«Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού» (2012) του Έκτορα Λυγίζου | Κριτική Γιάννη Καραμπίτσου | Πείνα ζωογόνος και ζωοδότρα

PAPADOPOULOS- LYGIZOS

Ο Έκτορας Λυγίζος κάνει αυτό που οφείλει ένας σύγχρονος δημιουργός γενικότερα να κάνει και ειδικότερα στην εποχή της κρίσης. Να συνδέσει την πραγματικότητα με την τέχνη, να εμπνευστεί από την πραγματικότητα, να τη λάβει σοβαρά υπόψη. Και το κάνει με ένα συγκλονιστικό, με ένα σπαραχτικό τρόπο. Ο Έκτορας Λυγίζος στα 36 του είναι ένας ώριμος, ολοκληρωμένος καλλιτέχνης και άνθρωπος.

διαβάστε αναλυτικά για την ταινία που παίζεται αυτή την εβδομάδα στην Ταινιοθήκη. Οι μικρού μήκους ταινίες του μου είχαν κινήσει το ενδιαφέρον αλλά δεν με ενθουσίασαν. Πολλές φορές αυτά που δήλωνε στο παρελθόν ή ο τρόπος που πλησίαζε τα θεατρικά έργα με τα οποία καταπιανόταν μου γεννούσαν πολλές ενστάσεις. Αυτή τη φορά ο Έκτορας Λυγίζος με κέρδισε εξ ολοκλήρου. Και με την ταινία του και με τις δηλώσεις του. Το σημείωμα του σκηνοθέτη στο δελτίο τύπου απεικονίζει καλύτερα από κάθε τι που γράφτηκε και κάποια από αυτά που γράφτηκαν είναι πραγματικά εκτός από εύστοχα και πάρα πολύ όμορφα, την ουσία της ταινίας. Είναι η καλύτερη κριτική που γράφτηκε για την ταινία. Μα θα μου πείτε δεν είναι φυσικό αυτό; Αν δεν είναι ο δημιουργός ενός έργου τέχνης ο καλύτερος κατανοητής του, ποιος άλλος θα μπορούσε να ήταν; Αυτό συμβαίνει μόνο στην περίπτωση που οι προθέσεις του δημιουργού, υλοποιούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να επικοινωνηθούν με τον ιδανικό θεατή τουλάχιστον ικανοποιητικά.


Η ταινία του Έκτορα Λυγίζου όλα όσα αναφέρει στο σημείωμα του ο σκηνοθέτης τα περνάει με μινιμαλιστικό και ελλειπτικό, αλλά άψογο τρόπο στο θεατή. Οι ελλείψεις του Λυγίζου είναι τολμηρές, εμπνευσμένες από ένα σινεμά πρωτοποριακό που συνδυάζει μυθοπλασία, ντοκιμαντέρ και πειραματικό κινηματογράφο, αλλά όσα αφηγείται δεν αφήνουν χάσματα, παρά μόνο εκείνα που αποκαλούμε «ηδονογόνα», είναι απόλυτα καθαρά, παρόλα όσα γράφτηκαν από μικρή έστω μερίδα του κριτικού τύπου, τουλάχιστον στη δική μας υποκειμενική ανάγνωση. Ο ήρωας της ταινίας , όπως ο αντίστοιχος στην «Πείνα» του Χάμσουν, οδηγείται σε μια πείνα από έλλειψη φαγητού, κατ’ επέκταση σε μια σεξουαλική πείνα και εν τέλει σε μια ψυχική και πνευματική πείνα.  Ας αναφερθούμε σε ένα από αυτά τα «κενά».
Ναι, θα μπορούσε αν άφηνε στην άκρη την αξιοπρέπεια-εχθρό όπως την αποκαλεί ο Λυγίζος, να αποκαλυφθεί στη μητέρα του και να γλυτώσει προσωρινά από τη πείνα, αναιρώντας ενδεχόμενα την επιλογή που έχει κάνει να επιβιώνει καταπιανόμενος με αυτό που αγαπά, που είναι το μεράκι και το ταλέντο του, όχι μόνο μια ταλαντούχα φωνή και η εξωτερίκευση της,  αλλά η αγάπη για την τέχνη, για το πνεύμα, για την ευγένεια και λεπτότητα της ψυχής.

to agori pou troei to fagito tou pouliou

Επίσης μια μάνα θα μπορούσε να έχει πολλά χρήματα, λίγα ή και καθόλου, αν αυτό μπορεί να παίξει κάποιο ρόλο στην ανάγνωση κάποιου εκ των θεατών κριτικών ή μη. Στη δική μας ανάγνωση δεν έχει σημασία όμως. Θέλουμε να πούμε με αυτό η επιλογή του να μην απευθυνθεί στην «ελεημοσύνη» της μάνας του δεν είναι μια πράξη που προέρχεται από τον «πολυτελή» τρόπο σκέψης του, αλλά μια πράξη που του υπαγορεύει η ιδιοσυγκρασία του, η κοσμοθεωρία του, ο απόλυτα συνειδητοποιημένος και επιλεγμένος τρόπος σκέψης και δράσης του. Και αν αυτή η συνειδητοποίηση δεν ήταν εντελώς απόλυτη πριν από την Πείνα του, τότε καθίσταται απόλυτη κατά τη διάρκειά της.

Σε αυτό το σημείο, οι περισσότεροι θεατές της ταινίας των οποίων γνώμες και απόψεις διαβάσαμε, δεν αναφέρονται τόσο σε αυτό που ο δημιουργός της ταινίας ευστοχότατα επισημαίνει. Η Πείνα δημιουργεί εγρήγορση στο σώμα (πάνω από όλα), στο πνεύμα και την ψυχή, αυτό βέβαια έχει να κάνει με την παιδεία, την καλλιέργεια, την ευαισθησία του κάθε ανθρώπου. Μια εγρήγορση που οδηγεί σε δράση τον ντροπαλό, τον εμμονοληπτικό με την αξιοπρέπεια, τον κάθε ζωντανό πλάσμα, κάτι που μας θυμίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο από ένα σύνθετο και κάποιες λίγες φορές, ταλαντούχο ζώο.
Η Πείνα είναι μια κατάσταση δύσκολη και ακραία αλλά ταυτόχρονα όσο και αν κάποιους ξενίσει αυτό, μπορεί να αποβεί μια δημιουργική κατάσταση, μια κατάσταση που βοηθά την υπερλειτουργία του πνεύματος και ταυτόχρονα βγάζει προς τα έξω την καθαρότητα, την αγνότητα της σκέψης. Ευνοεί την ανάπτυξη ψυχικών διεργασιών που δύνανται να καταστήσουν την αγάπη, την επαφή με τους άλλους ανθρώπους αλλά και με όλα τα ζωντανά πλάσματα αυτού του πλανήτη, την πρώτη μεγάλη ανάγκη και αλήθεια. Δεν μπορεί λοιπόν να κάνει αλλιώς ο ήρωας, δεν σημαίνει ότι δεν αγαπά απαραίτητα τους δικούς του, αλλά απλά δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

lila baklesi

«Κενά»,  λοιπόν, σύμφωνα πάντα με τη δική μας ανάγνωση δεν έχει η ταινία, παρόλη την όχι και τόσο στιβαρή πλοκή της, τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης. Χωρίς καθόλου σχεδόν λόγια, με νεύματα πολλές φορές συμπληρώνεται και καθοδηγείται η δράση, το υπέροχο βλέμμα, τα μεγάλα μάτια της Λίλας Μπακλέση, πιάνουν την κίνηση, την δράση, την πράξη και τη συνεχίζουν, την ολοκληρώνουν, μια χορογραφία σωματικών κινήσεων, χειρονομιών και νευμάτων άψογα συντονισμένων από το Λυγίζο με καταλυτική τη συνδρομή του δαιμόνιου οπερατέρ, του συγκλονιστικού πρωταγωνιστή της ταινίας και της υπέροχης μουσικής δημιουργούν αισθητική συγκίνηση, αλλά και συγκίνηση αληθινή, χειροπιαστή, που σου φέρνει δάκρυα στα μάτια.

Όταν θέλουμε να κόψουμε και να ενώσουμε με το επόμενο πλάνο «πάνω στη κίνηση», ένα κομμάτι του περιεχομένου κόβεται, μια γροθιά που θα κοπεί στο ένα πλάνο για να ενωθεί με το επόμενο δεν ενώνεται ακριβώς εκεί που κόπηκε το πρώτο πλάνο, αλλά λίγο παραπέρα, ένα κομμάτι του χεριού απαλείφεται, χωρίς ο θεατής όχι μόνο να μην ενοχλείται αλλά να νοιώθει πλαστικότερη, ομαλότερη, αληθινότερη την ένωση των πλάνων, την αίσθηση της συνέχειας της κίνησης, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει ασυνέχεια. Έτσι και ο Λυγίζος απαλείφοντας λίγο μεγαλύτερα κομμάτια κίνησης και δράσης από ότι στο παράδειγμά μας, μας δίνει καλύτερα και καθαρότερα την αίσθηση της συνέχειας,  δημιουργώντας μια μοντέρνα αλλά και απόλυτα λειτουργική γραφή παρόλη την ελλειπτικότητά της.

Η ταινία του Λυγίζου όπως πολύ σωστά παρατήρησε ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος δεν έχει καμμιά σχέση με τις αντίστοιχες ταινίες του Λάνθιμου, της Τσαγγάρη, του Μακρίδη, ούτε σε ύφος ούτε σε θεματολογία. Παρόλο που η ταινία του Έκτορα χρησιμοποιεί κάποια μεταφορικά στοιχεία όπως αυτό με το πουλί, τον ίδιο τον ήρωα και τα κάγκελα πίσω από τα οποία προσπαθούμε όλοι μας να αναπτύξουμε την ζωή μας, τα ρεαλιστικά, τα κυριολεκτικά της στοιχεία υπερτερούν συντριπτικά, όπως κυριολεκτικός σε μεγάλο βαθμό είναι και ο τίτλος της ταινίας. Επίσης και ο συμβολισμός στην σκηνή με την ελληνική σημαία και τα αγάλματα κάνει δειλά την εμφάνισή του αλλά και σε αυτήν τα ρεαλιστικά στοιχεία μπορούν και πάλι να υπερισχύσουν και το καταφέρνουν.

Ο Γιώργος Κρασσακόπουλος έχει γράψει με υπέροχο τρόπο πάνω σε αυτό: «Είναι ένα μεθυστικό κομμάτι σπουδαίου σινεμά εξαιρετικής ακρίβειας και πυκνότητας, μιας «χορογραφημένης» σωματικής ερμηνείας λαμπρού βάθους, ένα ελλειπτικό δράμα σπάνιας μεταφυσικής μα και σαρκικής αγωνίας, συγκλονιστικής θλίψης και συναισθηματικής έντασης. Είναι μια ταινία απόλυτα επίκαιρη, βαθιά πολιτική, μεταφορική μα και άμεσα ρεαλιστική. Επίκαιρη στις συνθήκες που περιγράφει, μα άχρονη στις ανάγκες που ψηλαφίζει. Είναι ένα φιλμ που σοκάρει σχεδόν με την απλότητά του, μα την ίδια στιγμή απλώνεται σαν τα κλαδιά ενός δέντρου σκιάζοντας το μυαλό, την καρδιά, τη νόησή σου. Το «Αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού» είναι μια ταινία που αν της αφεθείς σε καταπίνει. Σε χωνεύει στη βαθιά της θλίψη, στη σκληρή της ποίηση, στην σπαρακτική της ομορφιά, στη μινιμαλιστική της αλήθεια. Και βγαίνοντας από την αίθουσα σε αφήνει διαφορετικό: βαφτισμένο στην τέχνη, μα ικανό να δεις και να καταλάβεις αληθινά, ίσως για πρώτη φορά, την πραγματικότητα του περιβάλλοντος χώρου, των ανθρώπων γύρω σου.»
Ο Έκτορας Λυγίζος σε αυτά που σημειώνει στο δελτίο τύπου και σε αυτά που δήλωσε στις εφημερίδες και στα διαδικτυακά μέσα, δείχνει ένας άνθρωπος απόλυτα ειλικρινής, απόλυτα έτοιμος να εκτεθεί, απόλυτα έτοιμος να συγκρουστεί, να έρθει σε ρήξεις ενδεχόμενα μελλοντικά για όσα με σπαραχτική τόλμη μας «αποκαλύπτει» στην ταινία του. Ο ήρωας φαίνεται να έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον πρωταγωνιστή Γιάννη Παπαδόπουλο, ενδεχόμενα κοινά οράματα και ευαισθησίες που τον βοηθούν όχι να αποδώσει ένα ρόλο, αλλά να είναι ο ρόλος. Ο Έκτορας Λυγίζος κάνει μια πολιτική ταινία εν τέλει, υλοποιεί μια πολιτική στάση που έχει ανάγκη η βαλλόμενη κοινότητά μας με τα λόγια του και τις πράξεις του έξω από την ταινία.

Ektoras

Η παρακάτω δήλωσή του σε συνέντευξη με έφερε πολύ κοντά του.

«Περίπου πριν από ενάμιση χρόνο μου δημιουργήθηκε η ιδέα μιας ταινίας με έναν ήρωα, νέο, καλλιτέχνη που βρίσκεται σε μια κατάσταση έλλειψης των βασικών. Διάβασα το βιβλίο του Κνουτ Χάμσουν, την «Πείνα» με μια παρόμοια ιστορία και ήρωα έναν νεαρό συγγραφέα-δημοσιογράφο το 1890 στη Νορβηγία, ο οποίος περιφέρεται στους δρόμους του Όσλο τελείως πεινασμένος και κατά καιρούς άστεγος που ζει αυτή την κατάσταση της μέθης που είναι η πείνα. Δεν είμαι σίγουρος εάν η ιδέα μου ήρθε όταν το διάβασα ή την είχα από πριν. Εκ των υστέρων, όμως, νομίζω ότι το είχα μέσα μου ως έναν δικό μου μεγάλο φόβο για το πού θα πάει αυτή η κατάσταση για μένα. Τον τελευταίο χρόνο δουλεύω συνέχεια και, όσον αφορά τα βασικά, η κατάσταση χειροτερεύει.»
Επισυνάπτω για να τά έχετε εύκαιρα άλλα δύο κομμάτια από το σημείωμα του σκηνοθέτη στο δελτίο τύπου της ταινίας.
«Η πείνα είναι κινητήριος δύναμη. Αναγκάζει και τον πιο οκνηρό να αναλάβει δράση. Αναγκάζει και τον πιο ντροπαλό να παλέψει με την υπερηφάνεια του για να κρατηθεί στη ζωή. Το σώμα πάσχει από ένα μεγάλο κενό. Και μου φαίνεται πολύ συγκινητική η προσπάθεια των ανθρώπων να γεμίσουν τα κενά τους. Και βρίσκω πολύ συγκινητικό ένα σώμα που πάσχει. Ιδίως γιατί στην πείνα όλες οι αισθήσεις είναι σε έξαρση, το πνεύμα είναι σε κατάσταση μέθης. Και σε κατάσταση μέθης οι άνθρωποι είναι πιο κοντά στον πραγματικό τους εαυτό. Είτε μιλάμε για μέθη από αλκοόλ είτε για μέθη από έρωτα είτε για μέθη θεατρική.»
«Νομίζω πως κάποιος, σε συνθήκες φόβου και εξαθλίωσης, δεν πρέπει να διατηρήσει καμία αξιοπρέπεια. Η αξιοπρέπεια στην ταινία είναι εχθρός. Είναι αυτό που κάνει το αγόρι να μην μπορεί να μιλήσει σε κανέναν για την κατάστασή του. Στο φοβο και στην εξαθλίωση η λύση είναι η βοήθεια. Το θέμα δεν είναι να πείσεις τους άλλους ότι είσαι καλά ακόμα κι αν υποφέρεις. Το θέμα είναι να βρεις τρόπο να εκφράσεις είτε τα καλά είτε τα άσχημα που κρύβεις μέσα σου πόσο μάλλον τον πόνο. Η αξιοπρέπεια είναι άμυνα. Είναι κατάλοιπο από άλλες εποχές. Η σημερινή εποχή έχει ανάγκη από αγάπη –άνευ όρων.»

Χωρίς να αντιγράφει κανένα ύφος είναι κοντά στη λιτότητα των εκφραστικών μέσων του Μπρεσόν και στο σκηνοθετικό ύφος των Νταρντέν και κυρίως της «Ροζέτας». Η κίνηση της κάμερα, γλείφοντας σχεδόν το σώμα του ήρωα, παίρνοντας μια θέση ανάμεσα σε υποκειμενικό, χωρίς να είναι, του ήρωα και σε ένα αντικειμενικό που τον παρακολουθεί κατά πόδας και μέσα από την αίσθηση, του να είσαι μέσα στον ήρωά να τον νοιώθεις και κατανοείς, να βιώνεις, όσο μπορεί αυτό να καταστεί δυνατόν, μέσω του κινηματογράφου, την πείνα του ή έστω την εμπειρία της πείνας του και ταυτόχρονα έξω από αυτόν, με τη δυνατότητα να προβληματίζεσαι, να σκέφτεσαι για την κατάστασή του, για τη συμπεριφορά του, την ιδιοσυγκρασία του και όσα αυτά συνεπάγονται.

Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος σημειώνει εύστοχα για αυτό:

«Βασισμένη στην εμβληματική Πείνα του νομπελίστα Νορβηγού Κνουτ Χάμσουν, η ταινία φέρνει αμέσως στον νου το κοινωνικό αδιέξοδο της περιθωριοποιημένης νέας γενιάς στο έργο των αδελφών Νταρντέν και τη σπαρτιάτικη αυθεντικότητα του Ρομπέρ Μπρεσόν, χωρίς ωστόσο να διαθέτει τη σεναριακή πληρότητα των πρώτων και τη διεξοδική αυστηρότητα του δεύτερου. «

Που καταλήγουμε λοιπόν; Οι άνθρωποι έχουμε μέσα μας μια αξιοπρέπεια παλαιού τύπου εχθρό πλέον και μια άλλη νέου τύπου ριζοσπαστική επαναστατική αξιοπρέπεια σύμμαχο, που είναι η ανάγκη μας για αληθινή επικοινωνία και επαφή που συνδυάζει τη ζωική, ενστικτώδη καταγωγή μας και την πνευματικότητα και μεταφυσική που καταφέραμε να αντλήσουμε από το σύγχρονο κα προγενέστερο πολιτισμό, την ανάγκη για αγάπη άνευ όρων.

Δεν είναι άραγε ειρωνεία που ονομάζουμε επαναστατικό, κάτι που σχεδόν από την έναρξή της η ανθρωπότητα φαίνεται να είχε απόλυτη ανάγκη; την Αγάπη;

Ο Έκτορας Λυγίζος πατάει ένα στοπ. Μας γυρίζει τουλάχιστον ένα βήμα πίσω, για να ξαναπιάσουμε το νήμα από κει που το αφήσαμε. Αυτή η ιδεαλιστική σε ένα βαθμό πράξη δεν είναι καθόλου ουτοπιστική έχει να κάνει με μια ριζοσπαστική βυθομέτρηση στα έγκατά μας, με την ανακάλυψη του αληθινού εαυτού μας και την τοποθέτησή του στο προσκήνιο της Ιστορίας. Εκεί η συνάφεια με τον Άλλο, κάτι καλύτερο μπορεί να φέρει για τα δύστυχα αυτά αν και σύνθετα και ταλαντούχα ορισμένες φορές ζωάκια τους ανθρώπους.

2 σκέψεις σχετικά με το “«Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού» (2012) του Έκτορα Λυγίζου | Κριτική Γιάννη Καραμπίτσου | Πείνα ζωογόνος και ζωοδότρα

Add yours

  1. EILIKRINA PISTEVO OTI YPOKEIMENIKA EINA OLA…OS PROS MIA TAINIA…OMOS FTANEIs SE YPERVOLI SYGRINONTAS TON ME TO BRESSON..TOTE MIPOS O LANTHIMOS EINAI O….NEOS GODARD;;;

  2. i nea genia skinotheton katafefgei se efkoles prokliseis[[avnanismos on camera ston kynodonta…troei ta xysia tou edo sto….puli klp….ti tha exane i kalogyrsmeni tainia tou lygizou an eleipe afto;;;[[[[[pouritanos den ypirxa pote==i efkoli omos proklisi menoxlei]]]]]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: