Σιωπηλός Μάρτυρας (Rear Window, 1954) | Κριτική Βασίλη Ραφαηλίδη

rear-window 6

[Ο Σιωπηλός μάρτυς του Άλφρεντ Χίτσκοκ δεν είναι απλά ένα φιλμ. Είναι ο ίδιος ο κινηματογράφος. Γιατί, θέμα της ταινίας είναι η ηδονοβλεπτική διαδικασία του κοιτάγματος, δηλαδή η ίδια ακριβώς διαδικασία που κάνει το θεατή, θεατή κι όχι δρώντα πρόσωπο. Βασίλης Ραφαηλίδης]

Το θέαμα προσφέρει ηδονή. (Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι θρησκείες δεν το έχουν σε ιδιαίτερη εκτίμηση και συχνά το απαγορεύουν.) Και ο θεατής είναι ένας ηδονοβλεψίας, που ελάχιστα διαφέρει από τον κυρίως ειπείν ηδονοβλεψία. Όπως κι εκείνος, δε θέλει να μπει στην περιπέτεια μιας πράξης και αρκείται στο να την αντιμετωπίζει εκ του ασφαλούς ως θέαμα.

Ο ηδονοβλεψίας είναι ένας άνθρωπος βιτσιόζος, και το βίτσιο του συνίσταται στο ότι έχει μετατρέψει τον κόσμο σε θέαμα, εξαιτίας της εντελώς πρωταρχικής σημασίας που δίνει στην αίσθηση της όρασης, που δουλεύει ερήμην όλων των άλλων αισθήσεων. Πιο σωστά, οι άλλες αισθήσεις, οι πιο «ταπεινές», είναι εξαρτημένες από τη βασιλεύουσα αίσθηση της όρασης που τις ενεργοποιεί.
Για τον ηδονοβλεψία, ο κόσμος υπάρχει στην κυριολεξία για τα μάτια, κι αυτό σημαίνει πως, χάνοντας την οντική του αυθυπαρξία, μετατρέπεται για αυτόν σε θέαμα. Έτσι, ο κόσμος μας γίνεται ένας κόσμος φαινομένων κι εμείς οι παθητικοί θεατές μιας Ιστορίας που κυλάει μπροστά μας και κινείται ερήμην μας. Τα φαινόμενα, ακόμα κι όταν δεν απατούν, διατηρούν την αοριστία και την αβεβαιότητα που έχουν όλα τα πράγματα πριν «εκπέσουν» στο επίπεδο της ταπεινότερης αίσθησης, της αφής. Καθετί που μπορείς να το πιάσεις χάνει αυτόματα την ιδιότητα του ως θέαμα, και γίνεται «πράγμα καθαυτόν». Να γιατί το θέαμα, για την εξουσία, είναι τόσο αναγκαίο όσο και ο άρτος, πράγμα που οι Ρωμαίοι το γνώριζαν πολύ καλά: άλλο είναι η «ηδονή του θεάματος» κι άλλο η «ηδονή του σώματος».

rear-window 10

Η τελευταία προϋποθέτει μια πράξη, και η πράξη είναι πολιτική από την ίδια της τη φύση. Η περίφημη «σιωπηλή πλειοψηφία» είναι σιωπηλή όχι γιατί δε μιλάει, αλλά διότι δεν πράττει — κι αυτή ακριβώς η μη πράξη είναι το ζητούμενο στην ηδονοβλεπτική διαδικασία. Ο κόσμος που γίνεται θέαμα είναι ένας κόσμος ακίνδυνος γιατί σ’ αυτόν η επικίνδυνη για την εξουσία αίσθηση της αφής έχει εξουδετερωθεί εντελώς. Ο κινηματογράφος είναι το κατ’ εξοχήν θέαμα. Βάζει μπροστά στα έκθαμβα μάτια μας ένα ολοζώντανο σύμπαν, που ωστόσο είναι νεκρό όσο τίποτα. Τίποτα δεν είναι πιο νεκρό από τη φωτογραφία, κι ωστόσο τίποτα δε δίνει πιο έντονα την αίσθηση μιας ζωής που υπάρχει παγωμένη εκεί μπροστά μου. Κι όταν αυτή η ζωή ξεπαγώσει με την κίνηση, είναι σαν να στήνουν χορό μπροστά στα μάτια μου τα φαντάσματα. Η κινηματογραφική εικόνα είναι μια φαντασμική εικόνα. Και είναι απορίας άξιον πώς αντέχουμε και βλέπουμε ένα παλιό φιλμ, όταν ξέρουμε πως οι πάντες, μέχρι τον τελευταίο κομπάρσο, έχουν ήδη πεθάνει προ πολλού. Ο κινηματογράφος, λοιπόν, είναι η μόνη βεβαιωμένη μορφή αθανασίας. Και τούτη η αθανασία δεν είναι παρά ένα φαινόμενο, όχι ένα γεγονός. Γιατί ο κινηματογράφος μπορεί να αναφέρεται σε γεγονότα, αλλά το μόνο πραγματικό γεγονός σ’ αυτόν είναι η πράξη του κοιτάγματος την ώρα της προβολής.

Ο Σιωπηλός μάρτυς του Άλφρεντ Χίτσκοκ δεν είναι απλά ένα φιλμ. Είναι ο ίδιος ο κινηματογράφος. Γιατί, θέμα της ταινίας είναι η ηδονοβλεπτική διαδικασία του κοιτάγματος, δηλαδή η ίδια ακριβώς διαδικασία που κάνει το θεατή, θεατή κι όχι δρώντα πρόσωπο.

rear-window 5

Κεντρικό πρόσωπο της ταινίας είναι ένας φωτορεπόρτερ (Τζέιμς Στιούαρτ), δηλαδή ένα πρόσωπο που έχει κάνει επάγγελμα το κοίταγμα «μέσα απ’ την κλειδαρότρυπα», που είναι το βιζέρ της μηχανής του. Για τον επαγγελματία της εικόνας, ο κόσμος έχει ένα νόημα μόνο ως το βαθμό που είναι θέαμα. Η επαγγελματική στρέβλωση που του δημιούργησε η πρωτοκαθεδρία της όρασης έχει, κατ’ αρχήν, ως συνέπεια να αρνείται την απτική πλευρά της ζωής. Ο φωτορεπόρτερ της ταινίας όχι μόνο δε θέλει να παντρευτεί την όμορφη και πλούσια φίλη του (Γκρέις Κέλι), αλλά αρνείται και να την αγγίξει.

rear-window 4

Του φτάνει που είναι όμορφη. Και μια όμορφη είναι, πριν απ’ το καθετί, μια «γυναίκα για να τη βλέπεις», όχι να την αγγίζεις. (Όλες οι όμορφες παραπονιούνται για την απτική ατολμία των ανδρών: η ομορφιά σε οριζόντια θέση εκπίπτει στο επίπεδο του γήινου. Και τα αγάλματα κατά κανόνα είναι όρθια.) Άλλωστε, η Λίζα κάνει ένα επάγγελμα εξόχως οπτικό, συνεπώς ταιριαστό με τη θεαματοποιηση της ως όμορφης γυναίκας: είναι μανεκέν. Η Λίζα, συνεπώς, κρατάει το άλλο άκρο της ηδονοβλεπτικής διαδικασίας: δουλειά της δεν είναι να βλέπει, όπως ο φωτορεπόρτερ φίλος της, αλλά να τη βλέπουν. Ο θεατής και το θέμα στο Σιωπηλό μάρτυρα υπάρχουν ήδη στο επίπεδο της χαρακτηρολογίας.

rear-window 2

Στο ίδιο επίπεδο υπάρχει στο φιλμ και μια άλλη γυναίκα (Θέλμα Ρίτερ), που ασκεί ένα επάγγελμα εξόχως απτικό: είναι μασέζ-νοσοκόμα, κι αυτό σημαίνει πως η αφή, δηλαδή η πραγματική επαφή με τον κόσμο, θα μπει ως αίτημα κατ’ αρχήν απ’ αυτήν. Είναι αυτή που θα πάρει, αργότερα, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την εξιχνίαση ενός εγκλήματος, που ο φωτορεπόρτερ το επισημαίνει μόνο οπτικά.
Αυτά τα τρία κεντρικά πρόσωπα της δράσης είναι εγκλωβισμένα μέσα σ’ ένα δωμάτιο, εξαιτίας της αναπηρίας του φωτορεπόρτερ που έσπασε το πόδι του σε μια φωτοδημοσιογραφική αποστολή υπέρ το δέον θεαματική, και γι’ αυτό ακριβώς επικίνδυνη. Πράγματι, το θέαμα γίνεται εξαιρετικά επικίνδυνο όταν μπει για τα καλά μέσα σου, όταν δηλαδή δεν κρατήσεις απ’ αυτό τη δέουσα απόσταση ασφαλείας, όπως ο καλός θεατής στην κινηματογραφική αίθουσα. Στην αντίθετη περίπτωση, μπορεί να πάθεις ό,τι και ο στρατιώτης στους Καραμπινιέρους του Γκοντάρ, που βλέπει κινηματογράφο για πρώτη φορά στη ζωή του κι ό,τι ο φωτορεπόρτερ του φιλμ, που απ’ την αίσθηση της όρασης παρασύρθηκε βίαια σε μια οδυνηρή αίσθηση της αφής. Το γυψωμένο πόδι του θα παραλύσει σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας την αίσθηση της αφής και η αντισταθμιστικά οξυμένη, ήδη οξεία όραση του θα τον οδηγήσει και πάλι σε οπτικές υπερβολές. Τώρα πια θα γίνει ο τέλειος ηδονοβλεψίας.
Απ’ τη στιγμή που θα τραβηχτεί η κουρτίνα στην αρχή της ταινίας, το παράθυρο του δωματίου του θ’ ανοίξει σε μια «εσωτερική αυλή» (ο πραγματικός τίτλος της ταινίας είναι Το παράθυρο της εσωτερικής αυλής). Δεν υπάρχει πια κουρτίνα για να εμποδίζει την όραση του, και ο κόσμος στα απέναντι παράθυρα της αυλής θα του αποκαλυφθεί ως θέαμα πολλαπλό και επιμερισμένο σε πολλές μικρές οθόνες, που είναι το κάθε παράθυρο χωριστά.

rear-window 11

Πίσω από κάθε παράθυρο παίζεται κι ένα δράμα, μια κωμωδία ή μια φάρσα. Είναι η ζωή στην απέραντη δραματική ποικιλία της, κι αυτά που βλέπει ο ανάπηρος φωτοδημοσιογράφος δεν είναι παρά τα δείγματα που απλώνει μπροστά του ένας αόρατος πλασιέ, που είναι ο ίδιος ο Χίτσκοκ, ο καθοδηγητής του θεάματος, ο κουρδιστής του πιάνου του ταλαίπωρου μουσικού απέναντι — και δεξιοτέχνης κουρδιστής ενός φιλμ που λειτουργεί σαν ωρολογιακός μηχανισμός μιας βόμβας που όλο πάει να σκάσει κι όλο την αδρανοποιεί ο μεγάλος μετρ του σασπένς.
Η πρώτη οπτική επαφή με τον απέναντι απ’ το παράθυρο κόσμο, που αυτό λειτουργεί σαν θυρίδα σε καμπίνα προβολής, γίνεται μέσα απ’ το όμορφο κορμί μιας μπαλαρίνας που ασκείται: η όραση του φωτορεπόρτερ δηλώνεται απ’ την αρχή ανάλογη με την όραση του ηδονοβλεψία με την τρέχουσα έννοια. Κι αυτή είναι η αιτία που θα τον επιπλήξει η νοσοκόμα, που με την ευκαιρία θα τον παροτρύνει να παντρευτεί την όμορφη Λίζα, ώστε να απαλλαγεί απ’ το βίτσιο του.

rear-window 7

Ωστόσο, είναι πράγματι βίτσιο το να κοιτάς; Αν ήταν όλοι εμείς οι φανατικοί φιλοθεάμονες, με επικεφαλής τον αρχιηδονοβλεψία Χίτσκοκ, θα έπρεπε να οδηγηθούμε προ πολλού στο ψυχιατρείο για θεραπεία του βίτσιου μας. Λοιπόν, μπορεί να είναι βίτσιο η ηδονοβλεπτική διάθεση, αλλά «ουδέν κακόν αμιγές καλού». Και το καλό στην προκειμένη περίπτωση είναι η ανακάλυψη από τον ηδονοβλεψία φωτορεπόρτερ μιας δολοφονίας, που θα ήταν το τέλειο έγκλημα αν δεν είχε αυτό το σωτήριο βίτσιο. Στο θέαμα του κόσμου περιέχεται και το έγκλημα, και ο μάρτυρας ενός εγκλήματος είναι λίγο δύσκολο να παραμείνει για πολύ σιωπηλός.
Βέβαια, στον Χίτσκοκ είναι μάταιο να ψάχνει κανείς για τύψεις και ενοχές με την τρέχουσα ηθική έννοια. Οι μάρτυρες εδώ δε λύνουν τη σιωπή τους από αγανάκτηση, αλλά διότι το θέαμα τους παρέσυρε τόσο, που είναι αδύνατον πια να μείνουν παθητικοί θεατές. Το θέαμα θα παρακινήσει σε δράση, αλλά αυτή η δράση, όντας η συνέπεια του θεάματος, θα οδηγήσει και πάλι στην αδράνεια και την ακινησία: στο τέλος, ο ήρωας μας θα σπάσει και το άλλο του πόδι. Είναι το τίμημα της αναπηρίας που πληρώνουμε μόνιμα εμείς οι μανιακοί θεατές (διάβαζε: ηδονοβλεψίες), που εκλαμβάνουμε την εικόνα του κόσμου σαν τον κόσμο, και την επί της οθόνης δράση ως δραστηριότητα. Αυτά παθαίνει όποιος τρώει περισσότερο θέαμα και λιγότερο ψωμί. Τελικά, οι Ρωμαίοι είχαν δίκιο: για την εξουσία είναι προτιμότερο να λείπει το ψωμί παρά το θέαμα.

1083_10331218

Για να μην αφήσει καμιά αμφιβολία πως το παράθυρο που βλέπει στην εσωτερική αυλή είναι, σε τελική ανάλυση, ένα «παράθυρο στον κόσμο» (έτσι έλεγε τον κινηματογράφο ο Αντρέ Μπαζέν), ο Χίτσκοκ φροντίζει να κάνει μια ρωγμή στον κλειστό κόσμο της αυλής και να τον ξανοίξει στον κόσμο. Το σαν φωταγωγός κάθετο άνοιγμα της αυλής στο δρόμο είναι ένα σκηνογραφικό (και σκηνοθετικό) εύρημα πραγματικά ιδιοφυές: το έγκλημα δεν έγινε σε μια πολυκατοικία, έγινε εντός του κόσμου. Και ο κόσμος είναι μια απέραντη σκηνή όπου ο καθένας παίζει το ρόλο του. Και, πριν καν προλάβει να υποκλιθεί στους θεατές, τραβιέται στην αποθήκη των παρασκηνίων, γνωστή και με το όνομα «τάφος». Το θέαμα του κόσμου είναι ένα θέατρο ποικιλιών όπου τα θεατρικά είδη είναι αδύνατον να καταταχτούν κι όπου οι θεατρίνοι δεν είναι ανάγκη να παν στις δραματικές σχολές για να γίνουν τέτοιοι.

rear-window 3

Λοιπόν, μέσα σ’ αυτό το θέατρο, το μάτι τής κάμερας, το μάτι του Τζέις Στιούαρτ και το μάτι του θεατή της ταινίας δεν είναι παρά το ίδιο κολοσσιαίο μάτι που θεάται τον κόσμο που ξαπλώνεται μπροστά του σαν θέαμα. Με το τέλος της προβολής το θέαμα διακόπτεται, αλλά μόνο για το θεατή που το βλέπει εκείνη τη στιγμή. Γιατί το θέαμα του κόσμου έχει μια αυθυπαρξία και οι θεατές δε θα λείψουν ποτέ, τουλάχιστον όσο η Γη συνεχίζει να περιστρέφεται περί τον άξονα της. Η τρομερή λέξη «τέλος» αφορά μόνο στο θεατή, όχι το θέαμα, δηλαδή τον κόσμο. Ο κόσμος θα συνεχίσει να υπάρχει ως θέαμα για άλλα μάτια, ίσως πιο καθαρά απ’ τα δικά μας, ίσως λιγότερο αλλήθωρα απ’ την πείνα. Τα καθαρά μάτια είναι προϋπόθεση για το καθετί. Η αφή είναι βέβαια πολύ σπουδαία αίσθηση, αλλά ο πόθος είναι, κατ’ αρχήν, πρόβλημα οφθαλμικό: για να ποθήσεις μια καλύτερη γεύση, πρέπει πρώτα να δεις πώς τρων αυτοί που μπορούν να φαν. Δεν μπορείς να ποθήσεις το παντεσπάνι όταν δεν ξέρεις ούτε το χρώμα του.

rear-window 8
Λοιπόν, το θέαμα μπορεί να μην είναι ζωή, αλλά τουλάχιστον συντηρεί αμείωτο τον ηδονογόνο πόθο για μια καλύτερη ζωή. Να γιατί είναι το ίδιο αναγκαίο με τον άρτο, αν και τα πράγματα πρέπει να μπαίνουν σε μια σειρά προτεραιότητας. Είναι παροιμιωδώς γνωστό πως «νηστικό αρκούδι δε χορεύει». Κι εμείς θέλουμε να μπορούν κάποτε να χορέψουν όλοι οι άνθρωποι. Το θέαμα του κόσμου δεν είναι θέαμα για προνομιούχους. Όλοι μας έχουμε ένα παράθυρο στο σπίτι μας. Όμως, κάποιοι κρατούν μόνιμα κατεβασμένες τις κουρτίνες. Ποιος ο λόγος για μια τέτοια απερίσκεπτη βιασύνη; Έτσι κι αλλιώς, η κουρτίνα των βλεφάρων θα πέσει κάποτε και ο κόσμος ως θέαμα θα χαθεί για πάντα για μας. Ας μάθουμε, λοιπόν, να τον κοιτούμε. Κι ας πλένουμε τα μάτια μας ανάμεσα σε δύο κοιτάγματα, όπως έλεγε ο Αντονιόνι. Γιατί, δηλαδή, πρέπει να πλένουμε μόνο τα δόντια μας; Για να τα διατηρήσουμε ικανά να πολτοποιούν τον άρτο; Και τι νόημα έχει ένας καλά μασημένος άρτος όταν καταπίνουμε το θέαμα εντελώς αμάσητο πράγμα που έχει επιπτώσεις και στην κυρίως ειπείν πέψη; Τα μάτια δεν τα έχουμε «για τα μάτια». Τα έχουμε για να αποκτούμε οπτική, κατ’ αρχήν, συνείδηση του κόσμου. Δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο πριν δούμε τα χάλια του. Και δεν μπορούμε να παραμείνουμε σιωπηλοί μάρτυρες του εγκλήματος απ’ τη στιγμή που θα το δούμε να τελείται εκεί μπροστά μας, σαν στο σινεμά. Έστω κι αν χρειαστεί, δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε την ηδονοβλεπτική μας διάθεση. Και η καλύτερη άσκηση για την υγιεινή των ματιών είναι ο Χίτσκοκ. Και ο καλύτερος Χίτσκοκ είναι ο Σιωπηλός μάρτυς.

«Έθνος», 30-12-1984. (ΛΕΞΙΚΟ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΕ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ)

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Σιωπηλός Μάρτυρας (Rear Window, 1954) | Κριτική Βασίλη Ραφαηλίδη

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: