«ΑΣΑΝΣΕΡ ΓΙΑ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ» – Το κλασικό φιλμ νουάρ του Λουί Μαλ, από 1 Αυγούστου 2013 στους κινηματογράφους

AΣANΣEP ΓIA ΔOΛOΦONOYΣ_POSTER

Το κλασικό, αξεπέραστο φιλμ νουάρ του Λουί Μαλ

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΑΠΟ 1.8.2013

Ασανσέρ για δολοφόνους Ascenseur pour l`Echafaud

Η πρώτη εκρηκτική εμφάνιση της Ζαν Μορό

και η μεθυστική μουσική του Μάιλς Ντέιβις

δίνουν μια ξεχωριστή διάσταση στην ταινία

Ταινία-σταθμός, προάγγελος της νουβέλ βαγκ

και των αστυνομικών θρίλερ

που σημάδεψαν τη δεκαετία του ’60

Το ασανσέρ που σε απογειώσει στο ζενίθ του έρωτα

και σε καθηλώσει στο ναδίρ της τραγωδίας…

«Αιθέριο, μυστηριώδες και τραγικό»

«Στοιχειωμένο από τις σκιές του αμερικανικού νουάρ,

το φιλμ αμφισβητεί τα κλισέ του είδους»

Ένα φιλμ νουάρ γνωστό όχι μόνο για τους καταξιωμένους συντελεστές του αλλά και για το συνδυασμό φωτογραφίας,

δράματος, αστυνομικού μυστηρίου και μουσικής

«Οι φωτοσκιάσεις τρεμοπαίζουν μυστηριακά

στα βαθιά κάδρα του Λουίς Μαλ,

αναδύοντας μια γοητευτικά σκοτεινή ατμόσφαιρα…»

Μια ταινία με έξυπνο χιούμορ, που έγινε

κομμάτι της κινηματογραφικής ιστορίας

ΑΠΟ 1 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2013

ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ

ΣΕ ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ

ΑΣΑΝΣΕΡ ΓΙΑ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ_PHOTO 1

Ασανσέρ για δολοφόνους

Ascenseur pour l`Echafaud

Γαλλία – 1958 – Ασπρόμαυρο

(90΄)

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Λουί Μαλ

Σενάριο: Λουί Μαλ, Ροζέρ Νιμιέρ

Μουσική: Μάιλς Ντέιβις

Παραγωγή: Ζαν Τουιλιέρ

Φωτογραφία: Χενρί Ντασέ

Μοντάζ: Λεονίντ Αζάρ

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ

Ζαν Μορό

Μορίς Ρονέ

Ζορζ Ποζουλί

Φελίξ Μαρτέν

Λίνο Βεντούρα

Ζαν-Κλοντ Μπριαλί

Υπόθεση

Ο Ζουλιέν, ένας πρώην αλεξιπτωτιστής και τιμημένος με αρκετά μετάλλια κατά τη διάρκεια του πολέμου, δουλεύει για έναν έμπορο όπλων και έχει κρυφή ερωτική σχέση με τη γυναίκα του τελευταίου, τη Φλοράνς. Σε συνεννόηση μαζί της, θα προσπαθήσει να σκοτώσει το αφεντικό του, αλλά για κακή του τύχη θα κλειστεί στο ασανσέρ για ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο.

Ο Ζουλιέν κάνει τον φόνο, γυρνώντας όμως στο αυτοκίνητό του συνειδητοποιεί ότι έχει ξεχάσει ένα σημαντικό ενοχοποιητικό στοιχείο. Από εκεί και πέρα μία σειρά συγκυριών ανατρέπει τα πάντα.

Ένα ζευγάρι νέων θα κλέψουν το αυτοκίνητο του και θα μπλέξουν σε μια ιστορία φόνου ενοχοποιώντας τον Ζουλιέν. Και η Φλοράνς τον αναζητά απεγνωσμένα στους νυχτερινούς δρόμους του Παρισιού…

Προάγγελος της νουβέλ βαγκ

με τη μεθυστική μουσική του Μάιλς Ντέιβις

Πρόκειται για ένα από τα πλέον κλασσικά φιλμ νουάρ, που αφηγείται μία πανέξυπνη ιστορία αγωνίας. Το «Ασανσέρ για δολοφόνους», αριστοτεχνικά σκηνοθετημένο από τον Λουί Μαλ, βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Νοέλ Καλέφ. Θεωρείται προάγγελος της νουβέλ βαγκ και των γαλλικών αστυνομικών θρίλερ που σημάδεψαν τη δεκαετία του ’60 και καθιέρωσε τον Λουί Μαλ στον κινηματογράφο. Η μεθυστική μουσική του Μάιλς Ντέιβις ντύνει άψογα την ταινία ενώ η, νέα και γοητευτική, Ζαν Μορό καθηλώνει με την ερμηνεία της.

Άλλωστε, το «Ασανσέρ για δολοφόνους» μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη εκρηκτική εμφάνιση της Ζαν Μορό στον κινηματογράφο. Είναι και η ταινία που άλλαξε τη ζωή της και έδωσε νέα πνοή στην καριέρα της.

Αιθέριο, μυστηριώδες και τραγικό

Εν κατακλείδι, πρόκειται για μια αγωνιώδη και θεσπέσια ατμοσφαιρική μεταφορά της νουβέλας του Νοέλ Καλέφ, με την αισθησιακή Ζαν Μορό στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το ζήτημα της δικαιοσύνης, συγκεκριμένα το πώς αυτή μπορεί μέσα από ένα εξωφρενικό άθροισμα συμπτώσεων να αποδοθεί τελικά στους παραβαίνοντες τον ανθρώπινο και θείο νόμο, παραγματεύεται ο Λουί Μαλ στην τέταρτη μόλις ταινία του, ένα χρόνο πριν η νουβέλ βαγκ σαρώσει τη Γαλλία και αλλάξει ριζικά τον κινηματογράφο. Εκπληκτικό σκηνοθετικά όσο και στη φωτογραφία του, ενίοτε μελό αλλά και κάποτε αστείο, το «Ασανσέρ» είναι αιθέριο, μυστηριώδες και τελικά τραγικό.

ΑΣΑΝΣΕΡ ΓΙΑ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ_PHOTO

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Στοιχειωμένο από τις σκιές

του αμερικανικού νουάρ

το φιλμ αμφισβητεί τα κλισέ του είδους

Ναι, συμβαίνουν και παράδοξα πράγματα. Μπορεί να σέρνω τα εξ αμάξης για τις επανεκδόσεις των μεγάλων «δημιουργών» που κοντεύουν να ρίξουν τελειωτικά την ταφόπλακα στα θερινά του κέντρου, όμως υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις που σου προκαλούν συγκίνηση, ζωντανεύουν μια νοσταλγία και συμπορεύονται με εποχές που θέλουμε να θυμόμαστε ή να «γνωρίσουμε» μέσω του κινηματογράφου και σε δόσεις κάργα φετιχιστικές. Κι αυτή η ταινία του 1958 μου φέρνει στο μυαλό πολλά πράγματα, ίσως γιατί κάθε καλοκαίρι που την πρόβαλαν στο Βοξ εγώ έλειπα σε διακοπές και σιχτίριζα το καταραμένο timing! Μέχρι τη στιγμή που την είδα. Και ερωτεύτηκα.

Φαντάσου να κάνει κανείς σκηνοθετικό ντεμπούτο με τέτοιο φιλμ! Σε μια περίοδο όπου το «νεοκυματικό» γαλλικό σινεμά έβραζε, ο Λουί Μαλ έβγαινε λιγάκι εκτός συναγωνισμού, κυρίως γιατί δεν «χρωμάτιζε» με τον εθνικισμό της αλλαγής τα δανεικά και λατρεμένα στοιχεία που αποτελούσαν τη δύναμη του «Ασανσέρ για Δολοφόνους». Μαυρόασπρο, στοιχειωμένο από τις σκιές και τους τόνους του αμερικανικού νουάρ, το φιλμ αμφισβητεί τα κλισέ του είδους, καθοδηγούμενο από μια ενέργεια και έμπνευση… απούσα! Στο «Ασανσέρ», ο φαινομενικός μοχλός της τραγωδίας, η μοιραία γυναίκα που σκηνοθετεί με τον εραστή της τη δολοφονία του συζύγου της, είναι μια μοναχική, υποφωτισμένη μέσα στο νυχτερινό Παρίσι φιγούρα, ανίκανη να έρθει σε επικοινωνία με τον άνδρα που αγαπά, παντελώς αδύναμη να ανατρέψει τα παιχνίδια της μοίρας που, με έναν αστείο τρόπο, δεν διαλέγουν να πάρουν το μέρος κανενός. Ο εραστής παγιδεύεται σε ένα ασανσέρ, γεγονός που του δένει τα χέρια και αυτονόητα καταρρίπτει κάθε άλλοθι σε σχέση με τη δολοφονία του αφεντικού του. Ακόμη κι αν κατάφερνε να αποδράσει, όμως, το αμάξι του είναι ήδη κλεμμένο από ένα αφελώς ανόητο νεαρό ζευγάρι που στην πορεία του προς το άγνωστο φορτώνει με περισσότερα αδικήματα το ποινικό μητρώο του ήρωα, αλλά και παρασύρεται προς το έγκλημα μέσα από μια σειρά απίστευτων συμπτώσεων.

Θα έλεγε κανείς πως για όλα αυτά τα πρόσωπα υπάρχει ένας κοινός από μηχανής Θεός που… αποκοιμήθηκε και ποτέ δεν πρόκειται να εμφανιστεί για να περισώσει το παραμικρό. Σε ένα ντόμινο, άλλωστε, ποιος είναι ικανός να σταματήσει την πτώση μέχρι τέλους, ειδικά από τη στιγμή που όλα τα πιόνια βαραίνουν από ενοχές και πράξεις αμαρτίας; Ούτε καν αυτός ο φτερωτός Θεός του Έρωτα δε μπορεί να αποτρέψει την εξέλιξη της πλοκής, κι ας δηλώνουν ερωτευμένα και πιστά όλα τα ζευγάρια των χαρακτήρων. Εδώ, το έπαθλο της αγάπης μπορεί να είναι μονάχα ο ευνουχισμός (φυλάκιση) ή ο αλύτρωτος θάνατος που σου λέει πως η δύναμη της αγάπης δε μπορεί να διώξει το σκοτάδι. Από μια εισαγωγή σε μαύρο και άσπρο, η νύχτα φέρνει μαζί της μονάχα σκιερά συναισθήματα και ο Μαλ επιλέγει σαν αγαπημένο του «ήρωα» το σκοτάδι, το οποίο ζευγαρώνει ιδανικά με τις κατάμαυρα moody, jazzy συνθέσεις του Μάιλς Ντέιβις και τονίζει τις ειρωνικές συμμετρίες της πλοκής καθ’ οδόν προς την καταστροφή. Το φως της επόμενης μέρας δε θα φέρει ούτε τη φυγή ούτε τη σωτηρία. Απλά, οι αστυνομικοί ντετέκτιβ θα προσπαθήσουν να διαλευκάνουν ένα κουβάρι από απίστευτες συμπτώσεις και πταίσματα

που προκάλεσαν, αρχικά, τα βέλη του έρωτος. Που μέχρι να σε φτάσουν στο «ρετιρέ», στο απόγειο του πάθους, αμοιβαίου ή μη, μπορούν να σε στείλουν πρώτα στον κάτω κόσμο από ακατάσχετη αιμορραγία…

Δεν είναι ανάγκη να επαινέσω ξεχωριστά τους συντελεστές αυτής της ταινίας, μιας και η διαχρονική της αξία είναι δεδομένη. Ξεκάθαρα αγέραστο, το «Ασανσέρ για Δολοφόνους» μπορεί να μας χαμογελά με φονική χλεύη ανά πάσα στιγμή, να κλείνει το μάτι στους ερωτευμένους (μονάχα επειδή τους το «μαύρισε») και να κλέβει το φως από το λευκό πανί της μεγάλης οθόνης -όσο υπάρχουν θερινά. Χωρίς να σου πουλάει τέχνη, μιζέρια, ξεπερασμένες κουλτούρες και τις όποιες θεωρίες. Επιβιβαστείτε χωρίς να τσεκάρετε όριο ατόμων ή βάρους. Είπαμε. Από το 1958, αλλά σα να μην έχει αλλάξει τίποτα…

Athens Voice

Ο Μαλ δημιουργεί ονειρικό κλίμα

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Λουί Μαλ είναι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μία θαυμαστή άσκηση ύφους στο είδος του φιλμ νουάρ, που τον καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της nouvelle vague και της γαλλικής κινηματογραφίας.

Στην αναβράζουσα εκείνη εποχή των γοργών ιδεολογικών και πολιτικών εξελίξεων το κοινωνιολογικό σχόλιο δεν θα μπορούσε να απουσιάζει και έτσι όλοι οι χαρακτήρες επενδύονται με επιπλέον νοήματα και σημασίες, προκειμένου να επιτρέψουν στον Μαλ να το αρθρώσει κινηματογραφικά.

Η πλοκή της ιστορίας ακολουθεί τρεις διαδρομές, που ο Μαλ αφηγείται παράλληλα. Το πάθημα κατ’ αρχάς του Ζουλιέν που παγιδεύεται στο ασανσέρ (ο υπαρξιακός δηλαδή εγκλωβισμός ενός πρώην ήρωα του πολέμου που σε καιρό ειρήνης προδίδει τις αρχές του για να υπηρετήσει έναν διεφθαρμένο καπιταλιστή και να μετάσχει έτσι της «μεγάλης ζωής»), την πορεία δύο ανώριμων νέων ανθρώπων (που πίσω από την δήθεν ρομαντική και επαναστατική οπτική τους -ο μικρός δεν πίνει το ποτό με τους Γερμανούς ως ένδειξη πολιτικής διαμαρτυρίας- κρύβεται επίσης ο πόθος της «μεγάλης ζωής»), την αναζήτηση τέλος του Ζουλιέν από τη Φλοράνς (την αναζήτηση του έρωτα ως λυτρωτική φυγή από τον συμβιβασμό στην ασφάλεια του χρήματος και της κοινωνικής ισχύος που επέλεξε και αυτήν, με το να παντρευτεί τον έμπορο όπλων).

Ο ρομαντισμός των νέων είναι ρηχός, ανερμάτιστος, ένα απλό και «απενοχοποιητικό» προκάλυμμα για τον υλισμό των βαθύτερων επιθυμιών τους (καυστικό σχόλιο για την επαναστατημένη μεταπολεμική γενιά). Ο Ζουλιέν και η Φλοράνς, είναι οι ώριμοι εκφραστές, οι ένσαρκες υλοποιήσεις αυτών των επιθυμιών και επομένως τα κρυφά τους ινδάλματα (εποφθαλμιούν το αυτοκίνητο του Ζουλιέν και ότι αυτό συμβολίζει κοινωνικά). Όλοι τους λοιπόν είναι ένοχοι για την «άνευ όρων παράδοση» και το ξεπούλημά τους στον κενό υλισμό του καπιταλισμού (μικρή σημασία έχει αν το φόνο των Γερμανών δεν τον έπραξε ο Ζουλιέν όπως γράφουν οι εφημερίδες) και επομένως πρέπει να τιμωρηθούν. Ο έρωτας που κυνηγούν με πάθος και από τον οποίον γραπώνονται απελπισμένα προκειμένου να εξιλεωθούν από το βάρος των ενοχών, εμφανίζεται ανίκανος εδώ να αποτρέψει την καθαρτική διαδικασία της τιμωρίας, για το έγκλημα που διέπραξαν κατ’αρχάς απέναντι στον εαυτό τους.

Οι παρεξηγήσεις, το τυχαίο, τα «παιχνίδια της μοίρας» εισβάλλουν κάθε τόσο ως σεναριακά τεχνάσματα, για να μπολιάσουν με αρκετές δόσεις τραγικότητας και ειρωνείας τα δρώμενα και τους χαρακτήρες. Οι όποιες αδυναμίες του φιλμ, υποσκελίζονται από το υπνωτικό και ονειρικό κλίμα που δημιουργεί ο Μαλ με τους φωτισμούς, τα κάδρα και τους χώρους (βλέπε την νυχτερινή περιπλάνηση της αμακιγιάριστης Ζαν Μορό στους δρόμους του Παρισιού), από την στοιχιωτική μουσική του Miles Davis (από τα πιο έξοχα σάουντρακ όλων των εποχών) και φυσικά από τον αγέραστο κοινωνικό προβληματισμό του, που παραμένει πιο επίκαιρος από ποτέ.

CineArt

Έξοχος συνδυασμός φωτογραφίας, δράματος,

αστυνομικού μυστηρίου και μουσικής

Ένας φόνος, ένα κλεμμένο αμάξι, δύο μοιραίοι εραστές και ένα ασανσέρ που ακινητοποιείται την πιο αναπάντεχη στιγμή, αποτελούν τους άξονες του καλοστημένου αυτού παιχνιδιού σκέψης.

Ένα film noir γνωστό όχι μόνο για τους καταξιωμένους συντελεστές του, αλλά και για το συνδυασμό φωτογραφίας, δράματος, αστυνομικού μυστηρίου και μουσικής είναι το Ascenseur pour l` échafaud. H Γαλλία του ΄50 παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο μέσα από την ιστορία της Florence Carala και του εραστή της Julien Tavernier που είχαν σκεφτεί το τέλειο έγκλημα, χωρίς να συνειδητοποιήσουν το γεγονός πως τελικά δεν υπάρχει τέλειο έγκλημα. Όταν, λοιπόν, ο Julien Tavernier, πρώην αλεξιπτωτιστής και νυν εργαζόμενος στην υπηρεσία του Simon Carala, συζύγου της Florence, πραγματοποιεί το έγκλημα σκοτώνοντας το σύζυγο, αναγκάζεται να γυρίσει στον τόπο του εγκλήματος για να συλλέξει τον γάντζο που είχε ξεχάσει να κρέμεται από το μπαλκόνι. Η τύχη τα φέρνει όμως έτσι ώστε ο ίδιος κλείνεται στο ασανσέρ, ένα νεαρό ζευγάρι του κλέβει το αυτοκίνητο και πραγματοποιούν με τη σειρά τους δύο νέους φόνους με το δικό του όπλο, ενώ η αγαπημένη του Florence νομίζει ότι την πρόδωσε και γυρίζει όλη τη νύχτα μέσα στη βροχή ψάχνοντας τα ίχνη του.

Το τέλος έρχεται μοιραίο για όλους όσους αναμείχτηκαν σε αυτήν την ιστορία και εδώ ακριβώς είναι ένα από τα ατού της ταινίας. Το κοινό συμπονά τους δολοφόνους εξαιτίας της κινηματογράφησης του Louis Malle και τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να σκιαγραφήσει την προσωπικότητα των ηρώων του. Η Florence και ο Julien Tavernier έκαναν το φόνο γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να ζήσουν την απόλυτη αγάπη τους. Και το νεαρό ζευγαράκι που έκλεψε το αυτοκίνητο του Julien και στη συνέχεια αναγκάστηκε να σκοτώσει ένα ζευγάρι Γερμανούς τουρίστες, έκανε ό,τι έκανε εξαιτίας της τρέλας της νιότης και του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου που δε λογαριάζει τίποτα. Και είναι τόσο τραγικά ένοχες και αθώες στον ίδιο βαθμό όλες αυτές οι ψυχές, που δεν μπορεί κανείς να μην τους λυπηθεί, παρά το γεγονός ότι είναι δολοφόνοι.

Μια ταινία με έξυπνο χιούμορ,

κομμάτι της κινηματογραφικής ιστορίας

Ο σκηνοθέτης Louis Malle, ένας από τους εκπροσώπους της Γαλλίας στη Nouvelle Vague της δεκαετίας 1950-1960, επεξεργάζεται τη νουβέλα του Noel Calef και γυρίζει με πραγματική δεξιοτεχνία της κάμερας μία ιστορία δράματος, θρίλερ και εγκλήματος. Χωρίς τη βοήθεια των εφέ, χωρίς ψεύτικους φωτισμούς και υπερβολικό μακιγιάζ των πρωταγωνιστών του, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα αξιόλογο αποτέλεσμα που κάνει τα όποια αρνητικά της υπόθεσης να φαίνονται σχεδόν ασήμαντα. Άλλωστε, ο Louis Malle είναι γνωστός για την άρτια δουλειά του (Au Revoir Les Enfants, 1987). Η σκηνοθεσία του, χωρίς γρήγορο ρυθμό, καταφέρνει να καθηλώνει τους θεατές στην οθόνη και χρησιμοποιεί με έξυπνο τρόπο την πραγματικά καταπληκτική τζαζ μουσική του Miles Davis στις σκηνές που δεν υπάρχουν διάλογοι, για να κρατήσει σε εγρήγορση την προσοχή των θεατών του.

Αυτή που ξεχωρίζει χωρίς άλλο ανάμεσα στους ερμηνευτές του είναι η μεγάλη ηθοποιός Jeanne Moreau στο ρόλο της τραγικής φιγούρας της Florence Carala. Πολλοί κριτικοί υποστηρίζουν πως ο Louis Malle είναι αυτός που ώθησε την Jeanne Moreau στην επιτυχία, ενώ άλλοι τον κατηγορούν πως θα μπορούσε να είναι αυτός που θα της κατέστρεφε την καριέρα, αφού απαγόρευσε το υπερβολικό μακιγιάζ που χρησιμοποιούσαν πάνω της οι τεχνικοί για να γράφει καλά στην κάμερα, αφού την κατηγορούσαν για έλλειψη φωτογένειας. Όπως και να έχει, ο χρόνος τον δικαίωσε για την επιλογή του και η Jeanne Moreau δεν μπορεί παρά να μείνει στην κινηματογραφική ιστορία γι’ αυτόν της το ρόλο.

Η ταινία έχει γίνει ήδη ένα κομμάτι της ιστορίας και αξίζει κανείς να τη ξαναθυμηθεί με νοσταλγία! Εκτός από το δράμα και το μυστήριο άλλωστε, το χιούμορ που υπάρχει σε αρκετές σκηνές της είναι ιδιαίτερα έξυπνο.

Cine.gr

Ώθησε τη νουβέλ βαγκ να βρει το ελεύθερο

στιλ της και να αψηφήσει τους κανόνες.

Ο Julien ακούει στο τηλέφωνο την αγαπημένη του Florence να του επαναλαμβάνει παθιασμένα το «σ’ αγαπώ»: Πρέπει να το επιβεβαιώσει γιατί θα διαπράξει έναν φόνο για να μπορέσει να την κάνει δικιά του (R. Ebert). Θα σκοτώσει τον σύζυγό της και εργοδότη του, πλούσιο έμπορο όπλων Simon, αλλά πρέπει να κρύψει το κίνητρό του πίσω από έναν τέλεια σκηνοθετημένο φόνο, που στις αρχές θα φανεί σαν αυτοκτονία. Αφού διαπράξει το φόνο, σπεύδει να συναντήσει τη Florence, αλλά απρόσεκτα αφήνει πίσω του ένα πειστήριο της ενοχής του. Πιστεύοντας ότι είναι κάτι που διευθετείται γρήγορα, αφήνει τα κλειδιά στο αμάξι του αλλά καθώς παίρνει το ασανσέρ, εγκλωβίζεται σε αυτό, όταν ο φύλακας του κτιρίου κλείνει το ρεύμα επειδή κανείς δεν εργάζεται πια στα γραφεία. Ένα ζευγάρι νέων, έτοιμοι για περιπέτεια και παρανομία, κλέβουν το αμάξι του, με το οποίο περνούν από το σημείο που η Florence τον περίμενε, και καθώς βλέπει την κοπέλα στη θέση του συνοδηγού, πιστεύει ότι ο εραστής της την παράτησε για μια άλλη γυναίκα.

Τα γαλλικά φιλμ νουάρ της δεκαετίας του 50 όπως αυτό, εγκαταλείπουν τις εμμονές στις αυστηρές φόρμες των παραδοσιακών ταινιών εγκλημάτων και δείχνουν «τρελά» πράγματα να συμβαίνουν στους χαρακτήρες που μοιάζουν σαν να αυτοσχεδιάζουν τη ζωή τους (R. Ebert). Αυτά είναι οι προπομποί της Nouvelle Vague, αφού αναδύουν έναν νέο ρεαλισμό (η Ζαν Μορό περιπλανιέται στο νυχτερινό Παρίσι αναζητώντας τον εραστή της, σε κοντινά πλάνα χωρίς μακιγιάζ και με φυσικό φωτισμό), που επιτείνεται από ένα τραχύ μοντάζ, που παραθέτει στυλιζαρισμένα πλάνα και έντονα συναισθήματα. Αυτό θα ωθήσει τη Nouvelle Vague να βρει το ελεύθερό της στυλ και να αψηφήσει τους κανόνες.

Παναγιώτης Κράββαρης (Σκηνοθέτης-Εικονολήπτης)

Το ασανσέρ της απογείωσης

και της καθήλωσης

Τι συμβαίνει όταν το ασανσέρ της μοίρας μπορεί από στιγμή σε στιγμή να σε απογειώσει στο ζενίθ του έρωτα και να σε καθηλώσει στο ναδίρ της τραγωδίας;

Την απάντηση θα την βρεις στο Ασανσέρ για Δολοφόνους!

Η γοητευτική κυρία Carala(Jeanne Moreau) σχεδιάζει με το έτερον ήμισυ, τον κύριο Tavernier(Maurice Ronet), τη δολοφονία του διάσημου επιχειρηματία και συζύγου Carala, ώστε οι δύο πρώτοι να ζήσουν ανεμπόδιστα τον έρωτα τους. Αρχικά όλα κυλούν κατ’ ευχήν. Στη συνέχεια όμως, καθώς ο κύριος Tavernier επιστρέφει για να αφανίσει τα πειστήρια του εγκλήματος, θα βρεθεί εγκλωβισμένος στο ασανσέρ του κτιρίου. Στο μεσοδιάστημα, νεαρό ζευγάρι κλέβει το αυτοκίνητο του κυρίου Tavernier. Και διαπράττει άθελα διπλό (φονικό) έγκλημα στο όνομα του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου. Και η υπόθεση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο για την αστυνομία.

Το Ascenseur pour l’échafaud είναι μια ιδιοφυής προέκταση του κλασσικού νουάρ. Ο προνομιούχος θεατής είναι γνώστης μιας μπλεγμένης ιστορίας που οι κινηματογραφικοί ήρωες καλούνται να εξιχνιάσουν. Οι φωτοσκιάσεις τρεμοπαίζουν μυστηριακά στα βαθιά κάδρα του Louis Malle, αναδύοντας μια γοητευτικά σκοτεινή ατμόσφαιρα. Ενώ οι Jazz τρομπέτα του Miles Davis αυτοσχεδιάζει και γεμίζει στιβαρά το κενό με την ανάλογη απόχρωση. Στα συν αξίζει να αναφέρουμε τη μοναδική ερμηνεία της Jeanne Moreau, η οποία υποδύεται με εξαιρετικά λεπτό τρόπο τον ρόλο της γυναίκας-αράχνης!

Η ταινία, ως ένα story που χρήζει ξεδιάλυνσης, μεταχειρίζεται μαεστρικά το τρίπτυχο είναι-έχειν-φαίνεσθαι. Άλλωστε ο (πάντα) επίκαιρος υποβιβασμός του είναι στο έχειν οδηγεί σε μια απατηλή φαινομενικότητα των πραγμάτων. Αρκεί να προσέξουμε πως ο σκηνοθέτης μεταχειρίζεται τη βροχή. Ακούμε διαρκώς μπουμπουνητά χωρίς να βρέχει. Οι αστραπές συνδέονται άχρονα με τα μπουμπουνητά, καθώς το φως προηγείται του ήχου. Ωστόσο και τα δύο αναφέρονται στο ίδιο φαινόμενο. Και επιπροσθέτως, σπάνια ο κεραυνός και η αστραπή συνδέονται με βροχόπτωση. Κάτι που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την ανεπάρκεια των αισθήσεων(όραση, ακοή, αφή) να οδηγούν με συνέπεια στην πραγματικότητα!

Παρατηρούμε πως το αρσενικό του νεαρού ζεύγους φορώντας και οδηγώντας τα αντικείμενα του Tavernier, αποκτάει και το όνομα του Tavernier. Επίσης η κυρία Carala ταυτίζει απατηλά το αυτοκίνητο (έχειν) με τον κύριο Tavernier (είναι). Το ίδιο πράττει και η αστυνομία. Που χρεώνει έναν διπλό φόνο στον Tavernier κρίνοντας αποκλειστικά απ τα αντικείμενα με τα οποία φέρεται να διαπράχθηκε ο φόνος. Έτσι η άστοχη ταύτιση του έχειν (αντικειμένων) με το είναι (ύπαρξη) οδηγούν σε μια απατηλά ψευδή φαινομενικότητα. Και τελικά, μόνο ένα αδιαπραγμάτευτο φωτογραφικό ντοκουμέντο μπορεί να φωτίσει την πραγματικότητα ως έχειν στους λοξοδρομημένους λογισμούς των ηρώων.

Cine-Theasi

Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

Λουί Μαλ (1932 –1995)

Ο Λουί Μαλ γεννήθηκε το 1932 και θεωρείται ως ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της γενιάς του. Σπούδασε στο Ινστιτούτο Ανωτέρων Σπουδών Κινηματογράφου στο Παρίσι – IDEC . Εκείνη την εποχή, ο νεαρός Λουί έδειχνε τα πρώτα δείγματα της καλλιτεχνικής του ιδιοφυίας, κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο από τον Ζακ Υβ Κουστό, ο οποίος και τον επέλεξε για βοηθό του στο υποβρύχιο φιλμ, «Ο κόσμος της σιωπής» – (1956). Το 1957, όταν η νουβέλ βαγκ, το νέο γαλλικό κύμα δηλαδή, έκανε προκλητικά την εμφάνιση της, ο Μαλ, γύρισε ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ, το «Ασανσέρ για δολοφόνους», με ρεαλιστική φωτογράφιση των φυσικών χώρων του Παρισιού και με υποβλητική μοντέρνα μουσική του Μάικλ Ντέιβς.

Από τότε, ο Μαλ έμεινε προσανατολισμένος προς το μοντερνισμό. Κάποιες φορές με μια επιφανειακή και επιπόλαιη, ίσως, έννοια των νέων τρόπων και της τρέχουσας κατάστασης που απαιτούσε η μόδα της εποχής και άλλοτε με μια οδυνηρή και συνειδητή διείσδυση των σημείων της κρίσης του ατόμου και της σύγχρονης κοινωνίας. Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το έργο του Λουί Μαλ έχει για κύριο χαρακτηριστικό μια θεματική και μορφολογική ποικιλία.

Ο βραβευμένος σκηνοθέτης αναζητούσε διαρκώς την αισθητική του πάθους, τις συνέπειες του απαγορευμένου έρωτα και τις παρεκκλίσεις των αισθήσεων. Ο Μαλ έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον και εστίασε το φακό και την προσοχή του στην εσωτερικότητα των ηρώων του, δείχνοντας, όπως έλεγε ο ίδιος, «ενδιαφέρον στους χαρακτήρες που καλούνται να αντιμετωπίσουν καταστάσεις, οι οποίες έχουν να κάνουν με το νόημα της ύπαρξής τους».

Ο Λουί Μαλ, που πέθανε το 1995 υπήρξε ερωτικός, αισθησιακός, τρυφερός, νοσταλγός της αθωότητας, σαρκαστής των φαντασμάτων του παρελθόντος, αφηγηματικός, ρομαντικός και ρεαλιστής, επικός και λυρικός την ίδια στιγμή. Καταπιάστηκε με καυτά θέματα, όπως είναι η αιμομιξία: «Το φύσημα της καρδιάς», με την παιδική πορνεία: «Η κουκλίτσα της Νέας Υόρκης», με το φαινόμενο του ναζισμού: «Επώνυμο Λακόμπ, όνομα Λουσιέν», με το Μάη του ’68 «Ο Μιλού το Μάη» και με άλλα θέματα που απασχόλησαν και συνεχίζουν να απασχολούν τον κόσμο.

Από τα έργα του ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ταινίες του: «Η φλόγα που τρεμοσβήνει»,η «Ζαζί στο μετρό»,»Οι εραστές»,»Ατλάντικ Σίτι» και το προτελευταίο του έργο «Μοιραίο Πάθος», με τους Τζέρεμι Αϊρονς και Ζιλιέτ Μπινός.

Φιλμογραφία

1994 Ο Βάνια στο Μπρόντγουεϊ

1992 Μοιραίο Πάθος

1990 Ο Μιλού τον Μάη

1987 Αντίο παιδιά

1986 God’s Country (ντοκ.)

1985 Alamo Bay

1984 Crackers

1981 My Dinner with Andre

1980 Atlantic City

1978 Η κουκλίτσα της Νέας Ορλεάνης

1976 Close Up (ντοκ. μ.μ.)

1975 Black Moon

1974 Place de la république (ντοκ.)

1974 ΕπώνυμοΛακόμπόνομαΛυσιέν

1974 Humain, trop humain (ντοκ.)

1971 Φύσημα στη καρδιά

1969 Calcuta (ντοκ.)

1968 Στον ίλιγγο της ακολασίας

1967 Ο κλέφτης

1965 Βίβα Μαρία

1963 Η φλόγα που τρεμοσβήνει

1962 Ιδιωτική ζωή

1960 Δύο μάτια είδαν πολλά

1958 Οι εραστές

1958 Ασανσέρ για δολοφόνους

1956 Ο κόσμος της σιωπής

1954 Station 307

1953 Crazeologie

Η ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ

Ζαν Μορό (1928-)

Από τις μεγάλες «ντίβες» του γαλλικού σινεμά, μία από τις αγαπημένες ηθοποιούς του αείμνηστου Θόδωρου Αγγελόπουλου (εξ ου και η συμμετοχή της στο Μετέωρο Βήμα του Πελαργού.

Γεννήθηκε στο διάστημα του μεσοπολέμου. Ο πατέρας της διαχειριζόταν ένα ζυθοποιείο στο Παρίσι, ενώ η Αγγλίδα μητέρα της ήταν χορεύτρια. Αφού έζησε τα πρώτα παιδικά της χρόνια στο Βισύ, τελειώνει το σχολείο στο Παρίσι και κάνει μαθήματα θεάτρου με τον τότε πρύτανη της Comédie-Française, Ντένις ντ’Ινές. Έξι μήνες αργότερα, μπαίνει στη δραματική σχολή Παρισιού. Το 1949, παντρεύεται τον γνωστό σκηνοθέτη Ζαν-Λουί Ρισάρ και γεννά τον γιό τους, τον Ζερόμ Ντυβόν, μια μέρα μετά το γάμο τους. Παίρνει διαζύγιο το 1951, ενώ την ίδια χρονιά τη… βάζει στο μάτι ο Όρσον Γουέλς, έχοντας θαυμάσει τις υποκριτικές της ικανότητες, τις οποίες είχε πρωτοφανερώσει ένα χρόνο νωρίτερα στη θεατρική παράσταση «Τα υπόγεια του Βατικανού» του Αντρέ Ζίντ, ερμηνεύοντας τον ρόλο μιας μικρής πόρνης. Και ήταν ο ρόλος αυτός που την έβαλε εξώφυλλο στο περιοδικό «Παρί Ματς» και της χάρισε τα συγχαρητήρια του Πολ Λεοτό.

Στη συνέχεια παίρνει άλλον έναν ρόλο πόρνης, σε μία επανέκδοση του «Οθέλλου», με τον Εμέ Κλαριόν στον επόνυμο ρόλο. Εκεί την ανακαλύπτει ο Ορσον Γουέλς, ο οποίος ετοιμάζει τη κινηματογραφική έκδοση της παράστασης. Το 1956, ενώ παίζει στη «Λυσσασμένη γάτα» του Τέννεσι Γουίλιαμς, γνωρίζει τον Λουί Μαλ που ετοιμάζει το Ασανσέρ για δολοφόνους και τον σεναριογράφο Πολ Νιμιέ που την συστήνει στον Πολ Μοράν.

Το 1958, συναντά τον Φρανσουά Τρυφό, ο οποίος ετοιμάζει τη ταινία του «Απολαύστε το κορμί μου,» στην οποία θα πρωταγωνιστήσει η Μορό το 1962. Μετά την επιτυχία της ταινίας, συνδέεται με δυνατή φιλία με την Αναΐς Νίν και εν συνεχεία με τους Πίτερ Μπροοκς, Τένεσσι Γουίλιαμς και Χένρι Μίλλερ.

Το 1977, ύστερα από ένα δεύτερο γάμο δίχρονης διάρκειας με τον αμερικάνο σκηνοθέτη Ουίλιαμ Φρίντκιν, μετακομίζει στη Νέα Υόρκη. Εκεί ανακαλύπτει το μυθιστόρημα της Τζόυς Κάρολ Όουτς, «Solstice», που διηγείται την ιστορία μιας φιλίας ανάμεσα σε δύο γυναίκες πάνω στο οποίο η Ζαν Μορό θέλει να βασίσει την επόμενη ταινία της. Τα στούντιο της Γουόλτ Ντίσνεϊ όμως απορρίπτουν την πρόταση, κρίνοντας ότι το σενάριο διαπραγματεύεται μεταμφιεσμένο ομοφυλοφιλικό περιεχόμενο.

Το 1998, λαμβάνει απο τα χέρια της Σάρον Στόουν ένα τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο της καριέρας της. Είναι η υψηλότερη τιμή που αναθέτει η Ακαδημία σε διεθνή ηθοποιό.

Από το 2003, η Ζάν Μορό συμμετέχει ενεργά ως πρόεδρος και χορηγός στο Διεθνές Φεστιβάλ Νέων Σκηνοθετών της Ανζέρ. Το 2005 δημιουργεί μια σχολή κινηματογράφου για νέους σκηνοθέτες που επιθυμούν να τελειοποιήσουν τις τεχνικές τους. Προήχθη στο βαθμό του διοικητή του Εθνικού Τάγματος της Αξίας το 2007.

Το 2008, με την ευκαιρία των ογδόντα χρονών της, δέχεται ένα Super-Ceasar, αφιέρωμα στη καριέρα της. Ασχολείται επίσης με γαλλικό τραγούδι, και τελευταία, σε συνεργασία με τον Ετιέν Νταό το 2010.

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

Deux de la Vague – Δύο ή Τρία Πράγματα που Ξέρω γι` Αυτούς (2010)

Visage – Ενοχα Πρόσωπα (2009)

Disengagement – ΒίαιηΑπόσυρση (2007)

Go West – Πήγαινε Δυτικά (2005)

Le Temps qui Reste – Ο Χρόνος που Απομένει (2005)

EverAfter – Παραμυθένιος Ερωτας (1998)

Al Di la Delle Nuvole – Πέρα από τα Σύννεφα (1995)

Map of the Human Heart – Περιπέτεια στον Παγωμένο Βορρά (1993)

Bis ans Ende der Welt – Μέχρι το Τέλος του Κόσμου (1991)

ΤοΜετέωροΒήματουΠελαργού – The Suspended Step of the Stork (1991)

Nikita – Νικίτα (1990)

Querelle – ΟΚαυγατζής (1982)

Mr. Klein – Μίστερ Κλάιν (1976)

The Last Tycoon – Ο Τελευταίος των Μεγιστάνων (1976)

Histoire Immortelle – Αθάνατη Ιστορία (1968)

La Mariee Etait en Noir – Η Νύφη Φορούσε Μαύρα (1968)

Campanadas a Medianoche – Οι Καμπάνες του Μεσονυχτίου (1965)

Le Journal d`une Femme de Chambre-ΤοΗμερολόγιομιαςΚαμαριέρας (1964)

The Train – ΤοΤρένο (1964)

The Yellow Rolls-Royce – ΗΚίτρινηΡολς-Ρόις (1964)

LeFeuFollet – Η Φλόγα που Τρεμοσβήνει (1963)

The Victors – Οι Νικητές (1963)

Eva – Εύα (1962)

JulesetJim – Απολαύστε το Κορμί μου (1962)

LeProces – Η Δίκη (1962)

LaNotte – Η Νύχτα (1961)

Une Femme est Une Femme – Η Κυρία Θέλει Ερωτα (1961)

LesLiaisonsDangereuses – Επικίνδυνες Σχέσεις (1959)

Les Quatre Cents Coups – Τα 400 Χτυπήματα (1959)

Ascenseur pour l`Echafaud – Ασανσέρ για Δολοφόνους (1958) Ηθοποιός ….Florence Carala

La Reine Margot – ΒασίλισσαΜαργκό (1954)

Όταν η Μορό ξανασυνάντησε

τον Θ. Αγγελόπουλο

Ήταν το 1997, όταν το Φεστιβάλ Καννών ζήτησε από βραβευμένους με Χρυσό Φοίνικα δημιουργούς να δημιουργήσουν ο καθένας το δικό του φιλμάκι αφιερωμένο στο σινεμά για να γιορτάσουν μαζί τα 60ά γενέθλια του Φεστιβάλ. Το αποτέλεσμα ήταν μια συλλογή από 34 μικρού μήκους ταινίες, τριών λεπτών διάρκεια η κάθε μια από 36 σκηνοθέτες (ανάμεσά τους ο Ραούλ Ρουίζ, ο Μάικλ Τσιμίνο, ο Γκας Βαν Σαντ, ο Μανοέλ Ντε Ολιβέιρα, ο Ρομάν Πολάνσκι,

ο Λαρς φον Τρίερ και άλλοι), εκπροσωπώντας 25 χώρες και εκφράζοντας -χωρίς κανέναν περιορισμό- τη διανοητική τους κατάσταση τη δεδομένη στιγμή εμπνευσμένη από την κινηματογραφική αίθουσα.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος (βραβευμένος το 1997 με το Χρυσό Φοίνικα για το «Μία Αιωνιότητα και Μια Μέρα») επέλεξε για τα δικά του «Τρία Λεπτά» -όπως ονομάζεται και το φιλμ -να ξανασυναντηθεί με την Ζαν Μορό (είχε πρωταγωνιστήσει στο «Μετέωρο Βήμα του Πελαργού») και μαζί να «αναζητήσουν» τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, τιμώντας έτσι έναν από τους αγαπημένους ηθοποιούς του σκηνοθέτη αλλά και έναν αγαπημένο συνεργάτη της Μορό.

Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ

Μάιλς Ντέιβις (1926-1991)

O Miles Davis ήταν ένας διορατικός άνθρωπος. Μια σπουδαία προσωπικότητα στη ιστορία της τζαζ. Γεννήθηκε στης 29 Μαίου του 1926 στο ΄Αλτον του Ιλινόις, μια μικρή κωμόπολη στην πάνω μεριά του ποταμού Μισισιπή, κάπου 25 μίλια βόρεια από το ανατολικό Σαιντ Λούις, από ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν οδοντίατρος και η μητέρα του, μια όμορφη γυναίκα, πιανίστρια των μπλουζ. Το πρώτο του σχολείο ήταν το Τζων Ρόμπινσον για να συνεχίσει στο γυμνάσιο Λίνκολν, όπου ο δάσκαλος μουσικής Έκγουντ Μπιουκάναν, του έκανε μαθήματα τρομπέτας, έχοντας καταλάβει πόσο επιτακτική ήταν η ανάγκη του να παίξει. Έκανε τοπικές περιοδείες με τη μπάντα του Billy Eckstine όταν ήταν ακόμα στο γυμνάσιο. Το 1944 πήγε στη Ν.Υ. προφασιζόμενος σπουδές στο Julliard School of Music, αλλά ο αληθινός στόχος ήταν να δουλέψει μαζί με τον Charlie Parker και Dizzy Gillespie. Αναρριχήθηκε πάρα πολύ γρήγορα μαθαίνοντας από αυτούς τους δύο σπουδαίους ανθρώπους της τζαζ, και έγινε δεξιοτέχνης της τρομπέτας και του φλούγκελχορν, παραμένοντας στην μπάντα του Parker για 3 χρόνια.

Το 1949 φτιάχνει μια δικιά του ορχήστρα που πήρε το όνομα «Miles Davis All Stars» θέτοντας τη τζαζ σε νέα κατεύθυνση. Ήταν η πρώτη φορά που εμφανιζόταν σαν επικεφαλής ορχήστρας. Μαζί με τον Gil Evans έφτιαξε μια μπάντα 9 ατόμων χρησιμοποιώντας μη παραδοσιακά όργανα της τζαζ, όπως το κόρνο και τη τούμπα. Εφεύρε ένα πιο χαμηλότονο στιλ, που γνώρισε στον κόσμο σαν ήρεμη τζαζ (cool jazz). Αυτό το στιλ επηρέασε μεγάλο αριθμό γκρουπ που έπαιζαν στη δυτική ακτή. Οι ηχογραφήσεις στη Capitol Records που βγήκαν με τον τίτλο «The Birth of the Cool» το 1949 προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση. Στο γκρουπ συμπεριλαμβάνονταν επίσης και οι Lee Konitz, Gerry Mulligan και Max Roach. Ο Μάιλς έφερνε νέα πράγματα τόσο σε επίπεδο ήχου όσο και σε επίπεδο οργάνωσης του γκρουπ που ενοχλούσαν πολλούς, όπως το να φέρνει μουσικούς κάθε εθνικότητας. Ο ίδιος έλεγε ότι, θα έδινε δουλειά και σε έναν άνδρα με πράσινο δέρμα μόνο αν μπορούσε να παίξει το σαξόφωνό του τόσο καλά όσο και ο Lee Konitz. Μετά από πάλη τεσσάρων ετών με τα ναρκωτικά, κατάφερε να βγει νικητής, επηρεασμένος από την αυτοπειθαρχία του μποξέρ Sugar Ray Robinson.

«Ήταν πάντοτε ένα δώρο για μένα να ακούω μουσική με τον τρόπο που την ακούω. Δεν ξέρω από που έρχεται αυτό ξέρω όμως ότι είναι εκεί και δε το ψάχνω».

Μετά από μια φανταστική εμφάνιση στο κλασικό Round Midnight του Thelonious Monk’s στο φεστιβάλ Newport Jazz Festival, ο Μάιλς έγινε περιζήτητος. Σχημάτισε ένα κουιντέτο με τους: John Coltrane, Red Garland, ‘’Philly Joe’’ Jones, και Paul Chambers. Ο Μάιλς είχε το χάρισμα να ακούει βαθιά μέσα του τη μουσική και να κατασταλάζει στο στιλ που ήθελε. Τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’50 έκανε διάσημη τη Modal Jazz ανοίγοντας νέους δρόμους για μια ακόμα φορά, ηχογραφώντας δύο από τα κλασικότερα άλμπουμ όλων των εποχών στην ιστορία της τζαζ, το «Milestones» το 1958 και το «Kind of Blue» το 1959. Εν συνεχεία τα άτομα του γκρουπ χωρίστηκαν για να φτιάξουν τα δικά τους σημαντικά σχήματα που έγραψαν με τη σειρά τους τη δική τους ιστορία στο χώρο της τζαζ, όπως: ο John Coltrane, ο Cannonball Adderly, ο Red Garland, ο ‘’Philly’’ Jo Jones, ο Bill Evans, ο Wayne Shorter, ο Joe Zawinul, ο Keith Jarrett, ο Tony Williamw, ο Herbie Hancock, ο John McGlaughlin, ο Chick Corea, ο John Scofield, ο Kenny Garrett, ο Mike Stern και ο Bob Berg.

Το 1955 σε μια περιοδία του στο Παρίσι γνωρίζεται (μέσω της Ζυλιέτ Γκρεκό) με τον Λουί Μαλ ο οποίος του ζητάει να γράψει τη μουσική για την ταινία «Ασανσέρ για δολοφόνους». Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1958 από την Κολούμπια με τον τίτλο Jazz Track. Ήταν η πρώτη φορά που ο Μάιλς καταπιάνεται με μουσική για τον κινηματογράφο και μάλιστα με τόση επιτυχία. Θα ακολουθήσουν και άλλες όπως η Siesta (1987) της Mary Lampert σε συνεργασία με τον Marcus Miller (δίσκος αφιερωμένος στον Gil Evans).

Μια από της σπουδαιότερες συνεργασίες του Μάιλς ήταν εκείνη με τον Gil Evans, καρπός της οποίας ήταν το «Sketches of Spain» το 1967, (ο δίσκος προέκυψε από τη σύνθεση του Χουακίν Ροντρίγκο, «Concierto de Aranjuex») στο οποίο ο Μάιλς παίζει ισπανικό φλαμένκο συνεπικουρούμενος από ορχήστρα, ο τόνος του είναι τόσο όμορφος που ακούγεται σαν η τρομπέτα να τραγουδάει από μόνη της. Μετά από πειραματισμούς με διάφορα γκρουπ για 3 χρόνια ο Μάιλς διανύοντας την τέταρτη δεκαετία της ζωής του δημιούργησε ένα γκρουπ μουσικών φέρνοντας για άλλη μια φορά νέες ιδέες στο χώρο της τζαζ. Το 1963 έφτιαξε το δεύτερο μυθικό κουιντέτο με τους: Wayne Shorter, Herbie Hancock, Ron Carter, και τον δεκαεξάχρονο Tony Williams. Για 5 χρόνια το γκρουπ αυτό άνοιξε νέους ορίζοντες βάζοντας ανεξίτηλα τη σφραγίδα του στη μουσική τζαζ. Το 1968 ο Μάιλς έφερε το Joe Zawinul και άρχισε να πειραματίζεται με ηλεκτρικά όργανα. Έφτιαξε το κλασικό «In a Silent Way» το 1967 και ένα χρόνο αργότερα πρόσθεσε το βρετανό κιθαρίστα John McGloudhlin και αντικατέστησε τον Tony Williams (που έφυγε για να φτιάξει τη δική του μπάντα) με τον Jack DeJohnette, βάζοντας τη τζαζ σε νέα κατεύθυνση με το δίσκο «Bitches Brew» το 1969 στον οποίο ένωσε τη μουσική ροκ με τη τζαζ εισχωρώντας στα μονοπάτια της ηλεκτρονικής μουσικής. Αυτός ο δίσκος εξαπέλυσε την πρώτη βολή για την επαναστατική ένωση και πήγε τη τζαζ σε ένα καινούργιο επίπεδο διασημότητας πουλώντας πιο γρήγορα από κάθε άλλο άλμπουμ στην ιστορία της τζαζ. «Αυτά που παίξαμε στο «Bitches Brew» δεν μπορείς να τα γράψεις για να τα παίξει ορχήστρα. Όλη η ηχογράφηση ήταν ένας αυτοσχεδιασμός», σημειώνει στην αυτοβιογραφία του ο Μάιλς.

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70 συνέχισε να πειραματίζεται με ηλεκτρικά όργανα. Το 1976 ο συνδυασμός κακής υγείας και χρήσης κοκαΐνης καθώς και η απώλεια έμπνευσης είχε σαν αποτέλεσμα την αποχώρησή του για 3 χρόνια από τη μουσική σκηνή. Καταφέρνοντας να ελέγξει τη χρήση κοκαΐνης επανήλθε φτιάχνοντας μια σειρά δίσκων, ανοίγοντας νέους ορίζοντες, μη επαναπαυόμενος στις δάφνες του και στην παλιά του μουσική. Άρχισε να πειραματίζεται πιο πολύ με σινθεσάιζερ κάνοντας χρήση των τεχνικών δυνατοτήτων του στούντιο στις ηχογραφήσεις του. Κέρδισε μια σειρά βραβείων Grammy τη δεκαετία του ’80 και συνέχισε να ανακαλύπτει ομότεχνούς του όπως ο Garrett Stern και ο Berg.

Ο Μάιλς Ντέιβις πέθανε το 1991 αφήνοντας ένα σημαντικότατο έργο που σφράγισε ανεξίτηλα την ιστορία της τζαζ.

ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΤΑΙ

ΡΙΒΙΕΡΑ

από Πέμπτη 1/08 έως Τετάρτη 7/08 καθημερινά στις 21:00 & 23:00

(Βαλτετσίου 46, Εξάρχεια, Τηλ.: 2103837716)

ΖΕΦΥΡΟΣ

από Πέμπτη 1/08 έως Τετάρτη 7/08 καθημερινά στις 21:00 & 23:00

(Τρώων 36 , Άνω Πετράλωνα – Θησείο, τηλ. επικοινωνίας : 2103462677)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: