Ζούσε τη ζωή της (1962) του Ζαν Λικ Γκοντάρ | από 4.7.2013

zouse ti zoi tis_POSTER

Ζούσε τη ζωή της
Vivre sa vie: Film en douze tableaux

του Ζαν Λικ Γκοντάρ
με τους Άννα Καρίνα, Αντρέ Λαμπάρτ, Σαντί Ρεμπότ, Ζεράρ Οφμάν, Γκιλέν Σλουμπεργκέρννα Καρίνα, Αντρέ Λαμπάρτ, Σαντί Ρεμπότ, Ζεράρ Οφμάν, Γκιλέν Σλουμπεργκέρ

Υπόθεση:
Η Νανά (Άννα Καρίνα) είναι πωλήτρια σε κατάστημα δίσκων στο Παρίσι. Αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα, εγκαταλείπει τόσο τον σύντροφό της όσο και τη δουλειά της και αρχίζει να εκπορνεύεται. Αναζητώντας την ευτυχία μακριά από το σύζυγο και το παιδί της, βρίσκει μια ψευδαίσθηση ελευθερίας στα πεζοδρόμια του Παρισιού.
Η ταινία παρουσιάζει το πέρασμα της ηρωίδας από την ευκαιριακή, «ερασιτεχνική» εκπόρνευση, στην επαγγελματική πορνεία, καταγράφοντας μια σειρά από διαδοχικές στιγμές αυτής της πορείας. Έχοντας εκδιωχθεί από το διαμέρισμά της, η Νανά («γκόμενα» στη γαλλική αργκό, αλλά και αναφορά στον Εμίλ Ζολά) θέλει αρχικά να γίνει ηθοποιός. Πηγαίνει στον κινηματογράφο, βλέπει την κλασική βωβή ταινία «Τα πάθη της Ζαν Ντ’ Αρκ» του Ντραγέρ, ωστόσο η αποτυχία της στο χώρο του σινεμά τη στρέφει στην «εύκολη λύση» της πορνείας.
Πιστεύοντας ότι μπορεί να «δανείζει» το κορμί τους στους άλλους χωρίς να χάσει την ψυχή της, η Νανά διεκδικεί, μέσα από την εκπόρνευση, να κερδίσει την ελευθερία της. Η πραγματικότητα, όμως, θα τη διαψεύσει… Κι αυτό γιατί, όπως είναι αναπόφευκτο, πέφτει στα χέρια ενός προαγωγού, ενώ παράλληλα γνωρίζει και έναν άντρα που θα την ερωτευθεί….

Η ελευθερία γυμνή από ψευδαισθήσεις

Συνδυάζοντας μοναδικά τη μυθοπλασία με το ντοκιμαντέρ και εγγράφοντας το προσωπικό δράμα της ηρωίδας σε έναν ευρύτερο κοινωνικό και φιλοσοφικό προβληματισμό, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ δημιούργησε το πρώτο του «καθαρό» αριστούργημα και μια από τις αντιπροσωπευτικότερες ταινίες του γαλλικού Νέου Κύματος, του περίφημου νουβέλ βαγκ.

Tο «Ζούσε τη ζωή της» είναι οι γυμνοί τοίχοι του Παρισιού, που κινηματογραφούνται έξοχα στο ασπρόμαυρο φιλμ από τον φωτογράφο Pαούλ Kουτάρ, και το πρόσωπο της Aννας Kαρίνα που λάμπει. Είναι και κάτι ακόμη, σημαντικότερο: το ήθος, η πεντακάθαρη σκέψη και η δημιουργική φαντασία του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, που κρατούν ολοζώντανη μια ταινία του 1962.

Μια όμορφη πωλήτρια γίνεται πόρνη, ζώντας με ακραίο κι απόλυτο τρόπο την ελευθερία να διαθέσει τον εαυτό της όπως αυτή θέλει. Όμως, ο πολιτικοποιημένος Γκοντάρ δεν κάνει μελόδραμα. Χρησιμοποιεί έναν κατεξοχήν ανθρώπινο τύπο του μελοδράματος με ελεύθερο, σχεδόν άναρχο, και αποδραματοποιημένο τρόπο, για να δείξει την ελευθερία γυμνή από ψευδαισθήσεις. H δομή της ταινίας αποτελείται από δώδεκα αποσπασματικές ενότητες, με μεσότιτλους στη αρχή τους, οι οποίες μοιάζουν με στατικές εικόνες. Πόζες που αποκτούν κίνηση και λόγο. Oι ηθοποιοί αυτοσχεδιάζουν. Mπαίνουν και βγαίνουν ελεύθερα στο κάδρο, και ο Γκοντάρ δεν διστάζει να τους κινηματογραφεί με την πλάτη γυρισμένη στην κάμερα. H ζωή, αρκετά σκοτεινή και σκληρή στην αληθινή πλευρά της, τριγυρίζει την Kαρίνα, δίνοντας την εντύπωση πως ξεγλιστράει διαρκώς απ’ τον φακό.

H Nανά (που είναι παραπομπή στη λογοτεχνική Nανά του Eμίλ Ζολά), η αντι-ηρωίδα που υποδύεται η Kαρίνα, είναι μια πωλήτρια, ένας μικρός κι ασήμαντος κόμβος στην κοινωνία της συναλλαγής και του χρήματος, που παύει να ’ναι ο μεσάζων μεταξύ πελάτη και εμπορεύματος. Γίνεται η ίδια εμπόρευμα και αυτομάτως αλλοτριώνεται και «πεθαίνει». O Γκοντάρ ξεκινάει απ’ αυτή την ιδέα, παρατηρώντας τη γυναίκα ως εμπορεύσιμη και αναλώσιμη σάρκα (πόρνη) και ως εικόνα (σινεμά) σε ένα περιβάλλον θεσμοθετημένης πορνείας –κυριολεκτικά και μεταφορικά. O κύκλος της ψευδαίσθησης της Nανάς κλείνει στο τελευταίο πλάνο θεαματικά, σαν σε γκανγκστερική ταινία, με φόντο μια ταμπέλα που γράφει «Restaurant des Studios».

Μια ταινία μες στην ταινία

Ξαναβλέποντας το «Ζούσε τη ζωή της» ανακαλύπτεις πως μπροστά σου έχεις μία από τις πιο σημαντικές και ώριμες ταινίες του σκηνοθέτη της (ο οποίος, σημειωτέον, ήταν τότε παντρεμένος με την Αννα Καρίνα).
Τη Νανά, όπως προαναφέραμε, την παρακολουθούμε σε 12 ταμπλό, που εκτυλίσσονται σε διάφορα μέρη: σ’ ένα καφενείο, σ’ ένα κατάστημα δίσκων, στο αστυνομικό τμήμα, σ’ ένα δωμάτιο μ’ έναν πελάτη που ψωνίζει στο δρόμο, αλλά και αλλού. Η ηρωίδα εκδιώκεται από το διαμέρισμά της, θέλει να γίνει ηθοποιός, πάει στον κινηματογράφο, όπου βλέπει την κλασική βωβή ταινία «Τα πάθη της Ζαν Ντ’ Αρκ» του Ντράγιερ, εν συνεχεία εκπορνεύεται, πέφτει στα χέρια ενός νταβατζή, ενώ στη συνέχεια γνωρίζει έναν άντρα που την ερωτεύεται.
Η ταινία του Ντράγιερ έχει σημασία στην ταινία. Ο Γκοντάρ κινηματογραφεί την Καρίνα όπως ο Ντράγιερ τη Φαλκονετί στη δική του ταινία. Με μαυρόασπρο φιλμ, με την κάμερα (που κινεί με δεξιοτεχνία ο Ραούλ Κουτάρ) να την παρακολουθεί σαν ένας θεατής, από διάφορες πλευρές, ακίνητη, σιωπηλή, ανέκφραστη, ασυμβίβαστη, να καπνίζει ή να περπατά στο δρόμο, να χορεύει, ξένοιαστη, ελεύθερη, χωρίς συναισθηματισμούς, να προσπαθεί να την προσεγγίσει και να την καταλάβει, σε πολύ κοντινά συνήθως πλάνα, με τη θαυμάσια (λιγοστή και λιτή) μουσική του Μισέλ Λεγκράν να κάνει το δικό της σχόλιο, με αναφορές πετυχημένες όχι μόνο στην ταινία του Ντράγιερ αλλά και τη «Νανά» του Ρενουάρ, με τη φωνή του ίδιου του Γκοντάρ να σχολιάζει (σε μια θαυμάσια σκηνή διαβάζει ένα διήγημα του Εντγκαρ Αλαν Πόε, σε μετάφραση του Μποντλέρ). Ένα πορτρέτο όμορφο, συναρπαστικό, λυρικό, όπως η μουσική του Λεγκράν που το συνοδεύει.

Ο μόνος πραγματικός κινηματογράφος!

Τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ τον θαυμάζαμε στη δεκαετία του ’60, όταν με ταινίες «Με κομμένη την ανάσα», «Η γυναίκα είναι γυναίκα» και «Αλφαβίλ» έκανε, μαζί με άλλους σκηνοθέτες της «νουβέλ βαγκ», μια εκπληκτική εμφάνιση σ’ ένα γαλλικό κινηματογράφο ο οποίος, με λιγοστές εξαιρέσεις, έδειχνε πως βρισκόταν σε τέλμα. Οι ταινίες του ανέτρεπαν κανόνες και πρότειναν μια νέα κινηματογραφική γλώσσα, με αποτέλεσμα να τις θαυμάζει όχι μόνο το κινηματογραφόφιλο κοινό αλλά και νέοι σκηνοθέτες σ’ ολόκληρο τον κόσμο, από τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι στην Ιταλία μέχρι τον Ναγκίσα Οσίμα στην Ιαπωνία, αλλά και τον αείμνηστο Θόδωρο Αγγελόπουλο.
Σήμερα, σε μια εποχή που κυριαρχείται από τα αμερικανικά μπλοκ-μπάστερ, τα ειδικά εφέ και τη συνεχή, παράλογη συχνά, δράση, ο κινηματογράφος του Γκοντάρ μοιάζει να είναι εκτός πραγματικότητας. Κι όμως, βλέποντας ορισμένες ταινίες του, όπως και άλλων συναδέλφων του της ίδιας εποχής (ιδιαίτερα του Τριφό, του Ρενέ, του Φρανζί) αισθάνεσαι ότι εδώ βρίσκεται ο αληθινός, ο μόνος πραγματικός κινηματογράφος. Ένας κινηματογράφος που δεν έπαψε να συγκινεί και να συναρπάζει.

Όταν ο Ζαν-Λικ συνάντησε τον Πάμπλο!

Το μεγαλύτερο επαναστατικό κίνημα στην ιστορία των εικόνων συνέβη εκεί γύρω στις αρχές του ’60 όταν ένα άτακτο παλικάρι από την Eλβετία με το όνομα Zαν-Λικ Γκοντάρ συνάντησε τον Πικάσο!
H μεγαλύτερη προβοκάτσια στη διαδρομή της τέχνης. Μια χούφτα σινεφίλ του Παρισιού, οι οποίοι είχαν καταναλώσει τόνους από ταινίες και βιβλία και είχαν μετατρέψει την κουβέντα σε επαναστατική γυμναστική επί 24ώρου βάσεως, αποφασίζουν, έτσι κυτταρικά, να εφορμήσουν, να καταστρέψουν και να ξαναφτιάξουν. Πίστευαν πως ο κόσμος ήταν δικός τους. Και ήταν. Ο ινστρούχτοράς τους, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, έμελλε να παίξει τον ρόλο του Χριστού για τους προσκυνητές της κινηματογραφικής κουλτούρας. Όπως περίπου λέμε π.X. και μ.X., έτσι και προ Γκοντάρ και μετά Γκοντάρ.
Το «Ζούσε τη ζωή της» («Vivre sa Vie»), γυρισμένη πριν από 51 χρόνιαμία ταινία σκονισμένη από τα ράφια της Ταινιοθήκης, σχεδόν λησμονημένη, είναι χαρακτηριστικό δείγμα του γκονταρικού σινεμά. Μια τανία – προβοκάτσια. Με την καλή έννοια.

Μικρογραφία του κοινωνικού άτλαντα
της εποχής του και της εποχής μας

H προβοκάτσια που στήνει ο Γκοντάρ αρχίζει από το στόρι, το σενάριο, τους χαρακτήρες και την πλοκή. Είπε «γιατί έτσι κι όχι αλλιώς» και χωρίς δεύτερη συζήτηση τοποθέτησε μια πυρηνική βόμβα στα θεμέλια του αφηγηματικού (του στρωτού, ας πούμε) μοντέλου. Έτσι η ιστορία μιας Παριζιάνας με το συμβολικό όνομα Νανά (από τον Ζολά), μία ιστορία που αρχίζει με το τέλος μιας σχέσης και προχωράει ακάθεκτα προς την πορνεία, μετατρέπεται από μελό σε μια μικρογραφία του κοινωνικού άτλαντα της εποχής του και της εποχής μας. Ο Γκοντάρ ξεκινάει από την αρχή πως δεν υπάρχει… αρχή. Εγκαταλείπει την αριθμητική του δημοτικού (ένα, δύο, τρία) και επιχειρεί να ανακαλύψει πρωτόγνωρα, για την εποχή του, μαθηματικά συστήματα. Όπως δηλαδή ο Πικάσο διαλύει τις συμβατικές φόρμες και βάζει στο τελάρο του Γεωμετρία και Μαθηματικά, έτσι και ο Γκοντάρ. Τέμνει, διαλύει, αποσυνθέτει και ανασυγκροτεί. Το κλειδί για την ανασύνθεση αυτής της άναρχης εικόνας είναι το ανακάτεμα. Στην τζαζ το λένε «αυτοσχεδιασμό». Στα επιτραπέζια παιχνίδια «παζλ». Προϋπόθεση για τη σωστή τοποθέτηση των κομματιών είναι το «κάδρο». Το περιεχόμενο κάθε κινηματογραφικής εικόνας, όπως και τα όρια του οπτικού μας πεδίου, ονομάζεται κάδρο. Είναι ο «πίνακας» που περιλαμβάνει το βλέμμα του σκηνοθέτη. Το κάδρο στη συμβατική αφηγηματική ροή των εικόνων είναι μία ψευδής αναπαράσταση της πραγματικότητας. Το κάδρο του Γκοντάρ δεν υποδύεται το ψευδές, δεν είναι υποκατάσταση της πραγματικότητας. Είναι η προέκταση του μυαλού, του λόγου και των αισθημάτων του. Το κάδρο του Γκοντάρ ποιεί ήθος γιατί είναι προσωπικό και αυθεντικό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα:

H σκηνή διαδραματίζεται σε μια γωνιά ενός καφέ του Παρισιού. Μπροστά μας, το πρόσωπο της Νανάς. Πίσω της, μια γιγαντιαία εικόνα της πόλης. Ακίνητη, νεκρή. Μπροστά από τη Νανά, ο προαγωγός της (αλλά εμείς βλέπουμε το πίσω μέρος του κεφαλιού του). H σχέση ανάμεσά τους θυμίζει το σύμπαν με τους πλανήτες. Το πρόσωπό της είναι φωτεινό σαν του ήλιου. Το κεφάλι του προαγωγού είναι… μαύρο, επομένως ανώνυμο. Χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, σαν τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Και το σύμπαν… ακίνητο και χαώδες!
H αλλαγή που επέφερε το γκονταρικό παλιρροϊκό κύμα στο κινηματογραφικό σύμπαν ήταν σαρωτική. Περίπου απέδειξε το αυτονόητο. Όπως στη φύση, έτσι και με τις εικόνες τίποτα δεν είναι οριστικό, τίποτα δεν είναι τελειωμένο, τίποτα δεν είναι ολοκληρωτικά και μοναδικά προσδιορισμένο. Όπως η σειρά των λέξεων, των σκέψεων. Λέμε «σύνθεση», τοποθετούμε το «ανά» ή το «από» και αμέσως αλλάζουμε το περιεχόμενο. Για να συμβούν αυτές οι κολοσσιαίες μετατοπίσεις, πρέπει να απελευθερωθούμε από τις συμβάσεις, τις αγκυλώσεις, τους κανόνες και τα μοντέλα. Αρκεί να παρέμβουμε, να αλλάξουμε τη δοσολογία. Αρκεί να παρατηρήσουμε. Αρκεί να… παίξουμε.

«Μια από τις πιο γοητευτικές ταινίες του Γκοντάρ που αφοπλίζει το θεατή με τον αυθορμητισμό και την ειλικρίνειά της!»

Το «Ζούσε Τη Ζωή Της» ανήκει στην πρώιμη δημιουργική περίοδο του επαναστάτη φιλοσόφου – ποιητή της nouvelle vague Ζαν Λικ Γκοντάρ (είναι η τέταρτη ταινία του μετά τα «Με Κομμένη Την Ανάσα», «Ο Μικρός Στρατιώτης» και «Η Γυναίκα Είναι Γυναίκα») και φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της: Έντονη σινεφιλία με άμεσες αναφορές σε άλλους δημιουργούς και κινηματογραφικά είδη, πειραματική και αυτοσχεδιαστική διάθεση, πνεύμα ελευθερίας αλλά και «παιχνιδιού».
Ως συνήθως, ο Γκοντάρ ξεκινά από το «συγκεκριμένο» για να ανακαλύψει τη «μεγάλη εικόνα», περνά από το φανταστικό στο πραγματικό και τουνάπαλιν («κατά βάθος ήθελα πάντα να κάνω έναν κινηματογράφο έρευνας με τη μορφή θεάματος», όπως είπε ο ίδιος σε μια συνέντευξή του στα Cahiers Du Cinema το Δεκέμβριο του ’62). Βασισμένος σε μια απλή, «ρεαλιστική» αφηγηματική δομή που εστιάζει στην εξωτερική όψη των πραγμάτων για να διεισδύσει μέσω αυτής στο εσωτερικό τους, ο Γκοντάρ διαιρεί το φιλμ σε δώδεκα μέρη – «σκηνές» («η ταινία μοιάζει με σειρά από μεγάλες πέτρες που τις παίρνεις και τις βάζεις τη μία δίπλα στην άλλη, φτάνει να διαλέξεις εξαρχής τις καλύτερες»), προσδίδοντας στο αποτέλεσμα μια έντονη θεατρικότητα. Ζητά από τους θεατές να λειτουργήσουν όπως η κάμερα του οπερατέρ Ραούλ Κουτάρ, ως αποστασιοποιημένοι παρατηρητές – ακροατές, τους υποχρεώνει να κοιτάξουν πίσω από την επιφάνεια και να τον ακολουθήσουν σε ένα περιπετειώδες διανοητικό, υπαρξιακό ταξίδι, με σταθμούς αλλεπάλληλα ερωτήματα γύρω από τη ζωή, την ανθρώπινη φύση, την ευτυχία, την «εκπόρνευση» της γλώσσας και των συναισθημάτων και οδηγό το εκφραστικό πρόσωπο της Άννα Καρίνα (η τότε σύντροφος του σκηνοθέτη).
Μια από τις πιο γοητευτικές ταινίες του Γκοντάρ που εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να αφοπλίζει το θεατή με τον αυθορμητισμό και την ειλικρίνειά της!
Νουβέλ βαγκ ίσον Παρίσι!

Ανέκαθεν υπήρχαν περιπτώσεις σκηνοθετών, που φανέρωναν μέσα από τις δουλειές τους μία ιδιαίτερη συμπάθεια για κάποιον συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο. Η μία μετά την άλλη οι ταινίες τους επανέρχονταν στο ίδιο εκείνο σκηνικό, στην αρχή ίσως αμήχανα, έπειτα συνωμοτικά και από ένα σημείο και μετά με ανακούφιση, μέχρι που ο χώρος της δράσης -αυτονόητος πλέον- διεκδικούσε ίση προσοχή με την ιστορία ή τους πρωταγωνιστές. Εκ του αποτελέσματος, είναι φανερό πως το κατάφερνε κιόλας. Γιατί, ποιος δεν μπήκε στον πειρασμό να σκεφθεί, πως ο Woody Allen γύρισε όλες του σχεδόν τις ταινίες μόνο και μόνο για να κρυφοκοιτά μέσα από τον φακό την τζαζίστικη οχλοβοή της Νέας Υόρκης; Ποιος δεν έχει ταυτίσει τον Fellini με την υπέροχη, ηλιόλουστη Ρώμη του; Και ποιος μπορεί να διανοηθεί τη nouvelle vague χωρίς το Παρίσι;
Στην τελευταία περίπτωση, μάλιστα, δεν έχουμε να κάνουμε απλά με μία πόλη που αναδεικνύεται σε κινηματογραφικό φετίχ, χάρη σε κάποια σκηνοθετική μονομανία. Το γαλλικό Νέο Κύμα είναι τόσο στενά συνυφασμένο με την παριζιάνικη πόλη, που μοιάζει κυριολεκτικά να γεννιέται μέσα από αυτήν, να ζωντανεύει όταν εκείνη το επιτρέπει – και όχι το αντίστροφο.
Όταν o Godard, ο Truffaut, ο Chabrol, ο Rohmer, ο Rivette δεν αρκούνταν πια να μαυρίζουν με τις πένες τους το βαλτωμένο κινηματογραφικό κατεστημένο, πήραν την κάμερα στον ώμο και βγήκαν στις παριζιάνικες συνοικίες. Στα μπιστρό, τα φθηνά ξενοδοχεία, τις καφετέριες και τα στενά της περιφέρειας. Η κινηματογραφική ουσία που αναζητούσαν βρισκόταν εκεί, τριγύρω τους, ήταν ολόφρεσκη και διάσπαρτη στην καθημερινότητά τους και το μόνο που χρειαζόταν για να αξιοποιηθεί αυτή η σπάνια πρώτη ύλη και να ξαναρχίσει να γράφεται η ιστορία της έβδομης τέχνης, ήταν ένα κάποιο βλέμμα.
Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Μέσα στα ασπρόμαυρα καρέ των πρώτων, «αθώων» χρόνων, των αρχών του Α60, περιδιαβαίνει ένα σημαντικό κομμάτι της παγκόσμιας κινηματογραφικής μυθολογίας.

Το «περιτύλιγμα» και η υπέροχη Άννα Καρίνα

Το 1962, ο Godard γυρίζει την τέταρτη κατά σειράν ταινία του, με τίτλο «Vivre Sa Vie (My life to Live)». Εμπνευσμένος από μία έρευνα της επικαιρότητας γύρω από το φαινόμενο της πορνείας στη Γαλλία, επιχειρεί να αποδώσει με ύφος ντοκουμενταρίστικο την φλέγουσα κοινωνική πραγματικότητα.
Ασπρόμαυρες λήψεις μονίμως κάτω από τον καυτό ήλιο του μεσημεριού- ποτέ στο σκοτάδι, ποτέ στα κρυφά-, πλάνα μεγάλης διάρκειας, κοντινά, ζωντανός ήχος, ερωτήσεις, λογύδρια και στατιστικές, τα πάντα πιστά στο ίδιο ύφος του πατριάρχη του γαλλικού σινεμά. Το φιλμ μοιάζει συχνά με ντοκιμαντέρ, με μία κοινωνική έρευνα, δεκτική στις μικρές ιστορίες των περαστικών και τη γοητευτική λογοδιάρροια των επίδοξων φιλοσόφων του διπλανού τραπεζιού. Όλα αυτά είναι όμως μόνο το περιτύλιγμα και γρήγορα πετιέται, για να φτάσεις στην καρδιά της ταινίας, στην υπέροχη Άννα Καρίνα.
Σε τελικά ανάλυση, το «Ζούσε τη ζωή της» είναι από τους ωραιότερους Γκοντάρ της πρώτης περιόδου, γνωστής και ως «Τα χρόνια της Άννας Καρίνα». Εκπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία, αναφορές στον Ντραγέρ, τη Λουίζ Μπρουκς, τον Πόε. Σινεμά-κολάζ ιδεών και αποδιάρθρωσης της κλασικής κινηματογραφικής σύνταξης. Μια πραγματικά εκπληκτική ταινία.

Σκηνή που θα θέλαμε να δούμε και να ξαναδούμε…

Η Νανά (Anna Karina), μια νεαρή Παριζιάνα που αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αναγκάζεται να καταφύγει στην πορνεία. Στο 8ο κεφάλαιο-ταμπλό της ταινίας, με τίτλο «Απογεύματα – Χρήμα – Νιπτήρες – Ηδονή – Ξενοδοχεία», ρωτά τον επίδοξο νταβατζή της, Ραούλ (Sady Rebbot), τι πρέπει να γνωρίζει και πώς να χειριστεί αυτή τη δουλειά. Εκείνος της λύνει όλες τις απορίες σε ένα διάλογο που εικονογραφείται με διαδοχικά πλάνα εφήμερων εραστών σε δωμάτια διαφόρων ξενοδοχείων.
– Τι ακριβώς θα κάνω;
– Η πόρνη προσφέρει τις χάρες της στην υψηλότερη δυνατή τιμή. Αποκτά καλούς πελάτες με τους πιο επικερδείς όρους.
– Πρέπει να είναι όμορφη;
– Η ομορφιά είναι σημαντικός παράγοντας στην καριέρα της. Θα έχει καλύτερη θέση και θα ελκύσει τους προαγωγούς. Η φυσική ομορφιά μπορεί να γίνει πηγή μεγάλων κερδών.
– Πρέπει να δηλωθεί;
– Με τον νόμο της 13ης Απριλίου 1946, οι πόρνες ελέγχονται υγειονομικά και αστυνομικά. Από εκεί και πέρα, περνάνε τακτικό υγειονομικό έλεγχο. Ο νόμος της 24ης Απριλίου 1946 και η απόφαση 2253 του 1947, θέσπισαν το Εθνικό Υγειονομικό Αρχείο, όπου πρέπει να καταγραφούν όσες, με βάσιμες αποδείξεις, εξασκούν την πορνεία.
– Τι πρέπει να κάνω;
– Παντού η διαδικασία είναι η ίδια. Η πόρνη, με το ντύσιμο, τη στάση, το βάψιμό της, υποδεικνύει την ιδιότητά της. Καμιά φορά, αψηφά τον νόμο και πλησιάζει τον πελάτη κάνοντάς του σινιάλο.
– Πόσα χρεώνω;
– Η τιμή αρχίζει από 300 φράγκα και φτάνει τα 15.000, για μια συνάντηση που διαρκεί από λίγα λεπτά ως μία ώρα. Για ολόκληρη τη νύχτα η τιμή είναι 5.000 έως 50.000 φράγκα.
– Μπορώ να πάω όπου θέλω;
– Γίνονται έλεγχοι. Στο Παρίσι, ιδίως, η αστυνομία, με απόφαση της 25ης Αυγούστου 1958, απαγορεύει το «πεζοδρόμιο» σε συγκεκριμένες ώρες στο δάσος της Βουλώνης και τα Ηλύσια Πεδία.
– Θα κρατάω όλα τα χρήματα;
– Κάθε γυναίκα πρέπει να δίνει καθημερινά κάποια χρήματα. Στα Ηλύσια Πεδία το ποσόν είναι 20-30.000 φράγκα. Η πληρωμή γίνεται κάθε βδομάδα.
– Θα έχω δικό μου δωμάτιο;
– Τα ξενοδοχεία χρεώνουν για πετσέτες, όχι σεντόνια. Συνήθως τα κρεβάτια έχουν μόνο κατωσέντονο.
– Και η αστυνομία;
– Η αστυνομία κάνει εφόδους, ανακρίσεις, ελέγχους. Οσες πόρνες παρανομούν, περνούν υγειονομικό έλεγχο, με πλήρεις εξετάσεις και αναλύσεις.
– Μπορώ να πίνω;
– Μια μεθυσμένη πόρνη δίνει αρνητική εικόνα. Προκαλεί σκάνδαλο.
– Κι αν μείνω έγκυος;
– Ο κόσμος νομίζει ότι οι πόρνες κάνουν εκτρώσεις. Δεν είναι αλήθεια. Αποφεύγουν την εγκυμοσύνη με το χάπι ή άλλους τρόπους. Αλλά όταν μείνουν έγκυες, σπάνια κάνουν έκτρωση.
– Θα πηγαίνω με όλους;
– Η πόρνη είναι πάντα στη διάθεση των πελατών. Πηγαίνει με όποιον πληρώνει: αυτόν… εκείνον… τον άλλον…
– Υπάρχουν πελάτες κάθε μέρα;
– Οι φθηνές πόρνες παίρνουν 5-8 πελάτες τη μέρα. Βγάζουν 4 με 8 χιλιάδες ημερησίως. Κάποιες βγάζουν πάρα πολλά χρήματα. Φτάνουν και τους 60 πελάτες τα Σάββατα ή τις αργίες.

Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ
Το τρομερό παιδί της νουβέλ βαγκ:
Ζαν-Λικ Γκοντάρ

«Κατά βάθος ήθελα πάντα να κάνω έναν κινηματογράφο έρευνας, με τη μορφή θεάματος»
Ζαν-Λικ Γκοντάρ

Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ υπήρξε ο ποιητής του γαλλικού –και όχι μόνο σινεμά. Ο θαμώνας των καφέ της αριστερής όχθης, ο επαναστάτης με την αριστοκρατική καταγωγή, ο σκηνοθέτης που διάβαζε το φως πίσω από τα χρώματα, ο άνθρωπος που έχει κάνει την περίφημη δήλωση «Κάνω ταινίες με αρχή, μέση και τέλος, αλλά όχι απαραίτητα με αυτή την σειρά…», μα πάνω απ’ όλα εκείνος που είδε στο σινεμά μια προοπτική που ξεπέρασε το στείρο νόημα της μονοσήμαντης θέασης.
Γεννήθηκε στο Παρίσι το 1930. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια μεταξύ Γαλλίας και Ελβετίας. Γιος Γάλλου μεγαλογιατρού και Ελβετίδας μητέρας – κόρης τραπεζιτών, ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά μιας μεγαλοαστικής οικογένειας. Λίγο μετά την ενηλικίωση του οι γονείς του αποφασίζουν να πάρουν διαζύγιο, και ένα χρόνο αργότερα μετακομίζει μόνιμα πλέον στο Παρίσι για να παρακολουθήσει μαθήματα εθνολογίας στη Σορβόννη.
Στις συχνές επισκέψεις του στην Ταινιοθήκη θα γνωρίσει και θα συναναστραφεί τους Κλοντ Σαμπρόλ, Φρανσουά Τρυφώ, Ερίκ Ρομέρ και Ζακ Ριβέτ, τους κινηματογραφιστές δηλαδή που μετέπειτα θα στελεχώσουν το κίνημα της νουβέλ βαγκ.
Το 1951 ο πατέρας Γκοντάρ απειλεί το γιο του ότι αν δεν εγκαταλείψει την ενασχόληση με το σινεμά και δεν αφοσιωθεί στις σπουδές του, θα διακόψει την χορήγηση του μηνιαίου εισοδήματος που του παρείχε. Τους μήνες που ακολουθούν οι ανάγκες του για σίτιση και στέγη καλύπτονται από περιστασιακές δουλειές του ποδαριού, δανεικά και κλοπές μικροποσών. Το 1952 δίνει τα πρώτα του άρθρα στο θρυλικό περιοδικό «Les cahiers du cinéma», ιδρυτής του οποίου υπήρξε ο θεωρητικός του κινηματογράφου Αντρέ Μπαζέν. Με βήμα το περιοδικό και όπλο την πένα του, εγκαινιάζει ένα σχεδόν λυρικό είδος κριτικής – παρουσίασης, μέσα από το οποίο κατακεραυνώνει το Χόλυγουντ και αποκαθηλώνει την μπουρζουαζία του κινηματογράφου, που σύμφωνα με την άποψη του ευνουχίζει τον δημιουργό, και καθιστά άχρηστη την προς πάσα κατεύθυνση κριτική αντίληψη που θα είχε την δυνατότητα να αναπτύξει το κοινό.
Την ίδια χρονιά επιστρέφει στην Γενεύη για να δουλέψει στην κατασκευή του φράγματος του Grande-Dixence. Με τα χρήματα που συγκεντρώνει, θα γυρίσει την πρώτη του μικρού μήκους ταινία, το ντοκιμαντέρ Επιχείρηση Μπετόν (1954). Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’50 θα γυρίσει άλλες τέσσερις ταινίες μικρού μήκους: Une Femme Coquette (1955), Tous les Garcons s’appellent Patrick (1957), Charlotte et son Jules (1958) και Une Histoire d’ Eau (1958).
Οι ταινίες του Γκοντάρ δεν έχουν θεματικό περιεχόμενο πέρα από τον ίδιο τον κινηματογράφο και τον τρόπο του να χειρίζεται τα πράγματα. Είναι ταινίες έρευνας (Λυμιέρ) με τη μορφή θεάματος (Μελιές), που σαν στόχο έχουν να αποκαλύψουν, όπως χαρακτηριστικά είπε κάποτε και ο ίδιος, «την κρυμμένη πλευρά του παγόβουνου». Έντονα επηρεασμένος από σκηνοθέτες όπως οι Ζαν Ρενουάρ, Νίκολας Ρέι, Ρομπέρ Μπρεσόν, Ρομπέρτο Ροσελίνι και Ζαν Ρους, ο Γκοντάρ θα προσπαθήσει εξαρχής, σε αντίθεση με τον συνάδελφό του Τρυφώ, να βάλει την προσωπική του ζωή στις ταινίες του αλλά και να δείξει ότι στον κινηματογράφο «όλα επιτρέπονται»: αυτοσχεδιασμός, κάμερα στο χέρι, αυτοαναφορικότητα, δοκιμιογραφικός λόγος, παράθεση λογοτεχνικών και φιλοσοφικών κειμένων. Το σινεμά μετατρέπεται έτσι σε ένα νέο είδος μουσείου, που λειτουργεί ως μια παρακαταθήκη ιστορικών γεγονότων και μαρτυριών.

«Να ανακατασκευάσω ό,τι είχε γίνει μέχρι τότε στον κινηματογράφο…»

Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα, το 1960, θα γυρίσει την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το πρωτοποριακό «Με κομμένη την ανάσα», με πρωταγωνιστή τον Ζαν Πολ Μπελμοντό, στο ρόλο που τον έκανε διάσημο.
«Ήθελα να ξεκινήσω από μια ιστορία συμβατική και να ανακατασκευάσω, με διαφορετικό τρόπο, ό,τι είχε γίνει μέχρι τότε στον κινηματογράφο. Ήθελα επίσης να δώσω την εντύπωση ότι τα κινηματογραφικά μέσα ανακαλύπτονταν ή δοκιμάζονταν για πρώτη φορά», θα πει για την ταινία σε μια συνέντευξή του στα Cahiers το 1962.
Το «Με κομμένη την ανάσα» εγκαινιάζει το κίνημα της γαλλικής νουβέλ βαγκ το οποίο, σύμφωνα με τον Γκοντάρ, ορίζεται από «τη θλίψη, τη νοσταλγία για τον κινηματογράφο που έπαψε πια να υπάρχει, καθώς και από την καινούρια σχέση μεταξύ μύθου και πραγματικότητας».
Πριν καν αρχίσει να προβάλλεται η πρώτη του ταινία είχε τελειώσει τον «Μικρό Στρατιώτη», μια ταινία που αφενός υποδηλώνει μια νοσταλγία για τον ισπανικό εμφύλιο και αφετέρου συνιστά ένα καυστικό σχόλιο για τον πόλεμο στην Αλγερία και τις ηθικές του επιπτώσεις.
To 1961 παντρεύεται την ηθοποιό Anna Karina, η οποία θα πρωταγωνιστήσει συνολικά σε επτά ταινίες του. Το 1963 ο Γκοντάρ θα μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη την «Περιφρόνηση» του συγγραφέα Αλμπέρτο Μοράβια, ταινία που παραμένει η πιο «χολιγουντιανή» του. Απεναντίας, ο «Τρελός Πιερό» του 1965 είναι περισσότερο «απόπειρα ταινίας» παρά ταινία. Άλλες ταινίες αυτής της περιόδου είναι οι «A Woman is a Woman» (1961), «Vivre sa Vie» (1962), «Οι Καραμπινιέροι» (1963), «Band of Outsiders» (1964) και η επιστημονικής φαντασίας «Αλφαβίλ» (1965).
H κοινή του ζωή με την Καρίνα έλαβε τέλος το καλοκαίρι του 1965 μετά την ολοκλήρωση του «Αλφαβίλ», και λίγο πριν τελειώσουν τα γυρίσματα για το «Ο τρελός Πιερό». Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της «Κινέζας», ο Γκοντάρ βρίσκει την δεύτερη κατά σειρά σύζυγό του και πάλι στο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας του. Αυτή τη φορά σύντροφος του θα γίνει η Anne Wiazemsky, με την οποία θα παραμείνει παντρεμένος για τα επόμενα δώδεκα χρόνια.
Στη συνέχεια, ο Γκοντάρ αρχίζει και εκδηλώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το μέσο της τηλεόρασης («Όλα είναι δυνατά στην τηλεόραση», είχε δηλώσει σχετικά), πράγμα που φαίνεται καθαρά στις επόμενες ταινίες του. Από το 1966 ως το 1968, κάνει ταινίες έντονα επηρεασμένες από τα πολιτικά γεγονότα της δεκαετίας και τα ρεύματα που γεννήθηκαν από τις ταραχές του Μάη του ’68: Masculine-Feminine (1966), Two or Three Things I Know About Her (1966), La Chinoise”(1967, με πρωταγωνίστρια τη δεύτερη σύζυγό του, την Anne Wiazemsky), Weekend (1967) και Le Gai Savoir (1968). Χαρακτηριστικό αυτών των ταινιών είναι ότι οι ήρωες «παρελαύνουν» μπροστά από την κάμερα, πάνω ακριβώς στον δρόμο της αποστασιοποίησης που χάραξε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Δεν άλλαξε τον κόσμο, αλλά άλλαξε το σινεμά…

Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ ήταν ο σωστός άνθρωπος στο σωστό μέρος. Ο Μάης του ’68 φτάνει και η νεολαία ζητωκραυγάζει στη θέα των γκρεμισμένων φρουρίων. «Η περιφρόνηση», «Ένα σαββατοκύριακο», «Ο τρελός Πιερό» έγιναν τα λάβαρα κάτω από τα οποία ενώθηκε μια γενιά που μπορεί να μην κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο, αλλά σίγουρα άλλαξε το σινεμά. Τα σύμβολα του παρελθόντος αντικαταστάθηκαν, το συντακτικό και η γραμματική του κινηματογράφου ξαναγράφτηκαν από την αρχή, αυτός καθ’ αυτός ο «σκοπός» ανανεώθηκε.
Ο Γκοντάρ ανακάλυψε ότι όταν η θεωρία μετατρέπεται σε εικόνα, τα αποτελέσματα μπορούν να ξεπεράσουν κάθε προσδοκία. Αφού το δοκίμιο διαβάζεται δυσκολότερα από το μυθιστόρημα, δεν έχουμε παρά να το κομματιάσουμε σε εικόνες, και να το δώσουμε στον κόσμο να το επεξεργαστεί. Η δύναμη του σινεμά απογειώθηκε σε δισθεόρατα ύψη. Η φιλοσοφία, η ανθρωπολογία, ο Νίτσε και ο Μπωντλαίρ ενώθηκαν σε ένα παραλήρημα έκστασης που γέμιζε τα κεφάλια των θεατών. Κάθε νέα του ταινία γινόταν αντικείμενο συζήτησης, πολύωρων αναλύσεων, κι όσο το κοινό ζητούσε τόσο εκείνος το τροφοδοτούσε με νέο υλικό, δύο ακόμα και τρεις ταινίες το χρόνο.
Οι πειραματισμοί δεν έπαψαν ούτε όταν το μέγεθος της αποτυχίας αναμετρήθηκε με αυτό της δόξας. Κι αν μπορούμε να μιλήσουμε για αποτυχημένα εγχειρήματα σίγουρα δεν έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε λόγο για «άνυδρη» περίοδο. Γιατί είναι άνθρωποι σαν κι αυτόν που παραμένουν πάντα νέοι και κρατάνε νέες τις ιδέες και τα οράματα που μας επιτρέπουν να ελπίζουμε…

Πηγή:http://www.sevenart.gr-Ανίσσα Χασίμ

Φιλμογραφία

  • Goodbye to language – Adieu au langage-Αποχαιρετισμός στη γλώσσα  (2015)
  • Film Socialisme – Socialism (2010)
  • Notre Musique – Η Δική μας Μουσική (2004)
  • Liberte et Patrie (2002)
  • Ten Minutes Older: The Cello – Δέκα Λεπτά Αργότερα: Το Τσέλο (2002)
  • Eloge de l Amour – Η Ελεγεία του Έρωτα (2001)
  •  For Ever Mozart – Μότσαρτ για Πάντα (1996)
  • Je vous salue, Sarajevo (1993)
  • Detective – Ντετέκτιβ (1985)
  • Prenom Carmen – Όνομα Κάρμεν (1983)
  • Sauve qui Peut (la Vie) – Ο Σώζων Εαυτόν Σωθήτω (1980)
  •  Tout Va Bien – Ολα Πάνε Καλά (1972)
  • 2 ou 3 Choses que Je Sais d Elle – 2 ή 3 Πράγματα που Ξέρω γι` Αυτήν (1967)
  •  La Chinoise – Η Κινέζα (1967)
  • Loin du Vietnam – Μακριά από το Βιετνάμ (1967)
  • Week End – Ένα Σαββατοκύριακο (1967)
  • Made in USA – Συνέβη στην Αμερική (1966)
  • Masculin Feminin: 15 Faits Precis – Αρσενικό, Θηλυκό (1966)
  •  Alphaville, une Etrange Aventure de Lemmy Caution – Αλφαβίλ (1965)
  • Pierrot le Fou – Ο Τρελός Πιερό (1965)
  •  Le Mepris – Η Περιφρόνηση (1963)
  •  Le Petit Soldat – Ο Μικρός Στρατιώτης (1963)
  •  Les Carabiniers – Οι Καραμπινιέροι (1963)
  •  Vivre sa Vie – Ζούσε τη Ζωή της (1962)
  • Une Femme est Une Femme – Η Κυρία Θέλει Έρωτα (1961)
  • A Bout de Souffle – Με Κομμένη την Ανάσα (1960)

Η ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ
Η σαγηνευτική Άννα Καρίνα

Μορφή σαγηνευτική αλλά και κορίτσι της διπλανής πόρτας -ή μήπως το κορίτσι που θα ήθελες να βρίσκεται στη διπλανή σου πόρτα;-, παραληρηματικά γλυκιά και φυσικά μπλαζέ και απόμακρη, η Άννα Καρίνα για πολλούς δεν λατρεύτηκε σε καμία άλλη ταινία όσο στο «Ζούσε τη ζωή της». Με τα πλάνα κομμένα και ραμμένα στα πελώρια μάτια της, επιμελημένη να παραπέμπει στο «φιζίκ» των μοιραίων θηλυκών του βωβού κινηματογράφου του Α20 και του ΄30, καθηλώνει καθώς κινείται μέσα στο χαμηλόφωνο, φλεγματώδες σύμπαν της και αναδεικνύεται στη μούσα του Γάλλου δημιουργού. Το Παρίσι ξαφνικά, λες και δεν υπήρξε ποτέ… Θεωρείται Γαλλίδα στην υπηκοότητα και είναι ένα ακόμα «παιδί-θαύμα» της μεγάλης του Γκοντάρ σχολής, αλλά και η πρώτη Μούσα του πρωτομάστορα της νουβέλ βαγκ. Άφησε εποχή με τη μοναδική της παρουσία στο πνεύμα της κινηματογραφικής γενιάς του ‘60, λες κι ήταν βγαλμένη από τα κάδρα του βωβού κινηματογράφου…
Γεννήθηκε στις 22 Σεπτέμβρη 1940 στη Δανία. Η μητέρα της είχε μαγαζί με ρούχα, ενώ ο πατέρας της, που ήταν πλοίαρχος, εγκατέλειψε την οικογένειά του ένα χρόνο μετά τη γέννησή της. Η Άννα έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια, τα οποία η ίδια περιγράφει ως «τρομερά», χρόνια στα οποία έκανε αμέτρητες προσπάθειες για να το σκάσει από το σπίτι της.
Τα πρώτα της δειλά επαγγελματικά βήματα έγιναν στην πατρίδα της, όπου τραγουδούσε σε καμπαρέ και δούλευε ως μοντέλο. Στα 14 της εμφανίστηκε σε μια δανέζικη ταινία του Iμπ Σέντες, το οποίο μάλιστα βραβεύτηκε στις Κάννες. Παράλληλα, σπούδαζε χορό και ζωγραφική, και μάλιστα για ένα διάστημα ζούσε πουλώντας τους πίνακές της.
Το 1958, προτού συμπληρώσει τα 18 της χρόνια, έφυγε από το σπίτι της και μετακόμισε στο Παρίσι, όπου ο πρώτος καιρός ήταν πάρα πολύ δύσκολος. Για βδομάδες ολάκερες προσπαθούσε να ζήσει με τον οποιοδήποτε τρόπο. Σχεδόν πεινούσε και μιλούσε ελάχιστα γαλλικά. Αλλά κάποια στιγμή, στις αμέτρητες περιπλανήσεις της βρέθηκε στο θρυλικό καφέ που σύχναζε ο Ζαν Πολ Σαρτρ. Εκεί την πλησίασε η Κατρίν Αρλέ και της ζήτησε να βγάλει κάποιες φωτογραφίες για το περιοδικό μόδας «Jours De France».
Αυτή ήταν απλώς και μόνο η αρχή. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, η Άννα Καρίνα καθιερώθηκε στο χώρο της διαφήμιση και ο δρόμος για τη μετέπειτα σπουδαία καριέρα της ήταν πλέον ορθάνοιχτος. Ο επόμενος σταθμός ήταν το διάσημο περιοδικό «Elle», όπου γνωρίστηκε με τη Κοκό Σανέλ στην οποία εκδήλωσε την έντονη της επιθυμία να γίνει ηθοποιός. Κι έπειτα άρχισε να κάθεται με τις ώρες και να βλέπει γαλλικές ταινίες με άπειρες επαναλήψεις, ώσπου έμαθε και τη γλώσσα και εξοικειώθηκε και με τον γαλλικό κινηματογράφο.

Όταν η Άννα συνάντησε τον Ζαν Λικ

Σε μια διαφήμιση για το σαπούνι «Πάλμολιβ» τη συνάντησε ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ και αμέσως της πρότεινε ένα μικρό ρόλο στην ταινία που γύριζε εκείνη την εποχή, το περίφημο «Με Κομμένη την Ανάσα». Ένας ρόλος, όμως που της επέβαλε να βγάλει και τα ρούχα της…
Η Καρίνα αρνήθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Γκοντάρ την πήρε παράμερα και της είπε: «Μα δεσποινίς, σας είδα που ήσασταν γυμνή μέσα σε μια μπανιέρα με μπουρμπουλήθρες!». «Όχι κύριε, ήμουν γυμνή μόνο στη φαντασία σας», τον αποστόμωσε η Καρίνα. «Οι μπουρμπουλήθρες με κάλυπταν ως το λαιμό και από κάτω φορούσα μαγιό», συνέχισε.
Ο Γκοντάρ επανήλθε το 1959 με δεύτερη πρόταση για ένα μεγαλύτερο ρόλο. Εκείνη συνέχισε τους δισταγμούς της, αυτή τη φορά για το είδος του ρόλου. Ακολούθησαν διάφορες υπαναχωρήσεις, σκέψεις, δισταγμοί. Το φιλμ ήταν το περίφημο «Le Petit Soldat», για το οποίο ο σκηνοθέτης ζητούσε μια νεαρή κοπέλα 18-27 ετών. Ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις, η Άννα δέχτηκε το ρόλο και η μεγάλη κινηματογραφική της καριέρα ξεκίνησε.
H συνεργασία αυτή ήταν και η αρχή της ερωτικής της σχέσης με τον Γκοντάρ. Στις 3 Μάρτη 1961, παντρεύτηκαν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «A Woman Is A Woman» και έμειναν μαζί μέχρι το 1965.
Το χειμώνα του 1963, η Καρίνα, εν μέσω έντονων ψυχολογικών προβλημάτων, έκανα απόπειρα αυτοκτονίας. Ο Γκοντάρ έκανε επανειλημμένες προσπάθειες να στηρίξει ψυχολογικά τη σύζυγό του, δίνοντάς της παράλληλα σημαντικούς ρόλους στις ταινίες του. Είναι χαρακτηριστικό ότι για την ταινία «Bande A Part», στην οποία έπαιξε την Odile (μια νεαρή γυναίκα που εμπλέκεται σε ένα ερωτικό τρίγωνο με δύο άντρες) η ίδια δήλωσε ότι ήταν ένας ρόλος που της έσωσε τη ζωή…
Ο χωρισμός της με τον Γκοντάρ κάθε άλλο παρά αποτέλεσε εμπόδιο για τη μετέπειτα καριέρα της Καρίνα. Ακολούθησαν οι ταινίες «Alphaville» και «Pierrot Le Fou», στην οποία πρωταγωνίστησε μαζί με τον Μπελμοντό.
Στη συνέχεια δούλεψε με τον Ιταλό νεο-ρεαλιστή σκηνοθέτη Βαλέριο Ζουρλίνι στο πολεμικό δράμα για τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο «Le Soldatesse» το 1965. Η ταινία απαγορεύτηκε από το γαλλικό υπουργείο ενημέρωσης, μέχρι που Γκοντάρ και Σαμπρόλ έκαναν διαβήματα διαμαρτυρίας με μανιφέστο ενάντια στην απαγόρευση, πετυχαίνοντας την άρση της.
Το καλοκαίρι του 1966 η Καρίνα συνεργάστηκε εκ νέου με τον Γκοντάρ στην μεγάλη ταινία «MADE IN USA». Αυτή ήταν και η τελευταία ταινία στην οποία συνεργάστηκαν.
Έχοντας πλέον καθιερωθεί στη Γαλλία, η Άννα απλώνει τα φτερά της και έξω απ’ τη χώρα. Στα επόμενα χρόνια η φήμη της εξαπλώνεται σε όλο το κόσμο, καθώς δουλεύει με κάποιους από τους μεγαλύτερους ανά τον κόσμο σκηνοθέτες. Το 1973 θα κάνει την πρώτη της σληνοθετική απόπειρα στην ταινία «Vivre Ensemble» στην οποία θα έχει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα ακολουθήσει η συμμετοχή της στην ταινία του Φασμπίντερ «Κινέζικη Ρουλέτα» το 1976. Και στη συνέχεια… πολλή τηλεόραση, αλλά και θέατρο.
Όσο για τη δεκαετία του ’80, η μεγαλύτερή της κινηματογραφική επιτυχία ήταν το «Νησί του Θησαυρού» του Χιλιανού σκηνοθέτη Ραούλ Ρουίθ.
Στα πιο πρόσφατα χρόνια, οι εμφανίσεις της είχαν πια το χαρακτηριστικό της συμβολικής της συμμετοχής. Εμφανίστηκε το 1995 στη ταινία του Ζακ Ριβέτ «Up Down Fragile», όπως και στην ταινία του Τζόναθαν Ντεμ «Η Αλήθεια για τον Τσάρλι» το 2002. Τέλος, το 2007 έγραψε και σκηνοθέτησε ένα μουσικό φιλμ δρόνου, το «Victoria», στην οποία πρωταγωνίστησε η ίδια.

Οι βραβεύσεις της:
* 1961 Αργυρή Άρκτος Φεστιβάλ Βερολίνου για την «Η ΚΥΡΙΑ ΘΕΛΕΙ ΕΡΩΤΑ»
* 1988 Cesar Award για τον 2ο γυναικείο ρόλο στην ταινία «Cayenne Palace»
* 2003 Bilbao International Award
* 2008 Pusan International Film Festival

Φιλμογραφία

Presentation ή Charlotte and Her Steak 1960 • Eric Rohmer
A Woman is a Woman 1961 – Η Κυρία Θέλει Έρωτα • Jean-Luc Godard
Tonight or Never 1961 • Michel Deville
My Life to Live 1962 – Ζούσε τη Ζωή της • Jean-Luc Godard

Scheherazade 1963 • Pierre Gaspard-Huit
The Little Soldier 1963 – Ο Μικρός Στρατιώτης • Jean-Luc Godard

Band of Outsiders 1964 • Jean-Luc Godard
All About Loving 1964 • Jean Aurel
Circle of Love 1964 – Το γαϊτανάκι του έρωτα • Roger Vadim

Pierrot le fou 1965 • Jean-Luc Godard

Alphaville 1965 – Ο Τρελός Πιερό (1965) • Jean-Luc Godard
The Nun 1966 • Jacques Rivette

Made in U.S.A. 1966 – Συνέβη στην Αμερική • Jean-Luc Godard
Anna 1967 • Pierre Koralnik
The Magus 1968 – Ο Μάγος • Guy Green

Man on Horseback 1969 • Volker Schlöndorff
Before Winter Comes 1969 • J. Lee Thompson
The Salzburg Connection 1972 • Lee H. Katzin
Bread and Chocolate 1973 • Franco Brusati
The Truth About Charlie 2002 –Διαζύγιο Θανάτου • Jonathan Demme

Ο… μετά Μάη Γκοντάρ

Με τα γεγονότα του γαλλικού Μάη τελειώνει η πρώτη περίοδος του έργου του και ξεκινά η επόμενη. Με τον Ζαν-Πιερ Γκορέν ο Γκοντάρ θα φτιάξει την ομάδα Τζίγκα Βερτόφ και θα αποποιηθεί τον τίτλο του δημιουργού και το ρόλο του κινηματογράφου. Μαζί με τον Γκορέν θα κάνουν τις ταινίες-δοκίμια Wind From the East (1969), Vladimir and Rosa (1971), Tout Va Bien (1972) και Letter to Jane (1972). Οι ταινίες αυτές ήταν ριζοσπαστικές ως προς το περιεχόμενο και το ύφος και βασίζονταν στις ιδέες της πάλης των τάξεων και το διαλεκτικό υλισμό.
Το 1971 είχε ένα σοβαρό ατύχημα με μοτοσικλέτα που τον κράτησε αρκετούς μήνες στο νοσοκομείο. Στο Παρίσι θα γνωρίσει την Ελβετίδα σκηνοθέτη Αν-Μαρί Μιεβίλ και την επόμενη χρονιά θα φύγουν μαζί για τη Γκρενόμπλ, όπου ο Γκοντάρ θα μεταφέρει το Sonimage Video Studio.
Σταδιακά απομακρύνθηκε από τον στρατευμένο κινηματογράφο της ομάδας Βερτόφ και επέστρεψε σε πιο προσωπικά θέματα. Γοητευμένος από τα νέα μέσα, αυτός και η Μιεβίλ πειραματίστηκαν με το βίντεο, δουλεύοντας αρκετά με αναθέσεις από τη γαλλική τηλεόραση (Εδώ κι αλλού, 1974• Πώς τα πάτε;, 1976• Έξι φορές δύο, 1976• Γαλλία, γύρος, παρακαμπτήριος, 1979).
Μαζί θα κάνουν επίσης το Numero Deux (1975) και το Ο Σώζων εαυτόν σωθήτω του 1980 το οποίο σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας περιόδου στο έργο του και την επιστροφή του στο κλασικό σινεμά. Εγκαθίσταται, εν συνεχεία, στο Παρίσι όπου αρχίζει να δουλεύει τη «θεϊκή τριλογία» -Passion (1982), First Name: Carmen (1983) και το Hail Mary (1985)- τρεις πραγματείες πάνω στη γυναικεία φύση, την επιθυμία, τη σεξουαλική διαφορά, και την ίδια την εικόνα. Ο Γκοντάρ και η Μιεβίλ μεταφέρουν το Sonimage στούντιο στη Rolle, μια μικρή πόλη ανάμεσα στη Γενεύη και τη Λωζάνη της Ελβετίας. Το 1986 ο Γκοντάρ και η Μιεβίλ έκαναν παραγωγή και πρωταγωνίστησαν στο home-movie Soft and Hard (Soft Talk on a Hard Subject Between Two Friends) για το αγγλικό Channel Four. Στη συνέχεια θα κάνουν τις ταινίες Grandeur et Decadence d’un Petit Commerce de Cinema (1986), Soigne ta Droite (1986) και King Lear (1986).
Στη δεκαετία του 90 ο Γκοντάρ θα σκηνοθετήσει τα Nouvelle Vague (1990), Germany 90 Nine Zero (1991), Helas pour moi (1993), Forever Mozart (1996) και την οκτάωρη σειρά Histoires du cinema (1997-98). Το 1998 το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης αναθέτει στον Γκοντάρ και τη Μιεβίλ την παραγωγή του σαρανταεπτάλεπτου βίντεο The Old Place (Essai sur le rôle des arts à la fin du 20e siècle / Small Notes Regarding the Arts at Fall of 20th Century). Το 2001 επανέρχεται στη σκηνοθεσία με την Ελεγεία του Έρωτα, ταινία που απέσπασε θετικές κριτικές στο Φεστιβάλ των Κανών και η οποία καταπιάνεται με την ιστορία, τη μνήμη, και τον πολιτισμό.
Οι ταινίες του Γκοντάρ άσκησαν τεράστια επιρροή τόσο στον ανεξάρτητο αμερικάνικο κινηματογράφο όσο και σε πλήθος εικαστικών καλλιτεχνών. Το 2006 το Κέντρο Πομπιντού στο Παρίσι διοργάνωσε την έκθεση «Voyages en utopie, Jean-Luc Godard, 1946 –2006».

O φιλέλληνας Γκοντάρ!

Πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ είναι και ένθερμος υποστηρικτής της Ελλάδας. Είναι χαρακτηριστικό ότι προ διετίας αρνήθηκε να μεταβεί στις Κάννες για την προβολή της ταινίας του «Film Socialisme», λέγοντας ότι «προβλήματα όπως το ελληνικό δεν μου επιτρέπουν να είμαι μαζί σας». Λίγες ημέρες νωρίτερα, μάλιστα, είχε κάνει την περίφημη δήλωση ότι «όλος ο κόσμος χρωστάει σήμερα στην Ελλάδα»…
Συγκεκριμένα, σε συνέντευξή του στην Γκάρντιαν είχε πει χαρακτηριστικά: «Οι Έλληνες μάς έδωσαν τη λογική, κι έχουμε χρέος απέναντί τους γι’ αυτό. Ο Αριστοτέλης ήταν εκείνος που διατύπωσε το μεγάλο «άρα». Για παράδειγμα «Δεν μ’αγαπάς πια, άρα…». Ή «σ’ έπιασα στο κρεβάτι μ’ έναν άλλο άνδρα, άρα…». Χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη εκατομμύρια φορές, για να λάβουμε τις πιο σημαντικές μας αποφάσεις. Και ήρθε ο καιρός να αρχίσουμε να πληρώνουμε γι’ αυτήν».
Η δε συνέχεια των δηλώσεών του ακόμη χαρακτηριστικότερη:
«Αν κάθε φορά που χρησιμοποιούμε τη λέξη «άρα» (therefore στα αγγλικά, donc στα γαλλικά) πληρώνουμε 10 ευρώ στην Ελλάδα, η κρίση θα τελειώσει σε μια μέρα και οι Έλληνες δεν θα χρειαστεί να πουλήσουν τον Παρθενώνα στους Γερμανούς. Έχουμε την τεχνολογία να εντοπίσουμε όλα αυτά τα «άρα» στο Google. Μπορούμε να χρεώνουμε και μέσω του iPhone! Κάθε φορά που η Άνγκελα Μέρκελ λέει στους Ελληνες «σας δανείσαμε όλα αυτά τα λεφτά, άρα πρέπει να μας τα επιστρέψετε με τόκο», θα πληρώνει πρώτα δικαιώματα»!
Η δημοσιογράφος της Γκάρντιαν αιφνιδιάστηκε με την ιδέα, όμως ο Γκοντάρ έβαλε αμέσως τα γέλια.
«Θα έπρεπε να ευχαριστήσουμε την Ελλάδα», συμπλήρωσε. «Είναι η Δύση που χρωστάει στην Ελλάδα. Η φιλοσοφία, η δημοκρατία, η τραγωδία… Πάντα ξεχνάμε τη σχέση ανάμεσα στην τραγωδία και τη δημοκρατία. Χωρίς Σοφοκλή δεν θα υπήρχε Περικλής. Χωρίς τον Περικλή δεν θα υπήρχε Σοφοκλής. Ο τεχνολογικός κόσμος στον οποίο ζούμε τα χρωστά όλα στην Ελλάδα. Ποιος ανακάλυψε τη λογική; Ο Αριστοτέλης… Όλος ο κόσμος χρωστάει χρήματα σήμερα στον Ελλάδα. Θα μπορούσε να ζητήσει από το σημερινό κόσμο μας χιλιάδες εκατομμύρια για τα πνευματικά της δικαιώματα και θα ήταν λογικό να της τα δώσουμε. Κατηγορούν τους Έλληνες ότι είναι και ψεύτες… Αυτό μου θυμίζει ένα παλιό συλλογισμό στα μαθητικά μου χρόνια. Ο Επαμεινώνδας είναι ψεύτης ή όλοι οι Έλληνες είναι ψεύτες, άρα ο Επαμεινώνδας είναι Έλληνας. Δεν έχουμε προχωρήσει καθόλου από τότε…».
Βέβαια, όταν το 2009 ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση, με υπουργό πολιτισμού τον Μιχάλη Λιάπη, να κάνει γυρίσματα στην Ελλάδα για την ταινία του «Film Socialisme» του ζητήθηκε σενάριο προς έγκριση…

Βιβλιογραφία

Στην ελληνική αγορά κυκλοφόρησαν τα τελευταία τριάντα χρόνια αρκετά βιβλία γύρω από τα έργα και της ημέρες του Ζαν Λικ Γκοντάρ, τα περισσότερα από τα οποία, ωστόσο, είναι πλέον εξαντλημένα.
Ένα πραγματικό χρήσιμο «εργαλείο» για τους θαυμαστές του μεγάλου Γάλλου σκηνοθέτη είναι το δίτομο βιβλίο του «Κείμενα και συνεντεύξεις», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αιγόκερως».

Που Παίζεται

» ΒΟΞ (Θερινό)
Θεμιστοκλέους 82, Πλατεία Εξαρχείων, 210-3301170 .
21.00-23.00
» ΖΕΦΥΡΟΣ (Θερινό)
Τρώων 36, Θησείο, 210 – 3462677 .
21.00-23.00

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s