«Οι Διαβολογυναίκες» (1955) του Ανρί Ζ. Κλουζό | αναλυτική παρουσίαση, trailer

ΟΙ ΔΙΑΒΟΛΟΓΥΝΑΙΚΕΣ_POSTER

To αριστουργηματικό θρίλερ του Ανρί Ζ. Κλουζό
που το ζήλεψε ακόμα και ο Χίτσκοκ

«Οι Διαβολογυναίκες» “LES DIABOLIQUES”

Παραμένει στις λίστες με τις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών

Με ρεσιτάλ ερμηνείας από τις
Σιμόν Σινιορέ και Βέρα Κλουζό

Από τα ποιοτικότερα έργα του παγκόσμιου κινηματογράφου, το αποκορύφωμα της καλλιτεχνικής υπόστασης του Κλουζό

«Οι συνεχείς ανατροπές και η μουντή ατμόσφαιρα με τον πεσιμισμό
και τον ζόφο που αναδύει συνθέτουν ένα μνημειώδη ογκόλιθο
του σινεμά, που παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα»

Ένα παιχνίδι θανάτου για τρεις,
ένα παιχνίδι αγωνίας για όλους…

Ο Χίτσκοκ είχε δηλώσει μέγας θαυμαστής της ταινίας και είχε την αφίσα της δίπλα στην αφίσα του «Ψυχώ»…

Ο θεατής παγιδεύεται συναισθηματικά από τη
σκηνοθετική λογική, βυθίζεται συνειδητά μέσα στον κόσμο
της αμαρτίας των ηρώων, φορτώνεται τις ενοχές τους…

Μια ταινία για την ενοχή και την συνενοχή,
για την αθωότητα και την αμαρτία

«Μη γίνετε κι εσείς διαβολικοί,
μην αποκαλύπτετε το τέλος της ταινίας!»
Ανρί Ζ. Κλουζό

ΑΠΟ 8 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ
ΣΕ ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ
Οι Διαβολογυναίκες LES DIABOLIQUES
Γαλλία – 1955 – Ασπρόμαυρο – (114΄)

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Ανρί-Ζορζ Κλουζό
Σενάριο: Ανρί-Ζορζ Κλουζό, Φρεντερίκ Γκρεντέλ, Ρενέ Μασόν, Ζερόμ Τζερομινί
Συγγραφείς: Πιερ Μπουαλό-Τομάς Ναρσεζάκ
Φωτογραφία: Αρμάντ Τιράρ
Παραγωγοί: Ανρί-Ζορζ Κλουζό, Λουί Ντε Μασίρ
Μουσική: Ζορζ Βαν Παρί

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ
Σιμόν Σινιορέ,
Βέρα Κλουζό
Πολ Μορίς
Σαρλς Βανέλ
Ζαν Μπροχάρ
Μισέλ Σερό
Τερές Ντορνί

BFI Theatrical Release

Σύνοψη

Δύο γυναίκες , η σύζυγος Κριστίνα (Βέρα Κλουζό) κι η ερωμένη Νικόλ (Σιμόν Σινιορέ), αποφασίζουν να δολοφονήσουν τον άντρα που έχει κάνει δύσκολη τη ζωή τους. O Μισέλ (Πολ Μορίς), ένα αντιπαθητικό , δεσποτικό αρσενικό, συμπεριφέρεται με τέτοιο απαράδεκτο τρόπο που η δολοφονία του μοιάζει απόλυτα αιτιολογημένη.
Το σχολείο του οποίου είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής έχει ολιγοήμερες διακοπές, τις οποίες εκμεταλλεύονται οι δύο γυναίκες για να εφαρμόσουν το σχέδιό τους. Τον παρασύρουν στην ιδιωτική κατοικία της Νικόλ όπου τον δολοφονούν, ποτίζοντάς τον με υπνωτικό και πνίγοντας τον στην μπανιέρα. Επιστρέφουν στο σχολείο με το πτώμα κι εκμεταλλευόμενες την αργία το ρίχνουν στην πισίνα.
Όμως μερικές μέρες μετά όταν η πισίνα αδειάζει για να καθαριστεί δεν υπάρχει πια πτώμα! Συγχρόνως, ένας μαθητής επιμένει ότι έχει δει τον διευθυντή, ενώ το καθαριστήριο στέλνει πίσω, καθαρό και σιδερωμένο, το κουστούμι που φορούσε τη βραδιά που δολοφονήθηκε…
Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο όταν στην αναμνηστική σχολική φωτογραφία, στο φόντο αχνοφαίνεται το πρόσωπο του «δολοφονηθέντος»… Η θρησκόληπτη κι υστερική Κριστίνα αρχίζει να καταρρέει κι η εύθραυστη υγεία της κλονίζεται, ενώ η Νικόλ προσπαθεί να βρει κάποια άκρη παραμένοντας τέρας ψυχραιμίας και καπνίζοντας αρειμανίως…

Στις λίστες των καλύτερων
θρίλερ όλων των εποχών

«Ένα παιχνίδι θανάτου για τρεις, ένα παιχνίδι αγωνίας για όλους», όπως χαρακτηριστικά έχει χραφτεί κατά κόρον για την ταινία…
Ο σκηνοθέτης της Ανρί Ζορζ Κλουζό είχε τους λόγους του όταν εν έτει 1955 ζητούσε από τους θεατές που μόλις είχαν δει την ταινία να μην αποκαλύπτουν το τέλος της ταινίας σε όσους δεν την είχαν ακόμη δει! «Μη γίνετε κι εσείς διαβολικοί, μην αποκαλύπτετε το τέλος της ταινίας!», είχε πει χαρακτηριστικά.
Τι συμβαίνει στο τέλος; Εννοείται ότι δεν πρόκειται να σας αποκαλύψουμε τίποτα. Στα τελευταία 10 λεπτά της ταινίας ο Κλουζό μας οδηγεί με μοναδική μαεστρία στην τελική (;) σατανική λύση του μυστηρίου! Στους σκοτεινούς διαδρόμους του σχολείου εκτυλίσσονται σκηνές που σου σηκώνουν την τρίχα. Μέσα από παιχνίδια με σκιές κι ήχους μας αποκαλύπτει αργά και βασανιστικά -ιδιαίτερα για τη Χριστίνα την αλήθεια. Ή μήπως δεν είναι ακριβώς έτσι; Ακόμα και στο τέλος δεν είναι κανείς απόλυτα σίγουρος για το ποιος έστησε παγίδα σε ποιον! Ποιος τελικά έμεινε ζωντανός , ποιος πέθανε…
Μια ταινία που εξακολουθεί μετά από 58 χρόνια να φιγουράρει στις λίστες των καλύτερων θρίλερ όλων των εποχών κι όχι άδικα. Και αυτό από μόνο του τα λέει όλα…
Και λίγα λόγια για τον τίτλο της ταινίας «Les Diaboliques» . Το επίθετο δεν αποσαφηνίζει το φύλο του διαβολικού όντος! Τυγχάνει να γράφεται το ίδιο και για το αρσενικό και για το θηλυκό γένος…

Δίπλα στην αφίσα του «Ψυχώ»

Από τη μια η πεσιμιστική , σκοτεινή και ψυχρή σκηνοθεσία του Κλουζό. Από την άλλη το σενάριό της , που βασίζεται σε νουβέλα των Boileau και Narcejac , είναι τόσο αριστοτεχνικά δομημένο και με αναπάντεχη ανατροπή που θα το ζήλευε κι ο ίδιος ο μετρ του τρόμου , ο Άλφρεντ Χίτσκοκ! Ή μάλλον το είχε »ζηλέψει» ο μετρ και μάλιστα είχε ζητήσει τα δικαιώματα αλλά τον πρόλαβε στο νήμα ο Κλουζό! (Για την ιστορία ο Χίτσκοκ κατάφερε και πήρε τα δικαιώματα άλλης νουβέλας των δύο συγγραφέων κι έτσι προέκυψε το Vertigo… Μάλιστα, ο ίδιος ο μετρ της αγωνίας δεν έκρυβε το θαυμασμό του για τις «Διαβολογυναίκες», έχοντας στο δωμάτιό του την αφίσα της ταινίας δίπλα στην αφίσα του Ψυχώ!).

Ένας μνημειώδης ογκόλιθος του σινεμά
που παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα

Ένα από τα καλύτερα και πλέον πεσιμιστικά φιλμ νουάρ στην ιστορία του σινεμά. Για κάποιους είναι το καλύτερο όλων (λέγεται ότι ο Χίτσκοκ σκηνοθέτησε το «Ψυχώ» για να πάρει πίσω τον τίτλο του βασιλιά της αγωνίας από τον Κλουζό).
Οι συνεχείς ανατροπές στην πλοκή και η μουντή ατμόσφαιρά με τον πεσιμισμό και τον ζόφο που αναδύει (μέσω της κατάλληλης φωτογράφισης και της σωστής αξιοποίησης των ντεκόρ), συνθέτουν ένα μνημειώδη ογκόλιθο του σινεμά, που παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα. Έγινε και ριμέικ, βέβαια, από τον Τζερεμάια Τσέτσικ με τη Σάρον Στόουν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά δεν απέχει χιλιάδες ποιοτικά μίλια από το πρωτότυπο.
Σημειωτέον ότι η ταινία απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη δημοσιότητα από τον τύπο πέντε χρόνια μετά την προβολή της, εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου της Βέρα Κλουζό (συζύγου του σκηνοθέτη) από καρδιά στα 47 της χρόνια, με παρόμοιο δηλαδή τρόπο που πέθανε και ο χαρακτήρας που ενσάρκωνε στην ταινία!
H ταινία διατηρεί μέχρι σήμερα αναλλοίωτη τη γοητεία, το μυστήριο και τα διφορούμενα στοιχεία της. Ξεκινά σαν ένα σκοτεινό και παράδοξο φιλμ νουάρ. Παράδοξο, αφού σύζυγος και ερωμένη αποφασίζουν από κοινού να σκοτώσουν τον καταπιεστικό, βάναυσο σύζυγο – εραστή. Από ένα σημείο και πέρα όμως μεταλλάσσεται σε σχεδόν ταινία τρόμου, με το μεταφυσικό στοιχείο να έχει κυρίαρχη θέση στην ιστορία. Κι όλα αυτά ενώ και το σασπένς, μάστορας του οποίου αναδεικνύεται και πάλι ο Clouzot (αυτή τη φορά αστυνομικής υφής) ανεβαίνει με κάθε λεπτό που περνά.
Πάνω σ’ αυτόν τον ασυνήθιστο καμβά πλέκονται, κάτω από το κυρίαρχο μοτίβο του «εγκλήματος και της τιμωρίας», κάμποσα ερωτήματα και διφορούμενα στοιχεία: Είναι αληθινό ή κατασκευασμένο το μεταφυσικό στοιχείο; Ποια είναι η πραγματική σχέση των δύο γυναικών; Μήπως ουσιαστικά πρόκειται για μια λεσβιακή ιστορία; Και βέβαια, διάφορα ηθικά ερωτήματα: Έχουν δικαίωμα να δολοφονήσουν τον καταπιεστικό γυμνασιάρχη, έστω κι αν πρόκειται σαφώς για κάθαρμα, ή ο φόνος οποιουδήποτε, ακόμα και του χειρότερου ανθρώπου, είναι απαγορευμένος; Ή, αν θέλετε, μπορεί να κερδηθεί η πολυπόθητη ελευθερία μέσα από μια αποτρόπαιη πράξη; Και αν αυτή συμβεί ποιες είναι οι συνέπειες; Ποιός είναι ο ρόλος των τύψεων; Ταυτόχρονα σκιαγραφείται το κλειστό, άχαρο και υποκριτικό περιβάλλον τόσο του σχολείου όσο και της κοινωνίας που το περιβάλλει, στις λίγες σκηνές που συμβαίνουν έξω απ’ αυτό.
Την ατμοσφαιρικότητα της ταινίας ανεβάζει η ασπρόμαυρη φωτογραφία και, κυρίως, η επιλογή των χώρων. Το αχανές, δαιδαλώδες σχολείο με τους εσώκλειστους μικρούς μαθητές αποτελεί ιδανικό χώρο για την ανάπτυξη των στοιχείων του θρίλερ, που κορυφώνεται με την τελική, ανοιχτή σε αναγνώσεις σκηνή. Και βέβαια, δικαιότατα κατέχει τη θέση μιας από τις κλασικές ταινίες του παγκόσμιου σινεμά.

Εκπληκτική ταινία,
αναπάντεχη ανατροπή

Μια εκπληκτική δημιουργία του κλασικού γαλλικού κινηματογράφου, η οποία διχάζει ακόμα και σήμερα κι ας έχουν περάσει 60 χρόνια από τότε! Ο Ανρί Ζωρζ Κλουζό πετυχαίνει ατμόσφαιρα κλειστοφοβικού σασπένς χωρίς τη χρήση της μουσικής, αλλά με φυσικούς ήχους και τους ανάλογους φωτισμούς. Στο τελευταίο πεντάλεπτο η ανατροπή είναι τόσο δυνατή και αναπάντεχη που ακόμα και ο πιο ψυλλιασμένος θεατής δεν θα το υποψιαστεί καν…
Οι δύο (διαβολο)γυναίκες, αν και είναι τόσο διαφορετικές όσον αφορά το χαρακτήρα -η μία είναι ψυχρή, απαθής και αδίστακτη και η άλλη πιο ευαίσθητη, φοβισμένη και επιφυλακτική- ενώνουν τις δυνάμεις τους και καταφέρνουν να συναρπάσουν!
Μια ταινία αντάξια των ταινιών του Χίτσκοκ. Ακόμη, στους μετέπειτα καιρούς, αυτή η ταινία επηρέασε άμεσα το Χόλυγουντ, γιατί πάνω σε αυτή στηρίχτηκαν αμέτρητες χολυγουντιανές ταινίες τρόμου, όμως καμία δεν απέκτησε αυτή την αγριότητα των «Διαβολογυναικών»!

«Να διασκεδάσω το παιδί που κρύβουμε όλοι μέσα μας»

«Ήθελα μόνο να διασκεδάσω τον εαυτό μου και το μικρό παιδί που όλοι κρύβουμε μέσα μας -το παιδί που κρυμμένο κάτω από τα σκεπάσματα μας παρακαλά “τρόμαξε με”», είχε δηλώσει ο Κλουζό για την ταινία του που, μαζί με Το Μεροκάματο του τρόμου/ Le Salaire de la peur αποτελούν τις δύο πιο φημισμένες ταινίες του.
Σκηνοθέτης, αλλά και σεναριογράφος ταινιών θρίλερ, ο Κλουζώ έχει θεωρηθεί όχι άδικα ως «ο Γάλλος Άλφρεντ Χίτσκοκ»…
Είναι οι Διαβολογυναίκες κοντά -τόσο θεματικά όσο και αισθητικά- σε αρκετές ταινίες του Χίτσκοκ, καθώς έχουν ως κοινό τόπο με το χιτσκοκικό έργο, την εκκρεμότητα και την αγωνία (σασπένς). Η κύρια διαφορά που έχει το σινεμά του Κλουζό απ’ αυτό του Χίτσκοκ, είναι η απουσία του χιούμορ και του σαρκασμού -βασικών στοιχείων στο χιτσκοκικό έργο. Μια απουσία, που στην περίπτωση του Κλουζό, οδηγεί στην κατασκευή μιας μαύρης εκδοχής του κόσμου, μιας απαισιόδοξης και άκρως αρνητικής προσέγγισης των προσώπων του μύθου.

Μια ταινία για την ενοχή και την συνενοχή,
για την αθωότητα και την αμαρτία

Ιστορία ενός ερωτικού τριγώνου, οι Διαβολογυναίκες, είναι μια ταινία για την ενοχή και την συνενοχή, για την αθωότητα και την αμαρτία. Αλλά επίσης κυρίως είναι μια ταινία για το δίπολο θύμα-θύτης και για τη σχέση του θεατή με τα δρώμενα της κινηματογραφικής ταινίας. Έχοντας ως κορυφή του ερωτικού τριγώνου έναν καταπιεστικό και αυταρχικό διευθυντή ιδιωτικού σχολείου (θύτης) και ως άλλες κορυφές την καταπιεσμένη σύζυγό του (θύμα) και την όχι τόσο αθώα ερωμένη του, η σκηνοθεσία επιβάλει ένα κλίμα αμοραλισμού.
Η ηθική ανεκτικότητα (ή ο αμοραλισμός), με την οποία ο θεατής αντιμετωπίζει τις δυο ηρωίδες, όπως και η αναζήτηση μιας ηθικής αιτιολόγησης (για τη δολοφονία) έχει τη βάση της στην σχεδίαση των δύο κεντρικών χαρακτήρων. Είναι καταρχήν ο θύτης-άνδρας, που ορίζεται ως ο απόλυτος εξουσιαστής των γυναικών, ένας σαδιστής κυρίαρχος της ζωής τους, ο οποίος αντλεί ηδονή από τη σαδιστική συμπεριφορά του απέναντι στις δύο γυναίκες. Είναι επίσης η γυναίκα- θύμα, που σχεδιάζεται με βάση τα στερεότυπα της γυναικείας παθητικότητας και ανεκτικότητας, και η οποία βρίσκεται παγιδευμένη μέσα στην αδιέξοδη παθητικότητα της, καθώς είναι ένα πρόσωπο αθώο.
Όπως είναι φυσικό, η συμπάθεια προς το θύμα (γυναίκα) που χαρακτηρίζει τη στάση του θεατή είναι προφανής και εύλογη. Μετέωρη ανάμεσα στα δύο πρόσωπα (και με κομβικό ρόλο μέσα στην μυθοπλασία), η ερωμένη αποτελεί ένα πρόσωπο-κλειδί, καθώς είναι ένας χαρακτήρας ηθικά και συναισθηματικά αμφίσημος: έχει διαταράξει τη συζυγική ευτυχία (άρα είναι συνένοχη της απιστίας), αλλά ταυτόχρονα βοηθά την σύζυγο να λυτρωθεί
από τα βάσανά της (εξιλεώνεται για την αμαρτία της απιστίας). Είναι ένα πρόσωπο αινιγματικό και διφορούμενο, που διαρκώς υποκινεί την αμφιβολία του θεατή απέναντι στα δρώμενα της ταινίας, που τον διατηρεί σε μια κατάσταση διαρκούς εκκρεμότητας…
Ανατροπή στις ευαίσθητές ισορροπίες αυτού δίπολου θα φέρει η δολοφονία του άνδρα, καθώς αντιστρέφει τους ρόλους θύμα-θύτης. Η πράξη του φόνου αποτελεί ένα κομβικό σημείο στη μυθοπλασία που μεταλλάσσει την οπτική του σκηνοθέτη πάνω στα πρόσωπα. Αποτελεί μια αντιστροφή στο δίπολο θύμα (γυναίκα)-θύτης (άνδρας) καθώς οι ρόλοι των προσώπων (και οι σημασίες) αλλάζουν. Αυτή η αλλαγή στις σημασίες του δίπολου άνδρας-γυναίκα -όπου ο άνδρας ορίζεται ως θύτης και η γυναίκα ως θύμα- παγιδεύει και τον θεατή, αφού μέσα από τη συμπάθεια του για το ασθενές μέρος του δίπολου (γυναίκα) οδηγείται ασυνείδητα στον αμοραλισμό που η σκηνοθεσία επιβάλλει. Ταυτιζόμενος ο θεατή με το ζευγάρι των γυναικών, τόσο στις προσπάθειες του για δολοφονία του άνδρα, όσο και στις αγωνιώδεις απόπειρές τους για ανεύρεση του απολεσθέντος πτώματος, γίνεται ένας συναισθηματικά συμμέτοχος στην διάπραξη του φόνου, ένας ακούσιος οπτικός συνένοχος των πράξεών τους.

Ο θεατής παγιδεύεται συναισθηματικά
από τη σκηνοθετική λογική…

Έχοντας διαπράξει την αμαρτία του φόνου, οι δύο ηρωίδες (και ο θεατής μαζί τους) είναι αναγκασμένες να πληρώσουν και το ανάλογο τίμημα: αποτελεί η αγωνιώδης αναζήτηση του πτώματος (και το ανάλογο σασπένς) μια τιμωρία για την ενοχή. Η απουσία του σωματικού τεκμηρίου του φόνου και συνεπαγόμενη υποψία ότι ο άνδρας είναι ζωντανός δημιουργεί μια αμφιβολία-εκκρεμότητα στη μυθοπλασία και υπονομεύει τις νέες ισορροπίες του δίπολου: Μόνο στο τέλος με την ανεύρεση του ‘πτώματος’, ο θεατής είναι οριστικά και απόλυτα βέβαιος για το ποίος τελικά είναι το θύμα και ποίοι οι θύτες. Έχει όμως ήδη πληρώσει ένα ακριβό τίμημα για την επιλογή να ακολουθήσει συναισθηματικά (είτε αρνητικά, είτε θετικά) τους ήρωες, έχει σ’ ένα βαθμό υπάρξει εκούσιο θύμα στο παιχνίδι του σκηνοθέτη: παγιδεύτηκε συναισθηματικά από τη σκηνοθετική λογική, βυθίστηκε συνειδητά μέσα στον κόσμο της αμαρτίας των ηρώων, φορτώθηκε τις ενοχές τους…
Σημειωτέον ότι, μόλις είδε την ταινία ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, ζήτησε από τους συγγραφείς να του γράψουν μια καινούρια ιστορία, αποκλειστικά γιαυτόν. Η ιστορία ήταν το DEntre des Morts, απ` την οποία προέκυψε ο Δεσμώτης του Ιλίγγου.
Ιδιαίτερη μνεία και στο πρωταγωνιστικό δίδυμο των Simone Signoret (η ψυχρή εκτελεστής) και Vera Clouzot (η σύζυγος του σκηνοθέτη στο ρόλο της καταπιεσμένης, ασθενικής και ευαίσθητης γυναίκας). Η ταινία απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη δημοσιότητα από τον τύπο πέντε χρόνια μετά την προβολή της, εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου της Vera Clouzot από καρδιά στα 47 της χρόνια, με παρόμοιο δηλαδή τρόπο που πέθανε ο χαρακτήρας της στην ταινία!

Θεσπέσιες ερμηνείες

Ο Clouzot, απόλυτα κατασταλαγμένος για το είδος του κινηματογράφου που θέλει να υπηρετήσει όπως και για τον προσανατολισμό των καλλιτεχνικών του αναζητήσεων (αρνήθηκε οποιαδήποτε προσφορά του Hollywood διότι θεωρούσε ότι εκεί δεν θα μπορούσε να ελέγχει το αποτέλεσμα της δουλειάς του), επιμένει στο εξουθενωτικό χτίσιμο των χαρακτήρων (που πιθανώς προέκυπτε από ένα καλό ψυχόβγαλμα των ηθοποιών) και δίνει τεράστια σημασία στο παιχνίδι του φωτός και των σκιών στο φιλμ του.
Η Simone Signoret και η Vera Clouzot ερμηνεύουν θεσπέσια την ερωμένη και την σύζυγο του «τέρατος», αντίστοιχα. Η Signoret, διεκδικητική, σίγουρη για τον εαυτό της προβάλλει πάνω της το άλλοθι της πράξης που σκοπεύει να κάνει, φορώντας ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου που υποτίθεται σκοπό έχουν να κρύψουν τις τελευταίες εκδηλώσεις τρυφερότητας στον εραστή της. Σκληρή κυνική, φαίνεται φτιαγμένη από την στόφα του θύτη.

Το αποκορύφωμα της
καλλιτεχνικής του υπόστασης

Παρ’ όλα αυτά συχνά κατά την διάρκεια της ιστορίας φαντάζει ως θύμα. Η Vera Clouzot πιο αισθαντική, ήρεμη και φοβισμένη, αρχικά μας παρουσιάζεται ως εύκολα παρασυρόμενη για να καταλήξουμε κάποια στιγμή να σκεφτούμε ότι θα μπορούσε να είναι και θύτης από επιλογή και όχι από ανάγκη.
Η πολύπλοκη σχέση των δύο γυναικών δεν αποσαφηνίζεται και κυρίως δεν απλοποιείται σε κανένα σημείο των κοινών τους σκηνών. Υπάρχουν διάσπαρτοι υπαινιγμοί για το ποιοι μπορεί να είναι οι λόγοι της σύμπραξής τους, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται η συμπάθεια και η κοινή προσδοκία για λύτρωση. Ο Paul Meurisse είναι κι αυτός ιδιαίτερα καλός στο ρόλο του διευθυντή που η παρουσία του τρομοκρατεί τους πάντες, ένας άνδρας κακός, χωρίς άλλοθι, χωρίς ελαφρυντικά, χωρίς περιθώρια να προκαλέσει συμπάθεια στους θεατές.
Για τον Clouzot αυτό το φιλμ, μαζί με το «Μεροκάματο του τρόμου», αποτελεί το αποκορύφωμα της καλλιτεχνικής του υπόστασης…

Πηγή έμπνευσης για τον Χίτσκοκ

Εν κατακλείδι, μία ταινία που φωνάζει Χίτσκοκ, αλλά δεν είναι… Ίσως μάλιστα να αποτέλεσε και βάση έμπνευσης για τις μετέπειτα δημιουργίες του μετρ του σασπένς…
Ο Κλουζό μεγαλουργεί ο και μας χαρίζει ένα πρότυπο ατμοσφαιρικό θρίλερ με ανατροπές και κάποιες στιγμές γνήσιου φόβου… Είναι άξιο θαυμασμού το ότι το πετυχαίνει χωρίς την χρήση μουσικής, αλλά μόνο με φυσικούς ήχους, με τις εκφράσεις των πρωταγωνιστών του και με τα εξαιρετικά πλάνα του. Η εξέλιξη της ιστορίας είναι γρήγορη και όσο το φινάλε πλησιάζει γίνεται αγωνιώδης και έντονη. Το δε τέλος δεν επιφυλάσσει απλώς μια μεγάλη έκπληξη: αποκαλύπτει στο κοινό την άριστη σκηνοθετική και σεναριακή δουλειά, χάρη στις οποίες χειραγωγήθηκε και στράφηκε προς λανθασμένες κατευθύνσεις, για να μείνει με το στόμα ανοικτό από το εμφανές υπονοούμενο της τελευταίας σεκάνς…
Η ερμηνεία της Κλουζό είναι συγκλονιστική και βαθύτατα συναισθηματική, ενώ και η Σινιορέ οικοδομεί το πορτραίτο της παγερής, αδίστακτης γυναίκας, που έχει την ψυχραιμία να οργανώσει το τέλειο(;) έγκλημα. Ο δε Πολ Μορίς θα «κερδίσει» άνετα το μίσος του θεατή…
Δεν είναι μια ταινία τρόμου, αλλά σίγουρα καθηλώνει, ειδικά στην σκηνή που η madamme Delasalle περιπλανιέται τη νύχτα στους διαδρόμους του οικοτροφείου, παρασυρόμενη από τις υποψίες που όχι χωρίς αφορμές της έχουν σχηματιστεί. Tο ασπρόμαυρο προσθέτει χαρακτηριστική αληθοφάνεια στην ατμόσφαιρα και εντείνει το φόβο και το σασπένς…
Ένα φιλμ που ουσιαστικά καθόρισε την έννοια του θρίλερ και προσέφερε παράδειγμα προς μίμηση σε άπειρες ταινίες…

Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ
Ανρί Ζορζ Κλουζό (1907 – 1977)

Από τους πιο σπουδαίους σκηνοθέτης του γαλλικού και του ευρωπαϊκού κινηματογράφου.
Γεννημένος στις αρχές του περασμένου αιώνα, αφού τελείωσε το σχολείο και εργάστηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ως δημοσιογράφος, ξεκίνησε την κινηματογραφική του σταδιοδρομία το 1930, ως βοηθός σκηνοθέτη και σεναριογράφος. Μια σοβαρή ασθένεια τον υποχρέωσε να διακόψει κάθε δραστηριότητά του, από το 1934 μέχρι το 1938, για να επενεμφανιστεί στα κινηματογραφικά πράγματα το 1942, σκηνοθετώντας την ταινία Ο δολοφόνος κατοικεί στο Νούμερο 21.
Τον επόμενο χρόνο, με την ταινία Κοράκι, σημείωσε μεγάλη επιτυχία, η οποία εδραιώθηκε με τα έργα Στις όχθες του Σηκουάνα (1947), Μανόν (1948) και Το μεροκάματο του τρόμου (1952). Κοινό χαρακτηριστικό όλων των ταινιών του είναι η βαθιά απαισιοδοξία για την ανθρώπινη φύση.
Ιδιαίτερη θέση στο βιογραφικό του Κλουζό κατέχει η ταινία Το μυστήριο Πικάσο (1956), στην οποία κατόρθωσε, χρησιμοποιώντας νέες τεχνικές μεθόδους, να αποτυπώσει τη δημιουργική δραστηριότητα του ζωγράφου τη στιγμή που εκείνη εκτυλισσόταν. Ένα χρόνο πριν, βέβαια, είχε γυρίσει τις Διαβολογυναίκες, όχι απλώς την κορυφαία ταινία του, αλλά και μία από τις κορυφαίες ταινίες του όλων των εποχών παγκοσμίως. Στις τελευταίες του ταινίες, ο Κλουζό κατάφερε να δημιουργήσει με μεγάλη δεξιοτεχνία μια τεχνητή ατμόσφαιρα έντασης και τρόμου. Αξιόλογες είναι και οι ταινίες του Η αλήθεια (1960) και Η αιχμάλωτη (1967).
Το σκηνοθετικό ύφος του Κλουζό είναι κλασικό και ταυτόχρονα καυστικό, ενώ οι τρεις πρώτες του ταινίες προδίδουν την επίδραση του εξπρεσιονιστικού κινηματογράφου, και κυρίως του Fritz Lang. Διαπνέεται από ένα είδος τελειομανίας που μερικές φορές τον οδηγεί να συμπεριφέρεται τυραννικά στους ηθοποιούς του. Ηθικολόγος που ρίχνει ένα συχνά απαισιόδοξο βλέμμα στην κοινωνία, γυρίζει πολλές ταινίες που γίνονται διάσημες όπως Οι διαβολογυναίκες, αστυνομική ιστορία με έντονο σασπένς όπου σκηνοθετεί ένα διφορούμενο και αμφιλεγόμενο ζευγάρι που ενσαρκώνουν η Simone Signoret και η Véra Clouzot, το σημαντικό ντοκιμαντέρ με θέμα τη μέθοδο του γνωστού ζωγράφου και τη δημιουργία ορισμένων από τους πίνακές του και την Αλήθεια, στην οποία η Brigitte Bardot υποδύεται τον καλύτερο δραματικό της ρόλο.
Ο Κλουζό πέθανε το 1977, αφήνοντας πίσω του μία όχι πολύ μεγάλη φιλμογραφία, αλλά από τις πιο ολοκληρωμένες και ενδιαφέρουσες του γαλλικού κινηματογράφου.

Φιλμογραφία
Η αιχμάλωτη (1967).
La Verite – Οσα δεν Εσβησε ο Ανεμος (1960)

Το μυστήριο Πικάσο (1956)
Les Diaboliques – Οι Διαβολογυναίκες (1955)
Le Salaire de la Peur – Το Μεροκάματο του Τρόμου (1953)
Manon – Μανόν (1949)
Quai des Orfevres – Στις Οχθες του Σηκουάνα (1947)
Le Corbeau – Το Κοράκι (1943)

ΟΙ ΔΙΑΒΟΛΟΓΥΝΑΙΚΕΣ_PHOTO

ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΕΣ
Σιμόν Σινιορέ (1921-1985)

Από τις μεγαλύτερες σταρ του γαλλικού σινεμά, όλων των εποχών. Ήταν η πρώτη γαλλίδα ηθοποιός που τιμήθηκε με όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου, (με δεύτερη την Μαριόν Κοτιγιάρ το 2008) και έχει λάμψει σε μεγάλες επιτυχίες, όπως: Χρυσούν κράνος (Casque d’or, 1952), Οι διαβολογυναίκες (Les Diaboliques, 1955), Οι μάγισσες του Σέιλεμ (Les Sorcières de Salem, 1957), Ο ανεμοστρόβιλος του πάθους (Room At The Top, 1959), Η μεγάλη στρατιά των αφανών ηρώων (L’Armée des ombres, 1969) και Η ομολογία (L’ aveu, 1970).
Η Σιμόν Ενριέτ Σαρλότ Καμινκέρ, γνωστότερη ως Σιμόν Σινιορέ, γεννήθηκε το 1921 στη Γερμανία, από Γάλλους γονείς. Μεγάλωσε ανάμεσα σε διανοούμενους και λογίους, διδάχτηκε την αγγλική και κατά την ενηλικίωσή της, έλαβε και δίπλωμα διδασκαλίας. ια ένα μικρό χρονικό διάστημα δίδασκε λατινικά και αγγλικά, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως δαχτυλογράφος.
Κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής στη Γαλλία, η Σινιορέ έγινε μέλος μιας ομάδας καλλιτεχνών κι αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Οι φίλοι της, μεταξύ των οποίων και ο εραστής της Ντανιέλ Ζελέν, την ενθάρρυναν να ακολουθήσει τις φιλοδοξίες της. Η ομάδα αυτή των καλλιτεχνών συναντιόταν σε μια καφετέρια του προαστίου Σεν Ζεμέν Ντε Πρε, στο Παρίσι. Το 1942 άρχισε να αναλαμβάνει μικρούς ρόλους και να κερδίζει κάμποσα χρήματα, ώστε να μπορεί να συντηρεί τη μητέρα και τα αδέρφια της, που είχαν εγκαταλείψει τη Γαλλία από το 1940, ακολουθώντας τον πατέρα της στην Αγγλία, ο οποίος πολεμούσε στο πλευρό του στρατηγού Ντε Γκολ. Προκειμένου να κρύψει τις εβραϊκές της ρίζες από τους γερμανούς, η Σινιορέ υιοθέτησε το επώνυμο της μητέρας της.
Οι καμπύλες και τα γήινα χαρακτηριστικά της Σινιορέ, έκαναν τους παραγωγούς τον ταινιών να της αναθέτουν συχνά ρόλους πόρνης, στα πρώτα της βήματα. Πρώτη της επιτυχία ήταν η ταινία του Μαξ Όφιλς, Σχολείον έρωτος (La Ronde) το 1950, της οποίας η προβολή απαγορεύτηκε στην Αμερική, λόγω υποτιθέμενης ανηθικότητας. Το 1952, έλαβε περαιτέρω αναγνώριση με την ταινία Χρυσούν κράνος (Casque d’or, 1952), που της χάρισε το βραβείο της βρετανικής ακαδημίας κινηματογράφου (BAFTA). Η επιτυχία συνεχίστηκε το 1953 με το Εραστές της σάρκας (Thérèse Raquin) και το 1955, έφτασε ο ρόλος που απογείωσε την καριέρα της.
Εκείνος στην ταινία του Ανρί Κλουζό Οι διαβολογυναίκες (Les Diaboliques), όπου υποδυόταν μια φόνισσα. Την επόμενη χρονιά πρωταγωνίστησε στην ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ Οι πέντε φυγάδες (La mort en ce jardin, 1956) κι έπειτα βραβεύτηκε ακόμα με ένα BAFTA για την ταινία Οι μάγισσες του Σέιλεμ (Les Sorcières de Salem, 1957), κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού του Άρθουρ Μίλερ, (Crucible).
Το 1959 η Σινιορέ πρωταγωνίστησε σε μια ταινία αγγλικής παραγωγής, σκηνοθεσίας Τζακ Κλέιτον, με τίτλο Ο ανεμοστρόβιλος του πάθους (Room At The Top). Η ταινία αυτή, της χάρισε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών, καθώς και το όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου. Μέχρι τη νίκη της Ζυλιέτ Μπινός το 1996 για όσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου, η Σινιορέ αποτελούσε τη μοναδική Γαλλίδα ηθοποιό βραβευμένη με όσκαρ.
Μετά τη νίκη της, η Σινιορέ έλαβε πολλές προσφορές ρόλων σε χολιγουντιανές ταινίες, αλλά τις απέρριψε προτιμώντας να συνεχίσει να εργάζεται στην Ευρώπη. Παρόλα αυτά κατά τη δεκαετία του 60 συμμετείχε σε κάποιες ταινίες του Χόλυγουντ με σημαντικότερες το Ο άνθρωπος με το στίγμα (Term of Trial, 1962) πλάι στο Λόρενς Ολίβιε και την ταινία του Στάνλεϊ Κρέιμερ Το πλοίο των τρελών (Ship Of Fools, 1965), που της χάρισε μια ακόμη υποψηφιότητα για όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου, το οποίο έχασε από τη Τζούλι Κρίστι για την ταινία Νταρλινγκ (Darling, 1965).
Κατά τη δεκαετία του 70, η Σινιορέ συνέχισε να εργάζεται και να συμμετέχει σε επιτυχημένες ταινίες όπως: Η ομολογία (L’ aveu, 1970) σε σκηνοθεσία Κώστα Γαβρά, Ο γάτος (Le chat, 1971) για το οποίο βραβεύτηκε με χρυσή άρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου, Ο ανακριτής (Les granges brulees, 1973) πλάι στον Αλέν Ντελόν και Μαντάμ Ρόζα (La Vie devant soi, 1977), για την οποία βραβεύτηκε με βραβείο Σεζάρ. Οι κριτικοί είχαν αρχίσει πλέον να σχολιάζουν την εμφάνισή της, για την οποία η Σινιορέ δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα και είχε αφήσει τον εαυτό της να παχύνει.
Τα απομνημονεύματά της με τίτλο La nostalgie n’est plus ce qu’elle était κυκλοφόρησαν το 1978. Συνέγραψε επίσης ένα μυθιστόρημα με τίτλο Adieu Volodya που κυκλοφόρησε μετά το θάνατό της από καρκίνο του παγκρέατος το 1985.

Φιλμογραφία
1944 L’Ange de la nuit Ο άγγελος της νύχτας
1945 La Boîte aux rêves Κορίτσι για όλα
1946 Macadam Γυναίκες στο πεζοδρόμιο
1947 Fantômas Ο φαντομάς

1948 Impasse des deux anges Μετά την αμαρτία

1950 Manèges Εμπόριο σαρκός

1951 Ombre et lumière Ο εραστής μου κι εγώ

1953 Thérèse Raquin Εραστές της σάρκας

1955 Les Diaboliques Οι διαβολογυναίκες

1957 Les Sorcières de Salem Οι μάγισσες του Σέιλεμ

1959 Room at the Top Ο ανεμοστρόβιλος του πάθους (Όσκαρ)
1960 Adua e le compagne Κοκκότες πολυτελείας

1960 Les Mauvais coups Το κορμί σου είναι δικό μου
1961 Barabbas Βαραββάς

1963 Dragées au poivre Το αλατοπίπερο της ζωής
1965 Ship of Fools Το πλοίο των τρελών
1966 The Deadly Affair Η κατάσκοπος του Λονδίνου

1967 Games Το μυστικό της γυναίκας με τα μαύρα

1968 The Sea Gull Ο γλάρος

1969 L’Américain Ο αμερικανός

1970 L’Aveu Η ομολογία

1971 Le Chat Ο γάτος
1973 Les Granges brulées Ο ανακριτής
1982 L’étoile du nord

Βέρα Κλουζό (1913 – 1960)

Κόρη ενός σημαντικού Βραζιλιάνου πολιτικού, του Τζιλμπέρτο Αμάντο, η Βέρα Κλουζό έδειξε από μικρή την κλίση της προς την υποκριτική. Από τη στιγμή που η οικογένειά μετακόμισε στο Παρίσι και η Βέρα γνώρισε τον μετέπειτα σύζυγό της, Αντί Ζορζ Κλουζό, αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι στην 7η τέχνη. Έπαιξε αποκλειστικά σε ταινίες σκηνοθετημένες από τον σύζυγό της, με προεξάρχοντα ρόλο, βέβαια, αυτόν στις Διαβολογυναίκες (1955). Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο ήταν δύο χρόνια νωρίτερα στο Le salaire de la peur (1953 – Το Μεροκάματο του Τρόμου), όπου εμφανίστηκε στο πλευρό των Charles Vanel και Yves Montand. Και κύκνειο άσμα στην τόσο σύντομη ζωή και καριέρα της το La Verite (Όσα δεν έσβησε ο Άνεμος,1960), λίγο πριν από τον ξαφνικό θάνατό της από καρδιακή προσβολή, 15 μέρες προτού κλείσι τα 47 της χρόνια…

Φιλμογραφία
Le Salaire de la Peur – Το Μεροκάματο του Τρόμου (1953)
Les Diaboliques – Οι Διαβολογυναίκες (1955)
La Verite – Όσα δεν έσβησε ο Άνεμος (1960)

ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

Ο Πιερ Μπουαλό μαζί με τον Τομά Ναρσεζάκ αποτέλεσαν για 35 ολόκληρα χρόνια ένα διάσημο δίδυμο στο χώρο του γαλλικού αστυνομικού μυθιστορήματος. Αποφάσισαν να ανανεώσουν το αστυνομικό μυθιστόρημα χαράζοντας έναν νέο δρόμο, το μυθιστόρημα αγωνίας (roman de suspense). Η πρώτη τους μεγάλη επιτυχία ήταν το «Les diaboliques», 1952 (ελληνική έκδοση: «Eκείνη που δεν υπήρχε πια»/»Oι διαβολογυναίκες»). Ακολούθησαν πενήντα μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων, σενάρια για το σινεμά και την τηλεόραση, θεωρητικά βιβλία για το αστυνομικό μυθιστόρημα. Από τα μυθιστορήματά τους, τα περισσότερα από τα οποία μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο, ενδεικτικά: «Les louves», 1955 (προβλήθηκε στην Ελλάδα με τίτλο «Oι λύκαινες»)· «Les magiciennes», 1957 (προβλήθηκε με τίτλο «Tο έγκλημα του τσίρκου»)· «Meurtre en 45 tours», 1959 (προβλήθηκε με τίτλο «Δολοφονία σε 45 στροφές»)· «Les victimes», 1964 (ελληνική έκδοση: «Tα θύματα») κ.ά.
Ο Πιερ Mπουαλό πέθανε το 1989. Ο Τομά Ναρσεζάκ εξακολούθησε να γράφει μυθιστορήματα μόνος πια, αλλά υπογράφοντας και με τα δύο ονόματα. «Έφυγε» λίγο πριν από το τέλος του 20ού αιώνα.

ΡΙΒΙΕΡΑ
από Πέμπτη 8/8 έως Τετάρτη 14/8/2013 καθημερινά στις 21:00 & 23:00
(Βαλτετσίου 46, Εξάρχεια, Τηλ.: 2103837716)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s