Τα πάρα πολλά τούβλα και το συνδετικό υλικό του «Τοίχου» | Μαντζάνας Θάνος : Κριτική Προσέγγιση Roger Waters THE WALL ΟΑΚΑ 31 7 2013

waters

02.08.2013

«Πρόσεχε, μην κοιτάς ολόγυρα και να είσαι κοντά μου», λέει η κυρία με το ξεβαμμένο τζιν, τα ψηλοτάκουνα σανδάλια και το ξανθό μαλλί από το κομμωτήριο σε ένα αγόρι γύρω στα δέκα τρία – δέκα τέσσερα καθώς στέκονται στην ουρά έξω από μια πύλη του ΟΑΚΑ…  Και ο τρόπος που εκείνο κοιτάει την μητέρα του δεν μπορεί παρά να σου φέρει στο μυαλό έναν στίχο από ένα τραγούδι (to «Mother» προφανώς!) του έργου που έχουν πάει για να παρακολουθήσουν τον δημιουργό του να παίζει ζωντανά λίγη ώρα αργότερα: «Η μαμά πάντοτε θα μαθαίνει πού ήσουν»…Θα ήταν αδύνατο να μην σου συμβεί αυτό καθώς δεν μπορείς παρά να ακούσεις ξανά από τους αντίστοιχους δίσκους – ακόμα και γρήγορα και εν είδει υπενθύμισης – κάποια έστω από τα τραγούδια που πρόκειται να ακούσεις σε μια συναυλία λίγο μετά, ανεξάρτητα από το αν και πόσοι άλλοι το κάνουν. Το έκανες και θα το κάνεις πάντα, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για την ζωντανή εκτέλεση ενός album των Pink Floyd, του συγκροτήματος που (μαζί με τους Doors) ήταν το πλέον αγαπημένο σου κατά την διάρκεια των γυμνασιακών χρόνων, όταν ακόμα δεν μπορούσες ούτε καν να φανταστείς ότι το να γράφεις για μουσική θα ήταν αυτό το οποίο θα έκανες στην ζωή σου. Γιατί οι εφηβικές αναμνήσεις μπορεί να ξεθωριάζουν, κάποτε ακόμα και να σβήνουν, αυτό όμως δεν ισχύει ποτέ για τα πνευματικά και διανοητικά ερεθίσματα που δέχτηκες σε εκείνη την ηλικία και σε μεγάλο βαθμό καθόρισαν και την συνέχεια της ζωής σου.

«Τρέξε σα να σε κυνηγάει ο διάβολος»

Είναι όμως ακριβώς η εμπειρία τόσων χρόνων και η ασφάλεια που δίνει η χρονική απόσταση – μαζί φυσικά με την επισταμένη και επί πολλές φορές μελέτη του – που σε κάνουν σίγουρο για το ότι μπορείς πια να τοποθετήσεις το «The Wall» στις αληθινές του διαστάσεις. Αυτό που έκανε στο εν λόγω έργο των Pink Floyd ο Roger Waters επί της ουσίας ήταν να κατονομάσει και να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει, έστω θεωρητικά, τους πάσης φύσεως θεσμούς και παράγοντες (οικογένεια, εκπαιδευτικό σύστημα, μιλιταρισμός, ακόμα και το νομικό σύστημα με τις στρεβλώσεις του, εμπορευματοποίηση της ζωής, προσωπική και συλλογική αποξένωση, μόνον η οργανωμένη θρησκεία του διέφυγε για κάποιο λόγο) που αποτελούν τροχοπέδη για τον σύγχρονο άνθρωπο στον δρόμο του προς το ύψιστο αγαθό, αυτό της ελευθερίας. Και αν σε πρώτη ανάγνωση δεν τα έβαλε άμεσα με το πολιτικό σύστημα, πιο συγκεκριμένα την εκάστοτε εξουσία, την κατάχρηση και τις αυθαιρεσίες της, στην πράξη το έκανε και αυτό διαμέσου όλων των προαναφερθέντων, γεγονός που εκφράστηκε με τον πλέον γλαφυρό τρόπο με τα περιώνυμα πλέον μαυροκόκκινα σφυριά του σπουδαίου σκιτσογράφου Gerald Scarfe ο οποίος είχε εικονογραφήσει τόσο το διπλό album όσο και τις ζωντανές παραστάσεις του έργου. Το μήνυμα ήταν απλούστατο μεν μα και σαφέστατο, είναι όλοι εκείνοι οι –ισμοί της καθημερινότητας (ρατσισμός, σεξισμός μα και ο λανθάνων προσωπικός φασισμός) που συνενώνονται στον κρατικό απολυταρχισμό και/ή στον ωμό και απροκάλυπτο πολιτικό φασισμό και εμποδίζουν τον άνθρωπο από το να απελευθερωθεί πραγματικά.

Με μια κουβέντα ο Waters στο «The Wall» κυριολεκτικά τα έβαλε με «θεούς και δαίμονες» και, όσον αφορά στους τελευταίους, πριν απ’ όλους με τους προσωπικούς του. Γιατί εκτός βέβαια από τα να είναι ένα μυθοπλαστικό πόνημα αυτή η rock opera δεν είναι απλά αυτοβιογραφική για τον δημιουργό της αλλά εμπεριέχει όλες του τις ανθρώπινες αδυναμίες και, ακόμα περισσότερο, τις έμμονες του (η σχεδόν ψύχωση του με την έλλειψη ανδρικού προτύπου καθώς έμεινε ορφανός από πατέρα πολύ μικρός, η συνακόλουθη σχέση αγάπης – μίσους με την μητέρα του η οποία με την σειρά της διαμόρφωσε την καχυποψία, ίσως ακόμα και έναν κάποιο μισογυνισμό, με την οποία βλέπει τις υπόλοιπες γυναίκες και η μόνιμη αίσθηση απομόνωσης που τον διακατέχει είναι οι κυριότερες από αυτές).

«Κενοί χώροι»

Συνοπτικά το «The Wall» ήταν ένα έργο τόσο φιλόδοξο ως σύλληψη όσο και μεγαλόπνοο, δυστυχώς όμως όχι τόσο πολύ το δεύτερο ώστε να μπορέσει να σηκώσει το βάρος και να ανταποκριθεί στο πρώτο, με άλλα λόγια είναι ένα άνισο έργο. Ενα από τα σημαντικότερα των Pink Floyd πέραν πάσης αμφιβολίας επ’ ουδενί όμως το καλύτερο τους, για πολλούς και ποικίλους λόγους η θέση αυτή ανήκει δικαιωματικά στο «The Dark Side Of The Moon» του 1973…Και είναι αυτή μάλλον η ανισότητα του η οποία το έκανε να είναι με περισσότερους από έναν τρόπους σημαδιακό και πριν απ’ όλους για τους ίδιους τους συντελεστές του. Ανεξαρτήτως τελικού αποτελέσματος η σύλληψη κάτι τόσο σύνθετου – για τα δεδομένα της εποχής και όχι μόνο – όσο το «The Wall» ήταν η κορυφαία δημιουργική στιγμή του Waters, μετά από αυτό οι Pink Floyd ήταν πολύ «μικροί» για εκείνον μα αντίστοιχα δεν υπήρχε πλέον θέση και για τον ίδιο στο γκρουπ του οποίου ήταν ηγέτης καθώς το είχε με κάθε τρόπο υπερβεί. Στην ουσία λοιπόν το «The Wall» σηματοδότησε και το τέλος των P. F., δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το ακολούθησε μόνο το απελπιστικό «άχρωμο» «The Final Cut» του ’83 πριν την οριστική και αμετάκλητη αποχώρηση του Waters και το ότι το συγκρότημα συνέχισε να υπάρχει τυπικά μέχρι και το ’94 οφείλεται αποκλειστικά στο πείσμα – και ίσως και σε μιαν άδηλη μα και πολύχρονη ζήλια…- του David Gilmour.

Όπως αποδείχθηκε όμως το «The Wall» τελικά υπερέβαινε ακόμα και τον ίδιο τον δημιουργό του…Δεν είναι επίσης συμπτωματικό ότι η πορεία του στη συνέχεια περιλάμβανε μόλις τρεις δίσκους οι οποίοι κατά σειρά είχαν ως κεντρικό θέμα τους την κρίση της μέσης ηλικίας, τον μονεταρισμό/υλισμό και την κυριαρχία στην δημόσια ζωή των media και την διαστρέβλωση των γεγονότων που αυτά kάνουν, άπαντα ζητήματα με τα οποία είχε ασχοληθεί και στο «The Wall». Επρεπε να περάσουν δέκα τρία ολόκληρα χρόνια για να κυκλοφορήσει ένα τέταρτο προσωπικό album το ’05 που δεν ήταν παρά η μελοποίηση ενός λιμπρέτου που έγραψε ένα ζευγάρι Γάλλων φίκων του για την… Γαλλική Επανάσταση. Ούτε ποσοτικά ούτε ποιοτικά δηλαδή αυτό που θα περίμενε κάνεις από τον «εγκέφαλο» ενός από τα σημαντικότερα όχι μόνο βρετανικά αλλά και διεθνώς rock συγκροτήματα όλων των εποχών…

«Υπάρχει κανείς εκεί έξω;»

Έχοντας λοιπόν όλα αυτά ως δεδομένα μα και απόλυτα ξεκάθαρα στο μυαλό σου μπαίνεις στο ΟΑΚΑ και αμέσως έχεις μια όχι μικρή έκπληξη καθώς μόνον γεμάτο δεν το βλέπεις, οι μισές κερκίδες είναι κενές και ο κόσμος μετά βίας καλύπτει το μπροστινό και κοντύτερα στη σκηνή μέρος της αρένας. Να ευθύνεται άραγε η ολοένα και επιδεινούμενη κρίση (σε συνδυασμό με τα εισιτήρια των 40 και 59 ευρώ) ή ότι πολλοί/ές είχαν δει την – πολύ διαφορετική πάντως – προ διετίας παράσταση του «The Wall»; σκέφτεσαι αυθόρμητα. Η έστω και αμυδρή όμως μνήμη ενός μη πραγματοποιηθέντος εφηβικού ονείρου, του να παρακολουθήσεις μιαν από εκείνες τις θρυλικές πρώτες ζωντανές παρουσιάσεις του «The Wall» στην Αγγλία το 1980, είναι αρκετή για να σου δημιουργήσει μια μικρή μεν συγκινησιακή φόρτιση αλλά ικανή για να σε κάνει να περιμένεις ανυπόμονα την έναρξη…

Με βρετανική αληθινά ακρίβεια αυτή γίνεται στις 21.30 και αμέσως διαπιστώνεις ότι αν υπάρχει κάτι πραγματικά αξιοθαύμαστο σε αυτή την συναυλία είναι η οπτική διάσταση της. Αν το σόου του «The Wall» ήταν εξαρχής οπτικά άψογο τώρα είναι περισσότερο και από τέλειο με το video wall να μην βρίσκεται απλά στις δύο πλευρές της σκηνής αλλά να την διατρέχει από την μια άκρη στην άλλη και έχοντας διπλάσιο μήκος από αυτήν, είναι άλλωστε εκείνο στο οποίο θα προβληθεί ο Τοίχος που κάποτε χτιζόταν εκείνη την στιγμή και με πραγματικά τούβλα ενώ η τεχνολογική πρόοδος έχει κάνει τις μαριονέτες των σχεδίων του Gerald Scarfe ακόμα πιο εντυπωσιακές, θεαματικές και, κατά περίπτωση, εφιαλτικές.

Η μουσική εμπειρία δεν θα μπορούσε φυσικά να είναι λιγότερο αψεγάδιαστη, άλλωστε ο Waters και συνολικά οι P. F. φημίζονταν πάντα για την τελειομανία τους. Κρυστάλλινη στ’ αλήθεια η καθαρότητα του ήχου και ανάλογη προφανώς και η ποιότητα της εξαιρετικής μπάντας, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε θα μπορούσες πολύ ωραία να πιστέψεις ότι ο κιθαρίστας είναι…ρεπλίκα του David Gilmour τουλάχιστον όσον αφορά στα χέρια του, τόσο πολύ πιστά καταφέρνει να απομιμείται το τόσο χαρακτηριστικό στιλ παιξίματος του τελευταίου! Μα πως είναι δυνατόν ενώ όλα είναι ιδανικά κάτι να σε ενοχλεί; Και τι μπορεί να είναι αυτό;

Όταν το εντοπίζεις νιώθεις μιαν ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη γιατί δεν είναι άλλο από τον…ίδιο (και απόλυτο κυρίαρχο της σκηνής κατά τα άλλα) τον Waters! Τον Waters που η επιτηδευμένη προσπάθεια του να φανεί υπερβολικά χαρούμενος κατά την διάρκεια του «Another Brick In The Wall (Part 2)» και έχοντας πίσω του την παιδική χορωδία φέρνει περισσότερο σε παλιμπαιδισμό…Τον Waters που επιμένει να μιλήσει ελληνικά με έναν τρόπο που θυμίζει τόσο Έλληνες ηθοποιούς της δεκαετίας του ’60 οι οποίοι υποκρίνονταν αδέξια τους ξένους ώστε σχεδόν σου προκαλεί γέλιο…Τον Waters που στο «Mother» κάνει ντουέτο με τον…εαυτό του του 1980 στο video wall, πόσο αφελές αλλά και πόσο βολικό για μια πολύ πιο περιορισμένη σε έκταση με το πέρασμα των χρόνων φωνή αλήθεια…Τον Waters που ενώ τραγουδάει τον στίχο «μητέρα πρέπει να εμπιστευτώ την κυβέρνηση;» του ιδίου τραγουδιού έχει κανονίσει να προβάλλονται στην μια πλευρά της σκηνής οι λέξεις «no fucking way» και την άλλη – στα ελληνικά – «Γ… η κυβέρνηση»!

Όλα αυτά δεν είναι απλά μα απλοϊκά, υπερβολικά απλοϊκά…Και κάπου εκεί αρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι εντέλει έτσι ήταν πάντα το «The Wall», αρκετά απλοϊκό στην εποχή του και πολύ περισσότερο φυσικά σήμερα. Μόνον απλοϊκό όμως; Ή μήπως και λίγο λαϊκίστικο; Επί σκηνής πάντως ο δημιουργός του δείχνει να δυσκολεύεται αρκετά να αποφύγει την παγίδα του λαϊκισμού, είτε το αντιλαμβάνεται είτε όχι…

«Στο ψαχνό»

Και καθώς κάποιο λόγοι δεν σου είχαν επιτρέψει να πας στην συναυλία του «The Wall» to ’11 και αυτή είναι η πρώτη φορά που βλέπεις τον Roger Waters να παίζει live αρχίζεις σιγά – σιγά να τον καταλαβαίνεις, σαν άνθρωπο και άρα αναπόφευκτα και ως δημιουργό, περισσότερο και καλύτερα από ποτέ. Αναμφίβολα ο Waters έχει στο μυαλό του τον ορθό σοσιαλισμό και το μυαλό αυτό σκέφτεται τόσο σωστά όσο και κοφτερά, όμως δεν βάζει τίποτα από την καρδιά και την ψυχή του στον σοσιαλισμό του. Ίσως γιατί πολύ απλά αδυνατεί να το κάνει, αρκεί να παρατηρήσεις τον τρόπο που ερμηνεύει τα ερωτικά τραγούδια για να καταλάβεις ότι πρόκειται για κάποιον που δυσκολεύεται πάρα πολύ να εκφράσει ακόμα και τα πλέον δυνατά συναισθήματα του, έναν άνθρωπο που μάλλον αθέλητα είναι στο έπακρο αποστασιοποιημένος από τους υπόλοιπους του είδους του.

Βλέποντας τον όμως παρατηρείς και κάτι ακόμα που πιθανότατα ήταν πάντα εκεί αλλά ο νεανικός ενθουσιασμός του φανατικού μουσικόφιλου δεν σε είχε αφήσει να διακρίνεις…Ο τρόπος που παίζει το μπάσο, αυτές οι τόσο ρωμαλέες basslines που χάριζαν τόση ατμοσφαιρικότητα και δύναμη στα τραγούδια του τελικά αποκαλύπτει ένα ακόμα πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο του χαρακτήρα του το οποίο ταυτόχρονα είναι και μια από τις μεγαλύτερες ατέλειες του. O Waters ήταν και είναι ένας αυθεντικός control freak, όχι μόνο για τον ίδιο τον εαυτό του αλλά και για κάθε άλλον και μάλιστα σε υπέρμετρο βαθμό. Τόσο πολύ ώστε ο σοσιαλισμός που οραματίζεται περιλαμβάνει σίγουρα πεφωτισμένους και σίγουρους για τον εαυτό τους ηγέτες (όπως ίσως ο ίδιος;) αλλά μάλλον δεν έχει θέση για κινήματα που τα αποτελούν ισότιμες προσωπικότητες…

Το όχι και τόσο μέγα πλήθος βέβαια δείχνει να μην αντιλαμβάνεται τίποτα από όλα αυτά αλλά, ακόμα και αν το κάνει, αδιαφορεί πλήρως και επιδεικνύει μέγα πάθος. Και γιατί όχι άλλωστε αφού παίρνει και με το παραπάνω αυτά που ήθελε, ζήτησε και πλήρωσε; Το «Hey You» (το σημαντικότερο τραγούδι και πιθανότατα η καλύτερη σύνθεση ολοκλήρου του «The Wall») παιγμένο εξαιρετικά αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή για το δεύτερο μέρος. Πόσοι όμως δίνουν την δέουσα σημασία στον μόνο αληθινά και αταλάντευτα διαχρονικό στίχο του έργου, «ενωμένοι στεκόμαστε όρθιοι, χωριστά καταρρέουμε»; Και κρίνοντας από τις ζητωκραυγές και τα…σφυρίγματα στο «Is There Anybody Out There?» που ακολουθεί πάρα πολλοί/ές εκλαμβάνουν αυτή την καθαρά υπαρξιακή κραυγή αγωνίας ως παρότρυνση για πιο έμπρακτη συμμετοχή στο δρώμενο…

Ο Waters ολομόναχος στη σκηνή, μικροσκοπική φιγούρα, σχεδόν αδιόρατη κουκίδα μπροστά στον ψηλό και πλατύ τοίχο που «έκλεισε» λίγο πριν το τέλος του πρώτου μέρους, αθέλητος συμβολισμός άραγε για το πώς αισθάνεται εμπρός στο μέγεθος του ίδιου του δημιουργήματος του; Έχεις αυτή την απορία από την πρώτη φορά που άκουσες το «The Wall», δεν απαντήθηκε επί τόσα χρόνια και μάλλον θα μείνεις για πάντα με αυτήν…Αν και δεν μπορείς να μην έχεις μιαν αίσθηση υπόγειας ειρωνείας – του έργου προς τον δημιουργό του μήπως; – καθώς γνωρίζεις αλλά και βλέπεις ότι ένα μεγάλο μέρος από όσα παρακολουθείς έχει ως επίκεντρο την προσπάθεια κάποιου να ξεπεράσει του έσωθεν περιορισμούς μα και τα αδιέξοδα στα οποία είχε οδηγήσει το λεγόμενο stadium rock που δυνάστευσε την μουσική το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’70…αλλά αυτό συμβαίνει μέσα σε ένα Ολυμπιακό Στάδιο!

«Βολικά αδρανείς»

Ουδείς λόγος ανησυχίας όμως…Ο Τοίχος θα πέσει μέσα σε μια πανδαισία χρωμάτων, «η παράσταση θα συνεχιστεί» κανονικά (γιατί έτσι πρέπει..) και μαζί της και η ζωή και τελικά τα πράγματα – έστω και μετά από μια δίκαιη «Δίκη» – θα γίνουν λίγο, ελάχιστα καλύτερα. Και ο κόσμος το χάρηκε πολύ όλο αυτό, με αποκορύφωμα στην στιγμή που τραγουδούσε το ρεφρέν και φώναζε επιδοκιμαστικά στο «Another Brick In The Wall (Part 2)», όπως βέβαια και όταν είδε εκείνο το «Γ… την κυβέρνηση». Τί ζητωκραύγαζε όμως αλήθεια; Μήπως την ανάμνηση από τα εφηβικά πάρτι όπου ξελαρυγγιαζόταν με το ίδιο τραγούδι ενώ το χόρευε ή όταν έγραφε στον πίνακα της τάξης (κρυφά και πριν την έναρξη του μαθήματος) τους πρώτους στίχους του; Ζητωκραυγάζουν δηλαδή ένα μηδέποτε πραγματοποιηθέν όνειρο της νιότης τους; Γιατί φυσικά ούτε πολιτική ή κοινωνική, συλλογική δηλαδή μα ούτε καν προσωπική απελευθέρωση ήρθε ποτέ, εξακολουθούν να είναι δέσμιοι των ίδιων πραγμάτων που ήταν και τότε. Εκτός και αν αρέσκονται τόσο στην αυταπάτη του να πιστεύουν το αντίθετο…Και μπορεί οι στίχοι «δεν χρειαζόμαστε καθόλου παιδεία, δεν χρειαζόμαστε έλεγχο της σκέψης» να ήταν ένα όμορφο και ίσως αρκούντως «επαναστατικό» εφηβικό σλόγκαν αλλά ένας/μία νοήμων ενήλικος οφείλει να αντιλαμβάνεται ότι δεν οδηγεί πουθενά. Το ακριβώς αντίθετο ισχύει, τότε, τώρα και πάντα οι άνθρωποι, όλοι μας, χρειαζόμαστε παιδεία, ένα σωστό εκπαιδευτικό σύστημα που να δίνει αληθινή μόρφωση η οποία είναι και η μόνη που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στο να σκέπτεται ορθά ώστε όχι μόνο κανείς να μην μπορεί να χειραγωγήσει την σκέψη του αλλά αντίθετα να οδεύει συνέχεια προς την ουσιαστική απελευθέρωση του.

Μπορεί λοιπόν οι θεατές να πέρασαν πολύ καλά όμως…διάβολε – και αντίθετα με ό,τι είκοσι περίπου χρόνια του άνοστου χυλού που μας σερβίρεται ως πολιτισμός προσπαθεί να μας κάνει να πιστέψουμε – κριτική δεν είναι απλά η παρουσίαση ή ακόμα και η αποτίμηση ενός έργου ή δρώμενου (μουσικού σε αυτή την περίπτωση) αλλά πάνω απ’ όλα η ανάλυση του και η εμβάθυνση σε αυτό. Και εσύ δηλώνεις «κριτικός μουσικής» πριν ακόμα από δημοσιογράφος και επιμένεις να σεμνύεσαι για αυτό…Ενώ λοιπόν χαίρεσαι με την χαρά τους και κάθε άλλο παρά θα ήθελες να χαλάσεις το πόσο απόλαυσαν την συναυλία δεν μπορείς παρά να επισημάνεις μερικά όχι αυτονόητα ίσως αλλά απολύτως απαραίτητα πράγματα. Όπως για παράδειγμα ότι η ιστορική αξία ενός έργου ή δρώμενου δεν προκαθορίζουν υποχρεωτικά και αυτήν που έχει από αισθητικής πλευράς. Αλλά ακόμα και όταν οι δύο αυτές είναι δεδομένες δεν συνεπάγονται οπωσδήποτε και το ποια και πόση σημασία έχει το εν λόγω έργο ή δρώμενο, τόσο για τον ίδιο τον δημιουργό του όσο και στα πλαίσια της εξελικτικής πορείας της μορφής ανθρώπινης έκφρασης στην οποία ανήκει.

Το ότι ο Roger Waters εξακολουθεί να συνδιαλέγεται με το «The Wall» τριάντα τέσσερα χρόνια αφότου το έγραψε είναι σημαντικό και τουλάχιστον αξιέπαινο, αυτό οφείλω να του το αναγνωρίσω. Αν μη τι άλλο θέλει κουράγιο για να αναμετριέσαι με τις απαιτήσεις μα και τις ουκ ολίγες εσωτερικές αντιφάσεις του ίδιου σου του έργου και ειδικά όταν προσθέτεις σε αυτές και τις δικές σου, τις προσωπικές σου έμμονες, αδυναμίες, ατέλειες, ακόμα και λάθη όπως κάνει ο Waters. Από εκεί και πέρα παραμένει αναμφισβήτητο γεγονός ότι κάθε τοίχος χτίζεται από έξω αλλά γκρεμίζεται μόνον εκ των έσω. Και αυτό απαιτεί δύναμη, μια τεράστια δύναμη που μόνον μια πολύ ισχυρή, ατσάλινη ανθρώπινη θέληση μπορεί να δώσει, μια θέληση που ούτε καν ο ίδιος ο Waters δεν είχε και δεν φαίνεται να έχει αποκτήσει. Τουλάχιστον όμως συνεχίζει να προσπαθεί να την βρει και αυτό είναι σίγουρα σπουδαίο…

«Έξω από τον τοίχο» (;)

Οι υπόλοιποι όμως; Οι δέκτες του έργου του, ειδικά σε μια χώρα όπως η δοκιμαζόμενη επί τριετίας οικονομικά και για δεκαετίες πνευματικά Ελλάδα; Κοιτάζοντας γύρω μου τον κόσμο στο ΟΑΚΑ πείθομαι για μιαν ακόμα φορά και ίσως περισσότερο από κάθε προηγούμενη ότι ναι μεν την Ιστορία την γράφουν οι συλλογικότητες αλλά για να δύνανται και να δικαιούται μια τέτοια να το κάνει αυτό πρέπει να αποτελείται από συγκροτημένες, ολοκληρωμένες, δυνατές και όσο το δυνατόν πιο ελεύθερες προσωπικότητες. Αυτό είναι το μεγαλύτερο και ίσως και το μόνο μάθημα που έχει να δώσει το «The Wall», αυτό προσπάθησε να διδάξει ο Waters μέσα από το τελευταίο καθώς ο ίδιος και η γενεά του δεν κατόρθωσαν να το μάθουν. Δυστυχώς απ ότι φαίνεται ούτε η επόμενη δεν το κατάφερε αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσει να προσπαθεί να το κάνει…και ίσως αυτή η ανομολόγητη, μπορεί ακόμα και υποσυνείδητη επιθυμία να είναι και το κυριότερο κίνητρο για τον δημιουργό του για να εξακολουθεί να ασχολείται με το «The Wall» και να το παίζει ζωντανά. Γιατί αυτή η επόμενη γενεά πρέπει και μπορεί να κάνει τουλάχιστον τα παιδιά της να εμπεδώσουν αυτό το μάθημα, αν βέβαια θέλουμε να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε και να ελπίζουμε ότι αυτός ο κόσμος θα γίνει κάποτε λίγο, έστω ελάχιστα καλύτερος…

http://www.avgi.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: