Λυκ Μποντύ , Ψευδοεξομολογήσεις του Πιερ Ντε Μαριβώ με την Isabelle Huppert | Κριτική: Δήμητρας Γιαννακού

LES FAUSSES CONFIDENCES (Luc BONDY) 2014

«Και ύστερα από όλα, αφού με αγαπάτε πραγματικά, όσα κάνατε για να κερδίσετε την καρδιά μου δεν είναι καθόλου κατακριτέα: είναι επιτρεπτό σε κάποιον που αγαπά να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για να γίνει αρεστός, και πρέπει να τον συγχωρούμε όταν το καταφέρνει αυτό.»

Περί αγάπης και απάτης ο λόγος στη μεγάλη σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, όπου φιλοξενήθηκε –στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών- το έργο του Marivaux «Ψευδοεξομολογήσεις-Les Fausses Confidences» με τη χαρισματική Isabelle Huppert στον κεντρικό ρόλο.

Ευθύς εξαρχής, ο αντιφατικός τίτλος του έργου γεμίζει ερωτήματα στο θεατή, κεντρίζοντάς του το ενδιαφέρον να μάθει τι είναι αυτό που κρύβεται πίσω από τις περίφημες «ψευδο-εξομολογήσεις». Συνηθίζουμε να πιστεύουμε ότι μια εξομολόγηση στηρίζεται σε αληθινά δεδομένα και γίνεται σε πρόσωπα εχέμυθα, που χαίρουν εμπιστοσύνης. Προς τι λοιπόν, αυτές οι ψεύτικες ομολογίες;

Μυστικά και ψέμματα, αλήθειες, τεχνάσματα και μηχανορραφίες, όλα μαζί σε αυτό το έργο, μπλέκονται σε ένα γαϊτανάκι αλληλοδιαδοχής που υποκινείται από την τέχνη της χειραγώγησης και της δημιουργίας εντυπώσεων, συναισθημάτων και επιθυμιών. Επάνω στις απατηλές εξομολογήσεις (εννιά τω αριθμώ) των προσώπων στηρίζεται όλο το θεατρικό, μέσω των οποίων οι χαρακτήρες προσπαθούν να φθάσουν στο στόχο τους. Μήπως, όμως, ο σκοπός, αγιάζει τελικά τα μέσα;

Ο Ντοράντ είναι ένας όμορφος και φτωχός νέος. Η Αραμίντ είναι πολύ μεγαλύτερή του, χήρα και πλούσια. Το χάσμα μεταξύ τους τεράστιο (πόσο μάλλον το 1737, την εποχή του έργου). Ωστόσο, τα εμπόδια θα υπερπηδηθούν επειδή βρισκόμαστε εμπρός σε μια κωμωδία και όχι σε μια τραγωδία. Βέβαια, η πλοκή δεν είναι τόσο απλοϊκή, καθώς ο Marivaux πολλαπλασιάζει τις αμφιβολίες και τις παρεξηγήσεις και βάζει πολλούς σκοπέλους επάνω στο δύσκολο δρόμο που πρέπει να διανύσει ο Ντοράντ για να φθάσει στην εκλεκτή της καρδιάς του, η οποία Αραμίντ δεν είναι μια άβουλη «μυξοπαρθένα» αλλά μια γυναίκα έμπειρη, με πλήρη συνείδηση της αξίας της και των επιλογών της.

Όλοι οι ηθοποιοί εισχωρούν βαθιά στους ρόλους τους δίνοντας μια performance γεμάτη χάρη και φυσικότητα, δείχνοντας να έχουν οικειοποιηθεί για τα καλά το έργο του Marivaux.

Η Isabelle Huppert με τη συνήθη απίστευτη πειστικότητα μεταπηδά με επιδεξιότητα από το ένα συναίσθημα στο άλλο, κλιμακώνοντας τις αντιδράσεις της ανάλογα με τη στιγμή, χωρίς να διστάζει, κάποιες φορές, να κοιτά κατάματα το κοινό, εξετάζοντάς το (απευθύνοντάς του το λόγο;). Το ξεχωριστό ερμηνευτικό της ταλέντο τη μετατρέπει σε μια παιδούλα, παρά την ηλικία της (την πραγματική και αυτή του ρόλου), μια κόρη που δεν υπακούει στη μητέρα της, τσαχπίνα και παιχνιδιάρα, μεθυσμένη από πάθος, λαμπερή. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα του τέλους, μετά το χαιρετισμό του κοινού, όταν αποχωρίζεται τη σκηνή τρέχοντας σαν ένα κοριτσάκι στο πάρκο.

Ο Louis Garrel στο ρόλο του Ντοράντ αποδίδει το χαρακτήρα ενός αξιοπρεπή νέου, εσωστρεφή και συγκρατημένου αλλά και ανυποχώρητου θαυμαστή της κυρίας Αραμίντ. Η Bulle Ogier δίνει μια έντονη εύθυμη νότα στην εξέλιξη της ιστορίας, παριστάνοντας την ελεγκτική και αυστηρή γριά μητέρα με τις παγιωμένες αντιλήψεις της εποχής.

Δραματουργικά, η προσοχή του θεατή επικεντρώνεται στα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάκτηση της Αραμίντ. Ο δαιμονικός Ντυμπουά (Yves Jacques), παλαιός ακόλουθος του Ντοράντ και νυν της Αραμίντ, επιστρατεύει όλα τα τεχνάσματα και τις πανουργίες για να βοηθήσει το φτωχό νέο να φθάσει στο στόχο του.

Το σύμπαν του Marivaux ξαναζωντανεύει μέσα από τη μοντέρνα σκηνοθεσία του διευθυντή θεάτρου του Odeon Luc Bondy. Αξιοπρόσεχτο είναι ότι πριν αρχίσει η παράσταση, η πρωταγωνίστρια κάνει Τάι-Τσι επάνω στη σκηνή προμηνύοντας έτσι, το μαχητικό της χαρακτήρα.

Μέσα από τα λόγια που ακούγονται, παίρνει παλμό το διάσημο ρήμα «marivauder» -από το όνομα του συγγραφέα-που σημαίνει «ανταλλάσσω με μεγάλη προσοχή και λεπτότητα ευγενικές και κολακευτικές λέξεις προκειμένου να φθάσω στο στόχο μου, να γοητεύσω».

Οι ψευδοεξομολογήσεις στηρίζουν και κατευθύνουν την αφήγηση, αναδεικνύοντας τη δύναμη του λόγου στη δημιουργία ποικίλων καταστάσεων. Ειδικά όταν οι κατάλληλες λέξεις διαχέονται τον κατάλληλο χρόνο και στα κατάλληλα πρόσωπα, ο λόγος μετατρέπεται σε πράξη, όπως και σε άλλα έργα του ίδιου συγγραφέα. Η πράξη οδηγεί σε συναισθήματα και αντίστοιχα σε επιθυμίες, όνειρα..

Παρά τις διάφορες περιελίξεις της πλοκής που ίσως κούρασαν μερικούς θεατές, η παράσταση άξιζε, για να θαυμάσουμε τη φινέτσα και την ερμηνευτική άνεση της Isabelle Huppert, για να ακούσουμε το λόγο του Marivaux και για να δούμε ένα σύγχρονο τρόπο αναπαράστασης ενός έργου που έχει γραφτεί εδώ και τρεις αιώνες.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: