Γιώργος Πανουσόπουλος: «Όλοι οι αυθεντικοί δημιουργοί είναι…σύγχρονοι» | Συνέντευξη στο Μίμη Τσακωνιάτη

PANOUSOPOULOS BY MIMIS TSAKONIATIS
ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΙΜΗ ΤΣΑΚΩΝΙΑΤΗ ΓΙΑ ΤΟ ΓΙΩΡΓΟ ΠΑΝΟΥΣΟΠΟΥΛΟ

Ο Γιώργος Πανουσόπουλος είναι ένας αυθεντικός Έλληνας κινηματογραφιστής που γνωρίζοντας κάθετα την οικοδόμηση μιας ταινίας, δηλαδή από τη συγγραφή του σεναρίου, τη φωτογραφία, την κινηματογράφηση, τη σκηνοθεσία και το μοντάζ μέχρι την παραγωγή, πασχίζει και αγωνιά κάθε φορά να προχωρήσει την τέχνη του ένα βήμα παραπέρα. Θα τον παρομοίαζα –τηρουμένων πάντα των αναλογιών– με τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ καθώς, κάθε ταινία του αντιπροσωπεύει και ένα διαφορετικό είδος. Για τον Γιώργο Πανουσόπουλο λοιπόν γράψαμε ένα βιβλίο προσπαθώντας να ξαναδιαβάσουμε και να αναλύσουμε τα φιλμικά του όνειρα, τις ταινίες δηλαδή που έχει κάνει μέχρι σήμερα, και που είναι το «Ταξίδι του Μέλιτος», «Οι απέναντι», «Μανία», «Μ’ αγαπάς;», «Ελεύθερη Κατάδυση» και «Μια μέρα τη νύχτα». Μέσα στις σελίδες του ο αναγνώστης θα βρει την πλήρη φιλμογραφία του, κείμενα, συνεντεύξεις και φωτογραφίες. Έχει τίτλο «Εδώ στου Δρόμου τα Μισά…» και εκδόθηκε από την Εταιρία Ελλήνων Σκηνοθετών. Η συνέντευξη που ακολουθεί αποτελείται από υλικό που δε θα βρείτε στο βιβλίο, αλλά μπορείτε με αυτό να πάρετε μία γεύση από το άρωμα και τις εικόνες αυτού του δρόμου…

PANOUSOPOULOS MANIA

-Θα δανειστώ τον τίτλο της ταινίας σας «Μανία» για να σας ρωτήσω πότε αισθανθήκατε να σας καταλαμβάνει αυτή για τον κινηματογράφο;

Δεν είχα καμιά «εσωτερική παρόρμηση» για να κάνω κινηματογράφο. Απλώς δεν ήθελα να σπουδάσω! Δεν ήθελα να συνεχίσω να πηγαίνω στο σχολείο μετά τα 18 μου. Και επειδή έτυχε η πρώτη κοπέλα που ερωτεύτηκα τότε να θέλει να γίνει ηθοποιός κάναμε ένα σχέδιο να γίνω οπερατέρ και να δουλέψουμε μαζί στο σινεμά. Ήταν μία εντελώς επιπόλαιη σκέψη. Εγώ όμως τότε λαχταρούσα να γίνω ναυτικός, γι’ αυτό της είπα «κάτσε να γίνω πρώτα ναυτικός και μετά θα γίνω κι οπερατέρ!» Έφυγα λοιπόν με ένα πλοίο ως μούτσος, αλλά δεν έκλεισα ούτε χρόνο στη θάλασσα. Έκανα το γύρο του κόσμου και όταν γύρισα πήγα κατευθείαν στο Σταυράκο για να γίνω οπερατέρ. Δεν υπήρχε λοιπόν κανένα «εσωτερικό κάλεσμα», απλώς, για να είμαι ειλικρινής, μου φάνηκε καλό επάγγελμα γιατί σκεφτόμουνα ότι θα είμαι δίπλα σε ωραίες γυναίκες! Υπήρχε δηλαδή και αυτό το κίνητρο. Εξάλλου δεν είναι δύσκολο να σε τραβήξει αυτό το επάγγελμα. Δεν ξέρω κανέναν που να το ξεκίνησε και να μην ήθελε να συνεχίσει.

TAXIDI TOU MELITOS

-Ως οπερατέρ για περισσότερο από 35 χρόνια βλέπετε τον κόσμο μέσα από ένα κάδρο και μέσα από ένα φακό. Και στο «Ταξίδι του Μέλιτος», αλλά και στους «Οι Απέναντι», οι ήρωες παρακολουθούν τον κόσμο μέσα από ένα φακό. Πόσο δύσκολο σας είναι να μη βλέπετε τον κόσμο μέσα από ένα κάδρο και ένα φακό;

OI APENADI_big

Όταν σκύψεις να κοιτάξεις μέσα απ’ το φακό, κλείνεις όπως είναι γνωστό το ένα μάτι για να απομονωθείς απ’ τις γύρω εικόνες, δηλαδή απ’ την πραγματικότητα. Μένεις να κοιτάς πια τον κόσμο επιλεκτικά. Ο εγκέφαλός μάς δέχεται τις εικόνες της πραγματικότητας σαν δέκτης, ενώ ο ίδιος εγκέφαλος κοιτώντας μέσα από την Camera φτιάχνει δικό του κόσμο, γίνεται δηλαδή πομπός-δημιουργός. Αυτή είναι κι όλη η γοητεία του κινηματογράφου για μένα. Θα σου το πω κι ανάποδα. Υπάρχουν μερικά πράγματα που προσωπικά έχω αποτύχει να τα βάλω μέσα σε κάδρο. Ας πούμε για ένα χώρο όπως η Μάνη, η οποία δεν μπαίνει σε κάδρο. Έχω παρατηρήσει όλα αυτά τα χρόνια πολλούς σκηνοθέτες που παρορμητικά, με μια αφέλεια, ενθουσιάζονται από το τοπίο της Μάνης και πάνε να κάνουν ταινία μέσα σε αυτό. Όσοι το έχουν δοκιμάσει έχουν αποτύχει ως προς την απόδοση του χώρου. Δε φωτογραφίζεται αυτός ο χώρος, δεν μπαίνει σε κάδρο. Έχω τραβήξει χιλιάδες φωτογραφίες όταν πήγαινα στη Μάνη και κατέληξα ότι αυτό δε γίνεται. Άλλο παράδειγμα: όταν γύριζε ο Παντελής Βούλγαρης από την εξορία το ’73 πήγαμε στο Πόρτο Ράφτη να τον υποδεχτούμε. Ήταν τότε που γύριζαν όλοι οι εξόριστοι με πλοίο και είχε πάει πολύς κόσμος να τους υποδεχτεί, συγγενείς τους, φίλοι κλπ. Εκεί λοιπόν συναντηθήκαμε όλοι οι συνάδελφοι του Παντελή, και ο Καβουκίδης είχε φροντίσει να βρει 3-4 κιν/φικές μηχανές και έδωσε από μία σ’ μένα και τον Γιώργο Αρβανίτη για να τραβήξουμε το φίλο μας που γύριζε από την εξορία. Εκεί λοιπόν εγω αρνήθηκα να πάρω μηχανή, γιατί δεν ήθελα αυτό το γεγονός να το δω μέσα από ένα κάδρο! Δεν ήθελα τη μηχανή καθόλου και θύμωσα που οι άλλοι το κάνανε. Όπως η Μάνη δεν μπαίνει σε κάδρο, έτσι και η υποδοχή ενός φίλου δεν μπαίνει σε κάδρο. Εδώ είναι η πραγματικότητα των άλλων που ταυτίζεται με τη δική μου. Τον υπόλοιπο καιρό, ναι! Φτιάχνεις έναν κόσμο με το ένα μάτι κλειστό.

HONEYMOON

-Κάποιος γνωστός μου βλέποντας το «Ταξίδι του Μέλιτος» το 1978 θαμπώθηκε από την ομορφιά του τοπίου και αποφάσισε να πάει κι αυτός στα Λουτρά. Πήγε και απογοητεύτηκε!

Συμβαίνει σε όλες τις ταινίες αυτό. Σε ένα χώρο που τον φτιάχνει ο σκηνοθέτης και μετά τον δίνει στο θεατή, όταν μετά πας εσύ εκεί είναι υποδεέστερος ή έχει δει κάτι άλλο. Όταν πήγα στην Αμερική με το αυτοκίνητο από τη μια άκρη στην άλλη και είδα τη χώρα, έκανα πάντα τη σκέψη: «Τι ωραία που την έχουν αποδώσει οι αμερικανοί σκηνοθέτες την πατρίδα τους, πόσο ποιητικά την έχουν δει». Έδινα συγχαρητήρια βλέποντας τι διάλεξαν να μου δείξουν εμένα στην οθόνη στην άλλη άκρη του κόσμου και ξαναείδα την Αμερική μέσα από τα μάτια τους, δηλαδή ξαναείδα τις γωνίες που έχω δει στο σινεμά και έτσι βρισκόμουν σε ένα χώρο που έχει μυθοποιηθεί από το σινεμά. Και πρόσεχα, δεν έβλεπα απλώς ένα βενζινάδικο περνώντας το δρόμο αλλά «Το βενζινάδικο» που βλέπουμε στο αμερικάνικο σινεμά. Οπωσδήποτε η Αμερική δε θα ήταν η ίδια χωρίς τις ταινίες της. Το αμερικανικό τοπίο θα ήταν διαφορετικό.

-Στη στατική φωτογραφία θεωρείται κατεξοχήν τέχνη η ασπρόμαυρη..

Όχι στο σινεμά όμως, επειδή γίνεται επεξεργασία χρώματος εδώ και δεκαετίες. Τεχνικά λέω ότι είναι έτσι. Στο ασπρόμαυρο ζωγραφίζει ο φωτογράφος αυτό που θέλει λειτουργώντας αφαιρετικά. Έχει περισσότερους τόνους, άρα είναι πιο κοντά στην ποίηση. Η έγχρωμη φωτογραφία είναι φλύαρη, δεν μπορείς να αποφύγεις τη φλυαρία της παρά μόνο αν κάνεις εστετισμούς τύπου Αντονιόνι κι Αγγελόπουλου. Ή θα γίνεις δηλαδή εστέτ ή φλύαρος. Δεν μπορείς να είσαι καίρια ποιητικός όπως με το α/μ γιατί η εικόνα φλυαρεί, είναι ανεξέλεγκτη και δεν μπορείς να αφαιρέσεις τίποτα. Στην ομιλία και στο τραγούδι υπάρχει και η σιωπή, όπως και στο ασπρόμαυρο. Στο έγχρωμο υπάρχει διαρκής θόρυβος. Μπορείς να τον αλλοιώσεις, αλλά είναι συνεχής, δεν έχει παύσεις. Όταν ένα πρόσωπο κάνει ένα βήμα πίσω προς το σκοτάδι και χάνεται από το φως, ενώ στο ασπρόμαυρο χάνεται εντελώς, στο έγχρωμο μένει στη σκιά. Το α/μ μπορεί να σε εκτινάξει, επειδή έχει αυτή την αφαίρεση. Το έγχρωμο όμως έχει μόνο πληροφορία, σε πληροφορεί τι έχει η εικόνα. Σπάνια μετουσιώνεται σε κάτι άλλο. Εννοώ σαν σκέτη εικόνα χωρίς τη βοήθεια του ήχου και της μουσικής. Μαγεύεσαι, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία μπορεί να τη βλέπεις κάθε μέρα, ενώ την έγχρωμη ίσως τη βαρεθείς αμέσως.

-Εσείς ως δημιουργός κάνετε όμως όλες τις ταινίες σας έγχρωμες..

Δε μπορούσα να κάνω ασπρόμαυρη ταινία γιατί πια κανένας παραγωγός δεν κάνει ασπρόμαυρη ταινία και πάντα έχω τον καημό μέσα μου.

Ευρυδίκη ΒΑ 2037
Ευρυδίκη ΒΑ 2037

-Η «Ευρυδίκη ΒΑ 2037» του Νίκου Νικολαίδη όμως έχει την καλύτερη ασπρόμαυρη φωτογραφία στο ελληνικό σινεμά. Ήταν καταπληκτική δουλειά.

Η «Ευρυδίκη» είναι μια δουλειά άψογη που δε θα ήθελα τίποτα να διορθώσω. Αυτό δε θα το έλεγα για καμία άλλη μου δουλειά..

-Δεν σκέφτεστε να κάνετε ασπρόμαυρη ταινία;

Βέβαια πάντα το έχω στο μυαλό μου και πάντα ελπίζω να το καταφέρω. Έχει βέβαια άλλες απαιτήσεις και ενώ ξέρω πώς να το κάνω δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω. Μιλώντας για το χρώμα τώρα η φωτογραφία του έγχρωμου σινεμά απέχει πολύ από το να πλησιάσει έστω στο ελάχιστο τη ζωγραφική. Δηλαδή μπορεί να κάνει μία φωτογραφία βυζαντινή το σινεμά; Να πλησιάσει τους τόνους; Τώρα πια με τα νέα υλικά τεχνολογίας μπορεί. Όχι με τα φιλμ, αλλά με την επεξεργασία. Το έγχρωμο φιλμ από μόνο του δίνει πολλές και καλές πληροφορίες. Γι’αυτό και προσπαθούσαν πάντα οι οπερατέρ να βάζουν φίλτρα, να προφωτίζουν πριν το γύρισμα για να σπάσουν αυτή την υπερπληροφόρηση που έχει το έγχρωμο φιλμ.

M AGAPAS

-Στο «Μ’αγαπάς;» πάντως αν και έγχρωμο η φωτογραφία είναι ιδιαίτερα σύνθετη.

Σε καμιά ταινία μου δε θαυμάζω τη φωτογραφία ως κάτι ιδιαίτερο. Σε καμίας ταινίας μου τη φωτογραφία δε θα υπέγραφα. Δεν έχω κάτσει ποτέ να κάνω σοβαρή δουλειά στο χρώμα. Δεν ξέρω αν θα μου τύχει με κανέναν άλλο σκηνοθέτη, αν θα μου δοθεί η ευκαιρία να δουλέψω σαν φωτογράφος το χρώμα. Αν μου συμβεί ποτέ θα δω τότε τι θα κάνω. Έχω αποτύχει στο χρώμα ως τώρα. Θυμάμαι το «Happy Day» του Βούλγαρη που γυρίζαμε στη Μακρόνησο, που ήταν ξερονήσι και το ‘καιγε ο ήλιος και είχα να βγάλω αυτό το κάψιμο του ηλίου, το σκληρό φως που καίει το βράχο. Ε! Δεν υπάρχει αυτό, δεν το κατάφερα! Πώς να βγάλεις τη ζέστη στο έγχρωμο; Στο α/μ ξέρω. Αυτή τη ζέστη που λες σκάει ο τζίτζικας, βράζεις αυγό στο βράχο. Και δεν εννοώ ν’ αρχίσουν να ιδρώνουν οι ηθοποιοί και να’ χουν άσπρα μαντήλια…Φωτογραφικά πώς το κάνω;

-Οπότε υπάρχουν κάποια προβλήματα κάθε φορά που πρέπει να επιλύσεις.

Αν κάναμε τώρα μια σχολή κινηματογράφου και έκανα μαθήματα φωτογραφίας, θα έβαζα πιο πολύ τους μαθητές μου να βλέπουν έργα του Θεόφιλου, ο οποίος έχει καταφέρει να βγάλει ήλιο χωρίς σκιές. Καν’ το εσύ, μπορείς; Αυτά είναι μαθήματα για τη φωτογραφία, τι μπορείς να κάνεις για το χρώμα. Ή και τώρα που ευτυχώς υπάρχει τεχνολογικά η δυνατότητα λίγο παραπάνω, αλλά υπάρχει; Είδα μια ταινία πρόσφατα του Ζαφείρη, αλλά δεν υπήρχε το παραμικρό ψάξιμο στη φωτογραφία. Κάποιος πρέπει να το κάνει αυτό. Όπως ψάχνουν οι ζωγράφοι αιώνες τώρα. Πώς «συνομιλούσε» με το φως ο Τσαρούχης και έφαγε όλη του τη ζωή για να βγάλει αυτά τα άσπρα! Θα ασχοληθούμε λίγο με αυτό το θέμα ή θα δίνουμε ωραίες φωτογραφίες τύπου Ζαφείρη; Δε ζητάει αυτό η φωτογραφία αλλά κάτι παραπέρα, μια αφαίρεση.

-Δεν ξέρω και αν οι καιροί το επιτρέπουν έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί οι σχέσεις κινηματογράφου και θεάματος.

Ποτέ οι καιροί δε θέλανε να επιτρέψουν τίποτα. Είναι πρόβλημα των σκηνοθετών αυτό, αν θέλουν να προβούν σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Αν είχαν σκεφτεί ότι η φωτογραφία στην Ελλάδα είναι μια μεγάλη τέχνη και δοκίμαζαν να αποδώσουν το ελληνικό φως μιας σειράς μεγάλων ζωγράφων…Οι βυζαντινοί ζωγράφιζαν τους ουρανούς χρυσούς. Εμείς ως κινηματογραφιστές έχουμε υποψιαστεί τίποτα ή φωτογραφίζουμε την Ελλάδα όπως οι τουρίστες;

-Στο μυαλό σας πώς γεννιούνται οι ταινίες; Από κάποιες ιδέες ή από εικόνες;

Από εικόνες. Το πρόβλημά μου είναι ότι δεν μπορώ να βάλω ιδέες στο χαρτί και να κάνω σενάριο. Έχω εικόνες και κάποια στιγμή σχηματίζονται σε σενάριο, και αν πιστέψω ότι είναι σενάριο, τότε το κάνω ταινία. Όλες οι άλλες μένουν στα συρτάρια. Έχω τα πιο πολλά μισοτελειωμένα σενάρια που φαντάζομαι θα έχει άλλος σκηνοθέτης, δηλαδή εικόνες που δεν μπορούν να οργανωθούν σε μια ταινία. Το ιδανικό είναι να κάνεις μια ταινία που να μην έχει χρονικό περιορισμό. Δηλαδή να μπορεί να κρατάει μισό λεπτό ή 2 ώρες ή δέκα λεπτά. Πώς ζωγραφίζει κάποιος μικρά ή μεγάλα έργα στη ζωγραφική από μινιατούρα μέχρι τεράστια τοιχογραφία. Μέχρι που σκέφτηκα να κάνω ένα δικό μου δίκτυο με μηχανήματα σαν της Κόκα-Κόλα, όπου με 100δραχμές να βλέπεις 1 λεπτό ταινία, να ανοίγεις έναν κατάλογο σαν τα juke-box και να επιλέγεις. Να μαζεύω μικρού μήκους από όλο τον κόσμο, από κάθε παλαβό που κάνει ταινίες και να τις βλέπεις σε καφέ, στο δρόμο, στο Μετρό…

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΑΤΑΔΥΣΗ
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΑΤΑΔΥΣΗ

-Κάθε ταινία σας είναι διαφορετική, φοράει κάθε φορά κι άλλο ρούχο. Επίσης αλλάζει και το είδος της μουσικής. Χατζιδάκις, Ξυδάκης, Μπακιρτζής, Κυπουργός, Στέλιος Βαμβακάρης.

Εγώ βαριέμαι ή φοβάμαι να κάνω το ίδιο πράγμα δεύτερη φορά. Εννοώ φοβάμαι να τελειοποιήσω κάτι. Να πάρω ένα είδος και να το τελειοποιήσω. Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα καλλιτεχνών αλλά εγώ αισθάνομαι ότι η ζωή είναι μικρή και δεν προλαβαίνω να τελειοποιήσω κάτι και δοκιμάζω κάθε φορά με καινούριο τρόπο να πω ίσως το ίδιο πράγμα. Μου φαίνεται σα να χάνω χρόνο να πιάσω πάλι το ίδιο θέμα. Το θαυμάζω όμως όταν το κάνει αυτό κάποιος άλλος.

-Σχετικά με τους ήρωες σας, υπάρχει πάντα μια συμπάθεια, μια συμπόνια..

Έτσι την πατάω πάντα. Στο «Ταξίδι του Μέλιτος» ξεκίνησα να κάνω μια μαύρη κωμωδία, δηλαδή να βγάλω τη γλώσσα στα γερατειά. Ο ήρωας αρχικά στο σενάριο σκοτώνει όλες τις γυναίκες, όχι μόνο τη δικιά του, αλλά παρασύρθηκα από τους ηθοποιούς και σιγά-σιγά έγινε κάτι σχεδόν μελό. Κάθε φορά το σενάριο είναι πιο σκληρό με τους ανθρώπους, αλλά με την ταινία παρασύρομαι και δείχνω πιο πολλή αγάπη στους ήρωες. Αν δε μου το λέγανε οι άλλοι όμως δε θα το καταλάβαινα.

-Κάποιοι ισχυρίζονται ότι το τεχνικό μέρος σε μία ταινία δεν παίζει σημαντικό ρόλο. Συμφωνείτε;

Για το δημιουργό όλα καταλήγουν τελικά σε τεχνικά προβλήματα. Όταν έκανε ο Κιούμπρικ το «2001: Α Space Odyssey» δεν ήταν στο μυαλό του το τεχνικό πρόβλημα; Πώς να μας δείξει αυτό που θέλει; Μην το βλέπουμε υποτιμητικά το τεχνικό μέρος γιατί τα πάντα είναι εκεί. Μήπως όμως κι η τεχνική του άτεχνου είναι μια τεχνική; Αν δεις για παράδειγμα το «Κοπάδι» του Γκουνέι που είναι πιο άτεχνη και από τις ταινίες του Δαμιανού, αυτό το πράγμα ήταν και το ύφος της ταινίας που σε συγκλόνιζε, ενώ έβλεπες ότι είχε λίγα μέσα και σε πολλά στοιχεία ήταν πρωτόλειο. Ε, και; Όλο μαζί ήταν όμως ένα έργο που δεν ξεχώριζες την τεχνική από το αίσθημά του. Σιγά-σιγά θα ’ρθει κι η τεχνική. Όταν όμως ξεχωρίζει η τεχνική, τα πράγματα γίνονται ύποπτα.

-Τελευταία μιλάνε για αναγέννηση στον ελληνικό κινηματογράφο αλλά νομίζω ότι πρόκειται απλώς για επανάληψη κοινότυπων αφηγηματικών σχημάτων.

MANIA 1
Και την εποχή που έκανα τη «Μανία», την πιο αυθόρμητη και ευγενική κριτική μου την έκανε ο Κατσουρίδης, που μου είπε: «Μπράβο, βρε Γιώργο, που έχεις το κουράγιο και ψάχνεις για καινούργια πράγματα». Και δεν είναι καθόλου πλουσιοπάροχος στις κρίσεις του ο Ντίνος. Και δε μου είπε αν είναι καλή ή όχι, αλλά ότι ψάχνω κάτι άλλο. Σινεμά τώρα σαν το ελληνικό που είναι περιφερειακό σινεμά, αυτό που πρέπει να κάνει είναι να ψάχνει. Δεν μπορεί να ακολουθεί το κεντρικό σινεμά, το αγγλοσαξονικό μοντέλο. Το καθήκον μας απέναντι στην τέχνη που υπηρετούμε, που είναι το σινεμά, είναι να ψάχνουμε άλλα πράγματα. Αυτή είναι η προσφορά μιας μικρής χώρας στο σινεμά, δεν είναι να ηγηθεί του κινηματογράφου ή να μιμηθεί τους άλλους. Σινεμά-σκάψιμο είναι η προσφορά για τις μικρές κινηματογραφικά χώρες. Υπάρχει το αμερικάνικο σινεμά, που είναι μια τεράστια ανοιχτή αγκαλιά και χωράει όλους τους πολιτισμούς και όλους τους σκηνοθέτες και κινηματογραφιστές και ανανεώνεται χωρίς να αποκλείει τίποτα. Αν τους μιμηθούμε, τους είμαστε αδιάφοροι. Να υπάρχει ένας Ούγγρος Χίτσκοκ και ένας Δανός Χίτσκοκ δεν έχει κανένα νόημα. Οι επιρροές είναι καλές, αρκεί να μπορείς να προχωρήσεις. Ανάμεσα στα εκατομμύρια παιδιά που τη δεκαετία του ’50 μιμούμασταν τον Έλβις και αφήναμε το μαλλί αλά Πρίσλεϋ ήταν και ο Τζον Λένον!

Mia Mera Ti Nyxta

-Στην τελευταία σας ταινία «Μια μέρα τη νύχτα» χρησιμοποιήσατε τη γνώση σας για να αποδιαρθρώσετε τη συμβατική κινηματογράφηση χρησιμοποιώντας τέσσερις ψηφιακές κάμερες. H γνώση σας στον κινηματογράφο αισθάνεστε ότι σας απελευθερώνει αλλά και σας περιορίζει ταυτόχρονα;

Ερχόμαστε πάλι στο τεχνικό που έλεγα πριν. Πώς μπορείς να βρεις καινούργιους δρόμους χωρίς να ξέρεις τη δουλειά; Πάρε τη δουλειά του μαραγκού. Ένα παιδί που δεν έχει ακόμα τις γνώσεις και πάει να μάθει, μπορείς να του πεις να φτιάξει ένα ωραίο τραπέζι; Αυτός που ξέρει μπορεί να προχωρήσει, να ανοίξει νέους δρόμους. Καινούργιο δρόμο ανοίγει αυτός που ξέρει, όχι αυτός που δεν ξέρει. Μιλάγαμε με την Κατερίνα Γώγου και της λέω: «Αφού δεν ξέρεις καλά ελληνικά, πώς θα γράψεις ποίηση;» Μου λέει, «δε χρειάζεται να ξέρεις τη γλώσσα», και της λέω «άμα είσαι μουγκός πώς θα εκφράσεις την αγανάκτησή σου, πώς θα φωνάξεις;» Γίνεται να κάνεις πρωτοποριακή ποίηση χωρίς τη γλώσσα; Αυτά είναι πονηρά πράγματα. Άλλος έχει τη γνώση για να κάνει χρήματα κι άλλος για να κάνει πρωτοπορία. Πρωτοπόρος ήταν ο Πικάσο μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του, δεν έμεινε πίσω, ασχολήθηκε με την αγγειοπλαστική στα 50 του. Επειδή ξέρεις, προχωράς –και εδώ που τα λέμε, τι ξέρεις; Τίποτα δεν ξέρεις. Ξέρεις κάθε φορά ότι είσαι ένας αποτυχημένος. Ξέρεις πώς τελειώνει η ταινία του Κουροσάβα «Οι 7 Σαμουράι»; Ο νεαρός Σαμουράι λέει «Νικήσαμε» και του απαντάει ο γέρος Σαμουράι «Χάσαμε». Σαμουράι θα πει αυτός που ξέρει να χάνει. Όσο ξέρεις τόσο λιγότερα ξέρεις! Όπως και στην επιστήμη, όπου ανοίγεις ένα παράθυρο και βλέπεις ένα χάος! Και λες, άνοιξα και το δέκατο παράθυρο για να βρω ένα χάος. Μετά από δέκα παράθυρα δεν ξέρω τίποτα. Αλίμονο αν ανοίγοντας το πρώτο παράθυρο νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα.

-Γι’ αυτό πιστεύω ότι δεν έχει νόημα η λέξη αριστούργημα, επειδή ένα έργο μπορεί τώρα να θεωρείται αριστούργημα, αλλά σε εκατό χρόνια να είναι εντελώς παρωχημένο.

Για πες μου όμως, θεωρείται ζητούμενο το αριστούργημα; Ζητούμενο είναι η έκφραση. Γιατί πώς γίνεται κάποιος να κάνει ένα έργο καλό και μετά ένα λιγότερο καλό κ.ο.κ; Γιατί είναι αληθινός καλλιτέχνης. Αυτό που είπε και ο Άκης Πάνου λίγες μέρες πριν πεθάνει. Θα προχωράς να κάνεις ένα έργο όταν ξέρεις τι θες να κάνεις, αλλά δεν ξέρεις πώς γίνεται. Όταν ξέρεις πώς γίνεται είναι πολύ βαρετό πράγμα, αν δεν ξέρεις τι θες να κάνεις μην το κάνεις. Ξέρεις τι θες να κάνεις και δεν ξέρεις πώς γίνεται; Τότε κάν’το!

-Κάποιοι θεωρούν ότι η Τέχνη είναι μία ατέρμονη κλίμακα, μία ευθεία γραμμή, ενώ άλλοι ότι είναι κύκλοι που δεν εφάπτονται απαραίτητα. Εσείς πού βλέπετε τον εαυτό σας;

Δεν υπάρχει εξέλιξη στην Τέχνη. Σε ένα ποίημα του 13ου αιώνα ή σε ένα του 10 ου και σε ένα σημερινό, υπάρχει εξέλιξη; Έχουν ηλικία; Δηλαδή κάτι που σήμερα θεωρείται όμορφο, αύριο θα θεωρείται άσχημο; Εχει σημασία πότε φτιάχτηκε; Η γλυπτική τι εξέλιξη έχει κάνει σε σχέση με ένα γλυπτό που έκανε ο Πραξιτέλης δύο χιλιάδες χρόνια πριν; Βεβαίως νέες εκφράσεις θα προκύπτουν επ’ άπειρον. Στην τέχνη είσαι στον ίδιο χρόνο με όλους. Όλοι οι αυθεντικοί δημιουργοί είναι…σύγχρονοι.

2 σκέψεις σχετικά με το “Γιώργος Πανουσόπουλος: «Όλοι οι αυθεντικοί δημιουργοί είναι…σύγχρονοι» | Συνέντευξη στο Μίμη Τσακωνιάτη

Add yours

  1. τυπάρας φοβερός ο Πανουσόπουλος.. το 1994 έκλεψε το σενάριό του Ντίνου Γιώτη και έκανε την ταινία «Ελεύθερη Κατάδυση».. ευτυχώς ο Γιώτης προσέφυγε στα δικαστήρια όπου και δικαιώθηκε και μάθαμε και οι υπόλοιποι τι έκανε ο μάγκας ο Πανουσόπουλος.. για να μην ξεχνάμε με τι άνθρωπο έχουμε να κάνουμε..

  2. kai ta stoixeia: Με τις υπ’ αριθ. 18607/94 και 4087/95 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) κρίθηκε, ότι σενάριο της ταινίας αυτής παρουσιάζει ομοιότητες με το σενάριο του Ντίνου Γιώτη με τίτλο «Δεκαπενταύγουστος» και κατεβλήθη στον ίδιο δέκα εκατομμύρια δραχμές.

    όχι τίποτα άλλο αλλά γιατί δεν γουστάρω να παραδίδει μαθήματα ήθους και τρόπου «γραφής» σεναρίων ο κάθε πανουσόπουλος…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: