«Δύο, τρία πράγματα που έμαθα από αυτόν!» | ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ| Ταινιοθήκη της Ελλάδας

Godard_Day 01

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ

«Δύο, τρία πράγματα που έμαθα από αυτόν!»

Ταινιοθήκη της Ελλάδας

Ιερά Οδός 48 & Μεγ. Αλεξάνδρου 134-136 / Μετρό Κεραμεικός

5 έως 18 Ιουνίου 2014

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014 , 19:00-20:30

Η Συζήτηση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του αφιερώματος “Τώρα Γκοντάρ / Maintenant Godard που διοργάνωσε η Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος στα πλαίσια του προγράμματος Ελλάς Γαλλία Συμμαχία 2014. Με την υποστήριξη της Πρεσβείας της Ελβετίας.

Συντονισμός

Ελευθερία Δημητρομανωλάκη (Συγγραφέας, θεωρητικός κινηματογράφου-λογοτεχνίας)

«Η προηγούμενη συζήτηση έδειξε ότι το έργο του Γκοντάρ έχει τεράστιο ενδιαφέρον από την άποψη των διακειμενικών προσεγγίσεων σε πολλά πεδία και διαφορετικές οπτικές γωνίες. Διαβάζω μια φράση της Μαρίας Κομνηνού στο πρόγραμμα: ‘…στην παρούσα συγκυρία που εκδηλώνεται η κρίση του καπιταλισμού στην Ευρώπη και οι συνέπειές της στη χώρα μας, διαμορφώνεται ιδανικό πλαίσιο για ένα διάλογο’. Σ’ αυτόν τον διάλογο καλωσορίζουμε απόψε του πέντε ομιλητές. Ξεκινάω από τον Φαμπρίς Αρανιό ο οποίος έχει πει για τον Γκοντάρ, «Δεν είναι ότι μας έδωσε ελευθερία, είναι ότι ποτέ δε μας απέσπασε τίποτε από την ελευθερία μας’. Του ζητάω λοιπόν, να μας μιλήσει για αυτή την ελευθερία που επιτρέπει να είναι ο δημιουργός Φαμπρίς Αρανιό».

Φαμπρίς Αρανιό (σκηνοθέτης, διευθυντής φωτογραφίας, παραγωγός)

«Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι από την πρώτη συνάντησή μου με τον Ζαν Λυκ είναι η απλότητά του. Από το πρώτο δευτερόλεπτο της γνωριμίας μας, μια Κυριακή του 2002, όταν πρωτογνωριστήκαμε για να συνεργαστούμε στο Notre Musique, μέχρι και σήμερα που συνεχίζουμε να συνεργαζόμαστε, βλέπω στο πρόσωπό του έναν άνθρωπο ο οποίος βλέπει τα πράγματα ως έχουν ενώπιόν του και τα αντιμετωπίζει με απλότητα. Στις πρώτες μας συναντήσεις φοβόμουν γιατί δεν είχα δει όλες τις ταινίες του και όσες είχα δει δεν μου άρεσαν πολύ. Μου αρέσει πιο πολύ ο Φελίνι. Με κέρδισε όμως αμέσως με την απλότητά του. Δεν υπάρχουν θεοί και μύθοι. Μόνο άνθρωποι και το παρών. Στο Socialism, ο Γκοντάρ ενδιαφερόταν πολύ για την απεικόνιση της κάθε στιγμής. Το είδα να κάνει το μοντάζ της ταινίας τη στιγμή του γυρίσματος, σαν να ακολουθεί έναν διάδρομο μέσα στο μυαλό του που τον οδηγεί εκεί ακριβώς που θέλει. Το σημαντικό στο έργο του, πιστεύω πως είναι ότι, ακόμη κι όταν καταπιάνεται με την πολιτική, την οικονομία, τα αισθήματα, ακόμη και τα τεχνικά ζητήματα, είναι απλός. Ο Γκοντάρ επιτρέπει σε όλους τους συνεργάτες του να κάνουν ακόμη και λάθη και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον. Στο Socialism, οι βασικοί συντελεστές στο crew ήμασταν Bataggia, o Paul Grivas, κι εγώ. Λίγο πριν το γύρισμα μιας σκηνής επάνω στο πλοίο, είχα αφήσει την κάμερα κάπου πρόχειρα χωρίς να έχω τσεκάρει ακόμη το κάδρο, χωρίς να έχω βρει το σημείο του ορίζοντα. Ο Ζαν Λυκ είδε το κάδρο και είπε, «μην αγγίζετε τίποτα, πάμε για τη λήψη». Αν και στραβό το κάδρο, τελικά βγήκε ένα μαγικό πλάνο όπου δεν χρειάστηκε ν’ αλλάξει τίποτα. Σ’ αυτή την ταινία αναφέρει πως η δημοκρατία και η τραγωδία γεννήθηκαν στον ίδιο τόπο την ίδια στιγμή. Το Socialism είναι ένας καθρέπτης της κοινωνίας όπου ο καθένας κάνει τους συσχετισμούς του. Συχνά, κάποιες φράσεις του Ζαν Λυκ μας προκαλούν. Αλλά, μας βάζει μπροστά στα μάτια μας εικόνες και λόγια και μας αφήνει να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα. Όταν φτιάχνει μια ταινία, δουλεύει με την κάμερα όπως ένα παιδί παίζει στα χέρια του ένα παιχνίδι.

Τα pixel δεν έχουν σημασία για τον Γκοντάρ. Ανεξάρτητα από τις κάμερες, σημασία έχει η ταινία. Μ’ αυτή την ελευθερία που μας έχει χαρίσει , έχω ξεχάσει πως είναι να κάνεις ταινία με μεγάλο συνεργείο. Ο Γκοντάρ μας δείχνει ότι μπορεί κανείς να κάνει ταινίες με ό,τι έχει διαθέσιμο μπροστά του. Το εκπλητκικό με την ψηφιακή τεχνολογία είναι ότι μπορεί κανείς να κάνει ό,τι θέλει με την ίδια ευκολία που τα παιδιά μαθαίνουν την άλφα βήτα. Χωρίς φρένο στην ελευθερία της έκφρασης. Ενώ, για παράδειγμα, στο αμερικανικό storytelling δεσπόζουν συγκεκριμένοι νόμοι και συγκεκριμένη κωδικοποίηση στην αφήγηση που πρέπει να τηρούνται, όπως, π.χ. στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Εμείς πιστεύουμε ότι αυτοί οι νόμοι πνίγουν το σινεμά. Στην πραγματικότητα, υπάρχει ψευδοαφήγηση στις ταινίες που γυρίζονται με συμβατικό τρόπο.

Τέλος, θέλω να πω πως χαίρομαι πολύ που βλέπω γεμάτες αίθουσες με νέο κόσμο σ’ αυτό το αφιέρωμα της Ταινιοθήκης της Ελλάδος. Χρειαζόμαστε τις Ταινιοθήκες για να βλέπουμε εικόνες ανεξάρτητα από επιτηδευμένα υλικά. Με ελευθερία και με την προσοχή στραμμένη στο παρόν. Ελευθερία και παρόν. Οι δυο λέξεις κλειδιά που χαρακτηρίζουν τον Γκοντάρ και την σχέση μου μαζί του».

Godard_Day 02

Άγγελος Φραντζής (σκηνοθέτης)

«Ακούγοντας τον Φαμπρίς, έχει κανείς την ίδια αίσθηση της απελευθερωτικής δύναμης που μας δίνουν οι ταινίες του Γκοντάρ και που αποτελούν πηγή έμπνευσης για να μπορούμε να κάνουμε κι εμείς ταινίες. Ο Γκοντάρ μας έχει διδάξει ότι κάθε ταινία πρέπει να εφευρίσκει τη δική της γλώσσα, ανεξαρτήτως του μέσου με το οποίο έγινε. Θα συνεχίσω διαβάζοντας ένα μικρό κείμενο για το τί είναι για μένα ο Γκοντάρ.

Γκοντάρ είναι ένα όπλο που εκπυρσοκροτεί χωρίς να βγάζει λάμψη. Ένα πλάνο του ουρανού. Μια πόρτα αυτοκινήτου που κλίνει και ένα κοράκι που μιλάει. Γκοντάρ είναι η γυμνή κοπέλα που χτενίζει τα μαλλιά της του Ρενουάρ. Μια μουσική που κόβεται απότομα. Ένα αιδοίο κάτω από το νερό. Η Άννα Καρίνα που κοιτάζει την Φαλκονέτι. Ένας ελεύθερος σκοπευτής. Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά. Ο κώλος της Μπριζίτ Μπαρντό.

Γκοντάρ είναι το φιλμ 16mm, το φιλμ 35mm, το UMATIC, το BETA, το VHS, το 3D, και το σινεμασκόπ. Γκοντάρ είναι ο Μπρέχτ, ο Ντράγιερ και ο Σάμουελ Φούλερ. Ένα κουαρτέτο εγχόρδων του Μπετόβεν. Ένα μπουκάλι σαμπάνια στο κεφάλι ενός μπάτσου. Η μουσική του Delerue. Άνθρωποι που μιλάνε χωρίς να ακούγονται. Τα μαύρα γυαλιά του Μπριαλύ. Ο Τζέρι Λούις και ο Μπρεσόν. Ένα πεζό 404. Μια άλφα ρομέο. Ρομέο. Ο Γούλιαμ Φώκνερ και η Πάτι Σμιθ. Το μπλε, το κίτρινο και το κόκκινο.

Γκοντάρ είναι η πολιτική… μια οργάνωση… το εμπόριο όπλων…η σιωπή. Γκοντάρ είναι η Μαντάμ Μποβαρί σε ένα πικ-νικ με πυτζάμες. Το “Καιρός για αγάπη και για θάνατο” του Ντάγκλας Σέρκ. Μια Ρωσίδα αντάρτισσα. Το βομβαρδισμένο Βερολίνο. Η Ελίζαμπεθ Τέυλορ. Ένα αυτοκίνητο που καίγεται δίπλα σε μια γέφυρα. Άνθρωποι που τρέχουν. Το Theylivebynight. Ο Μπόρις Μπάρνετ και ο Ραούλ Γουόλς. Δολάρια που καίγονται. Αμερικάνοι τουρίστες στο Στρόμπολι. Η γέννηση ενός έθνους, το Κε βίβα Μέξικο και το κόκκινο βιβλίο του Μάο στα χέρια του Μικ Τζάγκερ.

Γκοντάρ είναι επίσης ο Τόνυ Κέρτις, η Τζάνετ Λι, ο Μπάστερ Κήτον, ο Τζέιμς Στιούαρτ και η Τίπι Χέντρεν. Γκοντάρ είναι ο Ριβέτ, ο Ρομέρ, ο Ρενέ, ο Τριφό και ο Σαμπρόλ. Η Νανά, η Καμίγ, η Ζυλιέτ, ο Πωλ, ο Εμίλ, ο Μισέλ. Ο Λέμι Κόσιον σε ένα πλοίο, δειλινό. Ένα μαυρόασπρο αυτοκίνητο στον διαγαλαξιακό αυτοκινητόδρομο. Οι σφαίρες στα κτίρια του Σαράγιεβο. Πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν όπως στα μπουλβάρ. Η μάχη της Αλγερίας. Ο Μπελμοντό που ξυρίζεται σε ένα καθρέφτη. Κορίτσια με αφέλειες. Τραγούδια από τζουκ μποξ. Η συναισθηματική αγωγή. Ένας αγώνας πυγμαχίας και ένας στρατιώτης που αγγίζει μια οθόνη κινηματογράφου.

Γκοντάρ είναι ο σκύλος του Γκόγια. Ο Ραούλ Κουτάρ, ο Νίκολας Ρέι και ο Τρούμαν Καπότε. 40 εκατομμύρια φράγκα. Άνθρωποι με παλτό και καπέλο. Γυναίκες που πέφτουν σε μια πισίνα. Η νυχτερινή περιπολία του Ρέμπραντ. Το singingintherain και ο σημαδεμένος του Χωκς. Ο Νανούκ του Βορρά πλάι στον Κάρι Γκράντ και οι 30 θεατές του Γκραν καφέ που κοιτούν μια ταινία του Μελιές. Γκοντάρ είναι η ευγένεια του Φριτς Λάγκ και η θρασύτης του Τζον Φορντ. Οι Μαρξ μπράδερς πάνω στο θορηκτό Ποτέμκιν και το καπέλο του Ντην Μάρτιν απ’ το Στίγμα του κολασμένου. Τα σαράντα πιστόλια του Αρτζιμπάλντο ντε λα Κρουζ και η έκφραση των ωραίων συναισθημάτων.

Γκοντάρ είναι να ζεις και να κάνεις κινηματογράφο.»

Μαργαρίτα Μαντά (σκηνοθέτις)

«Το πιο σημαντικό πράγμα που έμαθα απ’ αυτόν είναι ο τελείως δικός του, μοναδικός τρόπος που έχει να συζεύει τη λογοτεχνία, την ποίηση, τη ζωγραφική και τη μουσική μαζί με την τέχνη του κινηματογράφου, επανεφευρίσκοντας αυτές τις τέχνες σαν ένα όλον αλλά και την καθεμιά ξεχωριστά, κάθε φορά, σε κάθε ταινία από την αρχή. Πάντα σαν όλον και πάντα σαν μέρη. Με συγκινεί ο πολιτικός τρόπος με τον οποίο συνδέει αυτές τις τέχνες και τον βρίσκω βαθιά ανθρώπινο. Επίσης, με συγκινεί η βαθειά ειλικρίνεια της προσωπικής του σύγχυσης, κοινωνικής, πολιτικής, ιστορικής, συναισθηματικής, αισθητικής. Είναι μια ειλικρίνεια τόσο παιδική όσο και παιδική είναι και η χαρά του να κάνεις κινηματογράφο. Όσο μεγαλώνω, αυτό ακριβώς μ’ έχει μάθει ο Γκοντάρ, την άγρια χαρά να κάνεις κινηματογράφο σαν μικρό παιδί που τον ανακαλύπτει κάθε μέρα αλλιώς. Και μου έμαθε και κάποια πρακτικά πράγματα για την ζωή που κάποιες φορές μου φάνηκαν χρήσιμα.

Ότι οι λέξεις είναι σιωπής. Ότι το προνόμιο των πεθαμένων είναι πως δεν μπορούν να πεθάνουν ξανά. Ότι η ηθική του σήμερα είναι η αισθητική του αύριο. Ότι όλοι οι ωραίοι άντρες κυκλοφορούν πάντα μ’ ένα άφιλτρο τσιγάρο κολλημένο στα χείλη, οδηγούν πάντα αμερικάνικα αυτοκίνητα, διαβάζουν πάντα εφημερίδα ενώ έχουν πάντα ένα βιβλίο στην τσέπη τους. Ότι όλες οι όμορφες γυναίκες είναι πολύ σοφές, αλλά περιφρονούν τους όμορφους άντρες. Και ότι φτάνει ένα κορίτσι κι ένα όπλο για να κάνεις μια ταινία. Επειδή όμως, εγώ είμαι κορίτσι θα διαλέξω ένα αγόρι κι ένα όπλο για να κάνω ταινία

Θανάσης Αγάθος (Λέκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, Τμήμα Φιλολογίας, ΕΚΠΑ)

«…Αγάπησα το πάθος του Γκοντάρ για τη λογοτεχνία. Η συνεχής παρουσία της λογοτεχνίας στο έργο του γίνεται με διάφορους τρόπους. Άλλοτε η κάμερα πλησιάζει έναν χαρακτήρα να διαβάζει ένα βιβλίο, άλλοτε να απαγγέλει στίχους, άλλοτε ακούμε σε ασώματη φωνή αποσπάσματα από ποιήματα και πεζογραφήματα, ενώ σε όλες τις ταινίες του ο Γκοντάρ κλείνει το μάτι σε διάσημα λογοτεχνικά κείμενα, είτε διασκευάζοντάς τα είτε οπτικοποιώντας επιμέρους σκηνές. Τα σχετικά παραδείγματα αφθονούν. Ένας από τους χαρακτήρες στο «Ζούσε τη ζωή της», διαβάζει τα «Άπαντα» του Poe. Το ποίημα του Robert Browning που ο Φερντινάν αναφέρει στον «Τρελό Πιερό» απεικονίζει την κατάσταση του ζευγαριού που ο ήρωας σχηματίζει με τη Μαριάν ή το ποίημα «Η αιωνιότητα / L’Eternite» του Rimbaud, που κλείνει την ίδια ταινία, καθώς ακούγονται η πρώτη και η τελευταία στροφή του σε voice over μετά τον θάνατο του Φερντινάν και της Μαριάν, τα κείμενα του Lorca και του Prevert στην ίδια ταινία. Ο Λεμύ Κωσιόν, ήρωας του «Αλφαβίλ», μιας ταινίας σε ανοιχτό διάλογο με τον Kafka, τον Orwell, τον Huxley και τον Burroughs, διαβάζει με νόημα την «Πρωτεύουσα της μελαγχολίας», ποιητική συλλογή του Paul Eluard. Η ευφυής μεταφορά δυο διηγημάτων του Guy de Maupassant στη σύγχρονη εποχή στο «Αρσενικό θηλυκό». Ο αριστοτεχνικός συνδυασμός του Ομήρου και του Moravia στην «Περιφρόνηση». Οι αναφορές στους William Faulkner, Dylan Thomas και Louis Aragon στο «Με κομμένη την ανάσα». Ο θεατής των ταινιών του γίνεται και αναγνώστης και μάλιστα ενεργός, καθώς ενίοτε καλείται να αναγνωρίσει τα κείμενα. …Επίσης, αγάπησα, την απαράμιλλη ικανότητα του Γκοντ΄ρα να πολεμάει την κοινωνία της αφθονίας και της υπερ-κατανάλωσης κε των έσω. Βαθύς γνώστης και μελετητής των προϊόντων της υποκουλτούρας, έχει τη δύναμη να τα αξιοποιεί και να τα εντάσσει δημιουργικά στο δικό του σύμπαν, αναποδογυρίζοντάς τα και αποδομώντας τα. Ενώ στο «Αρσενικό θηλυκό» σε μια άλλη σκηνή, φωνή φωνή απαγγέλει απόσπασμα-παραλλαγή του «Πάτερ ημών», λέγοντας: «Δος ημίν την τηλεόραση και το αυτοκίνητο…».

Μυρτώ Ρήγου (Καθηγήτρια Τμήματος ΕΜΜΕ, ΕΚΠΑ, ηθοποιός)

Διαβάστηκε κείμενό της διότι η ίδια τελικά απουσίασε.

«…Αυτοβιογραφείται ο Γκοντάρ; Και τί θα ήταν αυτή η αυτο-βιογραφία; Μια απουσία εαυτού; Ο Κανένας ή ο Κύκλωπας; Ποιός μιλά κάτω από το όνομα Γκοντάρ; Τα ονόματα της ιστορίας του σινεμά (Μπαζέν, Γκρίφιθ, Τσάπλιν) και της ποίησης (Όμηρος, Δάντης, Χέλντερλιν) ως «σημεία» προκειμένου να μιλήσουν γι’ αυτόν, υπογραμμίζοντας ότι έφτασε σε ό,τι μοναδικό τον διακρίνει έχοντας σμιλευθεί από άλλους; Ή μιλά η κάμερα αντ’ αυτού, το κυκλώπειο μάτι της, το αντικείμενο-φετίχ που παρακάμπτει την ομιλία, ο πανεπόπτης οφθαλμός; Ο ίδιος υποστηρίζει τα εξής: ‘η περιπλάνηση του Οδυσσέα υπήρξε ένα φυσικό φαινόμενο, εγώ όμως γύρισα μια Οδύσσεια ηθική: το βλέμμα της κάμερας πάνω στους ήρωές μας που αναζητούν τον Όμηρο αντικαθιστά το βλέμμα των θεών πάνω στον Οδυσσέα και τους συντρόφους του’. Άρα, η κάμερα είναι εδώ «ο από μηχανής θεός», που παρατηρεί τους ανθρώπου όταν αυτο-παρατηρούνται και παρατηρούν αλλήλους. Μάλιστα, η λειτουργία-κινηματογράφος ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του Φριτς Λανγκ «που παίζει τον ίδιο του τον εαυτό αποτελώντας τη συνείδηση…».

Στο τέλος της συζήτησης τέθηκε από το κοινό το ερώτημα κατά πόσο ο Γκοντάρ έπαψε να είναι αριστερός, με αφορμή τις δηλώσεις του Γκοντάρ σχετικά με Λεπέν. Προτού πάρει τον λόγο ο Φαμπρίς Αρανιό, η σκηνοθέτιδα Μαργαρίτας Μαντά από το πάνελ ζήτησε να ακουστεί στην αίθουσα το τί ακριβώς είπε ο Γκοντάρ σ’ αυτή την περίφημη συνέντευξή του.

Ο Φαμπρίς Αρανιό τοποθετήθηκε ως εξής:

«Ο Ζαν Λυκ Γκοντάρ έδωσε μια πολύ μεγάλη συνέντευξη όπου ειπώθηκαν πάρα πολλά και είναι κρίμα να απομονώνεται μόνο μια φράση. Κάποια στιγμή στη συνέντευξη τέθηκε το θέμα του φυσικού, σωματικού πόνου. Ότι ο πόνος είναι κάτι το πραγματικό και πως όταν οι άνθρωποι τον ζουν γίνονται καλύτεροι μετά. Με αυτό το συλλογισμό είπε, πως αν λοιπόν, ο φασισμός της Λεπέν είναι κάτι «κακό» ή δεν κάνουμε τίποτα και το αγνοούμε ή, όπως όταν έχουμε έναν φυσικό σωματικό πόνο, παίρνουμε ντεπόν για να το ξεπεράσουμε. Σαν να μας λέει ο Γκοντάρ πως, εφόσον το σύστημα είναι αυτό, πρέπει να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας. Θέλω να σας θυμίσω μια σκηνή από παλαιότερη ταινία του, το «Αρσενικό Θηλυκό» όπου σε μια σκηνή τίθεται το ερώτημα αν πρέπει να περάσει ο φασισμός. Και οι ήρωες λένε, ας περάσει ώστε μετά να τελειώνουμε και μ’ αυτό όπως περνάει μια μόδα, όπως πέρασε η μίνι φούστα κτλ. κτλ. Αν η Μαρί Λεπέν θέλει τόσο πολύ την εξουσία, ας της δώσουμε τον προεδρικό θώκο κι ύστερα να πονέσουμε κι έτσι να το ξεπεράσουμε. Ο Ζαν Λυκ δεν είναι απόψε εδώ για να πει κάτι σχετικά με την αναστάτωση που έφεραν οι δηλώσεις του. Ξέρουμε όμως, πως, όπως πάντα, έτσι και τώρα με τα λόγια του μας προκαλεί για να μας πονέσει, μας προκαλεί για να βρούμε θεραπεία στο πρόβλημα. Φυσικά και δεν πιστεύει στον φασισμό».

Η Μαρία Κομνηνού, (Γενική Γραμματέας στο ΔΣ της Ταινιοθήκης) τοποθετήθηκε ως εξής:

«Πρόκειται για μια πολύ μεγάλη συνέντευξη στην οποία υπάρχει ένας ειρωνικός και παιγνιώδης λόγος. Το βασικό επιχείρημα στη συζήτηση αυτή είναι ότι σε μια τόσο δύσκολη περίοδο, δεν υπάρχουν αντιδράσεις από τους νέους. Εν συνεχεία, ο Γκοντάρ μιλάει για το πώς μοιράστηκε το βραβείο στις Κάννες μ’ έναν πολύ νεότερό του σκηνοθέτη που έκανε μια πολύ συντηρητική ταινία. Υπάρχει δηλαδή, στη συζήτηση ένα ευρύτερο πλαίσιο και είναι αδύνατον να την ερμηνεύσουμε μ’ έναν αναγωνιστικό μαρξισιτκό τρόπο. Ο Γκοντάρ θέτει ένα ευρύ φιλοσοφικό ζήτημα. Άλλωστε, έχει πει πως στον τάφο του θέλει να γραφτεί το «Είμαι αντιρησίας». Ας μην παίρνουμε, λοιπόν, στην κυριολεξία την ευρύτερη ρητορική που αναπτύσσει σ’ αυτή τη συνέντευξη. Είναι ένας άνθρωπος φιλοσοφικά διακείμενος, με μια έντονη ρητορική στην οποία θέτει προτάσεις κυρίως καυτηριάζοντας την αδράνεια της νεολαίας. Τουλάχιστον, αυτή είναι η προσωπική μου ερμηνεία διαβάζοντας την συγκεκριμένη συνέντευξη δυο φορές».

Και τέλος, ο Θανάσης Αγάθος (Λέκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, Τμήμα Φιλολογίας, ΕΚΠΑ) από το πάνελ, τοποθετήθηκε ως εξής:

«Διάβασα κι εγώ τη συνέντευξη. Είναι άδικο να απομονώσουμε μόνο μια πρόταση. Ο Γκοντάρ αναφέρεται σε πάρα πολλά πράγματα και στο τέλος τονίζει πως δεν υποστηρίζει την Λεπέν. Θυμίζει πως έχει γνωρίσει ο ίδιος την πολύ σκληρή στάση του πατέρα της Λεπέν, ο οποίος είχε ζητήσει την δίωξή του, την εξορία του ουσιαστικά από τη Γαλλία. Τονίζει πως τα αποτελέσματα της κυβέρνησης Ολάντ είναι η αδυναμία των νέων να έχουν έναν λόγο πιο ανατρεπτικό και υπογραμμίζει πως πρέπει να κινηθούν τα πράγματα. Λέει πως βλέπει μια τρομακτική στασιμότητα στα πάντα, και ότι μια πιθανή ανάληψη της εξουσίας από την Λεπέν είναι πιθανώς ένας τρόπος για να προχωρήσουν τα πράγματα».

Κι ένα ακόμη ερώτημα από το κοινό ήταν το κατά πόσο ο Γκοντάρ πιστεύει ότι οι ταινίες του από το Socialism και μετά έχουν θέση στα multiplex.

Ο Φαμπρίς Αρανιό απάντησε τα εξής:

«Ο Ζαν Λυκ έχει πάντα έξυπνες ιδέες για την διανομή των τελευταίων ταινιών του. Για το Socialism, πρότεινε να μην παιχτεί σε κανονικές αίθουσες, αλλά να προβάλλεται σ’ ένα φορτηγάκι που ταξιδεύει ανά την Γαλλία, σε μικρές πόλεις και χωριά στην επαρχία μέχρι να καταλήξει τελικά στο Παρίσι –όπως θα έκανε ένα καραβάνι. Όταν η ταινία πήγε στις Κάννες, ο Ζαν Λυκ πρότεινε να δώσουν μόνο μια κόπια της ταινίας σε ψηφιακό φορμά σ’ ένα νέο ζευγάρι διανομέων, και μαζί μ’ έναν προτζέκτορα και να την ρίξουν από ένα αλεξίπτωτο ώστε να προβληθεί μόνο μια φορά οπουδήποτε κι αν έπεφτε. Η Wild Bunch βέβαια δεν το δέχτηκε…».

To αφιέρωμα Τώρα Γκοντάρ / MaintenantGodardδιοργανώνεται από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος στo πλαίσιο της πράξης «Η Κινηματογραφοφιλία στη Νέα Εποχή που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση – Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και εντάσσεται στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα ΠΕΠ ΑΤΤΙΚΗ του ΕΣΠΑ 2007-2013. Όλες οι δράσεις πραγματοποιούνται υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ

ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεξάνδρου 134-136

(Μετρό Κεραμεικός) 104 35 Αθήνα

Τ. (210) 36 09 695, 36 12 046

F. (210) 3628468

contact@tainiothiki.gr

www.tainiothiki.gr

  http://www.facebook.com/tainiothikigr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: