«ΠΕΡΣΟΝΑ» (1966) του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν | από 25.7.2013 στους κινηματογράφους

PERSONA_POSTER

Η καλύτερη και πιο προσωπική ταινία του μοναδικού Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

«ΠΕΡΣΟΝΑ»
«PERSONA»

«Ένα ατόφιο αριστούργημα, ένα από τα ανεξίτηλα
διαμάντια της 7ης τέχνης»

«Μια ταινία που φτιάχτηκε για να επανακαθορίσει
τον κινηματογράφο σαν τέχνη»

«Η ταινία αυτή μου έσωσε τη ζωή. Και αποτελεί τα όρια στα οποία θα μπορούσε να φτάσει η διάνοιά μου…»
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Ο αγαπημένος σου Βίνσεντ (Loving Vincent) (2017) την Κυριακή 22.4.2018 με ελέυθερη είσοδο και συζήτηση

Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος την έχει τοποθετήσει στις δέκα καλύτερες ταινίες όλων των εποχών

Μία από τις πιο προχωρημένες και μοντέρνες δημιουργίες του παγκόσμιου κινηματογράφου

«Ο μεγάλος δημιουργός μεγαλουργεί ως ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής και σε τρομάζει με τις αλήθειες του υποσυνειδήτου που αναδύει, τόσο άμεσα και ωμά, στην επιφάνεια»

«Μια αριστουργηματική μινιμαλιστική σπουδή πάνω στη γυναικεία φύση, την ψυχολογία της χαμένης ταυτότητας και την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης»

Ένα φιλοσοφικό δοκίμιο πάνω στο δισυπόστατο, την αναζήτηση της ταυτότητας αλλά και την αντίθεση ανάμεσα στη σιωπή και τις λέξεις, τη θεραπεία και την ψυχοπάθεια

«Είναι ένα φιλμ με νοημοσύνη, ένα ψυχολογικό παιχνίδι που στο τέλος αντιστρέφει τους ρόλους, μια αλληγορική σπουδή για την ουσία της τέχνης»

ΑΠΟ 25 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013
ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ ΣΕ ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ

ΠΕΡΣΟΝΑ
«PERSONA» Σουηδία- 1966 – Ασπρόμαυρη -(85΄)

Σκηνοθεσία, παραγωγή, σενάριο: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
Φωτογραφία: Σβεν Νύκβιστ, Μουσική: Λαρς Γιόχαν Βέρλε
Μοντάζ: Ούλα Ρίγκε, Ήχος: Λέναρντ Ένγκχολμ
Κοστούμια: Μάγκο, Μακιγιάζ: Τίνα Γιόχανσον

Πρωταγωνιστούν: Μπίμπι Άντερσον, Λιβ Ούλμαν, Μαργκαρέτα Κρουκ
Γιόργκεν Λίντστρομ, Γκούναρ Μπιόρνστραντ

Σύνοψη

Η ηθοποιός Ελίζαμπεθ Βόγκλερ, παντρεμένη και με ένα μικρό γιο, καταρρέει κατά τη διάρκεια μιας παράστασης της Ηλέκτρας. Στη συνέχεια καταφεύγει στη σιωπή και την απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο. Η νοσοκόμα που την περιποιείται, η Άλμα, τη συνοδεύει στο παραθαλάσσιο σπίτι της γιατρού της, για να βελτιωθούν οι συνθήκες ανάρρωσης της.
Η Άλμα προσπαθεί συνεχώς να διαλευκάνει ποιος είναι ο λόγος που η Ελίζαμπεθ έχει επιλέξει τη σιωπή (η οποία μετατρέπεται σιγά σιγά σε κατατονία) μιας και πιστεύει ότι διαθέτει ένα είδος «εσωτερικής δύναμης» που την έχει ωθήσει σε τούτη της την επιλογή.
Παρότι εντελώς αντίθετοι χαρακτήρες μια περίεργη όσμωση θα δημιουργηθεί ανάμεσα στις δύο γυναίκες. Επειδή ο γιατρός που παρακολουθούσε την Ελίζαμπεθ έχει απαγορεύσει τις επισκέψεις, η Άλμα μιλάει συνεχώς στην Άλμα προσπαθώντας να της εκμαιεύσει λεπτομέρειες της ζωής της. Οι μέρες περνούν και η Άλμα προκειμένου να κάνει την Ελίζαμπεθ να αντιδράσει, της μιλάει διαρκώς, χωρίς ποτέ να λαμβάνει απάντηση και σύντομα θα αρχίσει να της εξομολογείται όλα της τα μυστικά της και τις πιο μύχιες σκέψεις της.
Σ’ αυτό το διάστημα της συγκατοίκησης και της απομόνωσης, ανάμεσα στις δυο γυναίκες που μοιάζουν πολύ στην εξωτερική εμφάνιση, αναπτύσσεται μια παράξενη σχέση η οποία οδηγεί σταδιακά και με έναν παράξενο τρόπο, στην συγχώνευση των προσωπικοτήτων τους, της μίας μέσα στην άλλη…

Μινιμαλιστικό αριστούργημα

Η «Persona» (στην Ελλάδα έχει παιχθεί και ως «Έρωτας χωρίς φραγμούς») κρίνεται ως άκρως μινιμαλιστική, πλην αριστουργηματική, ταινία, με την εμφάνιση μόνο πέντε ηθοποιών από τους οποίους η Μπίμπι Άντερσον και η Λιβ Ούλμαν είναι οι μόνες που εμφανίζεται για περισσότερο από ένα λεπτό μπροστά στην κάμερα. Ο χαρακτήρας της Ούλμαν λέει μόνο δεκατέσσερις λέξεις καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας, σε αντίθεση με την Άντερσον, η οποία μιλάει ακατάπαυστα. Μάλιστα, μεταξύ των άλλων έχει δύο εξαιρετικούς μονόλογους: αυτόν που περιγράφει το ερωτικό όργιο με τους αγνώστους στην παραλία και αυτόν που αναφέρεται στο μωρό της Ελίζαμπεθ.
Τα σκηνικά, τα κοστούμια και το μακιγιάζ είναι ελάχιστα, ενώ ο Μπέργκαμν κινηματογραφεί για άλλη μια φορά με εξαιρετικό τρόπο, χρησιμοποιώντας θαυμάσιες γωνίες λήψης, με μακρινά αλλά και πολύ κοντινά πλάνα πάνω στα πρόσωπα των δύο πανέμορφων πρωταγωνιστριών του. Πολύ καλή δουλειά έχει γίνει και στο μοντάζ, ενώ η φωτογραφία είναι άψογη, με έντονη αντίθεση του άσπρου-μαύρου. Η μουσική επένδυση του Βέρλε είναι εξαιρετική και σε ορισμένες σκηνές στοιχειώνει.
Οι ερμηνείες των Άντερσον και Ούλμαν είναι αριστουργηματικές και τα γοητευτικά πρόσωπά τους κάνουν την οθόνη να ξεχειλίζει από ομορφιά.

«Το όριο της διάνοιάς μου»

Ο ίδιος ο Μπέργκμαν περιγράφει την ταινία αυτή σαν «τα όρια όπου θα μπορούσε να φτάσει η διάνοιά του», και που «…δεν θα μπορούσε ποτέ ο ίδιος να την ξεπεράσει με κάτι άλλο…»
Το 1967 η «Persona» είχε επιλεγεί από την Σουηδική Ακαδημία Κινηματογράφου για να εκπροσωπήσει την χώρα στην κατηγορία Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας στο 39ο διαγωνισμό των Όσκαρ, αλλά η υποψηφιότητά της δεν έγινε δεκτή. (Μέχρι και το 2004 στην Αμερική κυκλοφορούσε μια λογοκριμένη έκδοση της ταινίας στην οποία είχε περικοπεί η σκηνή με το πέος και κάποια κομμάτια από τον μονόλογους της Μπίμπι Άντερσον που αναφέρονταν, στο ερωτικό όργιο και στην άμβλωση του παιδιού…)
Η ταινία σήμερα θεωρείται από τους κριτικούς και τους δοκιμιογράφους ένα από τα σημαντικότερα αριστουργήματα του 20ου αιώνα στον χώρο της 7ης τέχνης και βρίσκεται σε αρκετές λίστες με τις καλύτερες δημιουργίες όλων των εποχών.
Το 2010, βρέθηκε στη θέση Νο71 του Empire Magazine, στη λίστα με τις 100 καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, ενώ στην αντίστοιχη λίστα του Sight & Sound, βρίσκεται στην θέση Νο13.

Από τις πιο προχωρημένες και μοντέρνες δημιουργίες

Πρόκειται για την πιο αινιγματική-πειραματική δημιουργία του σπουδαίου Σουηδού σκηνοθέτη, η οποία αποτελεί μία από τις πιο προχωρημένες και μοντέρνες δημιουργίες του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Η «Περσόνα» πραγματεύεται τη γυναικεία φύση, την ψυχολογία της χαμένης ταυτότητας και την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά είναι ταυτόχρονα και μια αλληγορική σπουδή για την ουσία της τέχνης.
Οι δύο γυναικείοι χαρακτήρες της ταινίας κινούνται οριακά ανάμεσα στη νοητή γραμμή της λογικής και της τρέλας, μεταφέροντας στον θεατή παράξενα συναισθήματα, καθώς οι αλήθειες του υποσυνειδήτου που αναδύονται, άμεσα και ωμά στην επιφάνεια, φτάνουν σε σημείο να τρομάζουν.
Σίγουρα το να δει κάποιος για μια φορά την ταινία, όσο προσήλωση και να δείξει, δεν πρόκειται να καταφέρει να την αποκρυπτογραφήσει. Και πώς να γίνει αυτό άλλωστε όταν η ταινία ξεκινάει με μία σειρά από «δυσαρμονικές» εικόνες όπως, ένα εκτυφλωτικό φως, μια μηχανή προβολής που κάνει φασαρία και τρεμοσβήνει, ένα πέος σε στύση, την σφαγή ενός αρνιού και αρκετές ακόμη, οι οποίες είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να συσχετισθούν με την υπόλοιπη ταινία και το σενάριο.
Η ταινία έχει ερμηνευθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και έχει αποτελέσει αντικείμενο μακροχρόνιων συζητήσεων μεταξύ των οπαδών της καθώς και ανάμεσα στους κριτικούς. Τελικά, η ιστορία του Μπέργκμαν μιλάει για δυο γυναίκες που είναι δύο διαφορετικά πρόσωπα που ταυτίζονται και γίνονται ένα ή μήπως το πρόσωπο εξ αρχής είναι ένα και έρχεται σε αντιπαράθεση με το υποσυνείδητό του;

Μπέργκμαν: «Η ταινία αυτή μου έσωσε τη ζωή»…

Πρόσωπα ή προσωπεία, αλήθειες ή κατασκευάσματα, ψέματα, σιωπές, εντάσεις, ψυχώσεις, διαταραχές, επιφανειακές ομοιότητες και ουσιαστικές διαφορές, νευρικός κλονισμός (ε, αλίμονο!), πραγματικότητα και ψευδαισθήσεις, γυναικεία φύση, ανθρώπινη ύπαρξη, σημειολογία, φως και σκιά, συνεχές και ασυνεχές, φόρμα και περιεχόμενο, μοντέρνα κινηματογράφηση. Το magnum opus ενός τεράστιου δημιουργού, όσο κι αν ακούγεται βαρύγδουπο, για έναν κορυφαίο, δάσκαλο και πρωτοπόρο του σινεμά, που μας έχει χαρίσει αμέτρητα αριστουργήματα.
Η «Περσόνα», σημειωτέον, είναι η ταινία που έσωσε τη ζωή του Μπέργκμαν. Ο πρώτος τίτλος («A Bit of Cinematography») θύμιζε διαθήκη, ενώ το έργο αυτό έφερε την αναγέννηση του σκηνοθέτη. Και τούτο διότι Μπέργκμαν συνέλαβε τις πρώτες εικόνες της ταινίας του ενώ παραληρούσε καρφωμένος στο κρεβάτι νοσοκομείου του υποφέροντας από διπλή πνευμονία. Αρνούμενος κάθε επαφή με το εξωτερικό, ο σκηνοθέτης βούλιαζε μες στη σιωπή και στις ψυχικές εκτροπές του. Τα σώματα των ετοιμοθάνατων περνούσαν μπροστά του όπως σε ένα όνειρο…
Δύο νοσηλεύτριες συζητούσαν, δείχνοντας τα χέρια τους η μία στην άλλη, και μέσα απ’ τα μάτια του Μπέργκμαν, τα δύο πρόσωπα τους έγιναν ένα. Ύστερα από λίγο, φωτογραφίες των Μπίμπι Άντερσον και Λιβ Ούλμαν τον εξέπληξαν εξαιτίας του παράξενου φωτισμού που έπεφτε στα πρόσωπα τους…
Αυτό ήταν!
Η ταινία «Περσόνα» είχε γεννηθεί…
Και λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο σκηνοθέτης δήλωνε: «Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, η ταινία αυτή μου έσωσε τη ζωή. Εάν δεν είχα βρει τη δύναμη να την κάνω, θα είχα τελειώσει…»

«Το ανθρώπινο πρόσωπο είναι το μεγάλο θέμα του σινεμά»

Aποτελώντας την καλύτερη απόδειξη της ρήσης του σκηνοθέτη -«Το ανθρώπινο πρόσωπο είναι το μεγάλο θέμα του σινεμά. Τα πάντα βρίσκονται εκεί»-, η Persona είναι αναμφίβολα η πιο τολμηρή στη φόρμα ταινία του.
Καταγραφή της συνάντησης δύο ιδιαίτερων προσώπων -μιας ηθοποιού που χάνει την ομιλία της και της νεαρής νοσοκόμας με το όνομα Alma (ψυχή στα ισπανικά)-, η αφηγηματική γραμμή συντίθεται από τη διαπάλη και τη σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο προσωπικότητες. Οι αισθητικές επιλογές του σκηνοθέτη -αναμφίβολα εντυπωσιακά μινιμαλιστικές-, αρχίζουν και ολοκληρώνονται στη χρήση των γκρο πλαν που απεικονίζουν είτε το πρόσωπο της μεγαλύτερης σε ηλικία ηθοποιού είτε το πρόσωπο της νεαρότερης νοσοκόμας.
Σ’ αυτή τη ταινία ο τίτλος υποδεικνύει στον θεατή το θέμα της: όχι χαρακτήρες που υπόκεινται στους άγραφους νόμους της δραματικής πλοκής αλλά περσόνες, προσωπικότητες, ταυτότητες -αυτές πρωταγωνιστούν στην ταινία. Καθώς το πρόσωπο είναι η μάσκα της ψυχής, αυτό που παρακολουθούμε είναι ο ανηλεής αγώνας, μια πάλη χωρίς όρια για την ολοκληρωτική κατάκτηση της μια persona από την άλλη. Τα πρόσωπα είναι το πεδίο μιας μάχης και η σκληρότητα, η βαναυσότητα, η απογοήτευση, η άρνηση, η μετάνοια είναι τα επεισόδια της. Bλέπουμε δύο ταυτότητες να διαλύονται και να σχηματίζονται ξανά.
Η ομοιότητα των μορφών και το εμβληματικό πλάνο όπου τα δύο πρόσωπα συγχωνεύονται, συμπυκνώνει ίσως τον πυρήνα της σκηνοθετικής προβληματικής. Κουρασμένη από το βάρος της ύπαρξης η μια γυναίκα αγωνίζεται να απελευθερωθεί, να κατακτήσει, να διεκδικήσει μια άλλη ταυτότητα. Είναι ίσως γι’ αυτό που το δίπολο αυτών των προσώπων μοιάζουν ως οι δύο όψεις της ίδιας ανήσυχης και ανικανοποίητης ψυχής.

ΚΡΙΤΙΚΗ

Στις δέκα καλύτερες όλων των εποχών
Persona είναι η λατινική λέξη που όριζε τις μάσκες, πίσω από τις οποίες οι ηθοποιοί της αρχαιότητας έκρυβαν τα πρόσωπα τους, για βγουν στη σκηνή ταυτισμένοι έτσι με το ρόλο που υποδήλωνε το προσωπείο τους.
«Περσόνα» του Μπέργκμαν, λοιπό· μια ταινία που ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος τοποθετεί στις δέκα καλύτερες όλων των εποχών.
Ξεκινώντας το φιλμ, δηλώνει ευθέως στο θεατή ότι πρόκειται για κινηματογραφική ταινία. Η αρχή αλλά και το τέλος της ταινίας γίνεται με την εμφάνιση του σπινθήρα (το περίφημο καρβουνάκι) μιας κινηματογραφικής μηχανής προβολής. Ακολουθούν κομμάτια φιλμ (βλέπουμε και το αρνητικό) και εικόνες σπαρμένες που μοιάζει να προέρχονται από σκόρπιες ταινίες, μερικές από αυτές, παλιές του ίδιου του Μπέργκμαν.
Κατά τη διάρκεια της προβολής μάλιστα, το φιλμ σχίζεται στα δύο δηλώνοντας με αυτό τον εντυπωσιακά περίτεχνο σκηνοθετικό τρόπο ότι, όπως τα πάντα στην ταινία είναι ευμετάβλητα, ρευστά και φαινομενικά, έτσι και η ίδια η ταινία αλλά και γενικότερα ο κινηματογράφος, αποτελούν ένα όνειρο, ένα είδωλο σε μία οθόνη, που συγχέεται με την πραγματικότητα και ιδιαίτερα με την ύπαρξη του καλλιτέχνη. Ο θεατής δεν ξέρει και δεν μαθαίνει ποτέ τι από όσα βλέπει είναι πραγματικότητα, τι φαντασία και τι κινηματογράφος. Άλλωστε, ο αρχικός τίτλος της ταινίας ήταν «Κινηματογράφος».
Στη μορφή της ταινίας ό,τι είναι υποκείμενο γίνεται την άλλη στιγμή αντικείμενο: η Άλμα περιγράφει τα φρικτά συναισθήματα της Ελίζαμπεθ για το παιδί της σαν να είναι η ίδια, ενώ ο φακός εστιάζει στο πρόσωπο της Ελίζαμπεθ και στην επόμενη σκηνή ο διάλογος επαναλαμβάνεται αυτούσιος, με το φακό να εστιάζει στο πρόσωπο της Άλμα. Ό,τι είναι πραγματικό οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να διαψευσθεί. Ο χώρος και ο χρόνος συγχέονται.

Συγκλονιστικές ερμηνείες

Οι δύο ηρωίδες της ταινίας, που η μία μιλάει συνεχώς και η άλλη ακούει, η μία υποφέρει από κακή εγκυμοσύνη και η άλλη έχει κάνει άμβλωση, η μία είναι άρρωστη και η άλλη θεραπεύτρια συγκρούονται και αλληλοσυμπληρώνονται , για να καταλήξουν στην ονειρική, φωτογραφημένη με ξεχωριστή αγάπη
από το Σβεν Νίκβιστ σκηνή, όπου ανταλλάσουν τις προσωπικότητες τους διασταυρώνοντας τα κεφάλια τους, με μια αέρινη κίνηση που μόνο ένας Μπέργκμαν θα μπορούσε να αποσπάσει από τους ηθοποιούς του. Ειδικά η Λιβ Ούλμαν, στην πρώτη της εμφάνιση σε ταινία του Μπέργκμαν, πραγματοποιεί μια συγκλονιστική εμφάνιση εκστομίζοντας μία και μόνη λέξη: «τίποτα».
Συνολικά η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως φιλοσοφικό δοκίμιο πάνω στο δισυπόστατο, την αναζήτηση της ταυτότητας αλλά και την αντίθεση ανάμεσα στη σιωπή και τις λέξεις, τη θεραπεία και την ψυχοπάθεια. Ταινία πάνω στα όρια της τέχνης ή του ίδιου του σινεμά όταν υποκαθιστά τη ζωή, ή χρησιμεύει εδώ, ως ψυχοθεραπεία του καλλιτέχνη με θαυμαστά αποτελέσματα και για το έργο και για τον ίδιο (ο Μπέργκμαν εμπνεύστηκε την ταινία κατά τη διάρκεια νοσηλείας του σε νοσοκομείο. Επειδή μάλιστα περνούσε μια μεγάλη προσωπική κρίση στήριξε πάνω της όλες του τις ελπίδες για ανάκαμψη, πιστεύοντας πως αν αποτύγχανε δεν θα μπορούσε να συνεχίσει το έργο του) και για το θεατή που το βιώνει μαζί του.
Στην αποτύπωση όλων αυτών των θεμάτων καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η εκθαμβωτική φωτογραφία του Νίκβιστ, ο οποίος με τα περάσματα του από το βαθύ μαύρο στο φωτεινό λευκό και ιδιαίτερα με τους φωτισμούς στα πρόσωπα, τονίζει τη θεματολογία του σκηνοθέτη. Άλλωστε τα πρωτογενή δομικά υλικά του κινηματογράφου είναι το φως και η σκιά. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν χρησιμοποιεί τις περισσότερες φορές παρτιτούρες του J.S.Bach, προκειμένου να επενδύσει μουσικά τις ταινίες του. Είναι απόλυτα σωστό ο κατεξοχήν εκφραστής του θεοκρατικού αγνωστικισμού στον κινηματογράφο να καταφεύγει σε μια μουσική με βαθειά θρησκευτικό χαρακτήρα, για να υποδηλώσει τα μεγάλα ερωτηματικά που θέτουν οι ταινίες του. Εδώ το adagio από το κονσέρτο για βιολί και έγχορδα σε μι μείζονα, BWV 1042, του Μπαχ συνταιριάζεται θαυμάσια με το κλίμα και την ατμόσφαιρα της ταινίας.

ΚΡΙΤΙΚΗ
Αριστουργηματική σπουδή

Η πιο πειραματική ταινία του Bergman, ένα αινιγματικό φιλμ που κάνει ακόμη πιο λεπτή τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ λογικής και τρέλας. Η διάσημη ηθοποιός του θεάτρου Elizabeth Volger μένει άφωνη κατά τη διάρκεια μιας παράστασης της «Ηλέκτρας» κι από τότε αρνείται να μιλήσει. Ο γιατρός την στέλνει ν’ αναρρώσει στο εξοχικό παραθαλάσσιο κτήμα της, συντροφιά με τη νοσοκόμα Άλμα, που αναλαμβάνει να τη βοηθήσει να ξεπεράσει το νευρικό κλονισμό της. Για να την κάνει να αντιδράσει, η Άλμα μιλάει ασταμάτητα, φτάνοντας τελικά σε σημείο να της εξομολογείται τα δικά της μυστικά – μαζί κι ένα ερωτικό δεσμό της.
Μια αριστουργηματική μινιμαλιστική σπουδή πάνω στη γυναικεία φύση, την ψυχολογία της χαμένης ταυτότητας και την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, από τις πιο προχωρημένες και μοντέρνες δημιουργίες του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Η ταινία ξεκινάει με μια σειρά «δυσαρμονικές» εικόνες: Ο γιος της Ελίζαμπεθ ξεφυλλίζει τον «Ήρωα της Εποχής μας» του Λερμόντοβ. Εικόνες από ταινία μέσα στην ταινία προβάλλονται, όπως και «αναμνήσεις» από παλιότερες ταινίες του Μπέργκμαν (Φυλακή, Σιωπή κ.τ.λ), ενώ η μηχανή προβολής κάνει φασαρία και τρεμοσβήνει. Οι δύο γυναίκες, με τον καιρό, πλησιάζουν η μία την άλλη σε διάφορες καταστάσεις και αντιπαραθέσεις. Η αλληλεξάρτηση τους εξελίσσεται περίεργα. Οι προσωπικότητες τους αρχίζουν να μπερδεύονται. Η σχέση γίνεται ένα παιχνίδι ταυτοτήτων μεταξύ τους. Αυτό το αντιστικτικό παιχνίδι συνθέτει μια σονάτα που, με τη σειρά της, διαλύεται και εξαφανίζεται ανεπαίσθητα στον αέρα.
Ο Bergman χρησιμοποιεί όλα τα μέσα που του διαθέτει η τέχνη του για να συνθέσει αυτό το μουσικό «ψυχόδραμα», μια πανέμορφη μουσική δωματίου, με σκηνές ονείρου, με φλας-μπακ, με επίκαιρα στην τηλεόραση που αναφέρονται στον πόνο (ο βουδιστής μοναχός που αυτοπυρπολείται, φωτογραφίες από το γκέτο της Βαρσοβίας), με τρεις μονολόγους, ο καθένας καλύτερος από τον άλλο (το σεξ της Άλμα στην πλαζ σε αντίστιξη με εκείνο γύρω από το μωρό της Ελίζαμπεθ που γεννήθηκε παραμορφωμένο). Μια ψυχική «εμπειρία» που πλάθεται σταδιακά μέσα από εικόνες, μνήμες, αναφορές, κι όπου κύριο στοιχείο παραμένει η ποίηση.
Ο Σουηδός υπαρξιστής στην πιο ακραία, από άποψη φόρμας, στιγμή του ανατέμνει την γυναικεία ψυχοσύνθεση αλλά και την αλληλεπίδραση του ερμηνευτή με τους ρόλους του, βασανίζεται για άλλη μια φορά από τη σιωπή του Θεού και χτίζει ένα τεράστιο ερωτηματικό ντυμένο στο λευκό, που σφηνώνεται στο μυαλό του θεατή. Δύο άνθρωποι στη συσκευασία ενός; Ή μήπως, δύο άνθρωποι που έχουν γίνει ένα; Η «Περσόνα» είναι ένα φιλμ με νοημοσύνη, ένα ψυχολογικό παιχνίδι που στο τέλος αντιστρέφει τους ρόλους, μια αλληγορική σπουδή για την ουσία της τέχνης. Παρά, τα όσα είχε πει κατά καιρούς ο ίδιος ο Bergman, η nouvelle vague είναι παντού μέσα στο φιλμ…

ΚΡΙΤΙΚΗ

«Με εκτυφλωτικό φως και φιλμ να στροβιλίζονται στη μηχανή προβολής»

Το Persona είναι μια ταινία που έκανε ο σκηνοθέτης για τον εαυτό του. Στο πνεύμα του art cinema των 60s όμως, και όχι ακολουθώντας αυτό του (οδυνηρά εγωκεντρικού) «σινεμά του δημιουργού» που, δυστυχώς, συνεχίστηκε να… αποθεώνεται στα 70s στην Ευρώπη (και μέχρι πολύ πρόσφατα στη χώρα μας).
Σε αντιδιαστολή με τον «κλασσικό» κινηματογράφο λοιπόν, το έργο οφείλει να είναι αφηρημένο. Να ξεκινά με εκτυφλωτικό φως και φιλμ να στροβιλίζονται στη μηχανή προβολής. Και να τελειώνει με.. συγχώνευση των βασικών χαρακτήρων του. Πρέπει όμως να αποφεύγει (όπως ο διάολος το λιβάνι) την.. αφηρημάδα του δημιουργού του. Να έχει κοινωνική αξία και να ασχολείται με θέματα που αφορούν το ευρύ κοινό. Τον τρόμο μιας γυναίκας μπροστά σε ένα (επερχόμενο ή.. αφιχθέν) παιδί. Και το τυχαίο σεξ μεταξύ αγνώστων σε ερημικές παραλίες, βεβαίως.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, τα κόμπλεξ του σκηνοθέτη δεν (θα πρέπει να) αφορούν κανένα. Ιδανικά, το ποιος δημιούργησε την ταινία (ή το έργο τέχνης για να μην ξεχνιόμαστε) θα πρέπει να είναι αδιάφορο. Σεβόμενος λοιπόν κι εγώ το πνεύμα του δημιουργού που αποθέωσε τις Σουηδέζες.. ερμ.. την τέχνη της απλότητας, τον.. ξεχνάω. Απλά σας ενημερώνω ότι το Persona είναι η πιο πειραματική δουλειά του.
Η ηθοποιός Elisabeth Volger μένει άφωνη κατά τη διάρκεια μιας θεατρικής παράστασης. Κατά τη νοσηλεία της, την φροντίδα της αναλαμβάνει η νοσοκόμα Alma. Μετά από κάποιο διάστημα, οι δυό τους ταξιδεύουν σε ένα απομονωμένο σπίτι στην παραλία..
Δυο σουηδέζες θεές, η Liv Ullmann (Elisabeth) και η Bibi Andersson (Alma) γεμίζουν (κυριολεκτικά) σχεδόν όλα τα πλάνα της ταινίας. Η Ullmann είναι, όπως απαιτείται, τόσο όμορφη και γλυκιά που να γίνεται απόκοσμη. Έτσι την παράσταση κλέβει τελικά η Andersson. Πιο γήινη, σύμφωνα με το ρόλο της και φυσιογνωμικά, αλλά και εκρηκτικά σέξι, διαλύει το φίλμ και τα γόνατα των σρσενικών σε πολλές φάσεις. Μπορείς και να βγάλεις όλη την ταινία απλά παρακολουθώντας την και αδιαφορώντας πλήρως για το τι λέει. Σίγουρα όμως το να δεις και δεύτερη φορά την ταινία προσέχοντας και.. τα χείλη της, ολοκληρώνει την.. απόλαυση.
Και αυτό όχι γιατί το έργο είναι (που είναι δηλαδή) δύσκολο και απαιτεί την πλήρη προσοχή σου για να αποκρυπτογραφηθεί. Αλλά γιατί στα απλότερά (και καλύτερά) του είναι πραγματικά άπαιχτο. Όταν η Alma διηγείται (ενίοτε.. καυτά) περιστατικά από τη ζωή της ή απλά όταν οι δυο γυναίκες συναναστρέφονται, ξεχνάς ότι.. βλέπεις ταινία.
Για να μην.. ξεχνιέσαι βέβαια πέφτουν και τα.. πειραματικά εκεί που δεν το περιμένεις. Και έτσι σαν σύνολο το έργο μοιάζει σαν checklist ανατροπής του «κλασσικού» σινεμά. Θέλετε έργο που να επικεντρώνεται (επιτέλους) στη γυναίκα? Check. Δεν επιθυμείτε κλασσική αντρική ματιά? Check. Χώρος και χρόνος δε σας ενδιαφέρουν? Check. Πολλαπλές οπτικές γωνίες? Check. Σύγχιση πραγματικότητας και αφαίρεσης? Check. Ανοιχτή αρχή και τέλος? Check. Ανατροπή αιτίας-αποτελέσματος? Check. Αφορμή για κοινωνική συζήτηαη και.. ανάλυση? Check.

Σκέψεις και λόγια του σκηνοθέτη

«Υπάρχει πάντα μια διαρκής πάλη μέσα μου ανάμεσα στην ανάγκη μου να καταστρέψω και στη θέλησή μου να ζήσω. Kι αυτό δημιουργεί μία εσωτερική ένταση που κυριαρχεί και στον τρόπο που δημιουργώ και στην υλική μου ύπαρξη. Κάθε πρωί ξυπνώ με μια καινούρια οργή, μια καινούρια καχυποψία, μια καινούρια λαχτάρα για τη ζωή»
«Προσπαθούμε να πετύχουμε δύο πράγματα ταυτόχρονα. Από την μία την επικοινωνία με τους άλλους, που είναι το βαθύτερο ένστικτό μας και από την άλλη την ασφάλεια. Με τη συνεχή επικοινωνία με τους άλλους ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να δεχτούμε το φρικτό γεγονός της ολοκληρωτικής μας ερημιάς. Ψάχνουμε αδιάκοπα για καινούρια σχέδια, καινούρια σχήματα, καινούρια συστήματα για να μπορέσουμε να αποσοβήσουμε μερικά ή ολοκληρωτικά την επίγνωση της δικής μας μοναξιάς».
«Είναι καλό να είσαι διάσημος. Αλλά στην περίπτωσή μου έχω την εντύπωση ότι αφορά κάποιον μακρινό συγγενή μου. Η διασημότητα δεν μετράει καθόλου μπροστά στην τελευταία ταινία, μπροστά στο γύρισμα της τελευταίας σκηνής. Ειδικά εκείνη την ώρα πρέπει να έχεις την ισορροπία του ακροβάτη».

Η αυτοβιογραφία
του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του 20ού αιώνα και οξυδερκής ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν έπιασε να γράψει την αυτοβιογραφία του γύρω στα εβδομήντα, πάντα στοιχειωμένος από ερωτήματα. Τι τον έσπρωξε στο καταφύγιο της τέχνης; Γιατί δυσκολευόταν ν’ αγαπήσει και να εμπιστευθεί; Γιατί αποξενώθηκε από τα ίδια του τα παιδιά;..
Γιος ενός λουθηρανού πάστορα και μιας φιλότεχνης γυναίκας που λαχταρούσε διαζύγιο αλλά έπαψε νωρίς να το διεκδικεί, ο Μπέργκμαν δέχτηκε μια ανατροφή βασισμένη σε έννοιες όπως αμαρτία, εξομολόγηση, τιμωρία, συγχώρεση: «Σε όλα αυτά ενυπήρχε μια λογική την οποία αποδεχόμασταν και νομίζαμε ότι καταλαβαίναμε. Πιθανώς αυτή η κατάσταση να συνετέλεσε και στην άνευ αντιρρήσεων αποδοχή του ναζισμού. Ποτέ δεν είχαμε ακούσει τη λέξη ελευθερία και, σίγουρα, δεν την είχαμε γευτεί ποτέ».
Ίσως γι’ αυτό να πορεύτηκε σαν «πτυχιούχος ψεύτης», υιοθετώντας ένα προσωπείο «που ελάχιστη σχέση είχε με τον πραγματικό μου εαυτό». Το σίγουρο είναι ότι ο καταπιεσμένος, γεμάτος μπιμπίκια έφηβος που καταβρόχθιζε Νίτσε, Μπαλζάκ και Ντοστογέφσκι, έδωσε τη θέση του σ’ έναν κυριευμένο από πόθο ενήλικα, καθ’ έξιν μοιχό, με αυτοκτονικές τάσεις αλλά και με διαβολικό πείσμα, αφοσιωμένο ψυχή τε και σώματι στο επάγγελμά του, αυτήν τη «σχολαστική διαχείριση του ανείπωτου».
Διαβάζοντας το βιβλίο του γίνεται κανείς μάρτυρας του απόλυτου θαυμασμού του για τον Ταρκόφσκι, των αλλεπάλληλων αναμετρήσεών του τόσο με την κληρονομιά του Στρίντμπεργκ όσο και με τις συντρόφους του, παίρνει εξηγήσεις για το φορολογικό σκάνδαλο που τον οδήγησε ν’ αυτοεξοριστεί κι αφουγκράζεται τις σκέψεις του για τα γηρατειά, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, τη θνητότητα αλλά και για τη στιγμή που οφείλει κανείς ν’ «αποχωρεί».
Παγκοσμίως γνωστός για τις ταινίες του, ο Μπέργκμαν υπήρξε παράλληλα εμβληματική μορφή του σουηδικού θεάτρου. Οι θεατρικές αναφορές, μάλιστα, υπερτερούν των κινηματογραφικών στον «Μαγικό φανό».

Χωρίς ελπίδα

Το πώς διοικούσε τα θέατρα απ’ τα οποία πέρασε, το πώς βίωσε την «αναρχική» θεατρική πραγματικότητα της Δυτικής Γερμανίας σε σύγκριση με της Σουηδίας και το τι απαιτούσε από τις αγαπημένες του ηθοποιούς (από τη Χάριετ Αντερσον και τη Λιβ Ούλμαν ώς τη Λένα Ολιν) δίνουν μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες της αυτοβιογραφίας του.
Ομολογημένα ανήμπορος ενώπιον του απρόοπτου, αντιμετώπιζε τις πρόβες σαν «εγχειρήσεις», μέσα σε χώρους όπου επικρατούσε «η αυτοπειθαρχία, η καθαριότητα, το φως»: «Η πρόβα είναι μια σοβαρή δουλειά και όχι προσωπική θεραπεία για τον σκηνοθέτη και τον ηθοποιό». Στα γυρίσματα των ταινιών του, πάντως, η ατμόσφαιρα ήταν «ακαταμάχητα φορτισμένη από σεξουαλικότητα. Μου πήρε πολλά χρόνια να μάθω ότι κάποτε η κάμερα σταματάει και οι προβολείς σβήνουν». Ενώ στο μοντάζ τον διαπερνούσε η ίδια πάντα «μεθυστική αίσθηση μαγείας» που τον τύλιξε και παιδάκι, στη θέα του πρώτου κινηματογράφου που του χάρισαν.
Ο σουηδός δημιουργός κλείνει το βιβλίο του με την εξής φράση: «Παρακαλάω τον Θεό χωρίς ελπίδα. Μάλλον πρέπει να τα βγάζει κανείς πέρα μόνος του όσο καλύτερα μπορεί». Είναι παρμένη από το ημερολόγιο της μητέρας του, λίγο μετά τη γέννησή του. Θα μπορούσε κάλλιστα όμως να είναι το απόσταγμα και της δικής του διαδρομής… *

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: Ένας
απίστευτα παραγωγικός σκηνοθέτης

Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, είναι ένας από τους μεγαλύτερους και πλέον διακεκριμένους καλλιτέχνες στον κόσμο. Αντιπροσωπεύει τον πιο διάσημο σκηνοθέτη του λεγόμενου «καλλιτεχνικού κινηματογράφου». Κάθε ταινία του ήταν γεγονός αναμενόμενο απ’όλον τον κόσμο και όλοι μεταχειρίζονταν τον χαρακτηρισμό αριστούργημα για κάθε νέα του ταινία.

Είναι ένας απίστευτα παραγωγικός σκηνοθέτης. Με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μέχρι την ανακοίνωση της απόσυρσής του το 1982 (αφού τελείωσε το «Φαννύ και Αλέξανδρος»), ο Μπέργκμαν έκανε περίπου 40 ταινίες μεγάλου μήκους. Όλες οι ταινίες του φέρουν ένα απόλυτο προσωπικό στίγμα που κάνει δύσκολη την ανάγνωσή τους, ακόμα και από τον υποψιασμένο θεατή.
Ξεκίνησε γράφοντας σενάρια, ενώ παράλληλα σκηνοθετούσε στο θέατρο, κυρίως έργα των Στρίνμπεργκ και Σαίξπηρ. Η μεγάλη του αγάπη όμως, ήταν ο κινηματογράφος. Ενώ πολλοί σκηνοθέτες ασχολούνται με τον κινηματογράφο για να επενδύσουν στο θέατρο, εκείνος έκανε το αντίθετο: σκηνοθετούσε στο θέατρο, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο μια γερή οικονομική βάση για το γύρισμα των ταινιών του. Ως σκηνοθέτης κινηματογράφου πρωτοεμφανίστηκε το 1945 με την ταινία «Κρίση», αλλά καθιερώθηκε κυρίως στις δεκαετίες του ’50 και του ’60.
Από τις πρώτες ταινίες του βλέπουμε εκείνα τα στοιχεία που θα χαρακτηρίσουν ολόκληρο το έργο του: μια βαθιά απαισιοδοξία και ένας συνεχής υπαρξιακός προβληματισμός, μέσα σε σκηνικά με εξεζητημένους φωτισμούς, βρεγμένα λιθόστρωτα και βρώμικες αποβάθρες λιμανιών. Ο Μπέργκμαν δεν γύρισε ποτέ του στην πραγματικότητα κωμωδίες (παρά ελάχιστες κομεντί), το ύφος του ήταν πάντα «βαρύ», σοβαρό και στοχαστικό. Παρόλα αυτά ήταν μία κομεντί που τον έκανε ευρύτερα γνωστό, το «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας» (1955), ταινία που βραβεύτηκε στις Κάννες.

Ο πατέρας του ήταν λουθηριανός πάστορα και η ανατροφή του υπήρξε εξαιρετικά αυστηρή και πολύ θρησκευτική. Έχοντας ανατραφεί σε αυτό το αυστηρό περιβάλον, ο Μπέργκμαν πάλευε συνεχώς με τις θρησκευτικές αμφιβολίες και προβλήματα («Γεννήθηκα σε μια οικογένεια πάστορα κι εκεί γρήγορα μαθαίνει κανείς να βλέπει πίσω από τα παρασκήνια της ζωής και του θανάτου»).
Το σύνολο του έργου του εμφανίζεται ως μια συνεχής ερώτηση, που συχνά δεν έχει απάντηση, σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, την παρουσία ή απουσία του Θεού. Η αγωνία της έλλειψης επικοινωνίας, η ασάφεια και η διπροσωπία της ανθρώπινης φύσης, η μοναξιά χωρίς πιθανότητες υπερβάσεως σε ένα κόσμο γεμάτο προσποίηση, η σιωπή και η ντροπή, είναι τα σταθερά στοιχεία, σε κάθε του ταινία.
Κληρονόμος της σκανδιναβικής κινηματογραφικής παράδοσης (Στίλλερ, Σγιόστρομ, Ντράγιερ) και βαθιά επηρεασμένος από την σκέψη του Κίρκεγκωρ, Μπερντιάεφ, τον υπαρξισμό και τις ψυχαναλυτικές θεωρίες (Φρόυντ, Γιούνγκ), ο Μπέργκμαν δίνει βάρος όχι τόσο στην κοινωνία ή στην ιστορία, όσο στο άτομο. Τα πιο χαρακτηριστικά έργα του είναι σκληρά, ευγενή δοκίμια για το ρόλο της ανθρωπότητας σε έναν αλλοτριωμένο κόσμο.

Περσόνα

Το ίδιο εύρημα εξάλλου χρησιμοποιείται σαν επίλογος, ενώ η λέξη «ΤΕΛΟΣ» δεν εμφανίζεται. Εξυπηρετώντας την ίδια πρόθεση, ο τίτλος «Η ώρα του λύκου» αναγράφεται απροσδόκητα κατά τη διάρκεια της ταινίας. Ο θεατής βγαίνοντας τελείως από το συνηθισμένο τρόπο θέασης κι έχοντας τη συναίσθηση ότι συμμετέχει συμπληρωματικά στη δημιουργία, καλείται ν’αποκρυπτογραφήσει όλους αυτούς τους γρίφους. Οι ηθοποιοί στο «Πάθος» διακόπτουν προς στιγμή την εξέλιξη της πλοκής, για να απαντήσουν σε συνεντεύξεις και να δώσουν την προσωπική τους άποψη όσον αφορά τη κατανόηση των ηρώων που ερμηνεύουν, σπάζοντας έτσι την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας.
Tο άλλο μεγάλο του αριστούργημα, ίσως η ωριμότερη απ’ όλες τις ταινίες του, σπουδή πάνω στο χρόνο, στα γηρατειά, στον κύκλο της ζωής, στη νοσταλγία στα απωθημένα, στη συμπόνια, «Η Πηγή των παρθένων» (1960), μια ιστορία βίας και εκδίκησης που διαδραματίζεται στο Μεσαίωνα, εικονογράφιση μιας παλιά λαϊκής μπαλάντας με έντονα παγανιστικά στοιχεία.
Ο πάστορας της «φθινοπωρινής σονάτας» απευθύνεται άμεσα στους θεατές. Με αυτά και με άλλα τεχνάσματα, ο Μπέργκμαν συμπλεόντας και με τους υπόλοιπους νεωτεριστές σκηνοθέτες της εποχής του, αμφισβήτησε το κυρίαρχο μοντέλο αφήγησης του κλασικού κινηματογράφου και άνοιξε τον δρόμο στο μοντέρνο κινηματογράφο.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (1917-2008)
Ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου 1918 στην Ουψάλα της Σουηδίας. Στα τέσσερά του χρόνια ο πατέρας του, ιερέας της σουηδικής βασιλικής οικογένειας, τον κλείδωσε για πρώτη φορά στην ντουλάπα του διαδρόμου για να του διδάξει την έννοια της υπακοής σύμφωνα με τις θεωρίες του λουθηρανισμού. Η σχέση του με τη μητέρα του υπήρξε επίσης ταραγμένη, μια σχέση την οποία αποτύπωσε αργότερα στις ταινίες του «Περσόνα» (1966) και «Κραυγές και ψίθυροι» (1972).

‘Oταν το καλοκαίρι του 1934 η προσκόλλησή του στη μητέρα του κατέληξε αποπνικτική, οι γονείς του αποφάσισαν να τον στείλουν στη Γερμανία μέσω ενός προγράμματος ανταλλαγής μαθητών. Οι έξι εβδομάδες που πέρασε κοντά σε μια γερμανική οικογένεια τον μετέτρεψαν σε φανατικό οπαδό του Αδόλφου Χίτλερ. Το 1945 αντικρίζοντας τις συγκλονιστικές εικόνες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης συνειδητοποίησε το τραγικό του λάθος. Δεν ασχολήθηκε ποτέ ξανά με την πολιτική.
Ξεκίνησε να γράφει τα πρώτα του επαγγελματικά θεατρικά το 1941. Το θεατρικό του έργο με τίτλο «Ο θάνατος του Κάσπερ» του έδωσε το εισιτήριο για τον κόσμο του θεάματος, όταν ο συνεπώνυμός του Σίτνα Μπέργκμαν, μέλος της Σουηδικής Βιομηχανίας Κινηματογράφου, παρακολούθησε την παράσταση και διέκρινε το ταλέντο του. Το 1944, υπό την αιγίδα της Σουηδικής Βιομηχανίας Κινηματογράφου, ο Μπέργκμαν έγραψε το σενάριο για την πρώτη του κινηματογραφική ταινία με τίτλο «Κρίση». Χρωστάει δε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στον κινηματογράφο στον σκηνοθέτη Αλφ Σέμπεργκ, ο οποίος δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη σκηνοθεσία της ταινίας λόγω άλλων υποχρεώσεων.
Ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν οφείλει τη σκηνοθετική αλλά και συγγραφική ευφυΐα του στη συνέπεια που τον διέκρινε, στην εις βάθος ανάλυση της ανθρώπινης ψυχής και στην πρωτοφανή υποβλητικότητά του, μέσα από την εμμονή του θανάτου και του φανταστικού και αλληγορικού κόσμου. Αν και οι σεξουαλικά απελευθερωμένες πρωταγωνίστριες που επέλεξε να τοποθετήσει στο επίκεντρο συναισθηματικών στροβίλων, στις ταινίες που σκηνοθέτησε στις αρχές της δεκαετίας του ’50 («Πώς απατήσαμε τους άνδρες μας», «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας», «Μάθημα στον έρωτα», «Αγριες φράουλες»), είναι αυτές που τον καταξίωσαν διεθνώς, η πραγματικά χρυσή εποχή του σκηνοθέτη ξεκινάει το 1958 και λήγει το 1968. Η περίοδος αυτή ξεκινά με την ταινία «Η έβδομη σφραγίδα», η οποία αφηγείται τη συναισθηματική διαδρομή ενός ιππότη προς την αλήθεια στη Σουηδία του 14ου αιώνα, και λήγει με την «Ωρα του λύκου», το τελευταίο ξέσπασμα ενός ασθενούς διανοητικά κεντρικού ήρωα, ο οποίος μέσω της πάλης του με τους προσωπικούς του δαίμονες οδηγείται στην παράνοια.
Το χρονικό διάστημα 1963-1966 ο Μπέργκμαν ως διευθυντής του Βασιλικού Δραματικού Θεάτρου της Σουηδίας προσέλαβε δεκάδες ανώνυμους σουηδούς ηθοποιούς και επένδυσε σε αυτούς. Αν και στη «σχολή Μπέργκμαν» συγκαταλέγονται οι ηθοποιοί Μαξ φον Σίντοφ, Λιβ Ούλμαν, Μπίμπι Αντερσον και Χάριετ Αντερσον, οι οποίοι έδωσαν τις καλύτερες ερμηνείες της ζωής τους κάτω από τις οδηγίες του, η «έμμισθη» σχέση με τους υπολοίπους τον επιβάρυνε οικονομικά. Απερίσκεπτα επαγγελματικά ανοίγματα αλλά και η ανικανότητά του να διαχειριστεί την περιουσία του τον έφεραν αντιμέτωπο με την κατηγορία της φοροδιαφυγής. Το 1978 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του και να μετακομίσει στη Γερμανία όπου και παρέμεινε για έξι ολόκληρα χρόνια. Το 1982 επέστρεψε στη Σουηδία και κινηματογράφησε, όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, την τελευταία του ταινία, «Φάνι και Αλέξανδρος», η οποία απέσπασε τέσσερα βραβεία Οσκαρ, ανάμεσά τους το Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.
Το 1999, ύστερα από 17 χρόνια απουσίας από τον κινηματογράφο, ο Μπέργκμαν ένωσε τις δυνάμεις του με την πρώην σύντροφο και αγαπημένη του ηθοποιό Λιβ Ούλμαν ­ με την οποία έχει αποκτήσει ένα από τα εννέα παιδιά του, τη συγγραφέα Λιν Ούλμαν ­ στη νέα ταινία του «Απιστία». Αυτή τη φορά η Λιβ Ούλμαν σκηνοθέτησε ένα δικό του σενάριο. Θέμα της ταινίας, προς έκπληξη όλων, δεν ήταν η οικογένειά του αλλά η καταστροφική σχέση του με μια παντρεμένη γυναίκα, διατηρώντας όμως με αυτόν τον τρόπο τον χαρακτηριστικό αυτοβιογραφικό χαρακτήρα που διέκρινε όλες τις ταινίες του.
Στις 6 Απριλίου 2000 ο «μαέστρος της μιζέριας», όπως τον χαρακτηρίζουν οι κριτικοί, έδωσε μια σπάνια συνέντευξη στη σουηδική τηλεόραση, στον επιστήθιο φίλο του ηθοποιό Ερλαντ Γιόζεφσον, αποκαλύπτοντας τη δική του μιζέρια ­ τον νευρικό κλονισμό που υπέστη μετά την εις βάρος του κατηγορία για τοκογλυφία το 1978, αλλά και την κατάθλιψη στην οποία κατέπεσε μετά τον θάνατο της πέμπτης συζύγου του, της ηθοποιού Ινγκριντ Τούλιν. «Συνηθίζαμε να αναφερόμαστε στον θάνατο και να μαλώνουμε για το ποιος θα πεθάνει πρώτος. Τελικά πέθανε εκείνη»
O Ίνγκμαρ Μπέργκμαν πέθανε στις 30 Ιουλίου 2007 σε ηλικία 89 ετών.

ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΕΣ
Λιβ Ούλμαν (1939-)

Ηθοποιός, συγγραφέας και σκηνοθέτις, η Λιβ Γιοχάνε Ούλμαν γεννήθηκε το 1939 στο Τόκιο από γονείς Νορβηγούς. Πέρασε τα παιδικά της χρόνια στο Καναδά. Μετά την γερμανική κατοχή και τον θάνατο του πατέρα της, επέστρεψε στην Νορβηγία. Όντας ορφανή αναζήτησε παρηγοριά στο διάβασμα και
την θρησκεία. Σπούδασε ηθοποιία επί οκτώ μήνες στο Λονδίνο. Πρώτη της εμφάνιση στο σανίδι ήταν ως Άννα στο «Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ». Το 1950 πήρε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην θεατρική μεταφορά της νουβέλας «Kristin Lavransdatter» του Sigrid Undset (έργο που σκηνοθετήσει αργότερα στο σινεμά). Η ερμηνεία της αυτή ήταν εντυπωσιακή. Με το εθνικό θέατρο της πατρίδας της έπαιξε την Ιουλιέτα, την Οφηλία και την Νόρα στο «Κουκλόσπιτο» του Ίψεν.
Κάπου εκεί την πρόσεξε και ο Μπέργκμαν και την θεώρησε ιδανική ερμηνεύτρια των σύνθετων γυναικών που έπλαθε. Πρωτοεμφανίστηκε στην «Περσόνα» (1966) χάρις και στην ομοιότητά της με την συμπρωταγωνίστρια Μπίμπι Άντερσον. Έγινε σύντροφος του σκηνοθέτη για τρία χρόνια και απέκτησαν μαζί μία κόρη, την Λιν. Καταξιώθηκε και θριάμβευσε στα αριστουργήματα της ώριμης περιόδου του. Ταινίες όπως «Η ώρα του λύκου» (1968), «Το πάθος της Άννας» (1969), «Κραυγές και ψίθυροι» (1972), «Σκηνές από ένα γάμο» (1973), «Πρόσωπο με πρόσωπο» (1976), «Το αυγό του φιδιού» και «Φθινοπωρινή σονάτα» (και τα δύο του 1978), απογείωσαν την διεθνή της καριέρα και την οδήγησαν σε αρκετές θεατρικές επιτυχίες στο Λονδίνο και την Νέα Υόρκη. Εκεί έκανε πάλι αίσθηση ως Νόρα, αλλά και ως Άννα Κρίστι στο ομώνυμο θεατρικό του Ευγένιου Ο’Νηλ, ενώ συμμετείχε και στο μιούζικαλ «I remember mama».
Το πέρασμά της στο πανί της άλλης πλευράς του Ατλαντικού δεν ήταν το ίδιο πετυχημένο. Στις σημαντικότερες στιγμές της στην μεγάλη οθόνη συγκαταλέγονται αδιαμφισβήτητα η διλογία του Γιαν Τρόελ, «Udvandrerne» (Οι εμιγκρέδες) και «Indvandrerne» (Η Νέα Γη), που της απέφερε την χρυσή σφαίρα καλύτερης ερμηνείας. Τελευταία της εμφάνιση ήταν στην ταινία «Zorn» (1994) του Γκούναρ Χέλστρομ, αν εξαιρέσουμε το πορτραίτο που της έκανε στα 1997 ο Έντβαρτ Χάμπρο με αφηγητή τον Γούντι Άλεν (Liv Ullmann ­ Reel Life) και το πολύ πρόσφατο «Light keeps me company». Πλούσια είναι επίσης η ανθρωπιστική της δράση και η αφοσίωσή της στα πεινασμένα παιδάκια του κόσμου. Πρέσβειρα καλής θέλησης της UNICEF από το 1980. Ιδρυτικό στέλεχος των Γυναικών για τα Προσφυγόπουλα του Κόσμου. Αντιπρόεδρος της μεγαλύτερης αμερικανικής μη κυβερνητικής οργάνωσης για τους πρόσφυγες. Είναι ακόμα, συγγραφέας δύο διεθνών αυτοβιογραφικών μπεστ-σέλερ, των «Forandringen» (Αλλάζοντας, 1976) και «Tidvatten» (Επιλογές, 1984).
Δοκιμάζει τις σκηνοθετικές της δυνάμεις με το επεισόδιο «Parting» από το σπονδυλωτό «Love», το 1982. Περιμένει δέκα χρόνια πριν να κάνει την πρώτη της προσωπική δουλειά, το δράμα «Sophie» (1992) διάρκειας 146 λεπτών. Είναι η συγκλονιστική ιστορία της νεαρής εβραίας στην Κοπενχάγη του 19ου αιώνα, που εγκαταλείπει τα νεανικά της όνειρα για μια αληθινή αγάπη (έναν άσημο ζωγράφο) και παντρεύεται κάποιον μακρινό ξάδερφο που της υποδεικνύουν οι γονείς της. Φαίνεται πως έχει αφομοιώσει πλήρως τα μαθήματα που πήρε από τον κολοσσό του παγκόσμιου σινεμά. Ιδιαίτερα ατμοσφαιρική χαίρει θερμής υποδοχής από τους θεατές. Επόμενη σκηνοθεσία είναι μια θεατρική της επιτυχία, η «Kristin Lavransdotter», άλλη μια δραματική ερωτική ιστορία εποχής, με πολύ πάθος και φθόνο, σύνθετη πλοκή και ένα σπαραχτικό τέλος, το μεσαιωνικό ανάλογο του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας.
Στο τρίτο πέρασμα πίσω από την κάμερα ευτυχεί να έχει σεναριογράφο τον Ίνγκμαρ, που της εμπιστεύεται ένα υπαρξιακό δράμα (με αυτοβιογραφικές προεκτάσεις) και ένα πανάξιο επιτελείο. Φωτογράφος ο Σβεν Νίκβιστ και πρωταγωνιστές η εκπληκτική Περνίλα Όγκαστ και ο πάντα σπουδαίος Μαξ Βον Σύντοφ. Πέντε συνομιλίες, χωρίς χρονική διαδοχή ή σειρά, σαν μνήμες γεμάτες ένταση και ένα παλμό γνώριμο από τα έργα του αρχιμάστορα. Και όλ’ αυτά για μια μίνι τηλεοπτική σειρά που προβλήθηκε στο ειδικό τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» των Καννών. O Μπέργκμαν αρχικά ήταν αντίθετος με τις εικόνες που χρησιμοποίησε η Ούλμαν στο τέλος των «Προσωπικών εξομολογήσεων». «Αλλά τώρα το αγαπά πολύ. Πραγματικά έχει αγαπήσει το τέλος. Θέλω το τέλος κάθε ταινίας μου να καταλήγει σε κάποιο συμπέρασμα, το οποίο όμως να παραμένει ανοιχτό. Δε θέλω κάτι σκοτεινό. Θέλω να υπάρχει πάντα κάποια ελπίδα» λέει η Λιβ. «Και το νέο σενάριο (Απιστία) είναι ακόμη σκοτεινότερο, και ψάχνω να βρω τρόπο να του δώσω κάποια ελπίδα». Και πράγματι βρήκε μια απίστευτη εσωτερική ισορροπία και μια αυτοκάθαρση λυτρωτική. «Πιστεύω πως εγώ έχω πιο πολύ ελευθερία γιατί δεν είμαι δεμένη με τα πραγματικά γεγονότα όπως εκείνος. Απλά είναι έξω από μένα» μας αποκαλύπτει η σκηνοθέτις και συνεχίζει. «Πρόκειται για κάτι πολύ προσωπικό και θά ‘πρεπε να το κάνεις μόνος σου» του είπα. Μου απάντησε πως δεν θα τα κατάφερνε.

«Τότε γιατί δεν αναλαμβάνεις την προετοιμασία και το τέλος της παραγωγής και ευχαρίστως κάνω εγώ τη δουλειά στο στούντιο» του αντιγύρισα. Αλλ’ αυτός δεν ήθελε. «Τότε η ταινία είναι όλη δική μου και θα της δώσω την δική μου ερμηνεία» του είπα. Συμφώνησε προσθέτοντας ότι έτσι το αποτέλεσμα θα είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Ο Μπέργκμαν περιγράφει την «Απιστία» ως «μια ηθογραφία που δεν ηθικολογεί» ή ως «ένα αισθηματικό θρίλερ του καιρού μας». Η υπόθεση προέρχεται από την προσωπική ζωή του μεγάλου δημιουργού και αφορά μια γυναίκα που διχάζεται ανάμεσα σε δυο άνδρες και την εννιάχρονη κόρη της. «Στο φιλμ η γυναίκα αυτή αφηγείται ένα άκρως δραματικό κομμάτι της ζωής της σε κάποιον συγγραφέα – που τυχαίνει να είμαι εγώ ο ίδιος. Συνέβη πολύ καιρό πριν, και ξέρω πολύ καλά τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται. Αλλά μόνον τώρα μπορώ να γράψω γι’ αυτούς, τώρα που έχουν όλοι πια χαθεί. Όμως, αν η Λένα Έντρε δεν είχε δεχθεί να παίξει αυτόν το ρόλο, τίποτε δε θά ‘χε προκύψει».
Το χιούμορ και το κέφι του μεγάλου δραματουργού είναι αστείρευτα. «Όσους ανησυχούν ότι τα έργα μου αναφέρονται πιθανώς στη μαμά μου, τον μπαμπά μου, την γιαγιά μου, τον παππού μου, τις θείες μου ή τα ξαδέρφια μου, θα ήθελα να τους διαβεβαιώσω ότι κανείς απ’ αυτούς δεν εμφανίζεται εδώ. Μόνη εξαίρεση αποτελεί ο συγγραφέας, δηλαδή εγώ. Σύμφωνα με την Λιβ είμαι τόσο κακός ηθοποιός, ώστε να πρέπει να με ενσαρκώσει ο Έρλαντ Γιόζεφσον. Γι’ αυτόν βέβαια δεν είναι τίποτε το ιδιαίτερο μια που τό ‘χει ξανακάνει στο τηλεθεατρικό μου έργο «Μετά την πρόβα» (Efter Repetitionen).
«Βλέπουμε τον γηραιό συγγραφέα στο γραφείο του, αυτόν που κάποτε χοροστατούσε στο παιχνίδι του έρωτα, να νιώθει τώρα τύψεις για όλα όσα της έκανε» εξηγεί η δημιουργός. «Η απιστία της ηρωίδας δεν είναι συνειδητή, δεν είναι μια βδελυρή πράξη. Στις μέρες μας, το ζην εν απιστία είναι μια στάση/θέση που προτιμούν όλο και περισσότεροι. Οι ηθικοί φραγμοί έχουν εξαφανιστεί. Εδώ λοιπόν δυο άντρες και μια γυναίκα αποφασίζουν να παίξουν ένα παιχνίδι για μεγάλους: ας αγαπήσουμε επικίνδυνα, ας ζήσουμε ευτυχισμένοι μαζί, ας ξεχάσουμε τι είναι καλό και τι κακό. Και τότε διαμιάς όλα καταρρέουν. Όλοι είναι άπιστοι προς αλλήλους. Αλλά το ευτύχημα εδώ είναι πως μπορούμε να ξεχάσουμε τις ώρες της οδύνης. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχάσουμε είναι όσα μάθαμε απ’ αυτές».
Μέσα από μια απλή κατασκευή και μια υπνωτική ατμόσφαιρα, ερχόμαστε αντιμέτωποι όχι μόνο με την οδύνη της συζυγικής απιστίας, αλλά ζούμε στιγμές προδοσίας και πλάνης, ζηλοτυπίας και εκδίκησης, και όλων των -αναπάντεχων- παρεπόμενων μιας διάλυσης γάμου. Μας ξαφνιάζει διαρκώς και κινείται στα άκρα με άνεση περιπάτου. Ενός μακρινού περιπάτου (διάρκειας 155 λεπτών) μέσα στην σημερινή πολυπλοκότητα των σχέσεων. Συνταρακτικό, διαυγές, ευαίσθητο, συναρπαστικό, πανανθρώπινο, ιδιοφυές, σίγουρα το πιο χιτσοκοκικό σενάριο που έγραψε ποτέ ο αειθαλής και πάντα κραταιός άρχοντας της ζωής και της τέχνης. «Η ποινή που της ταιριάζει για τις Εξομολογήσεις της είναι να περάσει στο πάνθεον των μεγάλων δημιουργών» σημειώνει ένας κριτικός. Με την «Απιστία» νομίζω ότι στέκεται για λίγο στο ύψος της Ήρας στο πλάι του Δία-Μπέργκμαν.

Μπίμπι Άντερσον (1935-)

Γεννήθηκε στη Στοκχόλμη τον Νοέμβριο του 1935. Οι καλλιτεχνικές ανησυχίες της ξεκίνησαν πολύ νωρίς στη ζωή της καθώς η μεγαλύτερη αδελφή της Gerd ήταν χορεύτρια κλασικού χορού.
Η αρχή για την καριέρα της δεν ήταν καθόλου εύκολη. Χρειάστηκε να κάνει πολλά διαφημιστικά και μικρούς ρόλους προκειμένου να πάρει το 1953 τον πρώτο πρωταγωνιστικό ρόλο της στην ταινία «Dum-Bom», δίπλα στον ηθοποιό Nils Poppe. Εναν χρόνο αργότερα θα ξεκινήσει τις θεατρικές σπουδές της στο Royal Dramatic Theatre, τις οποίες όμως σύντομα θα εγκαταλείψει, όταν στη ζωή της θα μπει ο μεγάλος σκηνοθέτης Ingmar Bergman.
Το 1955 θα της δώσει έναν μικρό ρόλο στην κωμωδία του «Sommarnattens leende», ενώ από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 η καριέρα της θα αρχίσει να απογειώνεται καθώς θα δεχθεί τις πρώτες σημαντικές επαγγελματικές προτάσεις από το εξωτερικό.
Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στη Γιουγκοσλαβία προσπάθησε να ανακουφίσει τον χειμαζόμενο λαό του Σαράγεβου με τη βοήθεια του θεάτρου και της τέχνης.

Που παίζεται

Αθήνα

ΑΘΗΝΑ (ΚΕΝΤΡΟ)

» ΛΑΪΣ (Θερινό)

Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεξάνδρου 134 – 136, Κεραμεικός, 210 – 3609695 .

21.00

» ΡΙΒΙΕΡΑ (Θερινό)

Βαλτετσίου 46, Εξάρχεια, 210 – 3837716 210 – 3844827.

21.00-23.00

ΚΑΛΛΙΘΕΑ – ΜΟΣΧΑΤΟ – ΤΑΥΡΟΣ

» ΔΙΟΝΥΣΙΑ (Θερινό)

Λεωφ. Συγγρού και Μυκηνών 2, Καλλιθέα, 210 – 9515514 210 – 9579071.

21.00-23.00

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “«ΠΕΡΣΟΝΑ» (1966) του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν | από 25.7.2013 στους κινηματογράφους

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: