100 Χρόνια Μαξ Λίντερ

Υπόθεση:

Οι κωμωδίες του κοντούλη ηθοποιού Μαξ Λίντερ που φορούσε πρόσθετες σόλες στα παπούτσια του για να ψηλώνει άρχισαν να προσφέρουν κάτι το διαφορετικό στο σλάπστικ, ξεφεύγοντας από το σκονισμένο κουβάριασμα και την πλήρη διάλυση στα χοντροκομμένα αστεία.

Οn l i n e (διαδικτυακά) και Δια Ζώσης Σεμινάρια Κινηματογράφου 2020 !!

Συμπληρώστε τη δήλωση ενδιαφέροντος:


MAX LIDER POSTER

Ο Λίντερ άρχισε να κτίζει τον πρώτο κινηματογραφικό ήρωα, αυτόν του Γάλλου δανδή με τα κορακίσια μαλλιά, τα λαμπερά μάτια και τα κάτασπρα δόντια κάτω από το λεπτό μουστάκι του. Οι κινήσεις του είχαν την χάρη των Γάλλων και το κομψό ντύσιμό του, ημίψηλο καπέλο, μπαστούνι και φράκο με ριγέ παντελόνι, ολοκλήρωναν την εικόνα του λιμοκοντόρου με τη μελαγχολική αξιοπρέπεια.

Πολύ πριν από τους Τσάρλι Τσάπλιν, Μπάστερ Κίτον, Χάρολντ Λόιντ, ο βασιλιάς της κωμωδίας ήταν ο ΜΑΞ ΛΙΝΤΕΡ

Όταν ο Charles Chaplin, άκουσε ότι ο Λίντερ είχε αυτοκτονήσει, έκλεισε το στούντιό του για μία ημέρα για να δείξει τη βαθιά εκτίμησή που του είχε.

chaplin and Max Linder meeting for the first time 1917

Στις ταινίες του ο Λίντερ περιφρόνησε τα εφέ και χρησιμοποίησε ελάχιστα την καταδίωξη και την τουρτομαχία. Βγαλμένος από το βουλεβαρδιέρικο θέατρο, πέρασε στη μεγάλη οθόνη μια καινούρια αντίληψη στον χώρο της κωμωδίας που μορφώθηκε μέσα από την αριστοκρατική εμφάνιση και την ψυχολογική παρατήρηση των καταστάσεων, με άκρως επιτυχημένο σκιτσάρισμα. Ο Μαξ ήταν αριστοκρατόπαιδο, λίγο μεθοκόπος, καλόψυχος, ζεμανφουτίστας, καυχησιάρης και αδιάφορος για το χρήμα. Μια ζωηρή, αέρινη παρουσία, ένας τζέντλεμαν, γεμάτος προθυμία που συνεχώς υποβάλλεται σε δεκάδες βασανιστήρια από τις ωραίες κυρίες. Ο «Μαξ» είναι ο πρώτος οθογενής ήρωας που δημιουργήθηκε από τον ίδιο τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Μάξ Λίντερ το 1913-1914.
• Το 1914 αμειβόταν με 1 εκατ. φράγκα ετησίως, αστρονομικό ποσό για τα δεδομένα της εποχής του. Ήταν ο πιο ακριβοπληρωμένος καλλιτέχνης της εποχής του.

• Ήταν ο πρώτος διεθνής ΣΤΑΡ του σινεμά.

• Ο Μαξ Λίντερ ήταν ο πρώτος ηθοποιός που αναγράφτηκε σαν σκηνοθέτης στους τίτλους έναρξης των ταινιών του.

• Το «mirror routine», που έγινε διάσημο στην ταινία «Σούπα Πάπιας» των Αδελφών Μαρξ (1933), ήταν σκετς του Μαξ Λίντερ, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην ταινία του
«Επτά χρόνια γρουσουζιά» (1921).

• Σε πρώιμο σημείο της καριέρας του, ενώ οι ταινίες του ήταν ακόμα βωβές, ο Λίντερ ανακάλυψε τη σημασία της μουσικής επένδυσης, προκειμένου να δημιουργήσει την τέλεια ατμόσφαιρα στο κοινό. Έστελνε συχνά σημειώσεις με τη μουσική που θεωρούσε κατάλληλη για τις ταινίες του. Οι συνθέσεις ήταν διασκεδαστικές, δραματικές και ρομαντικές.

• Εγκατέλειψε το σχολείο στα 17, προκειμένου να γίνει ηθοποιός στο θέατρο και στο βαριετέ, Παρά την ασφυκτική πίεση των γονιών του.

• Εμφανίστηκε σε περισσότερες από 400 ταινίες κατά τη διάρκεια του 1905-1925, οι περισσότερες εκ των οποίων ήταν κωμωδίες μικρού μήκους. Από αυτές, 212 ταυτοποιήθηκαν μέχρι σήμερα.
• Έχει πρωταγωνιστήσει σε 212 ταινίες,
• έχει σκηνοθετήσει 102 ταινίες,
• έχει γράψει 99 σενάρια,
• και σε δύο ταινίες του, έκανε και την παραγωγή.

max-linder 000

Μαξ Λίντερ, Η πρώτη Βεντέτα της κωμωδίας

Ο Μαξ Λίντερ γεννήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1883, σε μια μικρή Γαλλική πόλη και το πραγματικό του όνομα ήταν Γκαμπριέλ Λεβιέλ. Ξεκίνησε ως ταχυδακτυλουργός και κωμικός πίστας, παίζοντας μικρά νούμερα στο βαριετέ και το τσίρκο. Το 1905, ένας σκηνοθέτης της Pathe του πρότεινε να κάνει κινηματογράφο: «…Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Λίντερ. «Κάτι σαν θέατρο», του απάντησε, «με τη διαφορά ότι θα παίζεις μπροστά σ’ ένα μηχάνημα. Έρχεσαι, κάνεις την πλάκα σου και παίρνεις είκοσι φράγκα. Ντύσου καλά, φόρεσε ημίψηλο καπέλο, γάντια, αν έχεις κανένα διαμαντικό, και βερνικωμένα παπούτσια». «Και τι θα κάνω;». «Δεν ξέρουμε τι ακριβώς, θα δούμε… μάλλον έναν κοσμηματοπώλη που φλερτάρει μια κοπέλα». Εκεί σταμάτησε η κουβέντα και την άλλη μέρα, ακολουθώντας τις οδηγίες, ο φρακοφορεμένος Λίντερ εμφανίστηκε στο στούντιο της Βενσέν.
Και πάλι ο σκηνοθέτης του λέει: « Βρήκαμε ένα εκπληκτικό θέμα. Η λίμνη του δάσους της Βενσέν είναι παγωμένη. Θα γυρίσεις το ντεμπούτο ενός παγοδρομίου». «Μα εγώ δεν ξέρω πατινάζ», απάντησε ο Λίντερ. «Δεν πειράζει. Έτσι θα είναι πιο αστείο». Του φοράνε πατίνια, πριν προλάβει να αλλάξει κουστούμι, τον σπρώχνουν στον πάγο. Συνεχίζει ο ίδιος: «Δεν μπορώ να σας πω τι έκανα. Το αγνοώ. Προσπαθούσα να κρατηθώ όρθιος, αλλά μου έπεφτε το καπέλο. Θέλω να το μαζέψω, χάνω την ισορροπία μου και σωριάζομαι πάνω στο καπέλο. Προσπαθώ να σταθώ όρθιος, ξαναπέφτω με τα πόδια στον αέρα και περπατώντας στα τέσσερα εγκαταλείπω την πίστα».
Με αυτόν τον τρόπο μπήκε στον κινηματογράφο η πρώτη βεντέτα της κωμωδίας, ο μεγαλύτερος κωμικός της εποχής του, ο δημιουργός και εμψυχωτής εκατοντάδων ταινιών, ο άνθρωπος που έφερε στο παρασκήνιο το κωμικό εφέ της αντίθεσης, ανάμεσα στη σωματική αδυναμία και τις γενναίες πράξεις και επηρέασε με τον τύπο του τον Σαρλό. Υπάρχει μάλιστα και μια φωτογραφία του Τσάρλι Τσάπλιν με αφιέρωση στον Μαξ Λίντερ: «Στον Μαξ, τον μόνο, τον μοναδικό, το δάσκαλο μου. Ο μαθητής του Τσάρλι Τσάπλιν».
Ο Λίντερ ανέπτυξε σταδιακά έναν ιπποτικό τύπο, κάτι ανάμεσα σε λαϊκό λιμοκοντόρο και ξεπεσμένο αριστοκράτη, ο οποίος πάντοτε προστάτευε τις γυναίκες και διαπνεόταν από μια μελαγχολική αξιοπρέπεια. Φορούσε παλιομοδίτικα ρούχα (μαύρη ρεντιγκότα , ριγωτό παντελόνι, κρεμ γάντια, μπαστουνάκι, βερνικωμένα λουστρίνια και γιλέκο), ήταν κορτάκιας, καλόκαρδος, καυχησιάρης, γενναίος και περιφρονούσε με τον τόπο του τα χρήματα. Ο Ρενέ Κλερ τον χαρακτηρίζει ως έναν κωμικό Ντ’ Αρτανιάν. Στις ταινίες του δεν υπήρχαν σενάρια παρά μόνο ιδέες. Μια μικρή αφηγηματική αφορμή έδινε την αρχή και τα υπόλοιπα προέκυπταν από την τύχη και έρχονταν σαν φυσική συνέπεια μιας θεομηνίας που προκαλούσε ο ίδιος, κινούμενος διαβολικά στο χώρο σαν μαθητευόμενος μάγος.
Γύρισε εκατοντάδες ταινιών μικρού και μεσαίου μήκους, πολλές από αυτές σ’ ένα πρωινό, αυτοσχεδιάζοντας ασταμάτητα, και γνώρισε μια πρωτοφανή λατρεία από το κοινό που κατέκλυζε τις πρώτες κινηματογραφικές αίθουσες. Το 1910 ήταν αδιαμφισβήτητος «βασιλιάς της κωμωδίας» σ’ όλο τον κόσμο. Κέρδιζε 20.000 χρυσά γαλλικά φράγκα το χρόνο και στις περιοδείες του ο κόσμος τον αποθέωνε με τον ίδιο τρόπο που στο παρελθόν υποδεχόταν μεγάλες βεντέτες του θεάτρου σαν τη Σάρα Μπερνάρ. Η πληθωρική παραγωγή ταινιών του εξελίχτηκε όμως σε μπούμερανγκ. Καθώς στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, η τεχνική του ξεπερνιόταν με απίστευτη ταχύτητα, ο ίδιος έπεσε σε μια συνεχή αυτοεπανάληψη και καλλιτεχνική κόπωση. Με την ίδια ευκολία, που έγινε διάσημος και κοσμαγάπητος, ξεχάστηκε και ξεπεράστηκε από άλλους συναδέλφους του. Ο Σαρλό, ο νέος βασιλιάς της κωμωδίας από το 1914, τον εκθρόνισε απ’ όλες τις οθόνες του κόσμου. Οι ταινίες του δεν είχαν ζήτηση και τα χρήματα, που πολύ εύκολα κέρδιζε στο παρελθόν, εξανεμίστηκαν. Η πενία διαδέχτηκε τη σπάταλη ζωή που έκανε, και το άγχος κατάστρεψε οριστικά την εύθραυστη υγεία του. Κυριεύτηκε από μελαγχολία, και στις 30 Οκτωβρίου 1925 επανήλθε με τραγικό τρόπο στην επικαιρότητα. Οι εφημερίδες ανέφεραν και πάλι το όνομα του με μεγάλα γράμματα, όταν σε μια κρίση νευρασθένειας σκότωσε τη γυναίκα του και στη συνέχεια αυτοκτόνησε, στο δωμάτιο ενός φτηνού ξενοδοχείου των Παρισίων.

Στάθης Βαλούκος, Η Κωμωδία

ΤΟ ΝΤΕΜΠΟΥΤΟ ΜΟΥ
Του Μαξ Λίντερ

Μέχρι να μπω στην Πατέ, έπαιζα στο θέατρο Ambigu τα πιο σκοτεινά μελοδράματα.
Οι αδελφοί Λυμιέρ είχαν ήδη εφεύρει τον κινηματογράφο δέκα χρόνια πριν, αλλά οι πρόοδοι γίνονταν με πολύ αργό ρυθμό. Μπορώ να πω ότι γύρισα μια απ’ τις πρώτες κινηματογραφικές κωμωδίες.

Ένα συμπαθητικό παιδί, ο Louis Gasnier, πού είναι σήμερα σκηνοθέτης στην Αμερική, έρχεται μια μέρα στο Ambigu και μου λέει:

— Θέλεις να κάνεις κινηματογράφο;
— Τι είναι αυτό;

— Κάτι σαν το θέατρο, με τη μικρή διαφορά ότι παίζεις μπροστά σ’ ένα μηχάνημα. Έρχεσαι, κάνεις την πλάκα σου και θα πάρεις και είκοσι φράγκα. Ντύσου καλά: ημίψηλο, γάντια, διαμαντικό, βερνίκι. Δεν ξέρω ακριβώς τι θα κάνεις αλλά είναι πολύ πιθανό ότι θα πρόκειται για ένα νεαρό κοσμοπολίτη πού θα φλερτάρει μια κοπέλα.

Τη νύχτα πού ακολούθησε μετά από εκείνη τη συζήτηση πάγωσαν τα πάντα. Την άλλη μέρα το πρωί όταν φτάσαμε στα στούντιο της Vincennes, ο Louis Gasnier μου λέει:

— Βρήκαμε ένα εκπληκτικό θέαμα. Η λίμνη του δάσους της Vincennes είναι παγωμένη. Θα γυρίσεις το ντεμπούτο ενός παγο- δρόμου.
— Μα, φίλε μου, εγώ δεν ξέρω πατινάζ!
— Θα είναι πολύ πιο αστείο, με διαβεβαίωσε.

Μου φοράνε πατίνια. Με σπρώχνουν στον πάγο πριν προλάβω να αλλάξω κοστούμι. Δεν μπορώ να σας πω τι έκανα, το αγνοώ. Προσπαθώ να κρατηθώ όρθιος, αλλά μου πέφτει το καπέλο. Θέλω να το μαζέψω, χάνω την ισορροπία μου και σωριάζομαι πάνω στο καπέλο μου. Απ΄ τα γόνατα, περπατώντας με τα τέσσερα, εγκαταλείπω τον πάγο και πατάω πάλι στο έδαφος.

Λέω στον Gasnier: «ό,τι θέλεις, αλλά όχι πατινάζ!»

Απαντάει: «Τελείωσε, γυρίσαμε την πτώση σου. Θα είναι πολύ κωμική».

Πράγματι, η ταινία βγήκε και έβγαλε πολύ γέλιο… σε βάρος μου! Μπορώ και λέω «σε βάρος μου», αφού είχα μόνο είκοσι φράγκα κασέ και παραπάνω από ογδόντα φράγκα ζημιές: εκείνη την εποχή ένα ημίψηλο κόστιζε εικοσιπέντε φράγκα, το σακάκι μου είχε σκιστεί και είχα χάσει τα κουμπιά απ’ το μανίκι μου.

Γύρισα μερικές κωμωδίες ακολουθώντας τις οδηγίες των σκηνοθετών που μου είχε δώσει η Πατέ. Άρεσαν στο κοινό, αλλά για μένα «δεν ήταν αυτό το κάτι» έτσι ώστε να αρνηθώ να συνεχίσω να παίζω αυτό που μου πρότειναν. Ο κ. Πατέ μου ζήτησε το λόγο. Του τον έδωσα.

Μου λέει τότε: «Ε λοιπόν, κάνετε αυτό που εσείς νομίζετε!».

Μπόρεσα τότε να απελευθερώσω τι φαντασία μου. Ήμουν εκείνη την εποχή 19 χρονών. Ο κινηματογράφος βρισκόταν τότε στην παιδική του ηλικία και ξέρουμε ότι τα παιδιά είναι ό,τι απλούστερο υπάρχει: παραμερίζουν τις δυσκολίες. Διηγηθείτε σ’ ένα παιδί ένα βιβλίο τριακοσίων σελίδων και θα βγάλει απ’ αυτό μια ταινία τεσσάρων μέτρων! Σκεφτείτε λοιπόν: γύριζα μια κωμωδία τη μέρα, εκατό μέτρα περίπου. Ήμουν ταυτόχρονα ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης, ο ερμηνευτής και ο φροντιστής.

Στο μετρό, πηγαίνοντας στο στούντιο, ξετύλιγα την μπομπίνα των ιδεών… Δε χρειαζόταν παρά να πιάσω την άκρη του νήματος και είχα ολόκληρη την ταινία. Συχνά έφτανα στη Vincennes, τελευταία στάση της πρώτης γραμμής, χωρίς να το καταλάβω. Με κατέβαζαν οι υπάλληλοι. Αν υπήρχαν κι άλλες στάσεις, φυσικά θα τις είχα προσπεράσει.

Στο στούντιο, διηγόμουν το σενάριο μου, το ζούσα, το εξηγούσα. Κάναμε μια πρόβα και γυρίζαμε. Δεν ήταν πιο δύσκολο απ’ αυτό. Και καθώς οι θεατές μας είχαν την ίδια ηλικία με μας, ήταν ενθουσιασμένοι. Για προσπαθήστε λοιπόν, στις μέρες μας, να γυρίσετε μία ταινία σε μία μέρα! Χρειάζεται μόνο μία μέρα σ’ ένα φροντιστή για να βρει ένα αξεσουάρ τόσο απλό όσο μία τρομπέτα σταθμάρχη!

Στο μεταξύ, όπως έκαναν και άλλοι Παρισινοί καλλιτέχνες, έπαιζα εναλλακτικά στα διάφορα μιούζικ χολ. Έτσι προσλήφθηκα στο Olympia, όπου εκτός από τη συνηθισμένη μου εργασία, έκανα ένα νούμερο μποξ πάνω σε πατίνια. Δεν μπορώ να σας περιγράψω εδώ τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε κάτι τέτοιο. Ένα βράδυ έτυχε να γλιστρήσω και να πέσω. Αποτέλεσμα: δύο χρόνια αρρώστιας, δύο χρόνια που χρειάστηκε να περάσω μόνος, άρρωστος, σίγουρος ότι ή καριέρα μου είχε τελειώσει.

Ωστόσο, φρόντιζα τον εαυτό μου και μόλις μπόρεσα πήγα να δω τους αδερφούς Πατέ. ‘Ήμουν έτοιμος για όλες τς υποχωρήσεις. Ρώτησα συνεσταλμένα: «Θα υπήρχε καμιά περίπτωση να χρειαστείτε τις υπηρεσίες μου;» Αλλά σύντομα υπέγραψα το συμβόλαιο των ονείρων μου: ένα εκατομμύριο φράγκα σε τρία χρόνια, για την πραγματοποίηση πενήντα ταινιών το χρόνο.

Μετάφραση: Χρήστος Βακαλόπουλος  

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΤΣΑΠΛΙΝ του Μαξ Λίντερ

CHAPLIN-LINDER

Ο Τσάπλιν κατασκεύασε το δικό του θέατρο στο Λος Άντζελες που πραγματοποιεί ο ίδιος τις ταινίες του με τη βοήθεια του αδερφού του και μιας δεκάδας συνεργατών, που ασχολούνται μόνο με τη σκηνοθεσία. Ο Σαρλώ γυρίζει με μια εκπληκτική λεπτολογία. Είναι αυτονόητο ότι το θέατρο του είναι εξοπλισμένο με όλες τις πιο μοντέρνες τελειοποιήσεις, όλες τις ευκολίες, όλα τα μηχανήματα. Αλλά το βασικό δε βρίσκεται στα μηχανήματα. Βρίσκεται στη μέθοδο. Ο Τσάπλιν, σαν πραγματικός χιουμορίστας που είναι, έχει μελετήσει το γέλιο και καταφέρνει να το προκαλεί με μια σπάνια ακρίβεια.

Μπουρλέσκ (burlesque) ετυμολογία-έννοια || Αμερικάνικο Μπουρλέσκ (κινηματογράφος)

Τίποτε δεν αφήνεται σ’ αυτόν στον αυτοσχεδιασμό. Γυρίζει την κάθε πρόβα και τις προβάλλει όλες πολλές φορές, για να ανακαλύψει το ελάττωμα ή την ατέλεια που θα κατάστρεφε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ξαναρχίζει μέχρι να αισθανθεί ικανοποιημένος και είναι ο ίδιος πολύ πιο δύσκολος από τον περισσότερο επιρρεπή στην κριτική θεατή. Μέχρι να δω τον Τσάπλιν να δουλεύει, ποτέ δεν είχα καταλάβει την ελάχιστη σημασία που πρέπει να έχει το σελυλόιντ κι ο αριθμός των γυρισμάτων. Στη Γαλλία, υπολογίζουμε τον αριθμό των γυρισμένων μέτρων σαν να είχε την οποιαδήποτε σχέση με το τελικό μήκος. Στην πραγματικότητα, έχει σχέση απλά και μόνο με την ποιότητα της ταινίας και τη φροντίδα που υπάρχει για την πραγματοποίησή τους. Για να δώσω μια συγκεκριμένη λεπτομέρεια της ποσότητας φιλμ που ξοδεύεται θα αναφέρω τον ακόλουθο αριθμό: ο Τσάπλιν γυρίζει μια ταινία 600 μέτρων σε δύο μήνες και χρησιμοποιεί γι’ αυτή την ταινία πάνω από 12.000 μέτρα αρνητικό, δηλαδή κάθε σκηνή γυρίζεται είκοσι φορές. Κάτι τέτοιο αντιπροσωπεύει μαζί με τις δοκιμές, τις ρυθμίσεις, τις επαναλήψεις, καμιά πενηνταριά πρόβες. Χωρίς αμφιβολία θα έχει παρατηρήσει κανείς ότι ο Σαρλώ δε μιλάει ποτέ κι ότι οι ταινίες του δεν περιέχουν σχεδόν ποτέ τίτλους. Δε χρειάζεται να αναπτύξει τις ικανότητές του σαν ηθοποιός. Αρκεί να δει κανείς ένα Σαρλώ για να τις θαυμάσει και να τις αγαπήσει. Αυτό πού γνωρίζει λιγότερο είναι το πόσο η σκηνοθεσία του, την οποία διευθύνει ο ίδιος, είναι θαυμαστά εμπνευσμένη. Παραγωγός προβληματισμένος και υπερβολικά προικισμένος, ξέρει να κατασκευάζει και να «φέρνει σε αίσιο πέρας» την ταινία του, έτσι ώστε να εκθέτει ανάγλυφα τα προτερήματά του και να τα υπογραμμίζει με ολόκληρη την εξωτερική δράση. Έχει ήδη επισημανθεί το πόσο παρατηρητικός είναι. Δεν αρκεί το να είσαι ηθοποιός για να εκφράζεις τα ποικίλα συναισθήματά σου.

charlie-chaplin (1)

Χρειάζεται ακόμα η σκηνοθεσία να ξέρει να επιφέρει και να χρησιμοποιεί τα χαρίσματα του ερμηνευτή. Ο Τσάρλι Τσάπλιν ξέρει θαυμάσια να χρησιμοποιεί τον εαυτό του και τους παρτενέρ του για να φτάσει στην επιθυμητή απόχρωση. Η επιθυμητή έκφραση έρχεται τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή στην οποία αποκτά την αξία της. Από την αρχή μέχρι το τέλος, οι θεατές κάθε φυλής και κάθε νοοτροπίας, παρακολουθούν την εξέλιξη της σκέψης του, μέχρι τις πιο πνευματώδεις λεπτότητες της. Στο Ο Σαρλώ γυρίζει αργά, δεν κέρδισε μήπως το στοίχημα να κάνει τα πλήθη να γελάνε με τα όσα συνέβαιναν στην οθόνη για μισή ώρα;

Για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει κανείς να τον παρακολουθεί χωρίς προσπάθεια, πάνω στο θέμα που έχει διαλέξει. Χωρίς να θέλω να μειώσω τούς συνεργάτες του πού είναι πολύτιμοι, μπορούμε πραγματικά να πούμε ότι η επιτυχία του οφείλεται κύρια στον ίδιο, ως σκηνοθέτη και ηθοποιό. Οι ταινίες του έγιναν καλύτερες απ’ τη στιγμή πού άρχισε να τις διευθύνει ο ίδιος. Ο Τσάπλιν εργάζεται με μία μανία που δε βρίσκει το όμοιό της. Αυτός ο άνθρωπος, που δεν έχει ξεπεράσει τα τριανταπέντε, έχει ήδη γκρίζους κροτάφους.

Chaplin One AM 01+

Όταν γυρίζει, δεν αφήνει σχεδόν κανένα να διεισδύει στο θέατρο του. Πολύ ζηλιάρης σε ό,τι άφορα το έργο του, είναι ταυτόχρονα θλιμμένος και οργισμένος, βλέποντας ότι οι περισσότεροι Αμερικάνοι κωμικοί αντί να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν, προσπαθούν να τον αντιγράψουν με φτηνό τρόπο και χρησιμοποιούν ληστρικά κόλπα για να υποκλέψουν τα μυστικά της δουλειάς του. Είχε την καλοσύνη να δεχτεί να τον δω να δουλεύει. Μπορώ να διαβεβαιώσω ότι δεν έχει μυστικά. Δε διαθέτει τρικ, ιδιαίτερες εφευρέσεις, αλλά είναι πολύ έξυπνος, πολύ μεθοδικός, πολύ ευσυνείδητος. Είναι ευνόητο ότι προσπαθεί να προστατεύσει την ηρεμία του, όταν γυρίζει, και να αποφύγει τούς κουραστικούς μιμητές του. Δυσαρεστήθηκε πάρα πολύ όταν έμαθε ότι στο Παρίσι πλαστογράφοι χρησιμοποιούσαν τ’ όνομά του και είχε την πρόθεση να τούς διώξει δικαστικά. Τον συμβούλευσα να μην τούς κάνει αυτή την τιμή. Έχει άλλωστε την πρόθεση να έρθει στη Γαλλία όταν θα του είναι δυνατό. Αγαπάει πράγματι, πολύ τη χώρα μας και πρόσφερε την πιο αφιλοκερδή συνεισφορά του σε όλες τις προπαγάνδες υπέρ των συμμάχων κι υστέρα στις πατριωτικές προπαγάνδες στην Αμερική. Τώρα τελευταία, έκανε μια μεγάλη τουρνέ για το Δάνειο της Ελευθερίας, με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Κάτι τέτοιο δε θα έπρεπε να μας εκπλήσσει καθόλου, με δεδομένη τη δημοτικότητά του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για την ώρα, μόλις τελείωσε την προπαγανδιστική τουρνέ του, άρχισε πάλι να γυρίζει. Μπορούμε να περιμένουμε με εμπιστοσύνη τις καινούριες του ταινίες πού θα ακολουθήσουν επάξια την αξέχαστη σειρά των δώδεκα «Mutual» τα όποια είδα στην Αμερική, ενώ οι πρώτες ταινίες της σειράς έχουν ήδη προβληθεί στη Γαλλία.

max-linder 02

Διαπίστωσα ότι μερικοί συγγραφείς μιλούσαν κάπως περιφρονητικά για το Σαρλώ. Λες και το να κάνεις τους συνανθρώπους σου να γελούν με ευπρεπή μέσα και κάτω από μιά πραγματική μελέτη, είναι κάτι που θα ήταν άξιο περιφρόνησης! Όσο γι’ αυτούς που δεν τον θεωρούν αστείο, δεν ξέρω αν τον έχουν δει, αλλά είναι σίγουρο ότι αποτελούν μια ελάχιστη μειοψηφία ανάμεσα στους θεατές. Αυτοί πού δεν τον αγαπούν δεν τον γνωρίζουν καλά ή τον συγχέουν με διάφορους μιμητές. Υποψιάζεται κανείς τον κόπο στον οποίο πρέπει να υποβληθεί για να κάνει τούς συνανθρώπους του να γελάσουν και δεν είναι μήπως ιδιαίτερα άδικος ως προς εμάς, καλύπτοντας μας με ντροπή, επειδή προσπαθούμε να διασκεδάσουμε για μια στιγμή το τεράστιο κοινό πού συχνάζει στους κινηματογράφους; Το γέλιο δεν είναι ένα από τα καλύτερα πράγματα πού μπορεί να συναντήσει ο άνθρωπος; Δεν είναι απαραίτητο στην ηθική υγεία μας, στην ισορροπία μας;

Πολύ χαριτωμένο το να λέει κανείς ότι ο Τσάπλιν ή οι άλλοι δεν προκαλούν γέλιο παρά μόνο με ακκίσματα. Είναι αδύνατο να βγάλεις γέλιο από ακκίσματα. Χρειάζεται ακόμα αυτά τα ακκίσματα να είναι κωμικά. Κι αν το γέλιο μπορεί να επιτευχθεί εξαιρετικά στο θέατρο ή το μιούζικ χολ μέσα από ένα ενστικτώδες αποτέλεσμα της φύσης, αν το χάρισμα αρκεί εκεί για να φτιάξει ένα μεγάλο ηθοποιό, είναι υλικά αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο μ’ αυτό τον τρόπο στον κινηματογράφο, όπου η αξιοποίηση των φυσικών χαρισμάτων απαιτεί μια προετοιμασία και μια δουλειά οι όποιες δεν εκτιμούνται ικανοποιητικά. Αυτό πού μπορεί να ανακαλύψει το ένστικτο πρέπει να μεταφραστεί σ’ αυτή την ειδική «γλώσσα» να αποσυντεθούν τα αποτελέσματά του, να εκτιμηθεί μαθηματικά η εντύπωση πού προκαλεί, να ρυθμιστεί η έκθεσή του βήμα προς βήμα. Αυτοί πού μιμούνται τον Τσάπλιν καταφέρνουν τέλεια να κάνουν τα ίδια ακκίσματα μ’ αυτόν. Γιατί δεν προκαλούν το ίδιο γέλιο; Κι όσοι μιλούν περιφρονητικά γι’ αυτά τα «ακκίσματα», ας επιχειρήσουν μερικά μπροστά σ’ ένα φακό. Θα δουν αν θα τα καταφέρουν το ίδιο. Μας προσάπτουν ακόμα, με μασημένα λόγια, ότι κερδίζουμε εκατομμύρια. Πιστεύουν ότι αυτοί πού μας τα προσφέρουν έχουν μπλεχτεί σε μια ασύμφορη επιχείρηση; Ποιόν κοροϊδεύουμε αλήθεια; Κερδίζουμε αυτά τα χρήματα προκαλώντας το γέλιο, όταν το καταφέρνουμε. Ένας άνθρωπος σαν τον Τσάπλιν κάνει τη μισή ανθρωπότητα να γελάει, αρκετές φορές το χρόνο. Πιστεύετε ότι αυτό δεν αξίζει μερικά εκατομμύρια; Άλλωστε, το κοινό έχει ήδη απαντήσει εκτενώς στις κριτικές πού μπορούν να γίνουν γι’ αυτό το θέμα.

max-linder 01

Το κοινό είναι ο υπέρτατος κριτής μας και πιστεύω ότι είναι ο μόνος πού έχει την αρμοδιότητα να διαμορφώνει τις κινηματογραφικές διασημότητες. Εκείνη του Σαρλώ είναι επαρκώς εγκαθιδρυμένη ώστε να μη χρειάζεται άλλη δικαίωση. Της αξίζει μόνο να μελετηθεί, να σχολιαστεί. Δεν αποτελεί μήπως την πιο εκρηκτική απόδειξη της χρησιμότητας που υπάρχει, σε ό,τι άφορα την κινηματογραφική εργασία, στο ζευγάρωμα ανάμεσα στα πιο εκπληκτικά χαρίσματα και στην τάξη, τη μέθοδο και την εργασία;

Ο Τσάρλι Τσάπλιν, σκηνοθέτης και ηθοποιός, είναι κατά τη γνώμη μου άριστο μοντέλο για όλους εκείνους οι όποιοι επιθυμώντας να κάνουν κινηματογράφο, θα προθυμοποιηθούν να τον μελετήσουν και να τον καταλάβουν. Το να μιμείσαι είναι έργο φτηνό και δείγμα ανικανότητας. Ο Τσάπλιν έχει ένα ειδικό κοστούμι, δημιούργησε για τον εαυτό του μια διάσημη φυσιογνωμία, μια διαδικασία, ένα είδος. Όλα αυτά μπορεί κανείς να του τα πάρει, αλλά δεν πρόκειται παρά για μια κλοπή χωρίς συνέπειες. Το να ανακαλύψει τις αιτίες της επιτυχίας του, εξάγοντας απ’ αυτές φόρμουλες και ποικίλες υποδείξεις, σημαίνει ότι μαθαίνει τη δουλειά του στο καλύτερο σχολείο. Ας μου συγχωρηθεί το ότι μιλάω γι’ αυτόν τόσο θερμά. Πριν τον γνωρίσω δεν ήμουν παρά ο μεγαλύτερος θαυμαστής του. Σήμερα είμαι φίλος του.

Μετάφραση: Χρήστος Βακαλόπουλος

ΠΩΣ ΓΥΡΙΣΑ ΤΟ «ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ»
Του Μάξ Λίντερ

Κύρια στόν κινηματογράφο, είναι σημαντικό νά έχει κανείς μιά γενική… σωματική κουλτούρα.
‘Απασχολήθηκα καί ασχολούμαι ακόμα μέ όλα τά σπόρ, γιατί έπαιξα σχεδόν όλα τά πρόσωπα καί ήμουν λοιπόν υποχρεωμένος νά μπω στό πετσί τοϋ καθενός άπ’ αυτά, αλλά άπ’ όλα τά πρόσωπα πού ενσάρκωσα, εκείνο πού μέ δυσκόλεψε περισσότερο στή δημιουργία του είναι, χωρίς αντίρρηση, εκείνο τής τελευταίας μου ταινίας, τοϋ Βασιλιά τοϋ Τσίρκου, πού γυρίστηκε στή Βιέννη.
Δαμαστής, άκροβάτης, κλόουν, ιππέας, έκγυμναστής ψύλλων. Χρειάστηκε νά γίνω όλα αυτά!
Ή εκγύμναση τών ψύλλων είναι κάτι τρομακτικά δύσκολο! Μόλις έφτασε στή Βιέννη ό Rene Hervirl, ό όποιος φρόντιζε γι’ αυτά τά ζωύφια ή μάλλον γιά τίς σκηνές όπου έπρεπε νά παρέμβουν, κατάφερε νά συγκεντρώσει έναν ορισμένο αριθμό άπ’ αύτά τά ζώα, άριστα εκγυμνασμένα άλλωστε: έκαναν άσκήσεις, τραβούσαν τό σκοινί τοϋ κανονιοΰ κλπ. Τά είχε μεγαλώσει ένας χωροφύλακας καί τά φύλαγε μέσα σ’ ένα κουτί.
«Ολα έμοιαζαν νά πηγαίνουν πρός τό καλύτερο, άλλά γιά νά καταγραφεί αύτή ή στρατιά τών ψύλλων καί οί εξελίξεις της μέσα στά χέρια μου, έτσι ώστε νά ίδωθοΰν άργότερα στήν οθόνη, χρειαζόταν ένα μηχάνημα τό όποιο έλειπε άπ’ τό στούντιο. ‘Αλίμονο! Τήν ιδια μέρα πού έφτασε στά χέρια μας εξαπλώθηκε ένα κύμα ψύχους καί ή λεγεώνα τών σοφών ψύλλων πέθανε!
Ή Πανδώρα τούς έκλαψε.
«Επρεπε νά βρούμε κάτι άλλο καί νά άλλάξουμε κάπως τό σενάριο. ‘Αγόρασα άπό ένα σκυλοτροφεΐο, πού δούλευε άσχημα, ένα κιλό ψύλλους σκύλων, χωρίς καμιά πείρα, είναι άλήθεια όμως ευτραφείς καί υπομονετικούς ώστε νά παίξουν τή σκηνή μου, οί όποιοι δέν έβγαιναν άπ’ τό πεδίο χωρίς νά τούς διατάξω, καί επιπλέον, πολύ…. φωτογενείς.
Αύτό πού μέ δυσκόλεψε πιό πολύ άπ’ όλα ήταν τό νούμερο μέ τά τραπέζια. Φανταστείτε πέντε ελαφρά τραπέζια, κολλημένα τό ενα στό άλλο αρχικά κι επειτα τοποθετημένα ετσι ώστε νά σχηματίζουν πυραμίδα. «Επρεπε νά τά κάνω νά δονούνται, νά τρέμουν άκολουθώντας τό ρυθμό των ποδιών μου. Τά κατάφερα μέ αντίτιμο τόσες καί τόσες πτώσεις καί στραπατσαρίσματα! Μέ είδαν νά μπαίνω στό στούντιο κουτσαίνοντας καί μέ τό χέρι κρεμασμένο στό μαντίλι μου, περισσότερες από μιά φορές.
Τέλος, τό τρίκ γιά τό όποιο είμαι πιό πολύ περήφανος καί πού τό νομίζω αρκετά πετυχημένο, ή κάθοδος από μιά σκάλα μέ μοτοσικλέτα, μοϋ κόστισε μερικά χτυπήματα καί μιά μετακόμιση. Δέν μπορούσα νά προπονούμαι εξω χωρίς νά προκαλώ συγκεντρώσεις τών αργόσχολων.
Στίς εγκαταστάσεις της Vita, τά σκαλιά όπου θά μπορούσα νά δουλεύω δέν είχαν όλα τίς ίδιες διαστάσεις. Κατάληξα λοιπόν στό νά προβάρω σπίτι μου, δηλαδή στό σπίτι πού είχα νοικιάσει καί πού διακοσμούνταν από μιά μνημειακή σκάλα. Τίς πρώτες φορές, ή θυρωρός διασκέδασε μέ τήν κατρακύλα μου, καθώς κι έκείνη της μοτοσικλέτας μου. Μιά μέρα μπήκα μέ πενήντα τήν ώρα στό δωματιάκι της καί προκάλεσα κάποιες ή μάλλον συγκεκριμένες ζημιές. Ή προπόνηση, άγαπητέ μου, μόνο αύτή υπάρχει! Αύτό άλλωστε είπα καί στή θυρωρό βγαίνοντας άπ’ τό σπίτι της. «Τότε γιατί δέ νοικιάζετε τό ποδηλατοδρόμιο ή τόν ιππόδρομο;» μοϋ άπάντησε. Τό σκέφτηκα γιά μιά στιγμή, άλλά γυρίζαμε τήν έπομένη κι όλοι βρήκαν ότι ήμουν πανέτοιμος γιά τή σκηνή μου. «Ημουν πραγματικά; Μόνοι έσεΐς, άγαπητοί άναγνώ- στες, θά μπορέσετε νά κρίνετε, σύντομα ελπίζω, μάλλον τό Φεβρουάριο.
(Διαφημιστικό άρθρο, ‘Ιανουάριος 1925)

Μετάφραση: Χρήστος Βακαλόπουλος

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ
Του Μάξ Λίντερ

Θέλετε μιά άνάμνηση άπ’ τήν τελευταία μου ταινία Ό στενός σωματοφύλακας;
Είστε ικανοποιημένοι; Νά λοιπόν:
«Επρεπε νά βρω ένα υποζύγιο, ένα μουλάρι στήν περίπτωσή μας, άλλά αυτό τό μουλάρι έπρεπε νά είναι ίκανό νά επιδίδεται υπάκουα σέ ορισμένες άσκήσεις, προσθέτοντας κωμικό στοιχείο στό σενάριο. Γιά παράδειγμα: νά κάθεται στά καπούλια του, όταν θά άποφάσιζα νά φύγω γιά τήν πρωτεύουσα, γιατί δέν ήθελε νά εγκαταλείψει μιά άγελάδα γιά τήν οποία ένιωθε μεγάλη στοργή.
Μοΰ υπέδειξαν ένα τσίρκο όπου θά έκανα τή δουλειά μου. «Εχοντας εξηγήσει τό σκοπό της έπίσκεψής μου στό διευθυντή αύτοϋ τοϋ τσίρκου μου δόθηκε ή άπάντηση ότι μπορούσαν νά μοΰ προμηθεύσουν τόν ιδανικό συνεργάτη: ένα μουλάρι πού ήξερε νά γελάει, νά κλαίει, νά κάνει τόν πεθαμένο, νά περπατάει στά δυό του πόδια, κλπ. Μόλις πού δέν έλεγε μπαμπά καί μαμά. Μοϋ έδειξαν τό ζώο καί τό πήρα μαζί μου. Προσθέστε ότι, σύμφωνα μέ τίς οδηγίες πού μοΰ είχε δώσει ό διευθυντής τοϋ τσίρκου, άρκοϋσε, γιά νά πετύχει κανείς αύτή ή τήν άλλη άσκηση, νά πιέσει σ’ εκείνο ή τό άλλο σημείο τοϋ σοφοΰ μουλαριοϋ. Σημείωσα αυτά τά…. ενδεικτικά σημεία καί προβάρισα τή σκηνή τής άναχώρησής μου, στή διάρκεια της οποίας τό μουλάρι έπρεπε νά καθήσει στά καπούλια του.
«Εχοντας καβαλήσει τό υποζύγιο μου, πίεσα μέ τή φτέρνα κάτω άπ’ τήν κοιλιά τοϋ μουλαριοϋ, σ’ ένα σημείο πού πίστευα ότι ήταν τό σωστό! ‘Αλίμονο! Είχα κάνει λάθος μερικά εκατοστά καί ή φτέρνα μου είχε χτυπήσει τό σημείο στό όποιο έπρεπε νά πιέσει κανείς γιά νά πετύχει τά πιό ξέφρενα πηδήματα. Τό μουλάρι άναπήδησε, έδωσε δυό γερά χτυπήματα μέ τά πλευρά του καί… βρέθηκα μισή ώρα άργότερα σ’ ένα κρεβάτι, περιστοιχισμένος άπό συναδέλφους πού χαίρονταν βλέποντάς με νά συνέρχομαι ΰστερα άπό μιά τόσο μακριά λιποθυμία.
Τό τέλος αύτό ίσως νά μην είναι τόσο κωμικό, αλλά δέν είναι οΰτε θλιβερό μιά καί βρίσκομαι ακόμα σ’ αύτό τόν κόσμο, ικανός /ά αναφέρω τό περιστατικό γιά τό τόσο συμπαθητικό Mon Cine.
(‘Απάντηση σέ μιά ερευνά τοϋ Mon Cine, 26 ‘Απριλίου 1923)
Μετάφραση: Χρήστος Βακαλόπουλος

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
«ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΕ ΤΟ ΜΑΞ ΛΙΝΤΕΡ»
Του Ρενέ Κλερ

Ο Τσάρλι Τσάπλιν είναι εκείνος στον όποιο ο Μαξ Λίντερ μοιάζει να λέει: «Γνωρίζετε όλα όσα μου οφείλετε;». Αλλά ο Μαξ δε χρειάστηκε ποτέ να πει κάτι τέτοιο γιατί ο ίδιος ο Τσάπλιν έγραψε σε μια φωτογραφία την παρακάτω αφιέρωση: «Στο Μαξ, το μόνο, το μοναδικό, το δάσκαλο μου, ο μαθητής του Τσάρλι Τσάπλιν». Ο Μαξ Λίντερ, προερχόμενος από το θέατρο και το μιούζικ χολ, κάνει το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο πολύ πριν γεννηθεί η σχολή του αμερικάνικου κωμικού κινηματογράφου και γίνεται μέσα σε λίγα «χρόνια ο μεγαλύτερος κωμικός ηθοποιός της εποχής του. Δημιουργός και εμψυχωτής αρκετών εκατοντάδων ταινιών, δημιουργεί σ’ αύτές ένα πρόσωπο που του ανήκει αποκλειστικά. Κομψευόμενος άντρας, κυνηγός γυναικών, προικοθήρας, αθλητικός τύπος όλων των ειδών, ταυρομάχος, καβαλάρης, ξιφομάχος, φροντίζοντας να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του ακόμα και στις χειρότερες ατυχίες αυτός ο κωμικός αστός, παρά τα ημίψηλα καπέλα του, τις γραβάτες του, το μπαστούνι του και τα βερνικωμένα μποτάκια του, συγγενεύει με τον Ντ’ Άρτανιάν των Τριών Σωματοφυλάκων.

Σ.Τ.Μ. Οι ταινίες που αναφέρει ο Κλερ είναι:

Ο Στενός Σωματοφύλακας (L’ etroit mousquetaire),
Ο Βασιλιάς του Τσίρκου (Le Roi du cirque),
‘Εφτά χρόνια Γρουσουζιάς (Sept ans de malheur).

Μετάφραση Χρήστος Βακαλόπουλος

«ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΕ ΤΟ ΜΑΞ ΛΙΝΤΕΡ»
Του Ζακ Ριβέτ

Ο Κλερ λοιπόν μας ξανασερβίρει την παλιά ιστορία της αφιέρωσης, όπου ο Τσάπλιν αναγνωρίζει στο Λίντερ το δάσκαλό του. Ας μας επιτραπεί να υποθέσουμε ότι αυτό που έμαθε κύρια ο πρώτος απ’ το δεύτερο ήταν όλα εκείνα που έπρεπε να αποφύγει: αυτό το «σκοτεινό», όπως λένε, αλλά ανίατο σκηνικό παίξιμο, το δεμένο με τα σανίδια του καφέ-κονσέρ και τα «τολμηρά» βλέμματα στην τρίτη σειρά, αυτά τα ελάχιστα συγκεκριμένα καδραρίσματα όπου εξατμίζονται τα εφέ, αυτό το άμορφο μοντάζ. Ελαττώματα τής εποχής θα μας πουν ξανά.
«Ε, λοιπόν, όχι ακριβώς: δείτε το Leonce, τον ίδιο τον Rigardin και βέβαια τον μεγαλοφυή Jean Durand. Ποιος άλλωστε είναι δάσκαλος του άλλου; Γιατί αυτές οι τρεις ταινίες που μας δείχνουν, είναι τρομακτικά επηρεασμένες από την Αμερική όπου γυρίστηκαν, ανάμεσα στα 1921 και στο 1923: από το Φέρμπανκς, τον όποιο αγωνίζεται να παρωδήσει ο Στενός Σωματοφύλακας, ταινία πολύ λιγότερο αστεία και πολύ περισσότερο άσχημη από τους αξιοθαύμαστους Τρεις Σωματοφύλακες (του Niblo, 1921) και κύρια από τον ίδιο τον Τσάπλιν του οποίου τις διδαχές επαναλαμβάνουν μελετηρά τα Επτά Χρόνια Γρουσουζιάς, η μόνη απ’ τις τρεις ταινίες που βλέπεται ακόμα, ακριβώς γι’ αυτό το λόγο.
Θα μας κατηγορήσουν επίσης, ότι κάνουμε επίδειξη υπερβολικής αυστηρότητας απέναντι σε κάποιον πού υπήρξε, παρ’ όλα αυτά, σταθμός στην ιστορία του κινηματογράφου. Χωρίς αμφιβολία υπήρξε σταθμός, αλλά τίποτε άλλο. Ας προσθέσουμε ότι οι κόπιες που μας παρουσιάζονται έχουν «ξαναμονταρισθεί», υποβληθεί σε πολύ κακό κόντρ – τύπ και σε ακόμα χειρότερη ηχητική επένδυση. Αν απευθύνονται στον ιστορικό, ας πάει καλύτερα στην ταινιοθήκη: οι κόπιες είναι καλύτερες εκεί και δεν υπάρχει μουσική. Αν απευθύνονται στο κοινό, θα έπρεπε να το κάνουν να γελάσει. Αλίμονο! Δεν είναι αυτή η περίπτωση.

Μετάφραση: Χρήστος Βακαλόπουλος

ΜΑΞ ΛΙΝΤΕΡ

Βιογραφία

Γεννήθηκε στις 16 Δεκέμβρη του 1883 και πέθανε στο Παρίσι στις 30 Οκτώβρη του 1925.
Είναι η μεγάλη κωμική προσωπικότητα της εποχής πριν το 1914, αναγνωρισμένος από τον Τσάπλιν σαν δάσκαλός του. Υπήρξε, σχεδόν πάντοτε, ο προσωπικός σεναρίστας και μερικές φορές ο σκηνοθέτης του Τσάπλιν.
Το κανονικό του όνομα ήταν Γκαμπριέλ Μαξιμιλιάν Λεβιέλ (Gabriel Maximilien Leuvielle) καθώς Μαξ Λίντερ ήταν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο. Ο Λίντερ φοίτησε στο Ωδείο του Μπορντό και ξεκίνησε την καλλιτεχνική σταδιοδρομία του ερμηνεύοντας δευτερεύοντες ρόλους στο θέατρο. Το 1904 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και τον επόμενο χρόνο εμφανίστηκε στον κινηματογράφο σε ταινίες μικρού μήκους του Σαρλ Πατέ. Το 1908, μετά την αναχώρηση του Αντρέ Ντιντ για την Ιταλία, ο Λίντερ αφιερώθηκε αποκλειστικά στην κινηματογραφική κωμωδία, ερμηνεύοντας με πρωτοποριακό τρόπο και εξαιρετική εκφραστικότητα ιδιαίτερα σύνθετους χαρακτήρες. Μεταξύ 1911 και 1914 ο καλλιτέχνης είχε αγγίξει το απόγειο της δημοτικότητάς του, καθώς υπήρξε ο πιο υψηλά αμειβόμενος ηθοποιός και σκηνοθέτης του κόσμου. Το 1916 μετανάστευσε στην Αμερική, όπου όμως δεν κατόρθωσε να επιβληθεί ως ηθοποιός, μολονότι εκεί σκηνοθέτησε και ερμήνευσε την πιο αξιόλογη ταινία του, με τίτλο «Επτά χρόνια γρουσουζιά» (1921). Το 1925 βρέθηκε νεκρός σε ξενοδοχείο του Παρισιού· σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, αυτοκτόνησε μαζί με τη γυναίκα του. Τα έργα του παρέμειναν στην αφάνεια έως την δεκαετία του 1960, οπότε αναγνωρίστηκε η καλλιτεχνική του αξία παγκοσμίως. Το 1963 η κόρη του, Μοντ, παρουσίασε μια ενδιαφέρουσα ανθολογία ταινιών του με τίτλο Συντροφιά με τον Μαξ Λίντερ. Εμφανίστηκε σε περισσότερες από 400 ταινίες κατά τη διάρκεια του 1905-1925,οι περισσότερες εκ των οποίων ήταν κωμωδίες μικρού μήκους. Από αυτές, 212 ταυτοποιήθηκαν μέχρι σήμερα. Έχει πρωταγωνιστήσει σε 212 ταινίες, έχει σκηνοθετήσει 102 ταινίες, έγραψε 99 σενάρια, και ήταν παραγωγός 2 ταινιών.

Επιλεγμένη Φιλμογραφία

1905 The Legend of Punching
1907 The Skater’s Debut
1909 A Young Lady Killer
1909 The Cure for Cowardice
1910 Max takes a bath
1910 Max Linder’s Film Debut
1911 Max, Victim of Quinine
1911 Max and His Mother-in-Law
1911 Max Takes Tonics
1912 Max and His Dog
1913 Max’s Hat
1913 Max Virtuoso
1914 Max Does Not Speak English
1914 Max and the Jealous Husband
1914 The Second of August
1916 Max and the Clutching Hand
1917 Max comes cross
1917 Max Wants a Divorce
1917 Max and his Taxi
1919 The Little Café
1921 Seven Years Bad Luck
1921 Be My Wife
1922 The Three Must-Get-Theres
1924 Au Secours!
1925 The King of the Circus

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: