Τζέιμς Τιερέ (James Thiérrée, 1974-) | Σόουμαν, ακροβάτης, σχοινοβάτης, μάγος, μίμος, χορευτής, βιολιστής και σκηνοθέτης

JAMES THIERREE 1PHOTOS: Richard Haughton

Ο James Thiérrée γεννήθηκε το 1974 στη Ελβετία. Μεγάλωσε γυρνώντας όλο τον κόσμο, συμμετέχοντας στον θίασο των γονιών του Jean-Batiste Thiérrée και Victoria Chaplin, των οποίων η παράσταση Το αόρατο τσίρκο είχε φιλοξενηθεί το 2009 στο Ελληνικό Φεστιβάλ. Στον θίασο των γονιών του εκπαιδεύτηκε και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στον κόσμο του θεάματος. Αργότερα σπούδασε υποκριτική στο Piccolo Teatro και στο Harvard Theatre School. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο στην ταινία Τα βιβλία του Πρόσπερο του Peter Greenaway, στον ρόλο του Άριελ, συνεργάστηκε όμως με πολλά ονόματα του θεάτρου και του κινηματογράφου, μεταξύ των οποίων και ο Robert Wilson.

Το 1998 ιδρύει την ομάδα La Compagnie du Hanneton/Junebug, με την οποία έχει παρουσιάσει τέσσερις παραστάσεις, η μία εκ των οποίων είναι το σόλο του, Ραούλ. Ο James Thiérrée, εγγονός του Charlie Chaplin και δισέγγονος του Ευγένιου Ο’ Νηλ, είναι γνωστός για την ιδιαίτερη κίνησή του, την εκφραστικότητα του σώματός του, παρότι δεν έχει λάβει ποτέ εκπαίδευση χορευτή, αλλά ακροβάτη. Οι κριτικοί σε Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία, όπου έχει παιχτεί ήδη η παράσταση, χαρακτήρισαν το Ραούλ ως ένα καταπληκτικό δείγμα physical theatre, γεμάτο εσωτερικότητα και ποίηση, με τον πρωταγωνιστή στην καλύτερη έκφραση των πολλαπλών δυνατοτήτων του.

ΘΕΑΤΡΟ REX

14, 15, 16 και 18, 19 Ιουνίου

Ώρα έναρξης: 9.00 μ.μ.

Τζέιμς Τιερρέ

Ραούλ

Σκηνοθεσία – Ερμηνεία James Thiérrée

Κοστούμια-Σχεδιασμός & κατασκευή σκηνικών αντικειμένων Victoria Thiérrée

Ήχος Thomas Delot

Φωτισμοί Jérôme Sabre

Σκηνογραφία James Thiérrée

Σκηνικές παρεμβάσεις Mehdi Duman

Παραγωγή: La Compagnie du Hanneton/Junebug

Συμπαραγωγή των: La Coursive Scène nationale de La Rochelle, Théâtre Royal de Namur, La Comédie de Clermont-Ferrand , Théâtre de la Ville Paris, barbicanbite09 ( Barbican Theatre Londres) & Crying out Loud, AbbeyTheatre Dublin, Maison de la Danse Lyon, Théâtre National de Toulouse

Η παράσταση είναι κατάλληλη και για παιδιά από 8 ετών.

JAMES THIERREE 2

Καλημέρα, καλησπέρα,

Θα ήθελα σήμερα, σε αυτή τη σελίδα να μην σας αφηγηθώ την ιστορία του Ραούλ. Μου επιτρέπετε;

Περισσότερο θα ήθελα, όταν έρθει η ώρα, ένα βράδυ κατά προτίμηση, να σας εκφράσω την επιθυμία μου να χορέψω ελεύθερα, να λαχταράω να μιλήσω, να γκρεμίσω τους τοίχους, να τρέξω να βοηθήσω, να κάνω τα σκοινιά να τρίξουν, να καλπάσω με χέρια και πόδια, να κοιμηθώ όρθιος αλλά καλά ξαπλωμένος, να γνωρίσω σπάνια θηρία που δεν πρέπει κανείς να συναναστρέφεται, να σκυλοβρίσω την ωραία μουσική, να ελευθερώσω το αστέρι, να χαστουκίσω τις κακές μου σκέψεις…

Με λίγα λόγια, θα ήθελα, όταν έρθει η στιγμή, να μοιραστώ…αυτή τη στιγμή που θα έρθει. Με εσάς, έτσι απλά.

Συμφωνείτε;

Θα ήθελα το βράδυ αυτό να σας αφήσω στη σκιά, στις θέσεις σας, και να προβάλω στα πρόσωπά σας, σαν άνεμος που μαστιγώνει το εύθραυστο σκηνικό μου (εύθραυστο, παρότι φαίνεται γερό και στιβαρό)τις τροχαλίες του, τα βαρίδια του, τους προβολείς, τους μηχανισμούς του, τα στραπατσαρισμένα αντικείμενα και τα διάφορα υφάσματα…

Με παρακολουθείτε;[…]

James Thiérrée

JAMES THIERREE 5

Έτσι ξεκινάει ο James Thiérrée την επιστολή του προς το κοινό, προσκαλώντας το να παρακολουθήσει την νέα του παράσταση, Ραούλ. Σόουμαν, ακροβάτης, σχοινοβάτης, μάγος, μίμος και χορευτής, ο 36χρονος καλλιτέχνης μας καλεί σε ένα ξεχωριστό θέαμα, στο οποίο συνδυάζει τις παραπάνω τεχνικές, δημιουργώντας ένα εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα, που μαγεύει θεατές κάθε ηλικίας.Στην παράσταση αυτή, που είναι η τέταρτη της ομάδας του, La Compagnie du Hanneton, εμφανίζεται για πρώτη φορά μόνος στη σκηνή και μας διηγείται την ιστορία του Ραούλ, ενός ναυαγού, που ως άλλος Ροβινσώνας Κρούσος ζει μονάχος στην καλύβα του. Όμως επιστρέφοντας μια μέρα σε αυτήν τη βρίσκει κατειλημμένη από κάποιον άλλον. Συμβαίνει πράγματι αυτό ή η απόλυτη μοναξιά του έχει αρχίσει να δημιουργεί φανταστικές εικόνες;

Στο σκοτεινό αλλά διασκεδαστικό παραμύθι του James Thiérrée συμμετέχουν αλλόκοτα πλάσματα, όπως ένα τεράστιο σκελετωμένο πουλί, ένας μεταλλικός σκορπιός, ένα επίπεδο ψάρι, ένας υπερμεγέθης ελέφαντας (όλα σχεδιασμένα και κατασκευασμένα από τη μητέρα του, Victoria Chaplin). Πλάσματα τα οποία συντελούν στη δημιουργία μιας σουρεαλιστικής ατμόσφαιρας, καθώς συνυπάρχουν με «συνηθισμένα» αντικείμενα, όπως μία πολυθρόνα και ένα γραμμόφωνο. Ο Thiérrée κρύβεται κάθε τόσο σε ένα σημείο της σκηνής, για να εμφανιστεί δευτερόλεπτα αργότερα, μεταμφιεσμένος σε κάτι εντελώς διαφορετικό, σε κάποιο άλλο σημείο του οπτικού πεδίου των θεατών. Στη σκηνή βρίσκεται και μία ξύλινη παλιά σκάλα, πάνω στην οποία ο James Thiérrée εκτελεί μια αξιομνημόνευτη σκηνή με ακροβατικά που θα μπορούσε να συγκριθεί με αθλητική παρουσίαση στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η παράσταση κλείνει με τον Thiérrée να πετάει πάνω από τις πρώτες σειρές θεατών, αποθεώνοντας το μαγικό αυτό θέαμα.

JAMES THIERREE 3

Τζέιμς Τιερέ “γνωρίστε μαζί μου σπάνια θηρία που κανείς δεν πρέπει να συναναστρέφεται” του Νικόλα Ζώη στην εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών

Ο Τζέιμς Τιερέ, στα 36 του χρόνια , έχει μαγέψει όλο τον κόσμο με το παράξενο για πολλούς είδος θεάτρου που υπηρετεί.

Σόουμαν, ακροβάτης, σχοινοβάτης, μάγος, μίμος, χορευτής, βιολιστής και σκηνοθέτης.

Η παράσταση του Τζέιμς Τεριέ πριν ανεβεί στην Αθήνα, είναι ήδη δημοφιλέστατη σε πολλές πόλεις της Ευρώπης. Το ιδιότυπο θέαμα του καλλιτέχνη, τσίρκο, θέατρο και βαριετέ μαζί, ξετυλίγεται σε έναν ερημικό κόσμο, γεμάτο παράξενα πλάσματα.

O Τζέιμς Τιερέ μπορεί να πάρει μια απλή ξύλινη καρέκλα, να τη στριφογυρίσει, να κυλιστεί στο πάτωμα μαζί της χωρίς να επιτρέψει στο λαστιχένιο σώμα του να εκφράσει το παραμικρό παράπονο. Είναι ένα κόλπο που σκαρφίστηκε, όταν μετά από μια πρόβα που δεν είχε πάει και τόσο καλά, άρχισε να αυτοσχεδιάζει προσπαθώντας να ξορκίσει την κακή του διάθεση.

Οι συνειρμοί προκύπτουν αβίαστα. Ακόμα και αν κάποιος αγνοεί ότι ο Τζέιμς Τιερέ έλκει την καταγωγή του από τον Τσάρλι Τσάπλιν, ίσως καταφέρει με μια πιο προσεκτική παρατήρηση να το μαντέψει. Έστω και αδιόρατο, έχει κάτι από τον παππού του, όχι κυρίως στα φυσικά του χαρακτηριστικά, όπωςτα φρύδια και το μέτωπο, αλλά σε αυτό που εκπέμπει. Στον παιχνιδιάρικο τρόπο με τον οποίο δίνει ζωή στο πιο κοινότοπο και ευτελές αντικείμενο. Όταν κάνει μια μάζα από άχυρο να αψηφά τη βαρύτητα ή όταν μεταμορφώνει σκοινιά σε νερό, τσιμέντο ή σε δέντρα. Αλλά και στα «ταχυδακτυλουργικά» του κορμιού του. Ο Τιερέ μπορεί να «φάει» μουσική, να παίξει ξέφρενα παρέα με ένα πάπλωμα ή να περπατήσει στο μπροστινό μέρος της σκηνής, στο κάθετο τμήμα του. Είναι ταυτόχρονα σόουμαν, ακροβάτης, σχοινοβάτης, μάγος, μίμος, χορευτής, βιολιστής και σκηνοθέτης. Πάνω από όλα είναι ένας περφόρμερ, με οξυμένο το ένστικτο του διασκεδαστή. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό που στα μάτια του κοινού τον συνδέει με τον παππού του, ενώ στον ίδιο έδωσε την ώθηση να χαράξει το προσωπικό του δημιουργικό μονοπάτι. Ήταν εξάλλου μόνο τριών χρονών όταν το 1977 πέθανε ο Τσάρλι Τσάπλιν και σήμερα ο Τιερέ, έχοντας πάρει πλέον τον δικό του δρόμο, αμφιβάλλει φυσικά για το αν οι αναμνήσεις από τον παππού του είναι αληθινές ή απλώς τις έχει ακούσει. Πολλοί ίσως να είχαν τρομοκρατηθεί στη θέση του, αυτός όμως όχι. «Καταλαβαίνω», έχει πει σε συνέντευξη του, «ότι αυτό σκέφτονται όλοι, εμένα όμως ποτέ δεν με επηρέασε ουσιαστικά. Αλλιώς δεν θα είχα ξεκινήσει καν. Θα ένιωθα διαρκώς ότι πρέπει να αποδείξω την αξία μου».

JAMES THIERREE 4

Ο Τζέιμς Τιερέ γεννήθηκε στη Λοζάνη το 1974 και η παιδική του ηλικία μόνο συνηθισμένη δεν ήταν. Έμαθε να περπατάει δίπλα σε άγρια ζώα και μέσα σε καμαρίνια. Από την ηλικία των τεσσάρων, μαζί με την τρίχρονη αδερφή του Αουρέλια, εμφανιζόταν σε θέατρα της Ευρώπης και της Αμερικής, υποδυόμενος μια βαλίτσα με πόδια που έτρεχε πάνω-κάτω. Όταν οι συνομήλικοι του έπεφταν από το ποδήλατο, εκείνος εξασκούνταν στα ακροβατικά, στη μουσική, τις ξένες γλώσσες και σε πολλά ακόμα. Πατέρας του ήταν ο Ζαν-Μπατίστ Τιερέ, ένας ηθοποιός που άφησε την καριέρα του στο γαλλικό θέατρο για να αφοσιωθεί στο βαριετέ και να γίνει κλόουν τσίρκου.

Μητέρα του ήταν η χορεύτρια και σχεδιάστρια Βικτόρια Τσάπλιν. Η Βικτόρια και ο Ζαν-Μπατίστ είχαν γνωριστεί, αγαπηθεί και στη συνέχεια «κλεφτεί» και γύριζαν τον κόσμο με το τσίρκο, παρουσιάζοντας το νούμερο τους. Οι συνθήκες άρχισαν να διαμορφώνουν τον καλλιτεχνικό χαρακτήρα του γιου τους. Αν και ο θίασος των γονιών του επέστρεφε πάντα στη Βουργουνδία, ο ίδιος δεν μεγάλωσε κάπου συγκεκριμένα. Με τον καιρό, την έννοια «σπίτι» έπαιρνε όποιο μέρος τον έκανε να νιώθει άνετα και ξεκούραστα, είτε βρισκόταν στην Ιταλία είτε στην Αυστραλία και την Αγγλία. Όταν το καραβάνι των γονιών του έκανε στάση για λίγες μέρες σε κάποια πόλη, ο Τζέιμς, ενθουσιασμένος με το περιβάλλον του, έμενε πάντα με την αδερφή του σε κάποιο μικρό δωμάτιο κι αυτό του ήταν αρκετό. Όπως είπε πρόσφατα, «το “σπίτι” το “κέντρο”, έμενε πάντα το ίδιο, αλλά μετακινούνταν σε διαφορετικά μέρη. Και η διακόσμηση άλλαζε κάθε φορά που άνοιγες την πόρτα». Σχολείο πήγαινε όταν επέστρεφε στη Βουργουνδία, για να επιβεβαιώσει ότι οι συμμαθητές του τον έβλεπαν σαν να έπεσε από άλλο πλανήτη.

Όταν η τουρνέ έφτανε σε κάποια μεγάλη πόλη, ο Τζέιμς και η αδερφή του έβρισκαν κάποιον δάσκαλο, η μεγαλύτερη επιρροή όμως ήταν οι γονείς του και η δουλειά τους. Οι οποίοι στο μεταξύ είχαν ιδρύσει το Cirque Imaginaire της Βουργουνδίας, το οποίο καινοτόμησε στα τέλη της δεκαετίας του 70 σαν ένα τσίρκο χωρίς εκπαιδευμένα ζώα ή πριονίδι. Ήταν ο πρόδρομος του Cirque Invisible, του Αόρατου Τσίρκου, που θυμούνται από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 οι Βρετανοί θεατρόφιλοι και που το 2009 είχε φιλοξενηθεί στην Ελλάδα από το Ελληνικό Φεστιβάλ. Ο Τζέιμς πέρασε τότε από τη ζωή του τσίρκου, από τα ζώα, την τέντα και τους ακροβάτες, σε κάτι πιο θεατρικό. Και όταν πια άρχισε να μεγαλώνει, δεν δυσκολεύτηκε να πάρει την απόφαση του. Έπρεπε είτε να περιφρονήσει την καταγωγή του, ασκώντας ένα βαρετό επάγγελμα, ή να αδράξει τη δική του καλλιτεχνική μοίρα. «Όταν έφτασα στην ηλικία που αρχίζεις να σκέφτεσαι διάφορα πράγματα αυτό που κυριαρχούσε ήταν το θέατρο», θα πει πολύ αργότερα.

Τα πρώτα του βήματα έξω από το προστατευτικό κουκούλι του θιάσου των γονιών του περιλάμβαναν μια εμφάνιση στην ταινία Το βιβλίο του Πρόσπερο του Πίτερ Γκρίναγουεϊ και συνεργασίες με τον Μπενό Μπεσόν και τον Μπομπ Ουίλσον. Σύντομα όμως ο Τιερέ ξαναμπήκε στην τροχιά του θεάτρου και του τσίρκου. Το 1998 ίδρυσε τη δική του θεατρική ομάδα (με την μητέρα του Βικτόρια στο σχεδιασμό των κουστουμιών και των σκηνικών μέχρι σήμερα), την Compagnie de I’Hanneton («Ο θίασος της χρυσόμυγας), την οποία βάφτισε με το παρατσούκλι που του είχαν δώσει ο γονείς του όταν εκείνος έτρεχε γύρω γύρω σαν τρελός.

Η πρώτη παραγωγή του το 1998, το La Symphonie du Hanneton, περιόδευσε σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη, κερδίζοντας τις επευφημίες των κριτικών και πυροδοτώντας τη φήμη του Τιερέ ως δημιουργού ενός εκθαμβωτικού «ακροβατικού» θεάτρου, εμποτισμένου με ονειρική αισθητική.

To La Veillee des Abysses του 2003 δημιουργήθηκε με αφορμή το βιβλίο The Life of Bees του Μορίς Μέτερλινκ, που απέδιδε τεράστια σημασία στο αγαπημένο έντομο του συγγραφέα και που ενέπνευσε τον Τιερέ.

Ήταν ένα σόου που άλλαζε κάθε νύχτα, αντανακλώντας, όπως είχε πει ο δημιουργός του, τον τρόπο που έβλεπε και εκείνος τα πράγματα.

Η καθιέρωση, ήρθε με το Au revoir parapluie του 2007. Για μία ακόμη φορά, ο Τιερέ ανάδευε το τσίρκο, το χορό, την παντομίμα, τους κλόουν, τη μαγεία και ένα σωρό άλλα συστατικά σε ένα αλλόκοτο αλλά ιδιοφυές σύνολο. Ήταν ένα σόου «για τη ζωή, την ελπίδα, την απόδραση, την επιμονή», που για μία ακόμη φορά δύσκολα μπορούσε να περιγραφεί σε κάποιον που δεν είχε ξαναδεί δουλειά του δημιουργού του.

Η πρωτοτυπία του σε σχέση με τα προηγούμενα έργα ήταν ότι εδώ οι χαρακτήρες ήταν κάπως πιο ορατοί. Είχαν ταυτότητα, κίνητρα και επιθυμίες, όχι όμως χωρίς να συγκλίνουν σε ένα αποτέλεσμα που, όπως και παλιότερα, συνδύαζε το ολοκληρωτικό χάος επί σκηνής με τον απόλυτο έλεγχο.

Και το 2009 ήρθε ο Ραουλ. Τι θέλει να πει αυτή τη φορά ο ποιητής; «Να σας εκφράσω την επιθυμία μου να χορέψω ελεύθερα, να λαχταράω να μιλήσω, να γκρεμίσω τους τοίχους, να τρέξω να βοηθήσω, να κάνω τα σκοινιά να τρίξουν, να καλπάσω με χέρια και πόδια, να κοιμηθώ όρθιος αλλά καλά ξαπλωμένος, να γνωρίσω σπάνια θηρία που κανείς δεν πρέπει να συναναστρέφεται, να σκυλοβρίσω την ωραία μουσική, να ελευθερώσω το αστέρι, να χαστουκίσω τις κακές μου σκέψεις. ..», γράφει στην επιστολή του προς το κοινό ο Τζέιμς Τιερέ.

Πράγματι, ο Ραούλ είναι κάτι παραπάνω από μια παράσταση σωματικού θεάτρου ή μια ιστορία ενός ανθρώπου μόνου σαν τον Ροβινσώνα, που αντιμετωπίζει έναν εισβολέα. Είναι μια δημιουργία ζεστή και ανθρώπινη, που δύσκολα εντάσσεται σε κατηγορίες. Και που συνεχίζει ένα είδος που έχει τις ρίζες του στην παράδοση του βαριετέ. Την οποία ο Τιερέ, όσο και αν θυμώνει όταν επιμένουν να τον συγκρίνουν μόνο με τον παππού του, τον Τσάρλι Τσάπλιν, δεν ξεχνάει: «Η παράδοση», λέει, «είναι σαν ένας δυνατός άνεμος στην πλάτη σου. Δεν του δίνεις μεγάλη σημασία, αλλά τον νιώθεις».

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.