Κριτικός Σχολιασμός – Αποτίμηση του Ελληνικού Διαγωνιστικού Τμήματος του 36ου Φεστιβάλ Ελληνικών Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας | από την Βένια Βέργου (κριτικό κινηματογράφου)

VENIA VERGOU

Πέρυσι ήταν η πρώτη φορά που κλήθηκα να κάνω τον κριτικό σχολιασμό – αποτίμηση του ελληνικού προγράμματος. Δέχτηκα, γιατί η τιμή ήταν μεγάλη, χωρίς να ξέρω ακριβώς τι προσδοκίες είχε κανείς από μια τέτοια παρουσίαση. Εκ των υστέρων, διαπίστωσα πως αρκετοί κινηματογραφιστές απ’ όσους συμμετείχαν στο πρόγραμμα απογοητεύκαν που δεν αναφέρθηκα στην ταινία τους –θυμίζω πως πέρυσι το ελληνικό τμήμα είχε 84 ταινίες κι εγώ είχα αναφερθεί στις 20. Επίσης, διαπίστωσα πως κάποιες από τις ταινίες που είχα ξεχωρίσει για την αρτιότητά τους, όχι μόνο δεν έφυγαν με βραβείο από την Δράμα, αλλά οι τίτλοι τους δεν ακούστηκαν ούτε καν στις υποψηφιότητες. Παραδειγματικά αναφέρω το Cavo d’ Oro του Σιαμάκ Ετεμαντή, μια από τις καλύτερες μικρού μήκους του περσινού προγράμματος και από τις καλύτερες της νέας δεκαετίας. Γνωρίζω, λοιπόν, πως και φέτος ίσως να δυσαρεστήσω κάποιους, μιας και δεν θα αναλύσω και τις 39 ταινίες που διαγωνίστηκαν, και πιθανώς να έχω την ευκαιρία να επιβραβεύσω ταινίες που ίσως να μην αξιολογηθούν ανάλογα από την κριτική επιτροπή. Όπως και να ’χει, η ευθύνη είναι μεγάλη. Για μένα, η αποτίμηση αυτή είναι περισσότερο η αφορμή για έναν διάλογο.
Με ένα πρόγραμμα που είχε πιο αυστηρά κριτήρια επιλογής φέτος και κατεύθυνση προς μια πιο συγκροτημένη φεστιβαλική πρόταση, βρήκα το επίπεδο στο σύνολο των ταινιών υψηλότερο. Και, μάλιστα, ίσως όλοι συμφωνήσουμε πως όλες οι Κυπριακές ταινίες που συμμετείχαν στο πρόγραμμα «Έλληνες του Κόσμου» ήταν παραγωγές υψηλού επιπέδου και συνδύαζαν σκηνοθετική ωριμότητα με δυνατό production value. Όπως, για παράδειγμα, το Up or down του Γιώργου Κουκουμά και η Άννα του Σπύρου Χαραλάμπους. Στην πλειοψηφία, βέβαια, των Κυπριακών ταινιών την παραγωγή συνυπογράφει το Υπουργείο Παιδείας & Πολιτισμού Κύπρου. Αντίθετα, αισθητά λιγότερες, συγκριτικά με άλλες χρονιές, ήταν οι ταινίες που χρηματοδοτήθηκαν με κρατικά χρήματα μέσω του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, ενώ οι πλειοψηφία των τίτλων είχε ως βασικούς χρηματοδότες μικρές εταιρίες παραγωγής. Βλέπουμε, λοιπόν, πως η τάση των ανεξάρτητων παραγωγών που επικρατεί στις ελληνικές ταινίες μεγάλου μήκους κυριαρχεί και στις ταινίες μικρού μήκους, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα λιγότερο καλές ταινίες. Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, ο χαμηλός προϋπολογισμός δεν έφερε υψηλού επιπέδου υπηρεσίες στο post-production, με αποτέλεσμα η ταινία να υποφέρει από κακό ήχο, χωρίς σχεδιασμό και χωρίς έμπνευση στο δέσιμο εικόνας και ήχου. Μιλώντας για ήχο, παρατήρησα συχνά οι σκηνοθέτες να πέφτουν σε μια παγίδα. Ήταν αρκετές οι ταινίες όπου η όποια προσπάθεια για δραματουργικές κορυφώσεις και εντάσεις γινόταν μέσω της διαρκούς χρήσης της μουσικής. Έχει αρχίσει να διαφαίνεται στον ελληνικό κινηματογράφο μια τάση για απαλλαγή από την μουσική ως εργαλείο συναισθηματικής χειραφέτησης του θεατή και ακουστικού καλλοπισμού. Ακόμη κι αν αυτή η αισθητική επιλογή δεν πάντα το ζητούμενο, είναι σημαντικό η μουσική να μην επισκιάζει μια ταινία και να μην χρησιμοποιείται για να καλύπτει σεναριακές αμηχανίες, αλλά για να υπογραμμίζει το ύφος μιας ταινίας. Τέλος, ως προς τις γενικές παρατηρήσεις μου, πιστεύω πως οι σκηνοθέτες δείχνουν πλέον ολοένα και μεγαλύτερη άνεση στις αφηγήσεις μεγαλύτερης διάρκειας με καλή χρήση του κινηματογραφικού χρόνου για την ανάπτυξη της ιστορίας τους. Σε αντίθεση με πέρυσι, όπου είχαμε πολλές ταινίες μεγάλης διάρκειας με απίστευτη σύγχυση, πλατιασμό και έλλειψη συγκέντρωσης στο θέμα τους.

Θεματικά, οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στα νοικοκυριά και τις διαπροσωπικές σχέσεις των Ελλήνων είχαν και φέτος ισχυρή παρουσία. Όμως, τις περισσότερες φορές είδα μια μπανάλ προσέγγιση του θέματος, σχηματικά και προβλέψιμα σενάρια, καθώς και μια αφέλεια στον τρόπο με τον οποίο οι σκηνοθέτες υπέκυπταν σε φινάλε ευκολίας. Αντίθετα, στην Γεννήτρια της Νικολέτας Λεούση είδα μια αξιόλογη ανάπτυξη σεναρίου με εμβάθυνση στους χαρακτήρες, υπέροχες ερμηνείες από τους Μανώλη Μαυροματάκη, Κώστα Ξυκομηνό και Ιωάννα Τσιριγγούλη, καθώς και σωστό ρυθμό με την απαιτούμενη κορύφωση.
Σε αντίθεση με πέρυσι όπου η επιθανάτια κατάσταση απασχόλησε πολλούς κινηματογραφιστές, φέτος είδαμε λιγότερους αντίστοιχους τίτλους. Έξυπνη βρήκα την προσέγγιση του Memory reloaded των Πάνου Παππά και Δέσποινας Χαραλάμπους, ως μια υπόθεση μελλοντικής κοινωνίας όπου, ενώ η ζωή αξίζει μόνο ως αποθηκευτικός χώρος μνήμης, το σοκ του θανάτου παραμένει ισχυρό και εξουθενωτικό. Μια ταινία επιστημονικής φαντασίας με υψηλό production value στον επινενοημένο κόσμο, τον οποίο μας καλεί να αναλογιστούμε αν μας αξίζει.

Όπως και πέρυσι, είχαμε και φέτος αρκετές ταινίες με θέμα τους παράνομους μετανάστες, κάποιες από τις οποίες, πέρα από τις καλές προθέσεις, δεν απέφυγαν τον στόμφο και την υπερβολή. Αντίθετα, είδαμε ένα πανέξυπνο σενάριο με ευφάνταστη ανάπτυξη χαρακτήρων και υπέροχο κωμικό timing από τους ηθοποιούς στο Don’t let the door hit you on your way out του Ιωάννη Τσακιρίδη. Επίσης, είδα σεναριακή συγκρότηση, εύρυθμη δομή και ερμηνευτική ακρίβεια στο Travel express της Νατάσσας Ξύδη.
Μιλώντας για ερμηνευτική ακρίβεια, θα αναφερθώ σε δυο περιπτώσεις όπου, ενώ βρήκα κάποιες αδυναμίες, είτε σεναριακές είτε στην κινηματογράφηση του θέματος, οι πρωταγωνιστές κράτησαν το ενδιαφέρον μου μέχρι το τέλος. Κυρίως γιατί έβγαζαν δια της σιωπής τους δυνατές κραυγές απόγνωσης. Αναφέρομαι στην ερμηνεία της Μυρτώς Παπούλια Στο Κατώφλι της Αναστασίας Κρατίδη, στο ρόλο μιας νεαρής γυναίκας που ασφυκτιά ως υποχείριο σε μια ανδροκρατούμενη οικογένεια. Και, επίσης, αναφέρομαι στον Άλεξ Νόρτεν στην Σκιαμαχία του Ντίνου Γρηγορίου, ο οποίος ερμήνευσε με καθαρό ένστικτο την σωματικότητα που κυριαρχεί στον κόσμο ενός μποξέρ.
Προτού περάσω στην εξάδα των ταινιών που πραγματικά ξεχώρισα, θέλω να αναφέρω πως εκτίμησα την φρεσκάδα στο Ο Έλβις είναι νεκρός του Στέργιου Πάσχου, την τεχνική αρτιότητα σε συνδυασμό με ανάγκη για ελευθερία στην σπουδαστική ταινία Man in a box του Ηλία Παπασταματίου, και την εμμονή στην διαχείριση ενός τεράστιου υλικού στο Δεν είμαι τώρα εδώ των Ζήση Κοκκινίδη & Ίωνα Παπασπύρου.

Προτού περάσω στα «καλύτερά» μου, θέλω να πω πως όσοι από εδώ κάνουν σινεμά, δίνουν μια διαρκή πάλη με πολλούς εξωτερικούς παράγοντες και αναρίθμητους συντελεστές. Απ’ όσους, όμως, γράφουν για το σινεμά, εγώ προσωπικά εκτιμώ περισσότερο εκείνους που βρίσκονται σε μια διαρκή πάλη, κυρίως, με τον εαυτό τους.

Red Hulk της Ασημίνας Προέδρου
Η γεμάτη ένταση και εσωτερικό αναβρασμό ερμηνεία του Φρίξου Προέδρου, στο ρόλο ενός νεαρού οπαδού ποδοσφαίρου και ανερχόμενου νεοναζί, άφησε για μένα ένα πολύ σημαντικό αποτύπωμα στο φεστιβάλ. Η ταινία της Ασημίνας Προέδρου συνέπεσε, δυστυχώς, μ’ ένα ακραίο επεισόδιο ναζισμού στην Ελλάδα. Όσο περνούσαν οι μέρες του φεστιβάλ αυτή η ταινία ωρίμαζε πολύ μέσα μου. Γιατί απέφυγε τον στόμφο. Απέδειξε καλή γνώση του θέματος και ταύτιση με τα σημεία καιρών. Και, τέλος, έδειξε σε μια μόλις σκηνή πως πέρα από μανιφέστα και απάνθρωπες δράσεις κρατικών ή παρακρατικών ή ανένταχτων, ο φασισμός συνήθως γεννιέται στην κουζίνα μιας οικογένειας. Πέρυσι έφυγα με πιο δυνατή εικόνα την αντάρα του Cavo d’ Oro. Φέτος, κρατάω τα κοντινά πλάνα με την τεταμένη σύγχιση στο πρόσωπο του Red Hulk – Φρίξου Προέδρου. Γιατί το καλό σινεμά είναι αυτό που μας κάνει να διερωτώμαστε σε τι είδους κόσμο θέλουμε να ζούμε.

Pieta του Αλέξανδρου Τσαντίλα
Βάζω πολλά ερωτηματικά δίπλα στον χαρακτηρισμό «Μυθοπλασία» που διαβάζω στον κατάλογο. Υδονοβλεψία με σεβασμό; Μαρτυρία που έγινε ντοκιμαντέρ, αλλά θέλει να λέγεται μυθοπλασία χάρη στον άκρως επαγγελματικό σχεδιασμό ήχου και την τέλεια επιλογή μουσικού θέματος; Ό,τι κι αν ισχύει, είναι από τις λίγες ταινίες απ’ όσες είδα, που μπορούν να «ενοχλήσουν» και ν’ ανοίξουν διάλογο. Κι αυτό για μένα είναι σημαντικό ζητούμενο.

Dead end της Τώνιας Μισιαλή
Ό,τι καλύτερο είδα για την τρίτη ηλικία, με σεβασμό και προσπάθεια κατανόησης για την απόσταση που μπορεί να μεγαλώνει με τα χρόνια ανάμεσα σε δυο συντρόφους. Σχεδιασμός ήχου, χρήση μουσικής, ερμηνείες, σύνθεση των πλάνων και mise en scene, όλα δουλεμένα με υψηλό επαγγελματισμό και ευαισθησία.

Συνθήκη 10/60 του Άκη Πολύζου
Πριν αρχίσει η ταινία, όταν διαβάσαμε στους τίτλους αρχής το Faliro House Productions στην παραγωγή αυτής της ταινίας, κάποιος πίσω μας ψιθύρισε, “το νέο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου”. Πράγματι, η εν λόγω εταιρία βρίσκεται πίσω από τις περισσότερες ελληνικές ταινίες μεγάλου μήκους που διαπρέπουν στο εξωτερικό. Την είδαμε, όμως, στους τίτλους μόνο μιας από τις 39 μικρού μήκους της Δράμας φέτος. Είναι ευτύχημα το ότι εμπιστεύτηκε το ταλέντο του πρωτοεμφανιζόμενου Άκη Πολύζου, ο οποίος απέδειξε πως μπορεί να κάνει πολύ καλό σινεμά, πιστή αναπαράσταση εποχής, καλή γνώση του film noir και θαυμάσια διεύθυνση ηθοποιών σε μια ιστορία όπου πρωταγωνιστεί η μάχη με το μυαλό.

Η ραφή της Sandra Fassio
Βλέπντάς το θυμήθηκα το σινεμά του Πατρίς Σερό. Εξαιρετική κινηματογράφιση, αθόρυβη, αλλά με ένταση, συναισθηματικό πλούτο, και άψογη διεύθυνση των ηθοποιών. Μια άσκηση ύφους, η οποία στο μέλλον μπορεί να φέρει πολύ καλές ταινίες.

Ωραίο το μουστάκι σου Giorgio του Αναστάσιου Γκότση

Ένα έξυπνο και καλαίσθητο σχόλιο στο φαιδρό life style των media. Σκηνοθετική προσέγγιση με στοιχεία avant-garde και ένα φινάλε από τα πιο δυνατά σημειολογικά φέτος στη Δράμα. Κατακλεισμένοι από τους νόμους του καπιταλισμού, χάνουμε τον εαυτό μας.

Κλείνοντας, να σας πω πως, προτού έρθω στη Δράμα, βρέθηκα για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ του Τορόντο και ήταν μια πολύτιμη εμπειρία. Μοιράζομαι μαζί σας δυο παρατηρήσεις. Πρόκειται για ένα φεστιβάλ με 2.500 εθελοντές. Όπου σταθείς στο κέντρο του Τορόντο, σε απόσταση δέκα μέτρων ένας εθελοντής σου λύνει κάθε απορία. Στην τελετή έναρξης του φεστιβάλ, οι εναρκτήριες ομιλίες κράτησαν συνολικά περίπου πέντε λεπτά. Συγκρίνοντας δυο ομολογουμένως ασύγκριτα μεγέθη, θέλω να πω πως αυτό που πετυχαίνει 36 χρόνια τώρα το Φεστιβάλ Δράμας με τόσο ολιγάριθμο προσωπικό, είναι ένα θαύμα. Και αν φτάσουμε σε μια τελετή έναρξης όπου ο καλλιτεχνικός διευθυντής του δεν θα χρειάζεται να πείσει τους αρμόδιους παράγοντες πόσο σημασία έχει να διατηρηθεί ο θεσμός, τότε θα έχουμε περάσει στην επόμενη σελίδα.

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Κριτικός Σχολιασμός – Αποτίμηση του Ελληνικού Διαγωνιστικού Τμήματος του 36ου Φεστιβάλ Ελληνικών Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας | από την Βένια Βέργου (κριτικό κινηματογράφου)

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: