«Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΣΤΗΣ» 1928 ΤΟΥ ΜΠΑΣΤΕΡ ΚΙΤΟΝ | Από 16.8.2012 Στους Κιν/Φους ΑΠΟ THN NEW STAR

o kinimatografistis_POSTER gr

Η NEW STAR ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟ ΚΛΑΣΙΚΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ

ΤΟΥ ΜΠΑΣΤΕΡ ΚΙΤΟΝ

«Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΣΤΗΣ»

Η.Π.Α.- 1928 – 69′-Ασπρόμαυρη (Βωβός κινηματογράφος)

Η τελευταία μεγάλη κωμωδία του Μπάστερ Κίτον

Με τις ανεπανάληπτες ερμηνείες των

Έντουαρτ Σέντγουϊκ & Μπάστερ Κίτον

Μια απ’ τις πιο συγκινητικές ερμηνείες

του αξεπέραστου κωμικού

Κλασικός Μπάστερ Κίτον,

με άφθονα γκαγκς, επινοητικές συλλήψεις στην πλοκή και μια ευγενική ερωτική ιστορία στο επίκεντρο.

ΑΠ0 16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ ΑΠΟ THN NEW STAR

«Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΣΤΗΣ»

Η.Π.Α. – 1928 – Ασπρόμαυρη (Βωβός κινηματογράφος)

Σκηνοθεσία: Έντουαρτ Σέντγουϊκ & Μπάστερ Κίτον Σενάριο: Κλάιντ Μπρούκμαν & Λιού Λίπτον Πρωταγωνιστούν: Μπάστερ Κίτον, Μαρσελίν Ντέι, Χάρολντ Γκούντγουϊν.

o kinimatografistis 1

Είναι ένα από τα τελευταία φιλμ της κλασσικής περιόδου του Μπάστερ Κίτον πριν την έλευση του ομιλούντος κινηματογράφου. Ο «αγέλαστος κωμικός» είναι εδώ ο Λιούκ Σάνον, ένας φωτογράφος που είναι ερωτευμένος με την Σάλι, μια όμορφη γραμματέα των κινηματογραφικών στούντιο MGM. Για να την κάνει να τον προσέξει, αποφασίζει να γίνει cameraman στην εταιρεία ώστε να είναι πιο κοντά της. Όμως με την κινηματογραφική κάμερα στα χέρια είναι εντελώς αδέξιος και κάνει συνεχώς λάθη, με αποτέλεσμα να υπάρχουν ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα. Ό,τι προσπαθεί να κάνει καταλήγει σε φιάσκο, έτσι σκέφτεται άλλους τρόπους για να πλησιάσει την Σάλι…

Η χρυσή εποχή του βωβού κινηματογράφου έμελλε να κρατήσει λίγο, όμως το κοινό μπόρεσε να απολαύσει κάποιους σπουδαίους καλλιτέχνες. Ο Μπάστερ Κίτον υπήρξε μια από τις κορυφαίες μορφές του βωβού, προσφέροντας άφθονο γέλιο αν και κανείς θεατής δεν είδε τον ίδιο να γελά.

Διάρκεια: 69′
Γλώσσα: Αγγλικά
Χώρα: Η.Π.Α.
Εταιρεία Διανομής: New Star
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 16/08/2012

Που παίζεται:
Θησείο – Ψυρρή – Πετράλωνα – Γκάζι
Λαΐς (θερινό)

(ταράτσα Ταινιοθήκης της Ελλάδος) Ιερά Οδός 48 & Μεγ.Αλεξάνδρου 134-136 (ΜΕΤΡΟ Κεραμεικός), 210 3609695.
Γενική Είσοδος: € 7,00 / Φοιτ.-Παιδ.-Ατέλειες-Άνεργοι-65+: € 4,00.
Ώρες Προβολών: 21:00, 23:00

“ Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΣΤΗΣ ”

του Βασίλη Ραφαηλίδη

Ο Μπάστερ Κίτον μπροστά από την κάμερα του συν-σκηνοθέτη Έντουαρντ Σέντγουϊκ δίνει μια από τις ξεκαρδιστικότερες παραστάσεις του.

Όταν ήρθε η εποχή που ο κινηματογράφος απέκτησε φωνή, ο Μπάστερ Κίτον άρχισε να σιωπά… Αυτός που πρόσφερε τόσα στο σινεμά πέθανε φτωχός και ξεχασμένος.

Ο Μπάστερ Κίτον δεν είναι ούτε ιδιαίτερα γνωστός ούτε ιδιαίτερα αγαπητός στο πλατύ κοινό, παρά την έξω από κάθε αμφισβήτηση αξία του ως του πιο πηγαίου και του πιο κινηματογραφικού κωμικού του κινηματογράφου: η σύγκριση με τον ομότεχνό του Τσάρλι Τσάπλιν απέβαινε σχεδόν σχεδόν πάντα εισ βάρος του, μέχρι το 1960 περίπου, όταν άρχισε μια προσεκτικότερη και συστηματικότερη μελέτη του πρωτότυπου στιλ του και της σύνθετης προβληματικής του – μελέτη που αντέστρεψε την αξιολόγηση: σήμερα σχεδόν κανείς μελετητής του κινηματογράφου δεν αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία του Μπάστερ Κίτον .

Τα βασικά χαρακτηριστικά του κωμικού του Κίτον είναι μια απίστευτης ακρίβειας σύνθετη και πολύπλοκη κίνησή του μέσα σ’ ένα χώρο αδρανών γεωμετρικών σχημάτων, γεμάτο ετεροκλήσεις, άμορφες και, κυρίως, τυχαίες κινήσεις. Δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως ο Κίτον είναι είδος μανιακού γεωμέτρη που προσπαθεί να επιβάλει τους νόμους της δικής του πολυδιάστατης γεωμετρίας μέσα στο απειροδιάστατο χάος που τον περιβάλλει .

Αμετάθετος στόχος της κίνησης του Κίτον μέσα στο χώρο είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, η κατάργηση των φυσικών νόμων – αλλά οι νόμοι αυτοί τελικά επιβάλλονται, χωρίς ωστόσο να εξουδετερώνουν τον μόνιμα εξεγερμένο κοντό ανθρωπάκο που βγαίνει θριαμβευτής μέσα από κάθε σύγκρουση.

Σε τελική ανάλυση, οι κινήσεις τπθ Κίτον είναι κινήσεις εκκρεμούς που περνάει μόνιμα από μια σταθερή κατάσταση ισορροπίας σε μια πρόσκαιρη κατάσταση ανισορροπίας. Τούτο ακριβώς το συνεχές πέρασμα από την ισορροπία στην ανισορροπία – και αντίστροφα – δημιουργεί στον θεατή μια κατάσταση ευφορίας που καταλήγει σε τρανταχτό γέλιο.

Ένα τέτοιο στιλ μαθηματικού, θα λέγαμε, κωμικού είναι πάρα πολύ απομακρυσμένο τόσο από τον παραδοσιακό ουμανισμό που επικαλείται συνεχώς την συμπάθεια του θεατή για τον «πάσχοντα» κωμικό όσο και από την κοινωνιολογία, την ψυχολογία και, βέβαια, τη μεταφυσική που, που εντούτοις, δεν το εμοδίζει να βάζει σε λειτουργία όλα τα παραπάνω, λειτουργώντας ως καταλύτης.

Όντας πολυεπίπεδο και αρμονικό, το κωμικό του Κίτον είναι, πριν από κάθε τι, όμορφο. Και όπως είναι γνωστό, η ομορφιά, η χάρις και η κομψότητα δύσκολα συμβιβάζονται με το γκροτέσκο και το χιουμοριστικό. Εντούτοις, ο μεγάλος Κίτον παραμένει ξεκαρδιστικά κωμικός παρά την υπέρτατη κομψότητα της κάθε του κίνηση. Κάτι ανάλογο, κανείς κωμικός δεν το πέτυχε ποτέ.

Για να αποφύγει ο Κίτον το γκροτέσκο ή φαρσικό κωμικό που γίνεται φανερό κυρίως με την έκφραση του προσώπου, κρατάει το δικό του πρόσωπο απολύτως ασύσπαστο, αχρηστεύοντας έτσι το βασικότερο «εργαλείο» έκφρασης κάθε ηθοποιού. Τούτη η μαρμάρινη παγερότητα του προσώπου του ήταν η αιτία να του κολλήσουν εντελώς άστοχα το παρατσούκλι «ο αγέλαστος κωμικός».

Γιατί αυτός αυτό που θέλει να αποφύγει ο Κίτον, δεν είναι το γέλιο ή το χαμόγελο, αλλά η έκφραση συναισθημάτων – μια έκφραση που θα τον οδηγούσε κατευθείαν στον ψυχολογισμό, ο οποίος του είναι εντελώς ξένος και άχρηστος.

Ωστόσο, σ’ αυτό το απόλυτα ασύσπαστο πρόσωπο κινούνται δαιμονικά δύο πελώρια μάτια που, ως περισκόπιο, ερευνούν ακατάπαυστα τον γύρω κόσμο, ο οποίος δεν είναι ούτε εχθρικός ούτε φιλικός. Ή, καλύτερα που είναι και τα δύο, είτε ταυτόχρονα είτε σε μια γρήγορη αλληλοδιαδοχή.

Εδώ ακριβώς έχει την ρίζα του και το περιβόητο «διπλό γκαγκ» του Κίτον, που δεν το πέτυχε τόσο σωστά κανείς άλλος κωμικός και που μοιάζει με τη διπλή του ακροβάτη: το οπτικό κωμικό εύρημα – στην κινηματογραφική ορολογία το λέμε γκαγκ – πριν καν εξαντληθεί, ακολουθείται αλυσιδωτά από έναν δεύτερο, ριζικά διαφορετικής έννοιας από το πρώτο. Έτσι, ‘οτι καταστρέφεται στο πρώτο, αποκαθίσταται στο δεύτερο – και το αντίστροφο. Είναι εκπληκτικό να διαπιστώνει κανείς στον Κίτον μια εμπειρική μεν, αλλά τόσο σωστή γνώση βασικών εννοιών της διαλεκτικής

Ο ΚΑΜΕΡΑΜΑΝ ( ελληνικός τίτλος Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΣΤΗΣ ), ταινία γυρισμένη το 1928, παραμένει μια απάτητη κορυφή του κινηματογραφικού κωμικού. Στη βάση ενός στοιχειώδους θέματος – ένας κοινός φωτογράφος που γίνεται καμεραμάν κατά λάθος, χάρις στον ‘ερωτά του για μια γραμματέα κινηματογραφικής εταιρείας -, ο Κίτον στήνει έναν πύργο ιδιοφυών ευρημάτων που διαδέχεται το ένα τ’ άλλο με καλπαστικό ρυθμό, και κρατάει το θεατή σε μια κατάσταση συνεχούς ευφορίας: μέχρι που να προλάβει να γελάσει, ένα δεύτερο εύρημα έρχεται να εξουδετερώσει το πρώτο, ένα τρίτο το δεύτερο και έτσι μέχρι το τέλος. Κι όλα αυτά χωρίς την επικουρία του λόγου και χωρίς την ευκολία της επίκλησης των συναισθημάτων του θεατή, όπως στον Τσάπλιν.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ

» Το Βήμα «, 23/12/1975

o kinimatografistis 2

The Cameraman: Ο σιωπηλός ήχος Του Chris Edwards.

Όσο περισσότερα πράγματα και γεγονότα γνωρίζουμε για τη ζωή ενός καλλιτέχνη, τόσο μπαίνουμε στον πειρασμό να βρούμε τους τρόπους με τους οποίους εκφράζεται στην εργασία του. Αυτό βέβαια μπορεί να μας πάει πολύ μακριά. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι ο Μπάστερ Κίτον είχε υπογράψει το 1928 μια συμφωνία με την MGM για καλλιτεχνική ελευθερία έναντι χρηματικής ασφάλειας, η οποία αποδείχτηκε καταστροφική για τον ίδιο. Είναι επίσης γνωστό ότι η συμφωνία αυτή κατέστρεψε, εκτός από την καριέρα του, τον γάμο του αλλά και την ψυχική του ηρεμία για κάποια χρόνια. Ίσως λοιπόν θα έπρεπε να εστιάσουμε σε κάποια στιγμιότυπα από τις ταινίες της MGM που απεικονίζουν τον εσωτερικό πόνο του καλλιτέχνη, όπως τα καλλιτεχνικά έργα τείνουν να κάνουν.

Είναι όμως αυτό αλήθεια; Ή μήπως πρόκειται για κάτι κατασκευασμένο, το οποίο σκέπτονται μόνο όσοι βλέπουν τα πράγματα από έξω; Κάτι τέτοιο συχνά είναι κακή τέχνη και όχι μια αριστουργηματική απεικόνιση του πόνου. Για παράδειγμα: το φιλμ του Κίτον «Spite Marriage» που έκανε για την MGM είναι από τα χειρότερα φιλμ του βωβού σινεμά. Όμως ο «Κινηματογραφιστής» είναι μια από τις καλύτερες.

Ας παρακολουθήσουμε τα γκαγκς από αυτή την ταινία: Ο Μπάστερ άλλοτε πάει πέρα-δώθε από τις καταιγίδες, άλλοτε τρώει τη βροχή, τα βαρέλια πέφτουν πάνω του θάβοντάς τον, και πολλά άλλα. Πώς θα μπορούσε να αισθάνεται ο Μπάστερ με όλα αυτά;

Ο «Κινηματογραφιστής» είναι η ταινία που ο Μπάστερ Κίτον ένιωθε πιο πιεσμένος από κάθε άλλη ταινία του: ένιωθε χάλια. Ο χαρακτήρας που υποδύεται, ένας ασήμαντος φωτογράφος του δρόμου, ώσπου κάποια στιγμή βλέπει μέσα από τη μηχανή του μια όμορφη κοπέλα και ο έρωτας τον χτυπάει κατακέφαλα. Όμως η κοπέλα έχει φύγει, υπάρχει μόνο στο χαρτί, κι ο Μπάστερ συνεχίζει να είναι μόνος. Η σκηνή αυτή είναι σπουδαία: η Σάλι (η κοπέλα της φωτογραφίας) τον κάνει να ξεφύγει από την ασήμαντη ζωή του για να κερδίσει την αγάπη της. Όταν μαθαίνει ότι είναι γραμματέας σε κινηματογραφική εταιρεία, αγοράζει μια κάμερα και προσπαθεί να γίνει κινηματογραφιστής. Όλη αυτή του η προσπάθεια θα τον οδηγήσει σε απίστευτες γκάφες και αξέχαστα γκάγκς, που μόνο με αυτά του «Στρατηγού» θα μπορούσαν να συγκριθούν (και εκεί – παρεμπιπτόντως – όλα τα κάνει πάλι για μια γυναίκα).

Όλες αυτές οι ξεκαρδιστικές σκηνές απομονώνουν τον θεατή από την πραγματική θλίψη.

Ο Μπάστερ πιέζεται διότι κινδυνεύει να χάσει την Σάλι, η οποία, εκτός από αξιαγάπητη, δείχνει να τον θέλει πραγματικά. Όταν λοιπόν αυτό δεν φαίνεται εφικτό, τότε πιέζεται ψυχικά και ο θεατής. Αυτό είναι το χιούμορ του Κίτον: πικρό και κυνικό.

Σαρκαστικό και ειρωνικό. Δεν σε αφήνει να γελάσεις με την ψυχή σου, είναι ένα είδος χαρμολύπης.

Αν και ο Κίτον πάντοτε προετοίμαζε επιμελώς τις σκηνές του στις ταινίες, ωστόσο στον «Κινηματογραφιστή» φαίνεται ότι σε κάποιες σκηνές αυτοσχεδιάζει, ιδιαίτερα στη σκηνή με το μπέιζμπολ. Ίσως αυτό να το έκανε για να εκτονωθεί από την πίεση του στούντιο, ίσως όμως και όχι. Όπως και να έχει, πρόκειται για σκηνές ανθολογίας, με την κάμερα να έχει σχεδόν ακινητοποιηθεί για να κάνει ο Κίτον τα κόλπα του. Άλλο ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του φιλμ είναι τα δραματικά close-up, όπως π.χ. στη σκηνή της θύελλας ή στην σκηνή της πισίνας. Οι σκηνές αυτές είναι μεν αστείες, όμως η αγωνία υπάρχει σε ένα δεύτερο επίπεδο, αφού το διακύβευμα είναι πάντα η αγάπη της Σάλι, που παραμένει κάθε άλλο παρά σίγουρη. Ως τελικό συμπέρασμα μπορούμε να πούμε ότι ο «Κινηματογραφιστής» είναι μια σύνθετη, ανθρώπινη ταινία. Το στενάχωρο είναι πως είναι η αρχή του τέλους για τον μεγάλο κωμικό.

95b50/huch/2755/23

Μπάστερ Κίτον (1895 – 1966)

Ο Τζόζεφ Φρανκ «Μπάστερ» Κίτον VI (γεννημένος στις 4 Οκτωβρίου 1895) ήταν ένας σπουδαίος κωμικός, γνωστός κυρίως για τις «βωβές» του ταινίες, με το «σήμα κατατεθέν» του να είναι η κωμωδία με κινήσεις του σώματος, διατηρώντας, όμως, μια στωική αγέλαστη έκφραση, κερδίζοντας, έτσι το παρατσούκλι «Το Μεγάλο Πέτρινο Πρόσωπο».

Ο Κίτον γεννήθηκε σε μια «βαριετέ» οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο Joseph Hallie Keaton , γέννημα-θρέμμα της επαρχίας Vigo County στην Ιντιάνα. Ο Τζο Κίτον είχε ένα περιπλανώμενο θίασο μαζί με το Χάρρυ Χουντίνι, το Mohawk Indian Medicine Company, που ενώ δινόταν μια παράσταση, πίσω από τη σκηνή πωλούνταν φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα. Ο Μπάστερ Κίτον γεννήθηκε στην Πικούα του Κάνσας, τη μικρή πόλη όπου έτυχε να βρίσκεται η μητέρα του, Myra Edith Cutler, την ώρα του τοκετού. Σε ηλικία τριών ετών ο Κίτον μπήκε στο χώρο του θεάματος, παίζοντας με τους γονείς του στους «Τρεις Κίτον» (The Three Keatons). Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη σκηνή το 1899 στη πόλη Wilmington της πολιτείας Delaware.

Το Φεβρουάριο του 1917, ο Κίτον συνάντησε το Ρόσκο «Φάττυ» Άρμπακλ στα στούντιο Talmadge στη Νέα Υόρκη, όπου ο Άρμπακλ είχε υπογράψει συμβόλαιο με τον παραγωγό Τζόζεφ Μ. Σενκ. Ο Τζο Κίτον αποδοκίμαζε τις ταινίες και ο Μπάστερ είχε τις επιφυλάξεις του για το μέσο. Κατά τη διάρκεια της πρώτης συνάντησης του με τον Άρμπακλ, ζήτησε να δανειστεί μια κάμερα για να μάθει πώς λειτουργεί. Πήρε την κάμερα στην δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έμενε, την αποσυναρμολόγησε και την επανασυναρμολόγησε. Έχοντας κατανοήσει τη μηχανική του κινηματογράφου, επέστρεψε την επόμενη μέρα, με την κάμερα στο χέρι, ζητώντας δουλειά.

Προσελήφθη ως συμπρωταγωνιστής και συντάκτης κωμικών ατακών, κάνοντας την πρώτη του εμφάνιση στην ταινία The Butcher Boy. Ο Κίτον ισχυρίστηκε πως έγινε σύντομα βοηθός σκηνοθέτη του Άρμπακλ και ολόκληρου του τμήματος συγγραφής κωμικών διαλόγων. Ο Κίτον και ο Άρμπακλ έγιναν στενοί φίλοι. Μετά την επιτυχημένη συνεργασία του Κίτον με τον Άρμπακλ, ο Σενκ τού έδωσε μια δική του μονάδα παραγωγής, την Buster Keaton Comedies.

Έκανε μια σειρά από κωμωδίες μικρού μήκους, όπως το

«Μια Εβδομάδα» (One Week,1920),

«Το Θέατρο» (The Playhouse,1921),

«Μπάτσοι» (Cops,1922) και

«The Electric House» (1922).

Βασιζόμενος στην επιτυχία αυτών των ταινιών μικρού μήκους, ο Κίτον μεταπήδησε στις ταινίες μεγάλου μήκους.

Ο κριτικός κινηματογράφου Ντέηβιντ Τόμσον αργότερα περιέγραψε το ύφος κωμωδίας του Κίτον: «Ο Μπάστερ, απλά ένας άνθρωπος που κλίνει προς μια πίστη σε τίποτα άλλο εκτός από τα μαθηματικά και τον παραλογισμό…σαν έναν αριθμό που πάντα ψάχνει τη σωστή εξίσωση. Κοίταξε το πρόσωπό του-τόσο όμορφο αλλά καθόλου ανθρώπινο σαν πεταλούδα-και βλέπεις αυτή την απόλυτη αποτυχία να διακρίνεις κάποιο συναίσθημα.»

Εκτός από το Steamboat Bill Jr.-1928, στις πιο διαχρονικές ταινίες μεγάλου μήκους του Κίτον περιλαμβάνονται οι:

«Η Φιλοξενία Μας» (Our Hospitality,1923),

«Ο Θαλασσοπόρος» (The Navigator,1924),

«Σέρλοκ ο νεότερος» (Sherlock Jr.,1924),

«Επτά Ευκαιρίες» (Seven Chances,1925),

«Ο Κινηματογραφιστής» (The Cameraman,1928) και

«Ο Στρατηγός» (The General,1927).

Ο Κίτον υπέγραψε με την MGM το 1928, μια επαγγελματική απόφαση που αργότερα θα αποκαλούσε τη χειρότερη της ζωής του. Συνειδητοποιήσε πολύ αργά πως το σύστημα που ακολουθούσε η MGM θα ήταν πιο περιοριστικό από την ελευθερία στην οποία είχε συνηθίσει, περιορίζοντας αυστηρά την καλλιτεχνική του έκφραση. Ήταν υποχρεωμένος να προσκολλάται σε σενάρια που ήταν φορτωμένα με διαλόγους. Για πρώτη φορά ο Κίτον αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει κασκαντέρ κατά τά γυρίσματα κάποιων επικίνδυνων σκηνών, αφού η MGM ήθελε να προστατεύσει την επένδυσή της. Σταμάτησε,επίσης, να σκηνοθετεί αλλά συνέχισε να παιζει και έκανε για την εταιρία μερικές από τις πιο επιτυχημένες οικονομικά ταινίες του. Η MGM προσπάθησε να ενώσει επαγγελματικά τον λακωνικό Κίτον με τον θορυβώδη Τζίμυ Ντουράντ σε μια σειρά ταινιών The Passionate Plumber, Μίλα Ελευθερα (Speak Easily) και What! No Beer?. Η τελευταία θα ήταν η τελευταία εμφάνισή του ως πρωταγωνιστής. Οι ταινίες αποδείχτηκαν δημοφιλείς.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν εποχή καλλιτεχνικής πτώσης. Ο Κίτον εμφανιζόταν σε δευτεροκλασάτες ταινίες μόνο για τα χρήματα. Εμφανίστηκε, επίσης, σε μια κωμική σκηνή για δύο αδέξιους μουσικούς, στην ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν Τα Φώτα της Ράμπας(Limelight,1952). Τα Φωτα της Ράμπας αποτελούν τη μοναδική φορά στην οποία η δύο επιφανέστεροι γίγαντες της βωβής κωμωδίας θα εμφανιζόντουσαν μαζί στη μεγάλη οθόνη.

Ο Κίτον πέθανε την 1 Φεβρουαρίου 1966 από καρκίνο του πνεύμονα στο Woodland Hills της Καλιφόρνια σε ηλικία 70 ετών. Δεν του είπαν ποτέ πως βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο της ασθένειας, αφήνοντάς τον να νομίζει πως έχει βρογχίτιδα. Περιορισμένος σε ένα νοσοκομείο τις τελεταίες του μέρες, ο Κίτον ήταν ακούραστος και πηγαινοερχόταν συνέχεια μέσα στο δωμάτιό του. Σε ένα βρετανικό ντοκιμαντέρ για την καριέρα του, η χήρα του Ελεανόρ είπε στους παραγωγούς της Thames Television ότι ο Κίτον έπαιζε χαρτιά με φίλους του το βράδυ πριν πεθάνει…

Έντουαρντ Σέντγουϊκ (1889 – 1953)

Γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1889 στο Γκάλβεστον του Τέξας. Και οι δύο του γονείς ήσαν ηθοποιοί. Κατά την παιδική του ηλικία εμφανιζόταν στις παραστάσεις που έδιναν οι γονείς του, παίζοντας ρόλους παιδιών, όπως ήταν φυσικό. Η «καριέρα» του μικρού Έντουαρντ ως ηθοποιού σταμάτησε περίπου στην ηλικία των 7 ετών, όταν οι γονείς του τον έστειλαν στο σχολείο. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο St. Mary του Γκάλβεστον και αργότερα στην Στρατιωτική Ακαδημία του Σαν Αντόνιο. Στην αρχή σκεφτόταν να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα αλλά αργότερα συνειδητοποίησε ότι η στρατιωτική ζωή δεν του πήγαινε καθόλου, έτσι αποφάσισε να επιστρέψει στην υποκριτική, στο θίασο του πατέρα του. Όταν αργότερα ο πατέρας του αρρώστησε, ανέλαβε ο ίδιος τον έλεγχο του οικογενειακού θιάσου με μεγάλη επιτυχία. Εκείνα τα χρόνια ο κινηματογράφος άρχισε να αναπτύσσεται, έτσι ο Έντουαρντ άρχισε να εμφανίζεται σε βωβές κωμωδίες μαζί με τις δύο αδελφές του. Από το 1921 άρχισε να σκηνοθετεί: υπήρξε ο σκηνοθέτης πολλών ταινιών με ήρωα τον καουμπόι Τόμ Μίξ, που ήσαν πολύ δημοφιλής περσόνα εκείνη την εποχή. Κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’20 προσελήφθη από την MGM. Εκεί γνωρίστηκε με τον σπουδαίο κωμικό Μπάστερ Κίτον (έγιναν στενοί φίλοι, κυρίως λόγω της αγάπης αμφοτέρων για το μπέιζμπολ), τον οποίο σκηνοθέτησε σε ταινίες όπως The Cameraman, Spite Marriage, Free and Easy, Dough Boys, Parlor, Bedroom & Bath, Speak Easily, Sidewalks of New York, και What! No Beer?. Από το 1936 ο Σέντγουικ έγινε και παραγωγός των ταινιών του.

Την δεκαετία του ’40 δεν είχε πολλές ευκαιρίες να σκηνοθετήσει, αφού τα στούντιο άρχισαν να τον παροπλίζουν. Η πιο ενδιαφέρουσα σκηνοθετική δουλειά του εκείνη την περίοδο ήταν το Air Raid Wardens, με πρωταγωνιστές το κωμικό δίδυμο Λόρελ & Χάρντι (Χονδρός – Λιγνός). Τα επόμενα χρόνια ήταν στο μισθολόγιο των στούντιο χωρίς να σκηνοθετεί, ενώ κάποιες προσπάθειες να ξανασκηνοθετήσει τον – παρηκμασμένο πια – Μπάστερ Κίτον απέβη άκαρπη. Πέθανε στις 7 Μαρτίου 1953 στο Χόλιγουντ από έμφραγμα.

Μαρσελίν Ντέι (1908 – 2000)

Γεννήθηκε στο Κολοράντο Σπρίνγκς της ομώνυμης πολιτείας των Η.Π.Α. Αποφάσισε να ακολουθήσει τα βήματα της μεγαλύτερης αδελφής της Αλίς, η οποία έπαιζε σε βουβές ταινίες. Το 1924 προσελήφθη από τα Keystone Studios και έπαιξε για πρώτη φορά στην ταινία Picking Peaches, σε σκηνοθεσία του Μαξ Σένετ. Στη συνέχεια έπαιξε σε πολλές ταινίες βωβού γουέστερν, δημοφιλές είδος την δεκαετία του ’20, παίζοντας στο πλάι σημαντικών ηθοποιών, όπως ο Lionel Barrymore, John Barrymore, Buster Keaton και Lon Chaney. Το 1926 έγινε μια από τις 13 WAMPAS Baby Stars (επίλεκτες νέες ηθοποιούς για τα στούντιο), μαζί με ονόματα όπως οι Joan Crawford, Mary Astor, Janet Gaynor και Dolores del Río.

Έχοντας ήδη επισκιάσει την αδελφή της, η διετία 1927-28 ήταν η πιο λαμπρή για την καριέρα της, αφού έπαιξε σε δημοφιλείς ταινίες (το 1927 ήταν στο πλάι του Τζον Μπάριμορ στη πομαντική περιπέτεια The Beloved Rogue και μαζί με τον σπουδαίο Λόν Τζάνεϊ στο θρίλερ London After Midnight σε σκηνοθεσία του Τόντ Μπράουνινγκ, ενώ το 1928 έπαιξε με τον Μπάστερ Κίτον στον Κινηματογραφιστή. Όταν ο κινηματογράφος έγινε ομιλών, η καριέρα της Ντέι έσβησε, κυρίως λόγω ενός προβλήματος που είχε στην ομιλία, το οποίο δεν φαινόταν στις βουβές ταινίες. Μετά από κάποιες εμφανίσεις σε δευτεροκλασάτα γουέστερν στη δεκαετία του’30 η καριέρα της σταμάτησε οριστικά. Αν και έκανε δύο γάμους, δεν απέκτησε παιδιά. Πέθανε το 2000 από φυσικά αίτια στην Καλιφόρνια.

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.