ΠΕΡΥΣΙ ΣΤΟ ΜΑΡΙΕΝΜΠΑΝΤ | LAST YEAR AT MARIENBAD / L’ ANNE DERNIERE A MARIENBAD του Αλέν Ρενέ (1961)

 LAST YEAR AT MARIENBAD

Σύνοψη: Σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στην εξοχή, ένας άντρας (Χ) χρησιμοποιεί όλα τα θεμιτά μέσα για να πείσει μια παντρεμένη γυναίκα (Α) να φύγει μαζί του. Η γυναίκα μόλις και μετά βίας μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη της  την ερωτική ιστορία που είχαν, (ή μήπως δεν είχαν;)  τον προηγούμενο χρόνο στο Μαρίενμπαντ. Ο σύζυγος ή συνοδός (Μ), παραμένει σταθερά και διακριτικά στο πλευρό της, ρωτώντας κάθε λίγο για την υγεία της, αδιαφορώντας για τα αισθήματά της.

 [σε επανέκδοση με ολοκαίνουργιες κόπιες από την AMA FILMS στις 16.9.2010. Η AMA FILMS συνεχίζει με δυναμισμό, μεράκι και συνέπεια την προσπάθεια προώθησης του ποιοτικού, καλλιτεχνικού κινηματογράφου Γ.Κ.]  

Δυσοίωνοι οργανικοί ήχοι επαναλαμβάνονται καθώς το προοπτικό πεδίο της κάμερας ανιχνεύει ανάμεσα στους απέραντους διαδρόμους, ενός μπαρόκ ξενοδοχείου. Σκορπισμένα πλήθη με βραδινές ενδυμασίες, εγκαταλειμμένοι μέσα σε έναν αντίλαλο. Ο άντρας προσπαθεί να πείσει την καχυποψία της γυναίκας, ότι έχουν ξαναβρεθεί εδώ (ή όχι;). Η μνήμη ξεγλιστρά, η αμφισημία προτίθεται να υποτάξει τον φιλμικό χώρο. Ο άντρας της γυναίκας (ή μήπως είναι κάτι άλλο;) γυροφέρνει με ένα πένθιμο ύφος, ενώ παίζει ένα περίεργο παιχνίδι κρουστών στις γωνίες των χώρων. Ο Χ επαναλαμβάνει συνεχώς σαν σύνθημα τη λέξη «Πέρυσι», μαζί με κάθε συνάντηση του με τη γυναίκα, που κάθε φορά λαμβάνει χώρα σε διαφορετική τοποθεσία, μέσα σε διαφορετικά κουστούμια. Πλάνο το πλάνο. Η απορία μένει μετέωρη: η περυσινή τους επαφή ήταν ξελόγιασμα ή κάτι άλλο; Ένα δυστοπικό σύμπαν όπου Χ και Α οι μεταβαλλόμενες σταθερές μιας διαφορικής, κινηματογραφικής εξίσωσης, όπου το καλό και το κακό, η εξαπάτηση και η αλήθεια παίζουν κρυφτό πίσω από την αυλαία των θαυμάτων του Αλέν Ρενέ.

Το απόλυτο παζλ, για ευφυείς λύτες. Μια ταινία με ζαλιστικά χρονικά άλματα και φλάσμπακς. Μήπως μιλάμε για άλματα μέσα στο υποσυνείδητο; Πολλοί αναλυτές είπαν ότι η ταινία είναι η εικονογράφηση της ψυχαναλυτικής διαδικασίας.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΑΙΝΙΑΣ

Σκηνοθεσία: Darko Lungulov Σενάριο: Darko Lungulov Φωτογραφία: Mathias Schöningh Μοντάζ: Dejan Urosevic Μουσική : Dejan Pejovic Τραγούδι : Cyndi Lauper Καλλιτεχνική διεύθυνση : Phil Buccellato, Ivana Nikolic, Marija Jocic Παραγωγοί: George Lekovic, Darko Lungulov, David Nemer, Vladan Nikolic, Branislav Trifunovic, Jim Stark, Katja Siegel, Julia Kleinhenz, Goran Petmil, Felix Eisele Πρωταγωνιστούν: David Thornton, Mirjana Karanovic, Cyndi Lauper, Branislav Trifunovic, Jelena Mrdja, Antone Pagan, Max King, Fredda Lomsky

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

Η μοναδική συνεργασία του Αλέν Ρενέ με έναν από τους εκπροσώπους του νέου μυθιστορήματος, Αλέν-Ρομπ Γκριγιέ. Αυτή η σπάνια συνεργασία, κατεργάστηκε τις διαστάσεις του χρόνου, στο κινηματογραφικό μέσο. Ένα αριστούργημα ανέγγιχτο και μνημειώδες. Η έννοια του διφορούμενου νοηματοδοτεί την έλλειψη διακριτών γραμμών μεταξύ του ορατού και του αόρατου. Ο σουρεαλισμός του Μαγκρίτ πανταχού παρόν, με πρόσωπα-εκμαγεία- να περιπλανώνται σε ημιφωτισμένους διαδρόμους, άδειες αίθουσες και γοτθικά αγάλματα. Γεωμετρικές συνθέσεις, ύμνοι στατικότητας που μέσα στην αδειοσύνη τους, περικλείουν το άπειρο. Ευθεία αναφορά στους «Παρείσακτους», ένα ακόμη κεφαλαιώδες βιβλίο του εμπνευσμένου συγγραφέα, Αντόλφο-Μπιόι Κασάρες. Παρόλο που η αινιγματική πλοκή της ταινίας δεν αποσαφηνίζει επακριβώς τη τοποθεσία, το Μαρίενμπαντ είναι υπαρκτή πόλη και βρίσκεται στην Τσεχία. Ο Αλέν Ρενέ γύρισε το φιλμ εντός πολυτελέστατων κατοικιών, που άνετα θα χαρακτηρίζονταν σύγχρονα παλάτια, όπως τα Nymphenburg Palace και Schleissheim Palace της Βαυαρίας. Ενώ κάποιο μέρος συμπληρωματικών σκηνών γυρίστηκαν σε στούντιο. Επέλεξε να μοντάρει με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να παραχθεί ένας αποπροσανατολισμένος χώρος, όπου το γεωγραφικό πεδίο δεν συγκεκριμενοποιείται.  Ο πρωταγωνιστής δεν είναι άλλος από το χρόνο. Δίνει λύση στα δρώμενα και ξετυλίγεται λικνιστικά όπως το φύλλο στο φύσημα του ανέμου. Η λειτουργία του υποσυνείδητου είναι το μοναδικό όργανο πλοήγησης των ηρώων. Αναπλάθεται με λίγα λόγια επί της οθόνης η φύση του έρωτα και της σαγήνης. Η ταινία αναπλάθει με ακρίβεια έργα σουρεαλιστών ζωγράφων όπως του Τζόρτζιο Ντε Κίρικο, ανοίγοντας διάπλατα καινούργιους δρόμους στο σινεμά. Στη κυριολεξία του όρου καινούργιο, το «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ» αφήνει πίσω του τις πρακτικές του Νέου Κύματος και του αμερικάνικου ψυχαγωγικού σινεμά, χρησιμοποιώντας την οθόνη του σινεμά σαν καμβά ψυχικού ίχνους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του λευκού και του μαύρου. Της ζωής και της απουσίας αυτής.

Ο ΕΝΤΟΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ

Ελάχιστες ταινίες έχουν γεννηθεί από σημαντικότατα μυθιστορήματα, διατηρώντας το μύθο και τη ριζοσπαστικότητα του πρωτότυπου κειμένου στο ακέραιο, προχωρώντας ταυτόχρονα και σε αισθητικές τομές που επιταχύνουν την εξέλιξη του ίδιου του κινηματογράφου. Η μυστηριώδης περίπτωση του «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ» του Αλέν Ρενέ, αποτελεί ένα τρανταχτό παράδειγμα. Το φιλμ είναι ο θρίαμβος της μοντέρνας αισθητικής, με φόρμα αυστηρή και παράλληλα καινοτόμα. Οι ήρωες δεν έχουν όνομα. Είναι κλειδωμένοι σε έναν κόσμο, που μπορεί να μην έχει σχέση με τον πραγματικό. Τα διαζευκτικά και η αμφιβολία είναι ο κορμός του έργου. Μια λούπα, ξεχαρβαλωμένου χρόνου. Πίσω από το φιλμ υπάρχει το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του αργεντινού Αντόλφο-Μπιόι Κασάρες, «Η εφεύρεση του Μορέλ», στενού συνεργάτη του Μπόρχες επί σειρά ετών.  Το έργο επικεντρώνεται πάνω σε έναν πρόσφυγα, τον Μορέλ. Έχει βρει καταφύγιο σε ένα έρημο νησί, μόνος. Ξυπνά μια μέρα και ανακαλύπτει ότι το νησί έχει ξαφνικά γεμίσει από αναχρονιστικά καλοντυμένους ανθρώπους, οι οποίοι σουλατσάρουν, χορεύουν, κολυμπούν σε πισίνες. Η πνευματική εφεύρεση του Μορέλ είναι ένα ολογραφικό μαγνητόφωνο, το οποίο «πιάνει» το σύνολο των αισθήσεων σε τρεις διαστάσεις. Είναι ένα διαβολικό μηχάνημα, καθότι καταστρέφει το υποκείμενο κατά τη διαδικασία της ηχογράφησης. Σταδιακά το υποκείμενο σαπίζει. Κατά τον Κασάρες, τον Γκριγιέ και τον Ρενέ αυτή η προσέγγιση αποτελεί τον κίνδυνο που διατρέχει η τέχνη, όταν σηκώνει ένα παραβολικό κάτοπτρο κατά της φύσης. Αν και ντύνεται με το ένδυμα του σολιψισμού το Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ», αναφέρεται ακροθιγώς στο μυθιστόρημα. Στο πρόλογο του βιβλίου ο Μπόρχες σημειώνει ότι ο τίτλος του μυθιστορήματος αναφέρεται σε έναν άλλον ή άλλη εφευρέτη τύπου Δρ. Μορό. Η πρωταρχική γυναικεία φιγούρα είναι η Φαουστίνα, που όπως αποκαλύπτει και το όνομά της, είναι διαβολικής φύσης άρα μοιραία ζευγαρώνει με τη φύση. Ο Ρενέ ομολογεί ότι η ανάλυση αυτή είναι το ένα κομμάτι της έμπνευσης για τη ταινία, ενώ η άλλη είναι ο Κάφκα. Εξ’ου και τα αρχικά γράμματα Α, Μ, Χ που ταυτοποιούν τους πρωταγωνιστές, σε ένα φιλμ που θαρρείς ότι δεν τελειώνει ποτέ. Ο Αλέν-Ρομπ Γκριγιέ και ο Αλέν Ρενέ αντιστρέφουν τους όρους του μυθιστορήματος του Κασάρες που λογοτεχνικά συγγενεύει με τον χώρο της επιστημονικής φαντασίας, προφανώς για να αυτονομήσουν τη ταινία προσφέροντας τη για λατρεία στο τέμενος του μοντερνισμού. Οι ήρωες όταν σχολιάζουν τα γλυπτά στο κήπο, μεταμορφώνονται και οι ίδιοι σε αυτά. Ο σκηνικός χώρος μιμείται με ζηλευτή αυταπάρνηση τον πρωτότυπο εαυτό του. Η αναζήτηση της αλήθειας εάν και εφόσον αυτή υπάρχει, είναι το πρωταρχικό μέλημα των Γκριγιέ και Ρενέ. Το φιλμ εξετάζει τη δυαδική σχέση της τέχνης με τη φύση. Ή τη φύση της τέχνης. Αποκαλύπτεται πως η ταινία συγκατοικεί διαχωρισμένη από τους χαρακτήρες της. Με αυτό τη μέθοδο, ξεχωρίζει ο ρεαλισμός από την ύπαρξή του. Αποδεικνύοντας ότι οι συνθήκη του ρεαλισμού, δεν είναι τίποτε άλλο από μια ψευδαίσθηση του υλικού κόσμου. Αν και το φιλμ παρουσιάζεται σαν αντί-αφηγηματικό, χρησιμοποιεί τα υλικά του παραδοσιακού δράματος για να αντιπαραβάλει τον άνθρωπο στις αλλεπάλληλες καθρεφτίσεις του. Οι Γκριγιέ και Ρενέ νιώθουν ευδιάθετοι μέσα στο χάος. Η θεμελίωση των μοτίβων της ταινίας λογίζεται ως έργο του Γκριγιέ. Η ατμόσφαιρα του μυστηρίου και της έντασης, ξεπηδά από την παράξενη και ανησυχούσα κάμερα του Ρενέ. Η μνήμη είναι τραγικά εφήμερη. Οι ήρωές της περιφέρονται σαν ηλεκτρόνια γύρω από ένα αόρατο δίχτυ. Σε ένα πεδίο παύσης, αποτραβήγματος. Το «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ» κρύβει περισσότερα από όσα του επιτρέπεται να αποδείξει. Κινείται στη σφαίρα του παραλόγου, δίχως να χάνει την απτότητά του. Ο Γκριγιέ συγχωνεύει τους κραδασμούς της ανήσυχης εποχής, με την αυστηρή μεθοδολογία της τυραννικής αναζήτησης του βλέμματος. Στο σκιά και στο φως, οι μονογράμματοι χαρακτήρες επιστρέφουν και φεύγουν, ενώνονται και απομακρύνονται, σε ένα γαϊτανάκι εγκάρσιων δυνάμεων που προκαλούν τη φαντασία του θεατή να καλπάσει στα ανήλιαγα μονοπάτια της δυνατότητας ενός ελαστικού χρόνου.

ΤΟ ΔΙΔΥΜΟ

ΑΛΕΝ-ΡΟΜΠ ΓΚΡΙΓΙΕ

Πρωτοπόρος συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στη Βρέστη το 1922 και πέθανε το 2008 στην Καέν. Μαζί με τον Μισέλ Μπουτόρ, τον Κλοντ Σιμόν και την Ναταλί Σαρότ, «ίδρυσε» το Νέο Μυθιστόρημα τη δεκαετία του ’50. Κατάργηση του βολέματος της γραμμικής αφήγησης με παράλληλη εγκαθίδρυση της παρατήρησης και η δημιουργία λεπτομερών μηχανισμών ενός επινοημένου κόσμου, ήταν μερικά από τα προστάγματα του συγκεκριμένου κινήματος. Αρχικά σπούδασε γεωπόνος, παίρνοντας μαθήματα αγρονομίας. Τον χειμώνα του 1943 μέχρι το καλοκαίρι του ’44 δούλεψε μηχανικός σε στρατόπεδο εργασίας στη Νυρεμβέργη. Μαρτινίκα, Γαλλική Γουινέα, Μαρόκο και Γουαδελούπη υπήρξαν μερικές από τις κατά καιρούς κατοικίες του. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Les Gommes» (1953) απέσπασε διθυραμβικές κριτικές ανάμεσα στο κύκλο των «ερμηνευτικών» φιλοσόφων όπως ο Ρολάν Μπαρτ και ο Μορίς Μπλανσό. Ύστερα από πέντε έργα συνεργάστηκε με τον Αλέν Ρενέ στη συγκεκριμένη ταινία. Το ημερολόγιο έγραφε 1961. Τα χρόνια που ακολουθούν καρπούται αρκετές διακρίσεις, μεταξύ άλλων: Μέλος της επιτροπής προώθησης της Γαλλικής γλώσσας, ίδρυσε το Ινστιτούτο για την Κοινωνιολογία της Λογοτεχνίας, ενώ έγινε δεκτός στην Γαλλική Ακαδημία λίγο πριν πεθάνει. Το στυλ γραψίματος του Αλέν-Ρομπ Γκριγιέ είναι ρεαλιστικό και φαινομενολογικό ταυτόχρονα (με την έννοια του Χάιντεγκερ). Η θεωρία της αγνής επιφάνειας αποτελούσε την αφετηρία της σκέψης του. Μεθοδικές, γεωμετρικές φόρμες που εκφράζονταν σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα αντικειμένων, αντικαθιστούσαν τη ψυχολογία του χαρακτήρα. Ο αναγνώστης καλείται να συμπληρώσει τα κομμάτια του παζλ με υπομονή. Είναι μια συναισθηματική εμπειρία. Το τελικό αποτέλεσμα προσομοιάζεται περισσότερο με κυβιστικό πίνακα. Ένας συγγραφέα ανοιχτός σε πολλές ερμηνείες. Έλεγε: «Πέρασε ο καιρός όπου τα μυθιστορήματα αφορούσαν άτομα και χαρακτήρες. Η ιδέα του να πεις μια ιστορία δεν σχετίζεται με την αφήγηση αυτή καθεαυτή Εάν ένας μοντέρνος συνθέτης θέλει να παράξει επακριβώς τη μουσική του Μπετόβεν, κανείς δεν θα προθυμοποιηθεί να τον ακούσει». Η γραφή της «φυσικής παρουσίας» είναι το απόσταγμα του πνεύματος, του Γκριγιέ.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

«Les Gommes» (1953)    «Le Voyeur» (1955) «La Jalousie» (1957) «La Maison de rendez-vous» (1965) «La Belle Captive» (1975) «Topologie d’une cite fantome» (1976) «La Reprise» (2001) «Un Roman sentimental» (2007)

ΑΛΕΝ ΡΕΝΕ

Συνομήλικος με τον Γκριγιέ, ο Αλέν Ρενέ γεννήθηκε και αυτός το 1922, στη Βρετάνη. Ο Ρενέ αν και δεν ήταν ποτέ «επίσημο» μέλος του Νέου Κύματος, ξεκίνησε τη καριέρα του στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Αντίθετα από τους υπόλοιπους σκηνοθέτες της παρέας των «Cahiers du Cinema», που ασχολήθηκαν με τον αναγραμματισμό των κινηματογραφικών ειδών, ο Ρενέ σημάδεψε με το φακό του το τραυματικό της μνήμης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τις καταστροφικές επιπτώσεις αυτού, στο ασυνείδητο του ανθρώπου με το «Χιροσίμα Αγάπη μου». Ο Ρενέ ξεκίνησε να φιλμάρει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’40, μόλις αποφοίτησε από την Ανωτάτη σχολή κινηματογράφου, τη θρυλική IDHEC. Γύρισε μια σειρά από μικρού μήκους με πιο ονομαστή την «Γκουέρνικα» (1950) εμπνευσμένη φυσικά από τον πίνακα και τη διάσημη μάχη. Η προσοχή των ανθρώπων του σινεμά στράφηκε στο πρόσωπό του, από την μεσαίου μήκους ταινία «Night and fog» (1955). Ο νεαρός Ρενέ δείχνει τις δυνατότητές του προσεγγίζοντας έμμεσα υπαινικτικά και αντί-ηρωικά το Ολοκαύτωμα. Όσοι τον γνωρίζουν προσωπικά, έχουν να πουν ότι ο Ρενέ δεν είναι από τους ανθρώπους που ξαποσταίνουν στις δάφνες τους. Τα χρόνια που έρχονται μελετά με εμβρίθεια το λεξιλόγιο του μοντάζ, διαβάζει μανιωδώς ποίηση και εξελίσσει τεχνικές που ερευνούν την υποκειμενικότητα της μνήμης σε σχέση με τη βία της Ιστορίας. Το «Χιροσίμα Αγάπη μου» είναι αποτέλεσμα της μελέτης αυτής, σε σενάριο Μαργκερίτ Ντυράς. Οι συνεργασίες του περιελάμβαναν λογοτέχνες και δοκιμιογράφους του ανθισμένου γαλλικού πνεύματος του ’50, που μαζί με άλλους σκηνοθέτες ανήκαν στο αριστερό ρεύμα, που ονομάζονταν: La rive gauche. Έτσι ονομάζεται η νότια πλευρά του Σηκουάνα, όπου ήταν η γειτονιά των διανοουμένων. Η σκέψη του Ρενέ επηρεάζεται και εμπλουτίζεται από τη ζωγραφική και τις επιστήμες του ανθρώπου. Το έργο του ριζοσπάστη ανθρωπολόγου Μαρσέλ Ντετιέν, που στοχάζεται πάνω στη δημιουργία της γραμματικής της μυθολογίας τον επηρεάζει βαθιά, όπως και οι πίνακες του Ματίς. Ο σκηνοθέτης ανά περιόδους προκαλούσε τα όρια και τα συμπεράσματα, του τι μπορεί να είναι κινηματογράφος. Ιδιοσυγκρασιακός και τολμηρός, δεν παρέλειπε να κατεδαφίσει μοτίβα της κοινότοπης αναπαράστασης και να εφεύρει καινούργια. Στο φιλμ «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ» αναδιατάσσει το χρόνο όπως ο Μαρσέλ Προυστ. Φτάνει στις αβύσσους της δισυπόστατης μνήμης και την εξακοντίζει σε σοκαριστικά μήκη. Μια ασταθής πραγματικότητα διατρέχει την φιλμική επιφάνεια, που μετασχηματίζεται ανάλογα με την εκάστοτε προοπτική των πρωταγωνιστών. «Είμαι συνεχώς στο κατόπι της αναζήτησης μιας ειδικής μη αφηγηματικής γλώσσας, που θα εμπεριέχει μουσικότητα». Λεει ο ίδιος ο Ρενέ για το μότο της ζωής και της πολυτάραχης έμπνευσής του.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ:

  • «Hiroshima mon amour» (1959)
  • «L’annee derniere a Marienbad» (1961)
  • «Muriel» (1963)
  • «Je t’aime, Je t’aime» (1968)
  • «Stavisky» (1974)
  • «Providence» (1977)
  • «Mon oncle d’Amerique» (1980)
  • «L’amour a mort» (1984)
  • «Melo» (1986)
  • «Smoking/No Smoking» (1993)
  • «Coeurs» (2006)
  • «Les Herbes Folles» (2009)

ΒΡΑΒΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

  • -Bραβείο Ζαν Βιγκό το 1954 και ‘56
  • -Χρυσός Λέοντας στο φεστιβάλ της Βενετίας το 1961, για τη ταινία «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ»
  • -Σεζάρ καλύτερου σκηνοθέτη το 1977, για τη ταινία «Providence». Η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του. Κατά τη διάρκεια μιας εφιαλτικής νύχτας ο ετοιμοθάνατος συγγραφέας Κλάιβ Λάνχαμ, παλεύει με τη πλοκή του μυθιστορήματός του. Οι χαρακτήρες απεικονίζουν μέλη της οικογένειας του συγγραφέα, με τα πιο μελανά χρώματα. Είναι φανερό ότι η αντίληψη του Λάνχαμ καταλαμβάνεται από πικρία και ενοχή. Το τέλος πλησιάζει. Οι οπτικές καινοτομίες του Ρενέ εδώ, εκπλήσσουν και τους πιο δύσπιστους. Ένα αλλόκοτο μοντάζ εσωτερικού χώρου, που σου δημιουργεί την αίσθηση του αυτοσχεδιασμού. Με τους Ντερκ Μπόγκαρτ, Έλεν Μπέρστιν και Τζον Γκίλγκουντ.
  • – Αργυρή Άρκτος στο φεστιβάλ του Βερολίνου το 1993, για την ταινία «Smoking/No Smoking». Η ταινία χωρίζεται σε δυο τομείς, που αντιστοιχούν σε δυο συγγενή θεατρικά έργα. Οχτώ ιστορίες ξεδιπλώνονται σπονδυλωτά, σε μια ταινία που εκτός του ότι είναι πολλές μαζί, μοιάζει και με ρώσικη κούκλα. Πέντε γυναικείους χαρακτήρες υποδύεται η σύντροφος του Αλέν Ρενέ, Σαμπίν Αζεμά και τέσσερις αντρικούς από τον Πιέρ Αρντιτί.
  • -Σεζάρ καλύτερης σκηνοθεσίας το 1993 για την ταινία«Smoking/No Smoking»
  • – Αργυρός Λέοντας στο φεστιβάλ της Βενετίας το 2006, για την ταινία «Coeurs». Μια άτυπη συνέχεια του «Smoking/No Smoking». Εκτός του ότι επιστρατεύεται ο ίδιος θεατρικός συγγραφέας και περίπου alter ego του σκηνοθέτη, Άλαν Άικμπορν, η ταινία πραγματεύεται 50 μικρές σκηνές όπου εμπλέκονται δυο χαρακτήρες, σε σύνολο έξι ρόλων. Συναισθηματική απομόνωση και ανάγκη για επαφή, αποτελούν τους άξονες του φιλμ. Πρωταγωνιστούν οι «συνήθεις ύποπτοι», Σαμπίν Αζεμά, Αντρέ Ντισολιέ, Πιέρ Αρντιτί, Λαμπέρ Γουιλσόν, Ιζαμπέλ Καρέ.
  • – Βραβείο δια βίου προσφοράς στο κινηματογράφο το 2009, στο φεστιβάλ των Καννών.

ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ

ΝΤΕΛΦΙΝ ΣΕΡΙΓΚ

Γεννήθηκε το 1932 στη Βηρυτό του Λιβάνου και πέθανε το 1990 στο Παρίσι από καρκίνο. Κόρη του διακεκριμένου αρχαιολόγου Ανρί Σερίγκ. Σπούδασε στο Centre Dramatique de l’Est. Πρωτοεμφανίστηκε στη τηλεόραση παίζοντας μικρούς ρόλους στη σειρά «Σερλοκ Χολμς». Το 1956 πηγαίνει στη Νέα Υόρκη παρακολουθώντας μαθήματα στο Actor’s Studio. Στο πρώτο φιλμ που πρωταγωνιστεί ανάμεσα σε άλλους είναι το «Pull my Daisy» του επιδραστικού φωτογράφου Ρόμπερτ Φρανκ. Ένα φιλμ αφιερωμένο στη γενιά των Beat. Στη Νέα Υόρκη γνωρίζεται με τον Αλέν Ρενέ, που της προτείνει τον ρόλο της καριέρας της. Το «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ» φέρνει στην Σερίγκ διεθνή αναγνώριση και μετακομίζει στο Παρίσι. Ανάμεσα στις εμφανίσεις εκείνης της περιόδου ξεχωρίζει η συμμετοχή της στα «Κλεμμένα Φιλιά» του Φρανσουά Τρυφώ (1968). Ακολούθησαν διακριτοί ρόλοι στα «Mr. Freedom» (1969) του ρηξικέλευθου φωτογράφου Γουίλιαμ Κλάιν, στο μαγικό μιούζικαλ του Ζακ Ντεμί «Peau d’Ane» (1970), στο εμβληματικό «The Discreet Charm of the Bourgeoisie» (1972) του Λουίς Μπουνιουέλ, όπως και στο λουσάτο κατασκοπικό «The day of the Jackal» (1973) του Φρεντ Τσίνεμαν. Είχε τη τύχη να αναγνωριστεί για την κινηματογραφική αλλά και την θεατρική της προσφορά όσο ζούσε. Ανακηρύχθηκε καλύτερη ηθοποιός στο φεστιβάλ της Βενετίας για τον ρόλο της στην ταινία του Ρενέ «Muriel» (1963). Λόγω της γλωσσομάθειας της σε Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά εμφανίστηκε σε ταινίες των παραπάνω χωρών, αλλά και στο Χόλυγουντ. Σε όλη της τη ζωή μάχονταν για τα δικαιώματα της γυναίκας. Σκηνοθέτησε και φιλμ. Στη πιο σημαντική από αυτές που είχε τίτλο «Be pretty and shut up» (1977), τοποθέτησε για πρωταγωνίστριες τις θρυλικές Σίρλεϊ Μακ Λέιν, Τζέιν Φόντα και Μαρία Σνάιντερ. Μιλούν για τον σεξισμό στη βιομηχανία του σινεμά. Από το 1982 ήταν μόνιμο μέλος του «Centre Audiovisuel Simone de Beauvoir», όπου παραμένει ένα τεράστιο αρχείο κινηματογραφικών και ηχογραφημένων δουλειών από και για γυναίκες. Ήταν παντρεμένη με τον ζωγράφο Τζακ Γιούγκερμαν.

ΣΑΣΑ ΠΙΤΟΕΦ

Γεννήθηκε στη Γενεύη της Ελβετίας το 1920 και πέθανε το 1990, την ίδια χρονιά με την λαμπρή συμπρωταγωνίστρια του, Ντελφίν Σερίγκ. Ειρωνεία; Ο μυστηριώδης (Μ) εμφανίστηκε σε πάνω από 50 ταινίες και έμεινε στην ιστορία για τον ρόλο του στο Μαρίενμπαντ. Οι ταινίες στις οποίες έλαβε μέρος διέφεραν σε βάρος και ποιότητα. Ξεχωρίζουν οι εξής: Το ιδεολογικά εκρηκτικό «Is Paris Burning?» (1966) του Ρενέ Κλεμάν, το στρατιωτικό-κατασκοπικό «The Night of the Generals» (1967) του Ανατόλ Λίτβακ και το παιγνιώδες μιούζικαλ του Ζακ Ντεμί «Peau d’Ane» (1970), μαζί με την Ντελφίν Σερίγκ. Προς το τέλος της καριέρας του αναλάμβανε ρολάκια σε ταινίες τρόμου.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

«Ένα θεσπέσιο παζλ. Όταν επισκέπτεσαι ξανά το τοπίο της ταινίας σήμερα, μοιάζει σαν να ρίχνεις μια φευγαλέα ματιά στον αθέατο ορίζοντα του χρόνου. Ανεκτίμητο» New York Times

«Το φιλμ «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ», δεν επαναφέρει ένα στυλ σκηνοθεσίας μόνο. Παγωμένο, φορτισμένο με ένταση, ανεξερεύνητο. Πολύ απλά θέτει το ερώτημα: Πως γίνεται ένα τόσο όμορφο έργο να το σκεφτεί ανθρώπινος νους; Ο Αλέν Ρενέ είναι ένας φάρος για τη τέχνη διαχρονικά» New Yorker

«Αιωνίως avant-guard και αντί ρετρό. Ένα από τα πλέον επιδραστικά φιλμ της Ιστορίας. Ξεγλιστρά από το τεντωμένο σχοινί του ακαδημαϊσμού. Μια χορογραφημένη στιγμή έξω από το χρόνο» Village Voice

«Πέρασαν χρόνια μέχρι να καταλάβω το «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ». Όταν τα κατάφερα, η ομορφιά του πλημμύρισε τη ψυχή μου. Μια ταινία που ζηλεύω κατάφορα, θαυμάζοντας τη» Francis-Ford Coppola

«Ο Ρενέ μας έδωσε ένα φιλμ με μουσικότητα. Φορμαλιστικό, επαναληπτικό, ελλειπτικό, και αφαιρετικό. Το βλέπεις σαν να ακούς κουαρτέτο εγχόρδων ή τους στροβιλισμούς από ένα αόρατο μπαλέτο. Ένα φιλμ που αλλάζει την οπτική γωνία των πραγμάτων» Washington Post

«Ένα αγέραστο και άχρονο αριστούργημα» Guardian 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s