Μιχαήλ Μαρμαρινός ΟΤΑΝ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤΑ ΠΕΡΙΞ… | Συνέντευξη στη Μυρτώ Πολυμίλη για το INSENSO (εφ)

MARMARINOS
To Insenso του Δημήτρη Δημητριάδη έδωσε, πέρυσι, στον Μιχαήλ Μαρμαρινό την ευκαιρία για μια από τις πιο προκλητικές παραστάσεις της χρονιάς. Μια παράσταση που δεν έμεινε στα όρια του θεατρικού χώρου αλλά «χύθηκε» στις γύρω περιοχές της Πειραιώς 260. Αναζητήστε, λοιπόν, ακόμα μια χρονιά, 21 γυναίκες με εντυπωσιακά φορέματα, να περιπλανιούνται, υποφέροντας από τον έρωτα για τον ωραίο Αυστριακό υπαξιωματικό Μάλερ, ο οποίος πάντως είχε προδοθεί.

Από τη Μυρτώ Πολυμίλη

Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Ο σκηνοθέτης που ανέδειξε το Πεθαίνω σα χώρα σε μια από τις πιο φημισμένες παραστάσεις των τελευταίων χρόνων επιστρέφει φέτος, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, με το Insenso του Δημήτρη Δημητριάδη. Μια «όπερα λόγου», που γοητεύει με τις εικόνες της και μας παρασύρει σ’ έναν κόσμο τόσο μακρινό και κοντινό συνάμα, αποκαλύπτοντας μας μια νέα πτυχή της πόλης, αλλά και του έρωτα.

Επιστρέφετε στο Φεστιβάλ Αθηνών με το Insenso. Γιατί και πώς;

To Insesnso είχε μια έντονη παρουσία -σύντομη και εκρηκτική- στο περσινό Φεστιβάλ. Η παράσταση αυτή όμως έχει μια ιδιαιτερότητα: είναι τόσο ακραία site specific, που δε μπορεί να συμβεί παρά μόνο στον συγκεκριμένο τόπο και παρά μόνο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Τώρα, το γεγονός ότι αυτό επαναλαμβάνεται, εμένα μου δημιουργεί ένα άγχος φυσικά, καθώς και μια συναρπαστική ταραχή…

Είμαστε πάλι λοιπόν στον ίδιο χώρο, προσπαθώντας να επισημάνουμε στους Αθηναίους κάτι που ίσως να μην έχουν δει και είναι δίπλα τους. Μια πτυχή, μια ουλή στο αστικό τοπίο, η οποία νομίζω ότι είναι λίγο παραπάνω από μια ουλή στη γη. Είναι μια χαρακιά στη μνήμη ίσως, ή στη συγκίνηση. Αυτό με τραβάει τόσο πολύ στον τόπο αυτό.

MARMARINOS 1

Ένας τόπος μνήμης;


Κατά τη γνώμη μου, κάθε παράσταση είναι μια ουλή στη μνήμη. Ο τόπος συνηγορεί εδώ για το Insenso. Ο θεατής στο πρώτο μέρος επισκέπτεται ένα τοπίο που μοιάζει να μην ανήκει στην Αθήνα που καθημερινά διαχειρίζεται. Κι όμως, είναι εκεί, ακριβώς δίπλα μας. Ένα από τα πράγματα που μ’ αρέσει μερικές φορές στη τέχνη είναι ότι δεν κάνει τίποτ’ άλλο από το να μας αποκαλύπτει πράγματα που είναι ακριβώς δίπλα μας, αλλά που εμείς -για όποιον λόγο- είμαστε στραβοί και δεν βλέπουμε.

Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα; Είχατε στο μυαλό σας το συγκεκριμένο τοπίο πριν συλληφθεί η ιδέα της παράστασης;

Επειδή γυρίζω την Αθήνα με τη μοτοσικλέτα συχνά, είχε τύχει να πέσω πάνω σ’ αυτό το χώρο. (Η Πειραιώς είναι για μένα ένας από τους ελάχιστους μυθικούς δρόμους της Αθήνας, γιατί έχει στρωματώσεις πολλών ηλικιών της πόλης.) Όταν τον είχα πρωτοδεί, είχα απευθείας την ιδέα να κάνω κάτι συγκεκριμένο εκεί. Δεν θα σας πω όμως τι, γιατί μπορεί να επανέλθω. Αργότερα, όταν συναντήθηκα με το Insenso ως κείμενο, τα δύο τοπία έδεσαν σαν σ’ ένα βολταϊκό τόξο. Έτσι, άρχισε μια πραγματικά πολύ μεγάλη περιπέτεια: να συμβεί αυτή η παράσταση, πράγμα καθόλου απλό. Και πραγματικά, θα ήθελα να δώσω κατ’ έναν τρόπο τα εύσημα στο Φεστιβάλ και στο τεχνικό του κομμάτι, που δεν πανικοβλήθηκε απέναντι σ’ αυτή την ιδέα – μια καθ’ όλα φυσική πρώτη αντίδραση. Μέχρι την πρώτη μέρα, μέχρι τη στιγμή που είδα το κοινό να έρχεται, οργανωμένα όπως έρχεται με τους οδηγούς του για να επισκεφθεί το τοπίο, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι έχει γίνει η παράσταση.

Ήταν τόσο δύσκολο το τεχνικό κομμάτι;

Ήταν πάρα πολλά πράγματα. Δεν είναι κάτι που φαντάζεται κανείς εύκολα. Το Insenso είναι -όπως λέμε στη σύγχρονη τέχνη- μια περφόρμανς. Είναι όμως μια περφόρμανς του όλου συστήματος, του Φεστιβάλ. Και του τοπίου, και του τόπου βέβαια. Επιπλέον, επειδή η παράσταση τελείωσε με πολύ υψηλά στάνταρντ, έπρεπε να επιτευχθεί όχι ακριβώς το ίδιο, αλλά να καταφέρει ν’ αναδείξει ένα κομμάτι που μπορεί πέρσι να μην αναδείχθηκε γιατί υπήρχε όλη η ορμή και η πρώτη έκρηξη της επαφής μ’ αυτό το θέμα. Απ’ αυτήν την πλευρά, είμαι ιδιαίτερα ταραγμένος και ψύχραιμος ταυτόχρονα-χωρίς να ξέρω τι σημαίνει αυτό-, αναζητώντας μια πολύ λεπτή ισορροπία. Θα καταλάβω αν [η παράσταση/το πείραμα] πέτυχε ή όχι όταν θα δω ξανά το κείμενο να περπατάει προς τον τόπο, προς τους δύο τόπους, γιατί είναι δύο οι τόποι: το έξω και το μέσα.

Τι κρατήσατε και τι αφήσατε από την περσινή παράσταση;

Όσο πιο ακριβής στην προηγούμενη εμπειρία και δομή προσπαθείς να είσαι -κι αυτό προσπαθώ να είμαι- τόσο παρεισφρέουν κάποιες καινούργιες και αναπάντεχες λεπτομέρειες που δίνουν στην παράσταση έναν ειδικό χαρακτήρα. Δεν υπάρχει ακριβώς επανάληψη στα πράγματα – ακόμη κι αν προσπαθεί κάποιος να τα επαναλάβει ακριβώς ίδια. Από πέρσι μέχρι τώρα, έχουν παρεμβληθεί μερικά δισεκατομμύρια στιγμών εμπειρίας όλων μας που με κάποιο τρόπο παρεμβαίνουν.

Έχετε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τον Δημητριάδη και τα κείμενα του. Είναι αυτό κάτι που σας ώθησε στο Insenso;

Είμαι περήφανος που υπάρχει στα ελληνικά γράμματα ο Δημητριάδης, μια μορφή αναχωρητική. Όταν ανοίγει το στόμα του, είναι σαν ν’ ανοίγει η ψυχή του λογοτεχνικά. Για να μιλήσουν τη γλώσσα του Δημητριάδη οι ηθοποιοί, οι οποίοι υποτίθεται έχουν μια καλή σχέση με το λόγο, πρέπει να κάνουν εξειδικευμένο σεμινάριο ελληνικής γλώσσας. Αυτό είναι κάτι που με συναρπάζει κι αυτή είναι μια κρυφή αιτία της λογοτεχνίας: να επαναφέρει στα βάθη της, στο εύρος της και στον πλούτο της την ελληνική γλώσσα. Γιατί όσο η γλώσσα συναντάει τον πλούτο της, τόσο τον συναντάει και η σκέψη μας. Είτε λοιπόν ο Δημητριάδης μιλάει για τη χώρα που πεθαίνει είτε για τη Λίβια Σερπιέρι, αποκαθιστά τη βαθιά εμπειρία της γλώσσας. Και για τον ηθοποιό και για το θεατή.
Στο Insenso πάλι, η ιστορία είναι στη μέση, πράγμα που μ’αρέσει γιατί οι μεγάλοι λογοτέχνες πάντα βασίζονται πάνω στην ιστορία, είτε τη λογοτεχνική είτε την πραγματολογική. Η σκλαβωμένη τότε Ιταλία από τους Αυστριακούς, η ιταλική αντίσταση, αλλά και η μεγαλοαστική τάξη της Ιταλίας αποτελούν τα ζωγραφισμένα βουνά σ’ αυτήν την περίπτωση. Ο Ιταλοπολωνός Καμίλο Μπόιτο, γράφει το βιβλίο Senso -που σημαίνει «αίσθημα», μια καταπληκτική λέξη- κι ο Βισκόντι το κάνει ταινία. Πάνω σ’ αυτό βασίστηκε το κείμενο του Δημητριάδη. Τη στιγμή που τελειώνει η ταινία του Βισκόντι και πέφτουν οι τίτλοι, αρχίζει το Insenso.

Θεωρείτε ότι είναι ένα έργο που μας αγγίζει;

Ξέρετε κανέναν που να μην τον αγγίζει ο έρωτας και η απελπισία του;
Είναι όμως ένας έρωτας που σε φτάνει στο σημείο της προδοσίας της ίδιας σου της πατρίδας. Ένας έρωτας που σε καταστρέφει απόλυτα. Σε μικρά κομματάκια.
Ο Δημητριάδης είχε πει ότι, ειδικά στο κείμενο του, «ηττάται η πατρίδα από τον έρωτα. Πρέπει να καταργηθούν τα σύνορα και ν’ αποκτήσουμε μια μοναδική πατρίδα που ούτε γεωγραφικά υπάρχει, ούτε είναι ενός εσωτερικού συναισθηματισμού, που να είναι μόνο ο έρωτας». Συμφωνείτε; Μιλάει για τον ου τόπο. Δεν θέλω να επαναλάβω ότι η τέχνη είναι ο πρώτος ου τόπος. Ο έρωτας Τι θα ήταν άλλωστε; Πάντως δεν έχα σημασία αν συμφωνώ ή όχι μ’ αυτό. Με νοιάζει η διαδρομή – η οποία είναι βέβαια σαρκοβόρα και αφήνει θύματα. Αυτή η πάλη προς το απόλυτο – γιατί μόνο το απόλυτο καταγράφει ο Δημητριάδης. Μια πάλη που αφήνει ίχνη, είτε αυτά λέγονται ιστορικά είτε λέγονται καλλιτεχνικά είτε λέγονται ράκη ζωής, τα οποία τα συναντάμε και που δεν είναι τίποτ’ άλλο πέρα από την τροχιά της ιστορίας των ανθρώπων, τείνοντας πάντα προς μια απόλυτη τοποθεσία την οποία διατυπώνει ο Δημητριάδης μ’ αυτόν τον τρόπο.
Οι 21 γυναίκες λοιπόν που συμμετέχουν στην παράσταση, όλες τους μια πτυχή της Λίβια Σερπιέρι, αντικατοπτρίζουν αυτά τα θύματα του έρωτα στα μάτια σας;
Είναι λίγο παραπάνω εκλογικευμένο αυτό, θα έλεγα. Δεν είναι αυτή η πρόθεση. Πρόκειται για έναν έρωτα κι ένα πολύπτυχο στιγμών -στιγμών απελπισίας ευτυχίας και απόλυτου- που είναι αδύνατον να αποδοθεί από ένα άτομο, παρά μόνο από ένα χορικό. Κι επειδή νομίζω ότι μόνο στις συνθήκες του χορού πραγματικά συλλαμβάνεται το συλλογικό και το εξατομικευμένο βάθος μου ήταν αδιανόητο ένα μόνο πρόσωπο σ’ αυτό το κείμενο. Μου φαίνεται, θα έλεγα, βλάσφημα θεατρικό.

Πώς ήταν να σκηνοθετείτε 21 γυναίκες;

Ήταν πολύ συγκινητικό απ’ό,τι θα περίμενα, και κατά έναν τρόπο πιο ενδιαφέρον, πιο συναρπαστικό. Ξέρετε, για κάποιους καθαρά κοινωνιολογικούς παράγοντες της ελληνικής κοινωνίας οι γυναίκες τυχαίνει μερικές φορές να έχουν πολύ μεγαλύτερη συγκέντρωση και αφοσίωση σ’αυτό που κάνουν. Με πολλές από τις ηθοποιούς έχουμε συνεργαστεί στο παρελθόν. Υπήρχαν όμως κάποια άλλα άτομα που δεν τα γνώριζα. Ήταν μια συναρπαστική εμπειρία, και θα έλεγα ότι αισθάνομαι μια αδιατύπωτη ευγνωμοσύνη γι αυτό το σύνολο των ανθρώπων. Έτυχε να είμαι τυχερός απέναντι σ’ αυτήν την εμπειρία προσωπικά. Ελπίζω κι εκείνες να μοιράζονται τα ίδια συναισθήματα.
Θυμηθείτε παρακαλώ ότι απλώς τώρα, τυχαίνει και μιλάω εγώ γι* αυτήν την παράσταση, εκπροσωπώντας όλους μου τους συνεργάτες – οι οποίοι είναι πολλοί. Κι ελπίζω να τους εκπροσωπώ δικαίως αυτή τη στιγμή, γιατί αυτό πραγματικά είναι ένα παράδειγμα ομαδικής συνεργασίας. Ίσως και γΓ αυτό η προσωπική μου συγκίνηση απέναντι σ’ αυτή τη δουλειά είναι ισχυρή, γιατί έχει να κάνει με το «αλλήλους».

Κατά κοινή ομολογία κριτικών και θεατών, στο περσινό Insenso οι όμορφες εικόνες περισσεύουν. Κάποιοι άλλοι όμως μίλησαν για ένα κείμενο -αυτότου Δημητριάδη- γεμάτο κλισέ περί έρωτος.

Νομίζω ότι είναι τουλάχιστον άδικο. Κατ’ αρχήν ίδιος ο έρωτας είναι κλισέ. Μόνο που όταν τον βιώνεις δεν είναι κλισέ για σένα. Μπορεί να είμαι κι εγώ μπανάλ, γιατί εγώ δεν διείδα κάτι τέτοιο. Αλλωστε, αυτές οι πολύ όμορφες εικόνες όπως λέτε δεν προέκυψαν από το πουθενά, αλλά απ’αυτό το κείμενο, σε απόλυτο εσωτερικό διάλογο μαζί του. Πρόθεση ήταν μόνο η κραυγή της όμορφης εικόνας πίσω απ’αυτήν.

Πώς επιλέγετε τα έργα που ανεβάζετε;

Όταν με ρωτάνε «με τι ασχολείσαι;» μου είναι δύσκολο να απαντήσω. Δεν καταλαβαίνω εύκολα όρους όπως σκηνοθέτης. Η αλήθεια είναι ότι αισθάνομαι δημόσιος υπάλληλος κατά έναν τρόπο, με την καλή έννοια του όρου. Είμαι στην υπηρεσία του κοινού. Ψάχνω τη θέση μου μέσα σ’αυτό. Και ο τρόπος που την ψάχνω είναι με όρους κυρίως θεατρικούς. Δεν μ’ενδιαφέρει όμως ν’ ανεβάζω απλώς έργα. Μ’ενδιαφέρει ν’ ανακαλύπτω μια άλλη πτυχή της πραγματικότητας μέσα απ’αυτό. Δεν ψάχνω μια θεματολογία. Συνήθως, πέφτω πάνω σε πράγματα ή πέφτουν αυτά πάνω μου και μου επιτρέπουν να μιλήσω γι’αυτό που με απασχολεί διαρκώς, κάτι το οποίο δεν μπορώ να διατυπώσω. Μέσα από τις παραστάσεις
που ανεβάζω, γίνεται μια απόπειρα διατύπωσης.

Πόσο έχει πληγεί το θέατρο, αλλά και οι θεατές από την κρίση;

Κατ’ αρχήν, είναι αισιόδοξο το γεγονός ότι τον κόσμο τον απασχολεί η τέχνη, παρότι η ίδια η επίσημη πολιτική δεν ξέρει ούτε πού πατάει ούτε πού βρίσκεται στο ζήτημα αυτό. Απλώς ΒΑΘΙΑ δεν την απασχολεί! Η πρώτη τρομακτική -και θα έλεγα βερμπαλιστική- εχθρότητα και αφαίρεση είναι ότι οι πολιτικοί μας διακηρύσσουν αριστερά και δεξιά ότι ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία της χώρας. ΓΓ αυτούς όμως -και αυτό είναι ολέθριο- το τοπίο τους δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά οι λέξεις. Και είναι θλιβερό να βλέπει κανείς ότι μια ζωή παιδεύονται και εκπαιδεύονται στη διαχείριση των λέξεων, και όχι στη διαχείριση της πραγματικότητας. Βεβαίως υπάρχουν κάποια άνθρωποι, ανεξαρτήτως πολιτικού χώρου, που εμφανίζονται ως διάττοντες αστέρες και τους οποίους έχω σε ιδιαίτερη εκτίμηση. Μόνον αυτοί. Και είναι λυπητερά λίγοι.
Δεν θα ήθελα να μιλήσω τόσο πολύ για την κρίση, που φυσικά έχει πλήξει όλες τις τέχνες. Ελπίζω όμως ότι η τέχνη και το θέατρο θα συνεχίσει να βρίσκει τον εαυτό της και ν’ανήκει σ’ αυτό που λέμε μαχόμενο κομμάτι της κοινωνικής εκκλησίας. Όπως θεωρώ ότι το ζητούμενο είναι η διαχείριση αυτής της κρίσης να γίνει με όρους ουσίας, αξιοπρέπειας, σεμνότητας και ευγένειας – μιας λέξης που η τόσο συχνή της έλλειψη με πειράζει. ▲

ΠΗΓΗ: εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών

Μιχαήλ Μαρμαρινός: Δημήτρη Δημητριάδη, Insenso – Όπερα | Φεστιβάλ Αθηνών 2013

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: