Συνέντευξη με το σκηνοθέτη Arnaud des Pallières για τη νέα του ταινία «Michael Kohlhaas» | Δήμητρα Γιαννακού | 15ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου

Arnaud des Pallières

Δ.Γ : Όπως έχει πει ο Jean-Louis Comolli : «Όλες οι ταινίες, ακόμη και οι ιστορικές, μιλούν για το τώρα». Αν και η διήγηση του «Michael Kohlhaas» τοποθετείται σε μια εποχή πολύ παλιά, όπου οι μονάρχες κρατούσαν στα χέρια τους την εξουσία, ποιους παραλληλισμούς μπορούμε να κάνουμε με τη σύγχρονη εποχή; (Όσον αφορά την κοινωνικο-πολιτική κατάσταση, τη διαφθορά της εξουσίας, την αύξηση των ανισοτήτων..)

-Ένας από τους λόγους που επέλεξα το συγκεκριμένο κείμενο (το ομώνυμο βιβλίο του Heinrich von Kleist) ήταν η επικαιρότητά του, η διαχρονικότητα που παρουσιάζει. Ένα έργο τέχνης μας αγγίζει από τη σχέση που μπορεί να έχει με το σήμερα, με την εκάστοτε εποχή, υπερπηδώντας τα σύνορα του χρόνου. Για παράδειγμα, οι ζωγραφικοί πίνακες του Καραβάτζιο και ο έντονος ρεαλισμός που αναδύεται από τα έργα του. Το μυθιστόρημα αναφέρεται στο 16ο αιώνα αλλά γράφτηκε το 1810 από κάποιον που έφερε τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτό που με άγγιξε πραγματικά και ήθελα να πραγματοποιήσω ήταν μέσα από την ταινία να αναδείξω ανάγλυφα αυτή τη διπλή χρονικότητα, το σπάσιμο των ορίων του χρόνου και να δημιουργήσω μια ταινία που μιλά για το σήμερα μέσα από μια αληθινή ιστορία (καθώς η ιστορία του Kohlhaas είναι αληθινή), μέσα από τη βίωση μιας εμπειρίας ενός αλλοτινού κόσμου. Βασική κοινή ιδέα που διατρέχει τους αιώνες είναι ότι οι άνθρωποι είναι –παραμένουν- ουσιαστικά μόνοι απέναντι στην κοινωνία και στη βία της κοινωνίας. Τίθεται το ζήτημα της μοναξιάς. Τι σημαίνει το να είσαι μόνος και να έχεις να αντιμετωπίσεις όλες τις απειλές που παραμονεύουν σε μια κοινωνία..Οι άνθρωποι σήμερα είναι πιο μόνοι από εκείνη την εποχή απέναντι σε μια πραγματικότητα, με τη συνεχή παρουσία της αστυνομίας, τη βία της διοίκησης και της εξουσίας που ασκείται με τον άλφα ή βήτα τρόπο.. Και είναι πιο μόνοι, πιο αφοπλισμένοι επειδή, βλέπουμε ότι τουλάχιστον σε εκείνη την εποχή, το 16ο αιώνα, υπήρχε ένα πνεύμα αλληλεγγύης, οι άνθρωποι αλληλοϋποστηρίζονταν σε μια μάχη για το δίκαιο, κάτι που δεν το βρίσκουμε σήμερα. Ενώ έχω σκηνοθετήσει και άλλες ταινίες πάνω στο ζήτημα της δικαιοσύνης, η συγκεκριμένη ταινία έχει βρει διανομή σε 33 χώρες μέχρι τώρα. Ίσως εξαιτίας αυτής της σύμπτωσης του παρελθόντος με το παρόν. Σε άλλες χώρες που επισκέφτηκα χάριν της ταινίας, υπήρχαν διαδηλώσεις, όπως θα γίνει και σε λίγο σήμερα στην Αθήνα. Το φιλμ «Michael Kohlhaas» διηγείται μια ιστορία που φέρει έναν αντίκτυπο στο σήμερα.

michael-kohlhaas-arnaud-pallieres

Δ.Γ. : «Παρατήρησα ότι ο ήχος παίζει έναν πρωτεύοντα ρόλο μέσα στο φιλμ. Διάφοροι ήχοι, το επίμονο κλάμα ενός μωρού, το χλιμίντρισμά των αλόγων, οι κραυγές ενός ζώου και ιδιαίτερα το συνεχές βούισμα μιας μύγας, όλα τα παραπάνω συνοδεύουν τη φιλμική αφήγηση και τροφοδοτούν τη δραματουργία. Θα ήθελα να μας μιλήσετε για αυτή τη δουλειά πάνω στον ήχο και τη σχέση του με την εικόνα».

-Όσο πιο πολύ προχωράω στο έργο μου, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ ότι πιο πολύ από το να διηγηθώ απλώς μια ιστορία, αυτό που με απασχολεί έντονα είναι να κάνω το θεατή να ζήσει μια πραγματική φυσική εμπειρία. Ένα πάθος που με καταλαμβάνει ολόκληρο. Έχω ανάγκη από μια γερά δεμένη και στέρεα ιστορία που θα χρησιμοποιήσω σαν όχημα, σαν ένα μέσο πάνω στο οποίο θα δομήσω μια κινηματογραφική εμπειρία. Η σεναριογράφος Christelle Berthevas έκανε μια εκτενή έρευνα ιστορική πάνω σε εκείνη την εποχή, ρίχνοντας το βάρος στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Πώς ζούσαν οι άνθρωποι τότε, ποιες δυσκολίες αντιμετώπιζαν κάθε μέρα, ποιες ήταν οι δυσμενείς συνθήκες, αν ένα μικρό παιδάκι αποκαλούσε τον πατέρα του «papa»..τέτοιες και άλλες λεπτομέρειες μας απασχόλησαν. Αυτό που αποκομίσαμε (από την έρευνα) ήταν η ύψιστη ευθραυστότητα του ανθρώπινου σώματος, η τρωτότητα του σώματος σε εκείνα τα χρόνια..Και βέβαια ή έλλειψη των ανέσεων που έχουμε σήμερα, όπως το πιο απλό όταν πέφτει το σκοτάδι να ανάβουμε αμέσως το φως.. Από την άλλη, η οπτικο-ακουστική έκφραση «μιλά» για την ψυχή του ήρωα, για όσα βιώνει, το δράμα του, την τραγικότητά του. Η φύση η ίδια, και μέσα από τους διάφορους ήχους που προέρχονται από αυτή, μιλά για τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων και ο ήχος χρησιμοποιείται ως ένα ξεχωριστό εκφραστικό μέσο.

Δ.Γ.: «Τα άγρια και απόκρημνα βουνά της ταινίας μου θύμισαν ένα παρόμοιο τοπίο που συναντάμε στην «Ηλέκτρα» του Κακογιάννη. Εκεί τα άχαρα και άγονα βουνά αντηχούσαν τη σκληρότητα των καταστάσεων και την τραγικότητα της ηρωίδας. Ποιος ο ρόλος του ντεκόρ στη δική σας ταινία; Ποια η σχέση του με το δράμα;»

Έχω εμπνευστεί από τον Παζολίνι ως προς τη σύλληψη του ντεκόρ ως χώρο δράσης. Επέλεξα τα στοιχεία της φύσης, όπως και το πρόσωπο με την αυθεντικότητα που εκπέμπεται από την έκφραση αυτού που γίνεται καθρέπτης όλης της ιστορίας μιλώντας για αυτή «χωρίς πολλά λόγια». Εξάλλου, δεν υπάρχουν πολλοί διάλογοι μέσα στο φιλμ. Έδωσα πολλή προσοχή, επίσης, στην επιλογή των βοηθητικών ηθοποιών καθώς και του παραμικρού αντικειμένου που θα εξυπηρετούσε τους στόχους μου. Όπως ο Παζολίνι δεν δίστασε να πάει να βρει διάφορα μέρη, στην Αιθιοπία για παράδειγμα, για να γυρίσει τις ιστορίες του προκειμένου να βρει τον κατάλληλο τόπο που θα εξυπηρετούσε μια συγκεκριμένη αισθητική και ένα ύφος.. Είναι, επίσης, η αναζήτηση του «οργανικού» (που συλλαμβάνεται ως μία ενότητα διαφοροποιημένων μερών: οι άνδρες και οι γυναίκες, οι πλούσιοι και οι φτωχοί, κ.τ.λ.). Δεν με ενδιέφερε να επιτύχω μια πιστή και λεπτομερή ανασύσταση της εποχής με βαρύγδουπα ντεκόρ και πολλές λεπτομέρειες εξωτερικές. Για αυτό και επέλεξα να δώσω βάρος στην εκφραστικότητα που αναδύεται από το σώμα και τη φύση.

Δ.Γ.: «Ως προς το ζήτημα της κινηματογραφικής απόδοσης-διασκευής ενός λογοτεχνικού έργου τι έχετε να μας πείτε;»

-Το να σκηνοθετήσει κανείς ένα φιλμ με βάση ένα λογοτεχνικό έργο είναι σαν να καταστρέφει τη λογοτεχνία. Οι διάλογοι για παράδειγμα του μυθιστορήματος δεν αντιστοιχούσαν-ταίριαζαν καθόλου στο φιλμ που θέλαμε να κάνουμε. Έτσι, τους ξαναγράψαμε από την αρχή. Κύριο μέλημα, όμως, ήταν να διατηρηθεί το πνεύμα του συγγραφέα μέσα από το τελικό αποτέλεσμα. Επομένως το να προσαρμόσει κανείς ένα λογοτεχνικό έργο σημαίνει το να καταστρέψει το μυθιστόρημα και να το «χτίσει» από την αρχή.

Συνέντευξη, επιμέλεια, μετάφραση: Δήμητρα Γιαννακού

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: