα χρόνια. Χοντρικά, ως αφηγηματική βάση έχουμε την ιστορία των 6 αυτών προσώπων, και μέσα από αυτήν προκύπτουν οι όποιες γενικεύσεις ….
Δεν ήταν θέμα λογοκρισίας ή αποκλεισμών. Όμως δεν είμαστε ούτε ιστορικοί, ούτε ερευνητές. Κάνουμε ταινίες, δηλαδή πρωτίστως αφηγούμαστε ιστορίες. Έτσι, με τα δεδομένα που είχαμε, τους 3 ζωντανούς αντάρτες,   νομίζουμε πως ήταν η καλύτερη επιλογή για το θέμα και είδος του ντοκιμαντέρ που μας ενδιέφερε: η ανθρώπινη πλευρά όλης αυτής της ιστορίας, τα διαχρονικά της στοιχεία και οι ζωντανές μαρτυρίες από πρώτο χέρι.
Μετά ξεκίνησε η παρατεταμένη έρευνα και η γνωριμία με τα πρόσωπα που αναφερόταν στο βιβλίο. Κάπου εδώ ευτύχησα να γνωρίσω και τον Γιάννη Λιονάκη, το τρίτο επιζών πρόσωπο από τους 6 επικηρυγμένους αντάρτες. Ακμαίος, κραταιός, 87ετών τότε, αξιοπρεπής, κύριος, και με απίστευτη μνήμη …. Τις φορές που προσπάθησα να ελέγξω τα στοιχεία που μου έδινε (με την προσδοκία πως δεν μπορεί να τα θυμάται όλα) στο τέλος του έβγαζα πάντα το καπέλο…
Όσο προχωρούσε η έρευνα αλλά και τα γυρίσματα μετά, μια χιονοστιβάδα στοιχείων και γεγονότων μας επιβεβαίωνε ότι παρά τον πλούτο των στοιχείων που περιέχονται στο βιβλίο, πολλά είναι ακόμα τελείως άγνωστα. Η γνωστή φράση πως την ιστορία τη γράφουν οι νικητές, κάπως τροποποιημένη εδώ,  φαινόταν κι εδώ να μας κλείνει το μάτι. Και βέβαια δεν μπορούσα να κατηγορήσω το Νίκο και την Αργυρώ πως δεν έγραψαν πιο εκτεταμένα και την ιστορία των υπολοίπων…. Πολλά πράγματα ίσως και να τα αγνοούσαν…
Όποιος πρόλαβε να γράψει και να ορίσει, αυτός κατά κανόνα είχε καταχωρηθεί ως Ιστορία. Όλη οι Ελλάδα, ήξερε ή είχε ακούσει μόνο για τους 2 αντάρτες που κρύβονταν 30 χρόνια στα Λευκά Όροι (Τζομπανάκης, Μπλαζάκης)… Πάντα σχεδόν έπρεπε να εξηγώ στους φίλους που με ρωτούσαν ότι υπήρχαν και άλλοι που κρύβονταν καθώς και γιατί παρέμενε άγνωστη η ιστορία τους..

Άλλη μια ιστορία για τον εμφύλιο… ;

Οι συνέπειες του Εμφυλίου καθόρισαν για πολλά χρόνια την ιστορία του τόπου μας, και ίσως δεν έχουμε ακόμα ξεμπερδέψει. Όμως δεν κάναμε άλλη μια ιστορία για τον Εμφύλιο. Παρόλο που το υλικό που συγκεντρώσαμε, 60ώρες περίπου, περιέχει πολλές μαρτυρίες για εκείνη την περίοδο, το θέμα μας δεν είναι ο Εμφύλιος.
Είναι η ιστορία κάποιων ανθρώπων που ο καθένας χωριστά και με το χαρακτήρα του, σε απίστευτες για τα σημερινά δεδομένα συνθήκες, έδωσαν έναν αγώνα αξιοπρέπειας, ένα παράδειγμα στάσης ζωής, με πολλούς κλυδωνισμούς, απογοητεύσεις και διαψεύσεις και όμως δεν είναι ηττημένοι. Δεν ξέρω αν είναι νικητές ή πως αισθάνονται οι ίδιοι για τη ζωή τους, όμως στα μάτια μου τους βλέπω να περπατούν όρθιοι.
Η ταινία δεν αποτελεί αγιογραφία ή ηρωοποίηση κάποιων ανθρώπων, άλλωστε δεν με εκφράζουν και δεν πιστεύω σε τέτοιες προσεγγίσεις. Η ζωή είναι απίστευτα γοητευτική και συναρπαστική στην καθημερινότητά της, με ανθρώπινους ανθρώπους, με σάρκα, οστά, και χιλιάδες ίσως αντιφάσεις, αλλά και ωραίους.
Στην ταινία (δανείζομαι πάλι απόσπασμα ομιλητή),  παρακολουθούμε το «θαύμα» της αντοχής των τσακισμένων υπολειμμάτων του Δημοκρατικού Στρατού και την αυτοθυσία των απλών ανθρώπων που τους έκρυβαν τόσα χρόνια. «Πρωταγωνιστές» και «αφανείς» αυτής της ιστορίας, εξίσου φωτεινοί  και δυσεύρετοι, πέρα από ιδεολογίες, ενσαρκώνουν κάτι πολύ σημαντικό: βαθιά προσήλωση στον ίδιο τον άνθρωπο και στην αξιοπρέπειά του.  Και αυτό είναι  το θέμα της ταινίας….

Ποια είναι η κεντρική ιδέα προσέγγισης της ιστορίας ;

Αυτοί οι άνθρωποι, το είπαμε και παραπάνω, είναι η ενσάρκωση, τα σύμβολα, ενός αγώνα που για να ξεπεράσει αυτές τις απίστευτες δυσκολίες, δεν φτάνει μονάχα η πίστη σε κάποια ιδεολογία, όσο ανώτερη κι αν είναι. Δεν επαρκεί. Απαιτείται κάτι πολύ περισσότερο: μια βαθιά εντιμότητα. Μια προσήλωση στον ίδιο τον άνθρωπο και στις αξίες που αντιπροσωπεύει. Πώς αλλιώς να αντέξεις να ζεις μέσα στις σπηλιές, σε βόθρους, κάτω από χιονοθύελλες, γυμνός, πεινασμένος, ξυπόλυτος, όταν τόσο εύκολα – με ένα παρών που θα έλεγες και με μια δήλωση μετάνοιας – μπορούσες  να απαλλαγείς από όλα αυτά. Κι αυτή η έντιμη στάση που είναι και η μοναδική τους αναγνώριση, αποτελεί και την κεντρική ιδέα προσέγγισης της ιστορίας μας.

Τι είναι αυτό που κάνει κάποιους ανθρώπους να μπουν σε όλη αυτή την περιπέτεια, να αντέξουν, να μην το μετανιώσουν και ακόμη και σήμερα να προχωράνε με ψηλά το κεφάλι;

Επιλέγω πάλι κάποια αποσπάσματα, που ακούστηκαν όταν παρουσιαζόταν το βιβλίο του Νίκου και της Αργυρώς.
Ένας ομιλητής διερωτάται: «… πώς άντεξαν αυτά τα ανείπωτα βάσανα, κυνηγημένοι σαν τα’ αγρίμια από πολυάριθμους πάνοπλους και φανατισμένους κυνηγούς,  μέσα στις σπηλιές των βουνών και της θάλασσας, στους στάβλους, στους βόθρους, σε κρύπτες κάτω από τα θεμέλια των σπιτιών, νηστικοί και διψασμένοι, γυμνοί και ξυπόλυτοι, παγωμένοι και άρρωστοι ;
Πώς άντεξαν να θυσιάσουν τη νιότη τους, την καριέρα τους, τη ζωή τους, να νιώθουν τις οικογένειες τους να αγωνιούν, να κινδυνεύουν κάθε στιγμή, να σέρνονται στις φυλακές και στις εξορίες ;

Πώς άντεξαν να χάνουν τους συντρόφους τους και που βρήκαν το κουράγιο να δημιουργούν παράνομες οργανώσεις και να εκδίδουν παράνομα έντυπα, ενώ ο αγώνας είχε χαθεί μετά την ήττα ; ʺ

Για να ξεδιαλύνει τα ερωτήματα καταφεύγει στα γραπτά τους:
«… Δούλευα 15 ώρες με άδειο στομάχι (γράφει ο Νίκος). Η πίστη ότι παλεύουμε για μια κοινωνική αλλαγή, για να ζουν όλοι καλά και χωρίς άγχος, μας έκανε να αδιαφορούμε για τις όποιες ταλαιπωρίες. Δεν πρέπει να αρνηθώ τη συμβολή μου στον αγώνα για μια καλλίτερη κοινωνία. Θέλω να ‘μαι με τους αδικημένους»
» Απόλυτη προτεραιότητα έχει ο αγώνας (γράφει η Αργυρώ). Είχαμε επίγνωση ότι ενταχθήκαμε για να υπηρετήσουμε ιδέες. Τα προσωπικά μας συναισθήματα τα κρύβαμε στο βάθος της ψυχής μας και περιμέναμε να τα εκδηλώσουμε, όταν τελειώσει ο αγώνας. Ξεχνούσαμε ότι είμαστε διαφορετικού φύλου ακόμα και όταν ξαπλώναμε κάτω από την ίδια κουβέρτα κι εσμίγαμε τις πλάτες μας, για να μην ξυλιάσουμε από την παγωνιά….. Η αγωνιστική έξαρση και η κομματική σύσταση ως «νόμος»,  επέβαλαν αυτοπεριορισμό.»
» Θα συνεχίσομε να παλεύουμε όχι για έναν ανύπαρκτο σοσιαλισμό, αλλά για την κοινωνία που ονειρευτήκαμε… Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. » αποφασίζει η Αργυρώ.
» Κέρδισα. Έχω την ικανοποίηση ότι αγωνίστηκα για να ζουν οι άνθρωποι με ελευθερία και δικαιοσύνη. Δεν μένει άλλος δρόμος και ο άνθρωπος θα τον βρει  » γράφει ο Νίκος.
Και ο ίδιος (Νίκος) συμπληρώνει αλλού «… κάποιοι μας έλεγαν: μέχρι πότε θα αντέξετε ; παραδοθείτε και να σωθείτε… Δεν τους ακούσαμε και δεν μετανιώσαμε γι’ αυτό. Χιλιάδες Έλληνες έβαλαν υποθήκη τα νιάτα τους, τη ζωή τους, στην προοπτική μιας κοινωνίας με ειρήνη, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, ανθρωπιά…. και μπορεί το όραμα μας να παραμένει όραμα. Ωστόσο μια τέτοια κοινωνία είναι όχι μόνο εφικτή αλλά και αναγκαία.. »
» Μέσα σε αυτές τις απάνθρωπες συνθήκες ο άνθρωπος δεν νοιώθει μόνο τη φυσική του ανημποριά. Νιώθει και τη δύναμη της ζωής » συμπληρώνει ο ομιλητής Τ. Μπανιάς.

Τι ήταν αυτό που σε δυσκόλεψε περισσότερο στη διαχείριση της ιστορίας ;

Να έχουμε μια δίκαιη και έντιμη στάση απέναντι στα γεγονότα και στα πρόσωπα της ιστορίας μας. Τουλάχιστον συνειδητά, αυτή ήταν η πρόθε-ση και η μεγάλη μας έγνοια.
Διάβασα αρκετά για εκείνη την εποχή. Το βιβλίο των Τζομπανάκη-Μπλαζάκη, τα βιβλία του  Μανούσακα όπως και ένα τελευταίο, λιγότερο ίσως γνωστό βιβλίο, το ΣΙΛΑΝΣ ΣΙΛΒΟΥΠΛΕ της Μαρινέλας Βλαχάκη. Διάβασα επίσης διάφορα άρθρα και κουβέντιασα με πολλούς για αυτή την ταραγμένη και πολύ δύσκολη περίοδο. Θυμάμαι το Νίκο να μιλάμε για την περίοδο μετά τη μάχη της Σαμαριάς και να μου λέει «… μέσα στο βιβλίο, όπως και κάθε φορά άλλωστε,  λέμε την αλήθεια που μπορεί να ειπωθεί… «. Προσπάθησα να βάλω τον εαυτό μου στη θέση τους. Πολύ δύσκολοι καιροί, μεγάλες δοκιμασίες…
Ελπίζω η ταινία κάτι να συνεισφέρει στην κατανόηση εκείνης της περιόδου και να είναι μια αρχή. Υπάρχουν ακόμα πολλά να ειπωθούν. Μια ολόκληρη περιοχή έζησε πολλά χρόνια στη σιωπή. Με ένα κόσμο που δεν μίλαγε και πολύ. Μεγάλο το βάρος της σιωπής και οι εντάσεις που επωάζει.

Άραγε ενδιαφέρει μια ιστορία του ελληνικού εμφυλίου τα σημερινά παιδιά ; Και αν ναι γιατί ;

Μα για όλα αυτά τα ανθρώπινα και διαχρονικά στοιχεία που αναφέραμε και πιστεύω πως η ταινία τα περιέχει. Είπαμε και παραπάνω, η ταινία δεν είναι μια ακόμα ιστορία του ελληνικού Εμφυλίου.
Όσο κι αν η ιστορία αυτών των ανθρώπων μπορεί να φαίνεται σαν ένα γοητευτικό παραμύθι στα σημερινά παιδιά, καθώς τούς είναι σχεδόν αδύνατο, 50 μόλις χρόνια μετά,  να συλλάβουν το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο που διαδραματίζεται η ιστορία, οι ιδέες και τα κίνητρα αυτών των ανθρώπων πάντα θα βρίσκουν γόνιμο έδαφος και πρόθυμους αποδέκτες στη νεανική ψυχή.
Ο Γ. Μαργαρίτης επισημαίνει στην ομιλία του: «… μας ξενίζει αυτό σήμερα, όπου πολλοί από εμάς έχουν συνηθίσει να αντιμετωπίζουν τα γεγονότα μόνο στην οθόνη της τηλεόρασής τους και δύσκολα αντιλαμβάνονται έννοιες όπως η συμμετοχή και καταστάσεις όπου οι επιλογές και οι αποφάσεις των ανθρώπων ρυθμίζουν όχι μόνο τη δική τους μοίρα, αλλά επηρεάζουν και τις γενικότερες εξελίξεις, το ιστορικό προσκήνιο αν προτιμάτε… »
Ενώ ο Ε. Καψωμένος παρατηρεί: «…  το έργο αυτό έρχεται να μας θυμίσει ότι ο μόνος βέβαιος τρόπος να σώσεις τις αξίες του πολιτισμού σου, είναι να είσαι κάθε στιγμή έτοιμος να πεθάνεις γι’ αυτές. »
Νομίζω πως το ερώτημα και η αγωνία σας, όσον αφορά τα ενδιαφέροντα των σημερινών παιδιών,  μετά και τις εκπλήξεις που επεφύλαξε για όλους μας, η πρόσφατη νεανική εξέγερση στη χώρα μας, μάλλον ατονούν. Ίσως τέτοιες ιστορίες να τους ενδιαφέρουν πολύ περισσότερο από ό,σο νομίζαμε. Όχι όλους βέβαια, αλλά πάντα έτσι δεν ήταν ;

Όλη η ταινία, όπως και το βιβλίο, αναδεικνύουν μια διαχρονική ανθρώπινη αξία, ένα συμβολισμό αλληλεγγύης και ανιδιοτελούς προσφοράς. Μπορούν αυτά να γίνουν σημερινά βιώματα ;

Γιατί όχι ; Στην ταινία ακούμε για τη σημαντική βοήθεια που έλαβαν οι διωκόμενοι από ανθρώπους που ιδεολογικά ανήκαν στην αντίπαλη παράταξη, από δεξιούς, τότε που τα όρια αυτών των χαρακτηρισμών ήταν πολύ πιο σαφή και κόστιζαν.
Ποια ήταν τα κριτήρια και τι καθόρισε τελικά τις πράξεις αυτών των ανθρώπων ;
Όσο κι αν βάλεις τα κίνητρα τους στο μικροσκόπιο των κριτηρίων της εποχής μας, δύσκολα θα παρακάμψεις μια φλόγα ανθρωπιάς που είναι εκεί στο βάθος και φωτίζει όλη τη σκηνή.
Μια φλόγα που φωτίζει ανθρώπους και όχι ιδεολογίες.

Από την αρχή μέχρι το τέλος της δημιουργίας της ταινίας υπάρχουν καταστάσεις που σου έχουν αποτυπωθεί με ένταση ;

Η επίσκεψη με το Γιάννη Λιονάκη στις σπηλιές του Αποκόρωνα. Μέχρι τότε άκουγα εντυπωσιασμένος τις ιστορίες του, αλλά μέσα μου διαρκώς έλεγα πως δεν είναι δυνατόν να έγιναν αυτά τα πράγματα.  Μετά τις σπηλιές, τα ντοκουμέντα που είδαμε με τα μάτια μας και κυρίως τα πάθος και την αγωνία του Γιάννη να μας τα δείξει όλα αυτά (εκεί ήταν σχεδόν όλη του η ζωή, και ήταν πλέον ο μοναδικός επιζών μάρτυρας) υποκλίθηκα στην ειλικρίνεια και στην εντιμότητα του. Κουβαλούσε ένα μεγάλο φορτίο και σιγά, σιγά μας το παρέδιδε. Αν δει κανείς το πρωτότυπο υλικό θα ακούσει όλο το συνεργείο να τον εκλιπαρεί «… μη κ. Γιάννη, μην ανεβαίνεις πάνω, φτάνει… «. Ήταν πολύ επικίνδυνο το ανέβασμα και ο Γιάννης ήταν 87χρονών….   Όμως αποδείχτηκε πολύ νεότερος απ΄ όλους μας. Το βράδυ που το ξανασκεφτόμουν έβλεπα πως επέμενε για το αυτονόητο…
Η ομολογία κάποια στιγμή του Νίκου Κοκοβλή, » μέσα στο βιβλίο γράψαμε ό,ση αλήθεια μπορούσε να ειπωθεί κάθε φορά «. Δεν ήταν ομολογία ενοχής, ήταν η σκιαγράφηση βήμα, βήμα των τρομακτικά δύσκολων καταστάσεων που είχαν βρεθεί οι εναπομείναντες αντάρτες και των επώδυνων αποφάσεων που είχαν παρθεί…
Είχαν προηγηθεί επίμονες ερωτήσεις μου για κάποιες εξαιρετικά δύσκολες περιόδους του αντάρτικου, μετά τη μάχη της Σαμαριάς και πριν τη συνέλευση των ανταρτών στις Χώσες, το 48. Σε γεγονότα που αναφέρουν και οι ίδιοι στο βιβλίο τους και σε αντιπαράθεση με τα γραφτά του Μανούσακα. Δεν ήμουν ανακριτής, ούτε εισαγγελέας, άλλωστε ηθικά δεν αναγνωρίζω στον εαυτό μου καμιά τέτοια ιδιότητα. Μιλούσαμε σπλαχνικά και ανθρώπινα, μήπως και μπορούσα να καταλάβω κάποια πράγματα….
Τα πάμπολλα  κολακευτικότατα σχόλια που άκουγα από παντού για τον Κυριάκο Στρατηγάκη. Θα ήθελα πολύ να έχω γνωρίσει αυτόν τον άνθρωπο, αλλά δεν πρόλαβα. Οι πράξεις του Κυριάκου και της γυναίκας του Γεωργίας ήταν για εμένα εξ ίσου μεγαλειώδεις με αυτές των ανταρτών που έκρυβε.  Ρωτούσα συνέχεια για αυτόν. Τελικά ένας ανηψιός του από την Αμερική με το γιο του, ο Σπύρος και ο Γιώργος Βουτετάκης, πολύ ευγενείς και πρόθυμοι άνθρωποι, μου έστειλαν κάποια οικογενειακά video που είχαν τραβήξει, όταν ερχόταν για επίσκεψη στις Πλακούρες, τη δεκαετία του ʻ80 και του ʻ90.
Εκεί  είδα τον Κυριάκο και άκουσα τη φωνή του. Για μέρες προσπαθούσα να βρω σεναριακές λύσεις για να τον συμπεριλάβω στην ταινία. Κάποια πράγματα κατάφερα. Όμως είναι λίγα για το μέγεθος αυτών των ανθρώπων. Η παρατήρηση αυτή ισχύει και για τους άλλους 3 της ομάδας, που δεν ζουν πια. Τον Σταμάτη Μαρίολη, την Παγώνα Κοκοβλή Λιονάκη (που δούλεψε ως γιατρός στα Χανιά όταν επέστρεψαν) και τον Κωστή Λιονάκη. Καμιά μαρτυρία, ακόμα και των ίδιων των συντρόφων τους, δεν αναπλήρωνε την έλλειψη της φυσικής τους παρουσίας. Τέτοια ήταν η πάστα αυτών των ανθρώπων…
Εδώ σταματώ, γιατί τα περιστατικά αυτά δεν έχουν τελειωμό και γιατί, όπως είπε και ο Νίκος, λες αυτά που μπορείς να πεις κάθε φορά.

Ποια είναι τα σχέδια σου για την ταινία ;

Κατ΄αρχήν υπάρχουν 2 version της ταινίας. Μια των 87min που θα κινηθεί κυρίως στα φεστιβάλ και σε αίθουσες και μία τηλεοπτική των 54min όπως ήταν η συμβατική μας υποχρέωση απέναντι στο Ε.Κ.Κ. και στην ΕΡΤ, και θα προβληθεί από την ΕΡΤ.
Όλα θα ξεκινήσουν επίσημα το Μάρτιο, με τη συμμετοχή της μεγάλης version των 87min στο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, «ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ 21ΟΥ ΑΙΩΝΑ», το επίσημο ελληνικό φεστιβάλ ντοκιμαντέρ.
Όμως κάτι βαθειά μέσα μου λέει πως η ταινία αυτή δεν έχει τελειώσει. Ήταν μόνο η αρχή. Έχουν μείνει πολλές εκκρεμότητες και πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για εκείνη την περίοδο. Εύχομαι να μπορέσω να συνεχίσω και βεβαίως να προλάβω κάποια πράγματα. Τα πράγματα διαμορφώνονται μέσα μου και δεν θέλω να πω περισσότερα τώρα.


Εν όψει της προβολής της ταινίας  υπάρχει κάτι που σε κρατά σε αγωνία ;

Ναι. Πως θα φανεί η ταινία στους πρωταγωνιστές της, και αν ήμουν τελικά δίκαιος απέναντι στους ανθρώπους και τα γεγονότα. Αυτά σκεφτόμουν.
Όμως, όταν τελείωνα το μοντάζ, διάβασα στην εισήγηση του Γιάννη Σακελλαράκη για το βιβλίο της Ρέας Γαλανάκη ΑΜΙΛΗΤΑ ΒΑΘΙΑ ΝΕΡΑ  την παρακάτω αποστροφή: ²…¨όμως ζήλεψα τη Ρέα Γαλανάκη, όπως κατά καιρούς και άλλους φίλους λογοτέχνες και καλλιτέχνες, γι αυτό το κάτι τής τέχνης,  που δίνει ξαφνικά μια μαγική ζωή στα πράγματα, στα γεγονότα και στους ανθρώπους, μια άλλη αυτόνομη ζωή, πιο αληθινή και από την πραγματική, κάτι που ακόμη και η ενδελεχέστερη επιστημονική έρευνα δεν κατάφερε ούτε καν να ονειρευθεί..  ².
Ένοιωσα, πως ακόμα και στο ντοκιμαντέρ, τα πρόσωπα πλάθονται αυτόνομα, γίνονται άλλα από αυτά που η καθημερινή μέριμνα, με τις μικρότητες και τα μεγαλεία της, μας επιτρέπει να δούμε. Γίνονται ίσως μυθιστορηματικά πρόσωπα, αντάξια των συναισθημάτων και της γοητείας που εξάσκησαν στο δημιουργό. Έτσι ένοιωσα πιο ήσυχος με το τελικό αποτέλεσμα. Δεν ξέρω αν ήμουν δίκαιος όμως ήμουν σίγουρα γοητευμένος από τους «ήρωές μου». Και αυτή τη γοητεία προσπάθησα να μεταφέρω στην ταινία. Και θα χαρώ αν γοητεύσουν και τους θεατές.

Τελικά άλλος δρόμος δεν υπήρχε ;

Το καλοκαίρι, καθώς κολυμπούσαμε με το γιο μου (9 ετών τότε) κι ένα φίλο του (14) στον Κλαδισό, τους ακούω να κουβεντιάζουν για την ταινία του μπαμπά. Δεν νομίζω να ήξεραν πολλά για το περιεχόμενο εκτός ίσως από το ότι είχε να κάνει με αντάρτες. Ο φίλος ρωτούσε για τον τίτλο της. ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ του απαντά ο δικός μου. Ο φίλος το σκέπτεται λίγο και αντιπροτείνει με χιούμορ: ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΞΕΡΕΙ ΚΙ ΑΛΛΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ, έτσι θα μπορούσε να τη λένε. Όταν συνέρχομαι από το σοκ της παιδικής ιεροσυλίας (έτσι ένοιωσα αρχικά) η ευρηματικότητα τους έχει προχωρήσει και σε τρίτη εκδοχή τίτλου: ΓΑΜΩ ΤΟ, ΠΕΣΑΜΕ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ.
Ξαφνικά, ενώ ετοιμαζόμουν να θυμώσω μέσα μου, όλα γίνονται πολύ φωτεινά. Τα παιδιά παίζοντας, και εν αγνοία τους, είχαν σκιαγραφήσει χοντρικά την πορεία της ελληνικής κοινωνίας μετά τον εμφύλιο.
Την ώρα που για κάποιους ανθρώπους ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ από τις εξορίες, τα ξερονήσια και το θάνατο κάποιοι άλλοι καταλάμβαναν αξιοζήλευτες θέσεις στο κενό που δημιουργούταν, έφτιαχναν τεράστιες περιουσίες ή απλά γύρευαν τη δουλειά τους. Ο τρίτος τίτλος ερχόταν κουτί με την κατάληξη αυτής της ιστορίας. Το σήμερα και τα αδιέξοδα του: οικονομικά, ηθικά, αξιακά, φαντασιακά…  Το απόγευμα πήγα στο Νίκο και την Αργυρώ, αφηγήθηκα το πειστατικό και τους μετέφερα τις προτάσεις των πιτσιρικάδων. Ο Νίκος, έσκασε στα γέλια….

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΨΥΛΛΑΚΗ
«Με απασχολούν οι οριακές ανθρώπινες καταστάσεις»
Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΙΔΑΚΗ
Χανιώτικα Νέα 25 Απριλίου 2009

«Ο άλλος δρόμος δεν υπήρχε» δεν είναι ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ αλλά μια ταινία χαρτογράφησης της ανθρώπινης ύπαρξης. Πάντα με απασχολούσαν οι οριακές καταστάσεις που είναι γεμάτες ηθικά διλήμματα». Με αυτά τα λόγια ο Χανιώτης σκηνοθέτης Σταύρος Ψυλλάκης άνοιξε τη συζήτησή μας για την καινούρια του ταινία που αναφέρεται στις πολύχρονες και βασανιστικές περιπέτειες που έζησε ένα τμήμα του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη όταν ο εμφύλιος στην υπόλοιπη Ελλάδα είχε ήδη λήξει. Μιλώντας για το ντοκιμαντέρ, που έχει ήδη αποσπάσει κολακευτικά σχόλια και το βραβείο κοινού στο φεστιβάλ της Κύπρου – και το οποίο αύριο θα προβληθεί στις 8 το βράδυ στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων – , ο Χανιώτης σκηνοθέτης περιγράφει το χρονικό, τις προκλήσεις αλλά και αίσθηση που αποκόμισε βουτώντας στην πιο σκοτεινή ίσως περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

– Πως ξεκίνησε η ιδέα για την ταινία;

«Το πρώτο ερέθισμα δόθηκε από μια πληροφορία του Ματθαίου Φρατζεσκάκη ότι υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι και το βιβλίο «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε». Είχα ακούσει γι’ αυτό αλλά δεν γνώριζα καθόλου την έκταση του πράγματος. Το διάβασα και με γοήτευσε. Έπειτα γνώρισα τον Νίκο και την Αργυρώ Κοκοβλή και ξεκινήσαμε κάποια δοκιμαστικά γυρίσματα. Στη συνέχεια επειδή το εγχείρημα ήταν μεγάλο κάναμε την πρόταση στο Κέντρο Κινηματογράφου. Ξεκινήσαμε τα γυρίσματα και άρχισα την έρευνα, κάνοντας το βιβλίο φύλλο και φτερό και βλέποντας τι περιστατικά αναφέρονται, ποια πρόσωπα, ποιοι από αυτούς ζούνε και πως μπορώ να τους εντοπίσω».

– Πως αντιμετώπισαν οι πρωταγωνιστές της ταινίας την ιδέα του ντοκιμαντέρ;

«Ο Νίκος και η Αργυρώ έδειξαν από την αρχή προθυμία να συμμετέχουν και τα πράγματα με αυτούς ήταν πιο εύκολα γιατί ήξερα ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας τους από το βιβλίο. Στο διάστημα της έρευνας έκανα και τα πρώτα τηλεφωνήματα στον Γιάννη Λιονάκη όπου αρχικά δεν έδειξε μεγάλη διάθεση. Μου είχαν πει ότι ο Γιάννης είναι ωραίος τύπος αλλά δύσκολος. Τελικά με εμπιστεύτηκε. Είναι καθοριστικό για ένα ντοκιμαντέρ να υπάρξει μια σχέση εμπιστοσύνης, μια σχέση αγάπης και εκμυστήρευσης. Μιλώντας με τον Γιάννη ένιωσα και κάπως σαν εξομολογητής κι ότι μου εναποθέτει ένα τεράστιο φορτίο».

– Ποιες ήταν οι σημαντικότερες προκλήσεις στη συγκεκριμένη ταινία;

«Τα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσουμε στη συγκεκριμένη ταινία δεν είναι αφηγηματικά ή σκηνοθετικά. Η ίδια η ιστορία είναι αβανταδόρικη. Τα προβλήματα που έχεις να λύσεις είναι ηθικής τάξεως».

– Με ποιο κριτήριο έκανες τη διαχείριση του υλικού;

«Από τις αφηγήσεις που άκουσα ένιωσα ότι δεν ταιριάζει σε αυτούς τους ανθρώπους η μικρότητα. Δεν πρέπει να επιμείνεις στα μικρά και ανθρώπινα που είναι γεμάτα η κάθε ιστορία. Υπάρχει ένα κομμάτι που πρέπει να το καθαρίσεις, χωρίς όμως να ηρωποιήσεις ή να παραβλέψεις τα υπόλοιπα. Αυτό το κομμάτι είναι που τους ταιριάζει τουλάχιστον στη δική μου οπτική και αυτό είναι που αξίζει να μείνει».

– Τι αίσθηση σου άφησαν οι κουβέντες τους;

«Θυμάμαι ότι στη Θεσσάλονίκη με ρώτησαν γιατί τα έκαναν όλα αυτά οι πρωταγωνιστές της ταινίας αφού κατέρρευσε ο αγώνας τους. Δεν ξέρω πως αισθάνονται όλοι αυτοί οι άνθρωποι γιατί άλλες φορές νοιώθουν δικαιωμένοι κι άλλες αδικαίωτοι. Ξέρω, όμως, ότι στα μάτια μου περπατάνε όρθιοι, κρατώντας την αξιοπρέπειά τους επειδή ήταν ένα στοίχημα που έβαλαν οι ίδιοι με τον εαυτό τους. Σε αυτό το κομμάτι των αξιών ταυτίστηκα μαζί τους, συμπάσχω, συμμετέχω και νιώθω σπλαχνικά».

– Τι πιστεύεις ότι τελικά τους έκανε να υπομείνουν όλα αυτά που πέρασαν;

«Θεωρώ τις γενικεύσεις άστοχες και με αυτή την έννοια αν καταφύγω σε γενικές ερμηνείες περί ιδεολογίας, αξιοπρέπειας κ.λπ. τους αντιμετωπίζω όλους σαν ένα πράγμα. Πιστεύω ότι ο καθένας είχε μια δικιά του δεξαμενή από την οποία αντλούσε δύναμη. Δεν ήταν το ίδιο πράγμα που έβγαλε τον Νίκο, τον Σταμάτη, τον Γιάννη ή την Αργυρώ στο βουνό. Από εκεί και πέρα ο κάθε θεατής θα βρει στην ταινία αυτό που έχει ανάγκη».

– Είναι βέβαιο ότι σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν και πολλά άλλα που παραμένουν μυστικά.

«Υπάρχει μια εκδοχή της ιστορίας που θα την έλεγα ηρωική. Πίσω μου όμως νιώθω ότι όλα αυτά τα χρόνια, ειδικά στον Αποκόρωνα, είναι πολλά κρυμμένα μυστικά. Ένας κόσμος σιωπής όπως το λέει πολύ καλά η Μαρινέλλα Βλαχάκη. Μια ολόκληρη επαρχία που κρύβει κάποιους ανθρώπους, ενώ την ίδια στιγμή συμβαίνουν πολλά παράπλευρα γεγονότα. Οι συνέπειες αυτών των πραγμάτων ακολουθούν τις ζωές των ανθρώπων χρόνια μετά. Αυτό το πικρό κομμάτι είναι γεμάτο ηθικά διλήμματα και δεν θα το γράψει ποτέ καμία ιστορία».

– Επιδίωξες να έχεις επαφή και με ανθρώπους από το άλλο στρατόπεδο;

«Επιδίωξα αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερα διότι ή έχουν πεθάνει ή όσοι ζουν δεν σχετίζονταν άμεσα με την ιστορία. Θα ήθελα να ακούσω ανθρώπους από το αντίπαλο στρατόπεδο και δεν πιστεύω ότι θα είχαν πρόβλημα να μου μιλήσουν, διότι δεν έχω καμία διάθεση να κατηγορήσω κανένα, αλλά να καταλάβω».

– Μέσα στο ντοκιμαντέρ είναι πολύ ενδιαφέρον το στοιχείο ενός παραδοσιακού κώδικα συμπεριφοράς ο οποίος φαίνεται να έπαιξε καθοριστικό ρόλο ακόμα και μέσα στο πολεμικό σκηνικό του εμφυλίου…

«Αυτό το στοιχείο κυριάρχησε στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν ήμουνα εξ’ αρχής υποψιασμένος αλλά νομίζω ότι όλη η συμπεριφορά και στάση των ανθρώπων υπερκαθορίστηκε από αυτό. Μιλώντας με τον Γιάννη καταλαβαίνεις ότι μέσα από τα συμφραζόμενά του σου μιλάει ταυτόχρονα μια παράδοση αιώνων. Είχε πλήρη συνείδηση ότι είναι εκφραστής αυτής της παράδοσης. Αν το ντοκιμαντέρ γίνονταν στην Ήπειρο δεν θα υπήρχε τίποτα από το ψιλό κέντημα που αφορά αυτόν τον προαιώνιο τοπικό πολιτισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ξεκίνησα την ταινία έψαξα αρχειακό υλικό του εμφυλίου από την υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά νοιώθω ότι δεν χωρούσε το παραμικρό πλάνο».

– Τελευταία βλέπουμε πολλά ντοκιμαντέρ για τον εμφύλιο, ενώ μέχρι πρόσφατα ήταν θέμα ταμπού.

«Φαίνεται να υπάρχει μια τάση παρόλο που πάλι δεν ξέρω αν είναι σωστό να το περιγράφουμε έτσι. Η Δημητρίου καταγράφει συγκλονιστηκές μαρτυρίες από την αντίσταση, ο Γιαννακάκης και η Καραμπάτσου από την Μακρόνησο, ο Λαμπρινός με τον Κεμάλ. Ηλικιακά όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουμε μεγάλη διαφρορά. Ο Λαμπρινός είναι άνθρωπος της αντίστασης, η Δημητρίου είναι εκεί κοντά, ο Γιαννακάκης είναι του ’68 – ’69 εγώ είμαι του ’54. Δεν ξεκινάμε όλοι από την ίδια αφετηρία. Προσωπικά δεν ήθελα να κάνω μια ταινία για τον εμφύλιο, δεν έχω τέτοιες εμμονές. Περισσότερο με ενδιαφέρουν αυτό που λέμε οριακές καταστάσεις της ύπαρξης όπου ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με ηθικά διλήμματα».

– Ωστόσο, μέσα στην ταινία υπάρχουν και πινελιές χιούμορ. Στοιχείο το οποίο νομίζω ότι γείωσε κάπως την τραγικότητα της ιστορίας…

«Μου άρεσε πολύ που το κοινό ανταποκρίθηκε σε αυτές τις στιγμές. Όλα αυτά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι μέσα στη ζωή. Αυτό που δεν μπόρεσα να βάλω – γιατί είναι εφτασφράγιστο – είναι το ερωτικό κομμάτι».

– Οι νέοι που δεν έχουν βιώσει όλο το κλίμα εκείνης της εποχής, ούτε την αύρα των χρόνων που ακολούθησαν πως νομίζεις ότι αντιλαμβάνονται την ταινία;

«Στους νέους η ιστορία μπορεί να φαίνεται σαν παραμύθι. Όταν ο Γιάννης μου μιλούσε, έλεγα ότι είναι εξαιρετικός αλλά δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Μόλις βρέθηκα στη σπηλιά που κάναμε τα γυρίσματα παραδόθηκα και είπα ότι όσα λέει ισχύουν. Σίγουρα, δεν μπορεί να μεταφερθεί ένας νέος σε αυτό το κλίμα ούτε να καταλάβει το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβησαν τα γεγονότα. Μπορεί, όμως, να σταθεί στη στάση ζωής αυτών των ανθρώπων».

– Πως θα διαχειριστείς το υλικό που έχει μείνει απ’ έξω από τη συγκεκριμένη ταινία;

«Συνήθως όταν κάνεις μια ταινία κουτσοκορφίζεις τον ανθό του υλικού σου. Σίγουρα υπάρχουν κάποιες ιστορίες που θα μπορούσαν να έχουν μπει στη θέση άλλων χωρίς να αλλάξει ριζικά η ταινία. Νομίζω πάντως ότι τα πιο καλά κομμάτια έχουν μπει. Ωστόσο, το υπόλοιπο υλικό είναι ένα βάρος που έχω μέσα και δεν ξέρω τι θα γίνει».

– Θεωρώ πολύ σημαντικό ότι συστηματικά ασχολείσαι με θέματα της Κρήτης και των Χανίων αναδεικνύοντας πτυχές της τοπικής ιστορίας.

«Δεν θα ήξερα να κάνω κάτι άλλο. Μπορεί να φαίνεται περίεργο αλλά αν μου δώσεις μια ταινία για την Ήπειρο μπορεί να είναι καλή από επαγγελματικής άποψης, όμως η «μάνα» και η «γλώσσα» μου είναι ο τόπος μου και με αυτή θέλω να μιλάω».

ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ»

Κάθε φορά που πηγαίνω να δω μια ταινία για τον εμφύλιο και το αντάρτικο, κυριαρχεί πάντα μέσα μου ένα διττό συναίσθημα. Και βαθειά μέσα μου έχω ένα μεγάλο ερωτηματικό για το ποια θα ήταν η ευτυχέστερη κατάληξη του αγώνα.
Από τη μια νιώθω το θαυμασμό μου για την αυταπάρνηση, τον ηρωισμό, την αυτοθυσία των ανθρώπων της Αντίστασης και από την άλλη νιώθω αυτή την πίκρα του χαμένου αγώνα, την τραγωδία της ήττας και της προσωπικής περιπέτειας αυτών των ανθρώπων.
Και βαθειά μέσα μου έχω ένα μεγάλο ερωτηματικό για το ποια θα ήταν η ευτυχέστερη κατάληξη του αγώνα.
Βλέποντας στο Τριανόν την ταινία-ντοκιμαντέρ του Σταύρου Ψυλάκη, «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» τα ανάμεικτα αυτά συναισθήματα ήρθαν να με κυριαρχήσουν. Το μεγαλείο ψυχής των 6 ανταρτών, κυρίως δε των τριών που πρωταγωνιστούν στην ταινία, το μεγαλείο της αυταπάρνησης, η δύναμη, το θάρρος, η πίστη στο κατακόρυφό τους. Και βεβαίως και πάλι οι σκέψεις, είναι δυνατόν να ηττήθηκαν αυτοί οι άνθρωποι; Είναι δυνατόν η ιστορία να «δικαίωσε» άλλους; Και που πήγε όλος αυτός ο καημός, ο πόνος, η επιμονή και η θυσίες αυτών των ανθρώπων.
Ο σκηνοθέτης, προφανώς μαζί με τους συνεργάτες του, έκανε μια εξαιρετική δουλειά. Προσεγγίζοντας ένα πολύ δύσκολο και σύνθετο θέμα, όπως αυτού του εμφυλίου, μέσα από τη διαδρομή των 6 ανταρτών της Κρήτης, μπόρεσε να δώσει το πορτρέτο μιας κοινωνίας και μιας ιστορικής στιγμής της πατρίδας μας, χωρίς αγιοποιήσεις, χωρίς περίσσιους συναισθηματισμούς, αναδεικνύοντας ταυτοχρόνως τον απίστευτα εσωτερικό κόσμο αυτών των απλών ανθρώπων που η ζωή τους πρέπει να είναι υπόδειγμα για τις νέες γενιές.
Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις στιγμές της ταινίας. Όμως θαρρώ πως η διήγηση του Ν. Κοκοβλή για τη συνάντησή του με τον ενωματάρχη που τον καταζητούσε για πάνω από 10 χρόνια, σε ένα βιβλιοπωλείο των Χανίων στη Μεταπολίτευση όπως και η «ξενάγηση» του άλλου αντάρτη (ξεχνώ το όνομα) στα κρησφύγετα και τα λημέρια που κρυβότανε, με την απλότητα και την αμεσότητα της διήγησης και το ακατέργαστο και γι’ αυτό και ανατρεπτικό χιούμορ του.
Όπως βεβαίως και η τραγωδία της επιστροφής τους στην Κρήτη, όπου η νέα πραγματικότητα βαραίνει τον τόπο και η υποδοχή αντί για ηρώων είναι στην καλύτερη περίπτωση «από μακριά και αγαπημένοι». Εξάλλου «Ουδείς …αντάρτης (για να παραφράσουμε το ρητό) στον τόπο του».
Στην προβολή της ταινίας έτυχε να καθίσει δίπλα μου ο Λεωνίδας Κύρκος. Λίγο διάστημα πριν είχε δηλώσει στις εφημερίδες πως «καλύτερα που ηττηθήκαμε στον εμφύλιο γιατί θα είχαμε τις τύχες των χωρών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού». Στην διάρκεια της προβολής άκουγα αναφιλητά. Όταν άνοιξαν τα φώτα ο Κύρκος ήταν βουρκωμένος.
Και ο κόσμος όρθιος να χειροκροτεί για περισσότερο από πέντε λεπτά. Θαρρώ πως είναι αυτή είναι και η καλύτερη ανταμοιβή για τους συντελεστές της ταινίας.
Και αν και πιστεύω αυτό που πρέπει να γίνει σε όλη την Ελλάδα, όμως για την Κρήτη και ιδιαίτερα τα Χανιά, η ταινία αυτή πρέπει να προβάλλεται σε όλα τα σχολεία και όσο ζουν ακόμα οι «ήρωες» αυτοί, να καλούνται να συζητούν με τους μαθητές.
Εν τέλει όπως άκουσα να ψιθυρίζει και ο σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης, στο διάδρομο προς της έξοδο «μια ταινία από καρδιάς». Και ψυχής, μεγάλης ψυχής θα προσθέταμε.

Πέτρος Κακολύρης

ALLOS DROMOS DEN YPHRXE VIVLIO

Το βιβλίο
ΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΡΓΥΡΩ ΚΟΚΟΒΛΗ Άλλος δρόμος δεν υπήρχε «ΠΟΛΥΤΥΠΟ», ΣΕΛ. 594
Σαν μυθιστόρημα …

 

Όταν οι αναμνήσεις διαπλέκονται με την Ιστορία και αποτυπώνουν τις διαστάσεις του «χθες» και την αμεσότητα του «τότε».
Μαρτυρία και βιωματική κατάθεση, ζώσα ιστορία και κατάθεση ψυχής, το βιβλίο του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή αποτελεί μια ουσιαστική συμβολή στην ιστορία της ελληνικής Αριστεράς και μια παρακαταθήκη αγώνων, συνέπειας και ήθους. Το βιβλίο ανήκει στην κατηγορία των μακρών αυτοβιογραφικών απομνημονευμάτων. Πρόκειται καλύτερα για ένα διπλό αυτοβιογραφικό κείμενο όπου οι συγγραφείς, μαζί αλλά και αυτόνομα, καταθέτουν τις προσωπικές εμπειρίες τους και καταγράφουν την κοινή διαδρομή σε στιγμές κρίσιμες και καθοριστικές για τις τύχες των Ελλήνων κομμουνιστών. Εμπειρίες και διαδρομές όπου η συγκυρία και η απόσταση, η θάλασσα και ο αποκλεισμός, προσέδωσαν τα χαρακτηριστικά της μοναδικότητας καθώς και μια ιδιότυπη διάρκεια που αντιπάλεψε με το χρόνο, προσδίδοντας στη μαρτυρία μυθιστορηματική πλοκή και διάσταση, όπως μυθιστορηματική είναι και η ζωή τους. Γράφουν σήμερα για τη ζωή αυτή, μια ζωή ταραγμένη αλλά και ήρεμη, μια ζωή επικίνδυνη αλλά και σταθερή, και παράλληλα προσθέτουν καινούργιες και άγνωστες σελίδες στο έπος της Αριστεράς. Διατρέχοντας τον ιστορικό χρόνο με νηφαλιότητα, αναδεικνύουν με ήπιους τόνους τις δικές τους μοναδικές διαδρομές και αναστοχάζονται για όσα έζησαν, για όσα πέρασαν, για όσα κατάλαβαν, χωρίς πίκρα, με τη βεβαιότητα ότι «άλλος δρόμος δεν υπήρχε».

Λιτότητα και ποιητικότητα

Η αναδρομική εξιστόρηση, από ανθρώπους που έζησαν αυτά που αφηγούνται, δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Εμπεριέχει κινδύνους και παγίδες όπως η αποσπασματικότητα και κυρίως οι μεταγενέστερες επεξεργασίες και συνειδητοποιήσεις, που εμπλέκονται στη μαρτυρία αλλοιώνοντας συχνά τις εκτιμήσεις για τα γεγονότα, καθώς ο χρόνος της γραφής διαμεσολαβείται από αυτά που ακολούθησαν, από την ύστερη γνώση. Συχνά το «τότε» χάνεται από ένα μεταγενέστερο και συνολικό «χθες». Κι εξίσου συχνά, το «τώρα» που ορίζεται από το χρόνο της γραφής επικυριαρχεί στο χρόνο της αφήγησης, στο «χθες» και στο «τότε». Στο συγκεκριμένο βιβλίο, ένας ακόμη κίνδυνος υπήρχε. Καθώς η εξιστόρηση πλέκεται από δύο αφηγητές, το ποιος μιλά, κάθε φορά, δεν είναι μόνο ζήτημα τεχνικής διαχείρισης του λόγου αλλά ισορροπίας του κειμένου και της αφήγησης. Οι συγγραφείς νομίζω ότι δεν έχασαν αυτά τα στοιχήματα. Στην αναδρομική τους εξιστόρηση, τα ομιλούντα υποκείμενα ξετυλίγουν ισόρροπα και αρμονικά το κουβάρι της προσωπικής ζωής μέχρι να φθάσουν στην κοινή πορεία, τονίζουν τα διαφορετικά βιώματα και τις συγκλίνουσες πορείες και συνομιλούν με το δικό τους γνωστό εσωτερικό διάλογο, για τις κοινές στιγμές. Διαβάζοντας το βιβλίο, ακούς και νιώθεις τις φωνές: το λιτό και αυστηρό λόγο του Νίκου, αισθάνεσαι την εκφραστικότητα, την ποιητικότητα της Αργυρώς. Είναι αυτές οι φωνές, με τις ποιότητες και τα χαρίσματα που έχει η κάθε μια, αλλά και με τη συμπληρωματικότητα που τις χαρακτηρίζει, που οργανώνουν με μαεστρία το βιβλίο τους και την αφήγησή τους. Και είναι αυτές οι ίδιες φωνές συντονισμένες στην ίδια κλίμακα και νότα, που γίνονται μια φωνή όταν η γραφή φτάσει στην ακμή της, στις κρίσιμες καμπές, στις στιγμές των μεγάλων αποφάσεων, στην ώρα της τοποθέτησης απέναντι στους άλλους και στους χρόνους του απολογισμού. Δεν πρόκειται μόνο για χάρισμα αλλά και για εμπειρία και οικείωση προς τη γραφή. Με το ψευδώνυμο Νίκος και Αργυρώ Μαδαρίτη, από τα χρόνια της παρανομίας στην Κρήτη, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στις στήλες της Επιθεώρησης Τέχνης, το 1962, με το διήγημά τους «Βάσανα και καημοί». Με το ίδιο ψευδώνυμο και διατηρώντας ως γενικό τίτλο αυτόν του πρώτου διηγήματος, εξέδωσαν στο Βουκουρέστι, το 1966, συλλογή διηγημάτων τους. Μετά τον επαναπατρισμό τους παρέδωσαν τη συλλογή διηγήσεων «Αληθινές ιστορίες. Στα βουνά της Κρήτης και στην Παρανομία» και πιο πρόσφατα τις εμπειρίες και τις σκέψεις τους για τη ζωή στη Σοβιετική Ένωση: «ΕΣΣΔ. Προσδοκίες και πραγματικότητα. Μνήμες που ποτέ δεν σβήνουν». Καταστάλαγμα λοιπόν, και αυτών των αναζητήσεων ως προς τη γραφή και τους μηχανισμούς της, το σημερινό βιβλίο συμπυκνώνει με άλλο ύφος και σε άλλη έκταση στοιχεία και θέματα οικεία, δουλεμένα και προσφιλή. Οι αναμνήσεις και οι μαρτυρίες διαπλέκονται με την Ιστορία σε μια λεπτή ισορροπία και αποτυπώνουν τις σαφείς διαστάσεις του «χθες» και την αμεσότητα του «τότε». Το «τώρα», με τις διευκρινίσεις και τις επεξεργασίες του, χωρίς ακροβατισμούς, τοποθετείται σ’ ένα άλλο επίπεδο, σε μια συχνά παράλληλη ανάγνωση. Παιδί 2 χρόνων, ο Νίκος, προσφυγόπουλο, έφτασε με την οικογένειά του στην Κρήτη, στο Βαμβακόπουλο και πολιτογραφήθηκε Κρητικός. Ο πόλεμος και η γερμανική κατοχή τον βρίσκουν νιόφερτο στην Αθήνα, φοιτητή στην Ανωτάτη Εμπορική. Δεν έμελλε, όπως και τόσοι άλλοι, να την τελειώσει ποτέ. Το πτυχίο των Οικονομικών Επιστημών θα το έπαιρνε είκοσι πέντε χρόνια αργότερα στην Τασκένδη. Στο μεσοδιάστημα, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι μια εικοσιπενταετία και πολύ περισσότερο η συγκεκριμένη, που συντάραξε όχι μόνο την Ελλάδα αλλά ολόκληρο τον κόσμο, αφιέρωσε κυριολεκτικά την ύπαρξή του -και δεν ήταν ο μόνος- στον πιο αγνό σκοπό. Από το καλοκαίρι του 1941, όταν μ’ ένα σαπιοκάικο κατάφερε να ξαναβρεθεί στα Χανιά, υπηρέτησε απλά, όπως μας λέει ο ίδιος, το όραμά του, «που μπορεί να μη βρήκε ως τώρα δικαίωση», αλλά συνεχίζει να αποτελεί τη μοναδική ελπίδα για την πορεία της ανθρωπότητας».

Στο μάτι του κυκλώνα

Η περιπέτεια αρχίζει με την ένταξη στο ΚΚΕ στην κατοχή και με το φούντωμα των αντιστασιακών οργανώσεων στο νησί. Η δράση πυκνώνει όσο προχωρεί ο χρόνος, όσο διευρύνονται τα καθήκοντα και οι δεσμεύσεις αλλά και όπως μεγαλώνουν οι προσμονές για την επόμενη μέρα, την απελευθέρωση, που για την Κρήτη καθυστερεί. Γιατί, αν η Ελλάδα ελευθερώθηκε και συνταράσσεται από τα Δεκεμβριανά, οι Γερμανοί δεν θα εγκαταλείψουν τα Χανιά παρά τον Ιούλιο του 1945, για να μεταφερθεί κι εκεί, με τις όποιες ιδιαιτερότητες, το μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας σταδιακά κλιμακούμενο οξύ πολιτικό κλίμα. Κομματικό στέλεχος του ΚΚΕ και γραμματέας του Εργατικού Κέντρου της πόλης, ο Νίκος συλλαμβάνεται τον Οκτώβριο 1946 και από το 1947 βγαίνει στο βουνό. Εκεί γνωρίζεται με την Αργυρώ, μια ΕΠΟΝίτισσα που η «ένταξη του αδελφού στο ΚΚΕ και της οικογένειας στο ΕΑΜ, την έφερε στο μάτι του κυκλώνα». «Δεν απειλούμουν μόνο απ’ τη σύλληψη και την ομηρία σε κάποιο νησί», λέει η Αργυρώ. «Εκείνοι -οι παρακρατικοί ήταν ο νόμος και η εξουσία- όποια κοπέλα ήθελαν ήταν δικιά τους. Άρπαζαν και βίαζαν, όπως βασάνιζαν και δολοφονούσαν χωρίς τιμωρία». Κόρη εύπορης οικογένειας, στο μόνο που μπορούσε να ελπίζει ήταν ένας υποχρεωτικός γάμος μ’ έναν από τους «παρακρατικούς». Έτσι, το κοριτσόπουλο προτίμησε το βουνό, στα χνάρια και κάτω απ’ τον ίσκιο του μεγάλου αδελφού. Οι βίοι έγιναν παράλληλοι στα Λευκά Όρη στη Δυτική Κρήτη μέσα στην «καταιγίδα», στο μολύβι και στο αίμα του εμφύλιου πόλεμου, σε μάχες άνισες στο οροπέδιο του Ομαλού και στο φαράγγι της Σαμαριάς: η Αργυρώ μαχήτρια του Δημοκρατικού Στρατού, ο Νίκος σε θέσεις ευθύνης και στη συνέχεια «δεύτερος» καπετάνιος μετά τη Βαγγελιώ Κλάδου. Τα γεγονότα στην ηπειρωτική Ελλάδα οδήγησαν και την Κρήτη στη σύγκρουση. Μέσα στην ασφυκτική πίεση, χωρίς εφόδια και τροφή, με στηρίγματα τους βοσκούς, που κι αυτοί ξέκοβαν καθημερινά, με καταφύγια τα βράχια, τους γκρεμούς και τις σπηλιές, χωρίς περιθώριο διαφυγής και με μοναδική εναλλακτική λύση την παράδοση, οι μεγάλες απώλειες του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη ηχούν φυσιολογικές. Εκείνο που εκπλήσσει είναι το πώς ένα τμήμα του επιβίωσε, πώς επιβίωσαν αυτοί οι αντάρτες, ακόμη και μετά την ήττα και την υποχώρηση του κύριου όγκου των δυνάμεων από τη Βόρεια Ελλάδα, και ακόμη περισσότερο πώς συνέχισαν να αγωνίζονται. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες άρχιζε ένα επόμενο κεφάλαιο ζωής και δράσης: η δωδεκαετής παρανομία, «τότε που φοβόμασταν το φως της ημέρας», όπως λένε. Υπεύθυνοι για την ανασυγκρότηση παράνομων πυρήνων και στη συνέχεια των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ στα Χανιά, με τους «χαφιέδες» και τη Χωροφυλακή να καιροφυλαχτούν αναζητώντας τα ίχνη τους, κρύβονται στο Ακρωτήρι, ενώνουν τις ζωές τους, βγάζουν παράνομα έντυπα, καταφεύγουν σε στάβλους και σε θεμέλια οικοδομών και κυκλοφορούν το βράδυ με χίλιους κινδύνους κι άλλες τόσες προφυλάξεις στα Χανιά για τις απαραίτητες κομματικές επαφές. Η συνέχεια της ιστορίας, η φυγάδευση των «6 κυνηγημένων» Κρητικών το 1962 με καΐκι στην Ιταλία και από εκεί με συνδέσμους στις Ανατολικές Χώρες, η απόφαση εγκατάστασης στην Τασκένδη, είναι γνωστή γιατί, ξεπερνώντας τους ίδιους, πέρασε στη χώρα των θρύλων της Αριστεράς. Υποδειγματικοί αγωνιστές προτίμησαν να βρεθούν στη χώρα όπου πίστεψαν ότι πραγματώνεται το όραμά τους για να διαψευστούν ταχύτατα αλλά και για να γνωρίσουν τη σκληρότητα του κόμματος και τις απογοητεύσεις της διάσπασης. Καρπός της ιδιαίτερης σχέσης των δύο, το βιβλίο σέβεται τις πραγματικότητες που χαρακτήρισαν τη συγκεκριμένη εποχή, αποδέχεται τους ανθρώπους όπως ήταν και τα πράγματα όπως συνέβησαν. Απόλυτα σαφές ως προς τις απόψεις που κομίζει, δεν καταγγέλλει. Διέπεται από την ανάγκη κατανόησης και την αναζητά, χωρίς να σχετικοποιεί, μέσα σε σχέσεις, από τις πλέον δεδομένες και αναμφισβήτητες στις πιο απόμακρες και αμφισβητήσιμες. Πραγματεύεται πρωτίστως τους διάφορους τύπους σχέσεων στα διαφορετικά τους επίπεδα. Ιστορία και ταυτόχρονα ανεκτίμητη πηγή για την Ιστορία, το εγχείρημα των Κοκοβλήδων, που διατρέχει 40 χρόνια της σύγχρονης Ιστορίας μας, δεν αποτιμά συνολικά την πορεία της Αριστεράς, δεν εστιάζει στα προβλήματα και στα λάθη της, δεν αποδίδει ευθύνες και δεν αναζητά ενόχους. Ασχολείται με τον άνθρωπο, στις μεγάλες και λιγότερο στις μικρές του στιγμές, με τα συναισθήματα και με τις ανθρώπινες σχέσεις. Πραγματεύεται τη σχέση με το Κόμμα και το αίσθημα καθήκοντος, με το χρέος και την κομματικότητα. Καθρεφτίζει τη σχέση με τη φύση και με τον τόπο, με την Κρήτη, από τις γαλήνιες στις πιο τραχιές μεταλλάξεις της. Τέλος, αναζητά τη σχέση των ανθρώπων με την ίδια την Ιστορία τους.

ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Ελευθεροτυπία ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 16/05/2003

Η ιστορία εν συντομία …
ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ

22 Ιουνίου 1962. Ένα μικρό κότερο αναχωρεί από τη Γλυφάδα με προορισμό την περιοχή του Οτράντο, στη Νότια Ιταλία. Ενας γέρος ναυτικός και ο γιός του φυγαδεύουν παράνομα 4 άνδρες και 2 γυναίκες.
Οι παράνομοι, επικηρυγμένοι, αντάρτες Νίκος Κοκοβλής, Παγώνα Κοκοβλή (αδερφή του Νίκου), Αργυρώ Πολυχρονάκη, Σταμάτης Μαριόλης, Γιάννης Λιονάκης και Κωστής Λιονάκης (αδερφός του Γιάννη), αφού κρύβονταν για 15 περίπου χρόνια στο Νομό Χανίων, στη Δυτική Κρήτη, έφευγαν από την Ελλάδα με εντολή του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η αναχώρησή τους, ήταν ο ελληνικός επίλογος μιας απίστευτης προσπάθειας επιβίωσης, σε μια πολύ μοναχική διαδρομή που ξεκινούσε με το τέλος του Εμφυλίου στην Κρήτη.
Στην Κρήτη ο Εμφύλιος πόλεμος άρχισε τον Απρίλιο του ’47, ένα χρόνο σχεδόν αργότερα από τη υπόλοιπη Ελλάδα και τέλειωσε ένα χρόνο νωρίτερα από τη συντριβή των ανταρτών στο Γράμμο (’49).
Στην Ανατολική Κρήτη, η εξολόθρευση των ανταρτών έγινε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στη Δυτική Κρήτη, την άνοιξη του 48, γύρω στους 300 αντάρτες, με 13 γυναίκες ανάμεσα τους, συγκεντρώθηκαν στην ελεύθερη περιοχή του Ομαλού. Το μέλλον τους κρίθηκε στη μάχη της Σαμαριάς, τον Ιούνιο του ’48.
Από τη μάχη της Σαμαριάς γλύτωσαν περίπου 100 αντάρτες. Ένα χρόνο μετά, είχαν μείνει καμιά 40αριά, σε όλες τις επαρχίες του Ν. Χανίων. Διασκορπισμένοι και ακέφαλοι, κρύβονταν κυρίως στα Λευκά Ορη, τις Μαδάρες, όπως τα αποκαλούν οι ντόπιοι. Όταν καταφέρνουν να συγκεντρωθούν, τον Απρίλιο του ’49 στις Χώσες, τη θέση των σκοτωμένων αρχηγών, Τσιτήλου και Μακρυδάκη, παίρνουν η Βαγγελιώ Κλάδου και ο Νίκος Κοκοβλής.
Τέλος Αυγούστου του ’49. Ήττα του Δημοκρατικού Στρατού. Όσοι αντάρτες επέζησαν και δεν αιχμαλωτίστηκαν υποχωρούν στις γειτονικές Λαϊκές Δημοκρατίες. Όμως από την Κρήτη δεν μπορούν να φύγουν. Εγκλωβισμένοι στα Λευκά Όρη, οι αντάρτες που έχουν απομείνει, κρύβονται σε απόκρημνες σπηλιές, σε καταφύγια, σε δύσβατα μέρη. Ο ένας μετά τον άλλο σκοτώνονται ή συλλαμβάνονται.
Γύρω στο ’50 έχουν μείνει 14. Ανάμεσα τους και τα βασικά πρόσωπα της ταινίας μας, οι 6 αντάρτες που διέφυγαν το ’62 στην Ιταλία. Για να επιβιώσουν διασκορπίζονται. Ο Νίκος Κοκοβλής και η Αργυρώ Πολυχρονάκη, από τις σπηλιές του Αποκόρωνα όπου κρύβονταν αρχικά, θα περάσουν με βάρκα απέναντι, στη χερσόνησο του Ακρωτηρίου. Στόχος τους η ευκολότερη πρόσβαση στην πόλη των Χανίων και η ανασυγκρότηση των παράνομων κομματικών οργανώσεων.
Εδώ, θα βρουν ασφαλή κρυψώνα, στον Κυριάκο Στρατηγάκη, έναν ντόπιο χωρικό που ζει με τη γυναίκα του Γεωργία και τα 3 ανήλικα παιδιά τους στο χωριόΠλακούρες. Είναι πρόσωπο απολύτου εμπιστοσύνης και θα δεχτεί να τους φιλοξενήσει για λίγες ημέρες στο στάβλο του, τον Τρουλίτη. Σιγά, σιγά ο στάβλος και ο γειτονικός βόθρος, θα μετατραπούν από τον Κυριάκο και τη Γεωργία σε απρόσιτη κρυψώνα και οι λίγες ημέρες φιλοξενίας θα γίνουν τελικά 12 ολόκληρα χρόνια σε συνθήκες τρομακτικής δυσκολίας και κινδύνων. Με βάση αυτή την κρυψώνα ο Νίκος και η Αργυρώ θα ξεκινήσουν τις επαφές τους στην πόλη των Χανίων και την ανασυγκρότηση των παράνομων κομματικών οργανώσεων.
Ο Γιάννης Λιονάκης, η μετέπειτα γυναίκα του Παγώνα Κοκοβλή (αδερφή του Νίκου) και ο αδερφός του Κωστής Λιονάκης, θα παραμείνουν στις σπηλιές του Αποκόρωνα, αλλά και σε άλλα καταφύγια της περιοχής, δημιουργώντας και αυτοί τον παράνομο μηχανισμό τους και κάνοντας πολιτική δουλειά με τον κόσμο της επαρχίας.
Ο Σταμάτης Μαριόλης θα καταφύγει στην Κίσαμο όπου με αφετηρία τα Παλιά Ρούματα, έκανε πολιτική δουλειά σε όλη την επαρχία, ανασυγκροτώντας τις παράνομες κομματικές οργανώσεις.
Το κυνήγι των παρανόμων συνεχίζεται αμείωτα όλη τη δεκαετία του 50. Το 1958 έχουν μείνει 8. Οι υπόλοιποι έχουν σκοτωθεί ή συλληφθεί. Η ΕΔΑ, γίνεται αξιωματική αντιπολίτευση και οι παράνομοι παίρνουν εντολή από το Κόμμα, να φύγουν στο εξωτερικό. Οι 6 από αυτούς θα μεταβούν σταδιακά στην Αθήνα και από εκεί θα οργανώσουν τη διαφυγή τους αρχικά στην Ιταλία.
Πίσω τους, στην Κρήτη, έμεναν 2 ακόμα αντάρτες από την ίδια κάποτε αρχική ομάδα : ο Γιώργης Τζομπανάκης και ο Σπύρος Μπλαζάκης. Δεν ακολούθησαν. Μένουν και κρύβονται. Θα εμφανιστούν το 75, μετά τη μεταπολίτευση, αφού αμνηστευθούν ….
Οι 6 παράνομοι αναχωρούν το 1962, από τη Γλυφάδα. Από εδώ, με τη βοήθεια Ιταλών συντρόφων, διέφυγαν στη Βουδαπέστη και από εκεί, έφτασαν στην Τασκένδη της Σοβιετικής Ένωσης όπου έμειναν 14 χρόνια. Εδώ απέκτησαν τα παιδιά τους, σπούδασαν, εργάστηκαν, διαφώνησαν με το επίσημο Κόμμα το 1968 και πλήρωσαν ακριβά τις συνέπειες των απόψεων τους. Επαναπατρίστηκαν όλοι τους το 1976, διαγραμμένοι από το Κόμμα.
Η ταινία ντοκιμαντέρ ξεκίνησε, με αφορμή το βιβλίο ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή, που ένα μέρος του περιγράφει τα παραπάνω γεγονότα, αλλά το ίδιο το βιβλίο εκτείνεται χρονολογικά σε πολύ μεγαλύτερη περίοδο.
Εμείς εστιάζουμε το ενδιαφέρον μας και παρακολουθούμε τη διαδρομή των 6 παράνομων ανταρτών μόνο για τη χρονική περίοδο από τη μάχη της Σαμαριάς (1948) έως την αναχώρηση τους στην Ιταλία ( 1962). Οι 3 απ΄αυτούς ζουν (Νίκος & Αργυρώ Κοκοβλή, και Γιάννης Λιονάκης) και αποτελούν τα κεντρικά πρόσωπα του ντοκιμαντέρ.
Η ταινία διερευνά το «θαύμα» της αντοχής των τσακισμένων υπολειμμάτων του Δημοκρατικού Στρατού, μετά τον Εμφύλιο, στη Δ. Κρήτη και την αυτοθυσία των απλών ανθρώπων που τους τροφοδοτούσαν και τους έκρυβαν τόσα χρόνια.
Πώς και γιατί «οι πρωταγωνιστές» άντεξαν αυτά τα βάσανα, κυνηγημένοι από πολυάριθμους, πάνοπλους και φανατισμένους κυνηγούς, μέσα στις σπηλιές των βουνών και της θάλασσας, στους στάβλους, στους βόθρους, σε κρύπτες κάτω από τα θεμέλια των σπιτιών, νηστικοί και διψασμένοι, γυμνοί και ξυπόλυτοι, παγωμένοι και άρρωστοι ;
Πώς και γιατί, ενώ όλα τα σκιάζει η φοβέρα, οι «αφανείς», οι απλοί άνθρωποι, άνοιγαν μαζί με τη ψυχή τους και τα σπίτια τους για να δεχτούν τους κυνηγημένους, να τους κρύψουν, να τους ταΐσουν και να τους βοηθήσουν στον αγώνα ;
Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που απασχολούν την ταινία.
Οι «πρωταγωνιστές» και οι «αφανείς», αυτής της ιστορίας, εξ ίσου λαμπροί, φωτεινοί και δυσεύρετοι, είναι η ενσάρκωση και τα σύμβολα ενός αγώνα που για να ξεπεράσει αυτές τις απίστευτες δυσκολίες, δεν φτάνει μονάχα η πίστη σε κάποια ιδεολογία, όσο ανώτερη κι αν είναι. Απαιτείται κάτι πολύ περισσότερο : μια βαθιά προσήλωση στον ίδιο τον άνθρωπο, και στην αξιοπρέπειά του. Και αυτό είναι το θέμα της ταινίας ….

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s