ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ του Μάικ Νιούελ| Κριτική: Νανά Κυριαζή

megales-prosdokies

Ένα πασίγνωστο έργο από την κλασική λογοτεχνία, οι «Μεγάλες Προσδοκίες» του Τσαρλς Ντίκενς, σε μια ακόμα κινηματογραφική εκδοχή…

Η συναρπαστική και περίπλοκη ιστορία του μικρού Πιπ, που βοηθάει έναν κατάδικο, ερωτεύεται σε μικρή ηλικία και για πάντα την Εστέλα, υιοθετημένη κόρη μιας μισότρελης πλούσιας, και ανέρχεται κοινωνικά στην τάξη των «Τζέντελμαν» από έναν ανώνυμο ευεργέτη… με όλα αυτά ο Ντίκενς έφτιαξε μια αξεπέραστη ιστορία, που ο κινηματογράφος έχει σπεύσει αρκετές φορές να την αποδώσει.

Τι καινούργιο έχει να προσφέρει η νέα βερσιόν; Μπορεί να προσθέσει κάτι σε αυτά που ήδη ξέρουμε και έχουμε δει; Η ταινία του καταξιωμένου Άγγλου σκηνοθέτη Μάικ Νιούελ («Ο Χάρι Πότερ και το κύπελλο της φωτιάς») φαίνεται να υπακούει στη σύγχρονη τάση να φέρνουμε τα κλασικά έργα up-to-date: κρατώντας πάντα τον κλασικό χαρακτήρα της ιστορίας, να αφαιρούμε ωστόσο τα παρωχημένα πολλές φορές στοιχεία των παλιών ταινιών, που τις έκαναν να μοιάζουν «κλασικά εικονογραφημένα», και να δίνουμε ζωντάνια στην ιστορία, έτσι που να μας αφορά και εμάς εδώ, τώρα. Να μη νιώθουμε ότι παρακολουθούμε κάτι αποξενωμένο, αλλά κάτι ζωντανό και παθιασμένο. Πρόκεται για πιστές εκδοχές, που τηρούν το ιστορικό πλαίσιο, αλλά έχουν έναν αέρα φρεσκάδας, που ταιριάζει σε νεανικότερο κοινό. Τέτοια παραδείγματα είναι οι πρόσφατες κινηματογραφικές μεταφορές «Περηφάνεια και προκατάληψη» του Τζο Ράιτ (2005), η «Τζέιν Έιρ» του Κάρι Φουκουνάγκα (2011) και τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Αντρέα Άρνολντ (2011). Η καθεμιά το καταφέρνει αυτό σε διαφορετικό βαθμό. Το ίδιο και αυτή η ταινία: ενώ είναι σαφώς πιο ανανεωμένη, πιο προσιτή στην τωρινή μας αισθητική, ταυτόχρονα όμως είναι ανεμπνευσμένη αφού δεν ξεφεύγει πολύ από την αισθητική μιας τηλεοπτικής σειράς του BBC. Ήδη οι σειρές αυτές του BBC είναι πολύ επιτυχημένες και πολυαγαπημένες. Ποιος ο λόγος λοιπόν να μεταφέρεις κάτι παρόμοιο στον κινηματογράφο αν δεν έχεις σκοπό να παρουσιάσεις κάτι μεγαλύτερο σε όραμα;

 Η συγκεκριμένη ταινία είναι μια αξιόλογη παραγωγή, βλέπεται ευχάριστα και ικανοποιητικά για να περάσεις δύο ώρες στο σινεμά, αλλά έχει και πολλές αδυναμίες, οι οποίες φαίνονται από την αρχή: καμιά ιδιαίτερη μαγεία δεν στολίζει τη γνωριμία αυτών των δύο παιδιών που οι μοίρα τα ενώνει. (Αν θέλουμε ένα καλό παράδειγμα νέων που ερωτεύονται από μικρά θα μπορούσαμε να δούμε το «Πίτερ Ίμπετσον» του Χένρι Χάθαγουεϊ (1935)). Επίσης, το εγκαταλλειμένο, σαν στοιχειωμένο, σπίτι της πλούσιας Μις Χάβισαμ δεν παίρνει τις μυθικές διαστάσεις που θα έπρεπε να είχε στα μάτια ενός μικρού παιδιού (και στα δικά μας επομένως). Η μουσική επίσης είναι πολύ συμβατική ενώ και κάποιες βασικές ερμηνείες δεν είναι πολύ πειστικές: η αξιαγάπητη Έλενα Μπόναμ Κάρτερ σε ένα ρόλο-γάντι για αυτήν, την Μις Χάβισαμ, δεν ξεφεύγει -ακριβώς εξαιτίας αυτού- από την τυποποίηση και την καρικατούρα. Αλλά και η Χόλιντεϊ Γκρέιντζερ παίζει με αρκετό πάθος την παγωμένη Εστέλα, έτσι που δεν φαίνεται τόσο έντονα το κακό που έχει κάνει στον χαρακτήρα της η Μις Χάβισαμ αλλά και η εσωτερική της πάλη για τον Πιπ. Η ταινία όμως γενικά πλαισιώνεται από ένα αξιόλογο καστ Άγγλων ηθοποιών με πολύ καλές ερμηνείες, κυρίως αυτή του Ρέιφ Φάινς, στον ρόλο του κατάδικου.

 Τέλος, να πούμε ότι και αυτή η εκδοχή αναπόφευκτα συγκρίνεται με την κλασικότερη μεταφορά μέχρι τώρα, τις «Μεγάλες Προσδοκίες» του μεγάλου Ντέιβιντ Λιν (1946). Εκείνη η εκδοχή, πιο κοντά χρονικά στη νοοτροπία ότι ο κινηματογράφος συνδέεται με τη λογοτεχνία (ειδικά αυτή του 19ου αιώνα), δεν κρύβει την λογοτεχνική της καταγωγή, ξεκινώντας ακόμα και με αφήγηση από το βιβλίο του Ντίκενς. Αλλά παράλληλα καταφέρνει οπτικά να δώσει μια μυθική διάσταση στην ιστορία. Δεν είναι τυχαία μια κλασική ταινία. Η σημερινή ταινία αφηγείται την ιστορία με έναν πιο άμεσο και σύχρονο τρόπο, χωρίς όμως δημιουργικές εξάρσεις. Ωστόσο, καταφέρνει να δείξει λίγο περισσότερο τις κοινωνικές διαφορές και τις επιπτώσεις τους. Όλοι οι μεγάλοι κλασικοί (Ντίκενς, Ουγκό, Ντοστογιέφσκι κτλ) είχαν μια συγκλονιστική αίσθηση της κοινωνικής αδικίας, ανισότητας και σκληρότητας. Οι «Μεγάλες Προσδοκίες» του Νιούελ, στο πλαίσιο του σύγχρονου ρεαλισμού, μας βοηθάει να καταλάβουμε εμφανέστερα τι σήμαινε να είσαι «Τζέντελμαν» και τι κατάδικος ή τι χωριάτης και αστός… Αυτό είναι ίσως το κυριότερο προτέρημα της ταινίας, που κατά τα άλλα αναλώνεται, όπως είναι αναμενόμενο, στο ρομάντζο των δύο πρωταγωνιστών, μέσα από μια ευχάριστη αλλά συνηθισμένη, όπως είπαμε, ταινία εποχής με κοστούμια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.